Σελίδα:Ελεγεία και Σάτιρες.djvu/72

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.


Μιὰ κωμωδία ἡ πλάση Του σὰν εἶναι φρικαλέα,
Ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει πάντοτε τὴν πρόθεση καλή,
εὐδόκησε στὰ μάτια μας νὰ κατεβάση αὐλαία
—ὤ, κωμωδία!—τὸ θάμπωμα, τὄνειρο, τὴν ἀχλύ.

...Κ’ ἤταν ὡραία ὡς σύνολο ἡ ἀγορασμένη φίλη,
στὸ δείλι αὐτὸ τοῦ μακρινοῦ πέρα χειμῶνος, ὅταν,
γελώντας αἰνιγματικά, μᾶς ἔδινε τὰ χείλη
κ' ἔβλεπε τὸ ἐνδεχόμενο, τὴν ἄβυσσο ποὺ ἐρχόταν.

69