Σελίδα:Διονύσου Διθύραμβοι.djvu/8

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.


Σοφία θερμογάλακτη, γλυκειὰ δροσιὰ τσῆ ἀγάπης
ἀπάνου ἀπὸ τὴ χώρα πλημμυρίζω.

Μακριά, μακριά, ὦ ἀλήθειες
ποὺ σκοτεινὰ θωρεῖτε!
Δὲ θέλω ἀπάνου στὰ βουνά μου
στρυφνὲς χωρὶς ὑπομονὴ νὰ βλέπω ἀλήθειες.
Χρυσῆ ἀπὸ τὸ χαμόγελο
σήμερα ἐγγύς μου τὴν ἀλήθεια,
ἀπὸ τὸν Ἥλιο γλυκερή, μαύρη ἀπὸ τὴν ἀγάπη,—
μιὰν οὐρμασμένη ἀλήθεια κόβω ἀπὸ τὸ δέντρο.

Τὸ χέρι ἀπλόνω σήμερα
στῆς τύχης τα σγουρόμαλλα,
ἀρκετὰ φρόνιμος, τὴν τύχη
νὰ ὁδηγήσω σὰν παιδί, νὰν τηνὲ ξεγελάσω.
Θέλω φιλόξενος σήμερα νὰ εἶμαι
στὸν ἐνοχλητικό,
τοῦ πεπρωμένου ἐνάντια ἀγκάθια ἐγὼ δὲ θέλω νἀπλόνω
— ὁ Ζαρατούστρας δὲν εἶναι σκαντζόχοιρος.

Ἡ ψυχή μου,
ἄπληστα μὲ τὴ γλώσσα της,
ἔγλυψε πιὰ ὅλα τὰ καλὰ καὶ τὰ κακά,
σ’ ὅλα τὰ βύθη ἐβούτηξε.
Μὰ πάντοτε ὅμοια μὲ φελλό,
πάντοτε πάλε ἀπάνου πλέχει,
σὰ λάδι ἀπάν’ σὲ θάλασσες σκοῦρες θαυματουργεῖ·
γιὰ χάρη τούτης τῆς ψυχῆς μὲ λένε: ὁ εὐτυχισμένος.

8