Σελίδα:Ελεγεία και Σάτιρες.djvu/48

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.



Ὅταν ἄνθη ἐδένατε στὰ τεφρὰ μαλλιά σας,
καὶ μὲς στὴν καρδιά σας
ἀντηχούσαν σάλπιγγες, κ' ἤρθατε σὲ χώρα
πιὸ μεγάλη τώρα, —
οἱ ἄνθρωποι μὲ τὰ ἔξαλλα πρόσωπα, τὰ ρίγη,
εἶχαν ὅλοι φύγει.

Ὅταν ἄλλο ἐπήρατε πρόσταγμα, ἄλλο δρόμο,
σκύβοντας τὸν ὦμο,
τὴ βαθειὰν ἀκούγοντας σιωπή, τοὺς γρύλλους,
στὴν ἄκρη τοῦ χείλους
ἕνα στάχι βάζοντας μὲ πικρία τόση,—
εἶχε πιὰ νυχτώσει.

Κι ὅταν ἐκινήσατε λυτρωμένα χέρια
πάνω ἀπὸ τἀστέρια,
κι ὅταν στὸ κρυστάλλινο βλέμμα, ποὺ ἀνεστράφη
ὁ οὐρανὸς ἐγράφη,
κι ὅταν ἐφορέσατε τὸ λαμπρὸ στεφάνι,—
εἴχατε πεθάνει.

45