Ρωμαίος και Ιουλιέτα/Γ

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ρωμαίος και Ιουλιέτα
Συγγραφέας: Ουίλλιαμ Σαίξπηρ
Μεταφραστής: Δημήτριος Βικέλας
Πράξις Γ



ΠΡΑΞΙΣ ΤΡΙΤΗ.




ΣΚΗΝΉ ΠΡΩΤΗ.



   Πλατεία.

   (Εισέρχονται ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ και ΥΠΗΡΕΤΗΣ)

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Καλλίτερα να φεύγωμεν, καλέ Μερκούτιέ μου·
   καίει ο ήλιος, κ’ εδώ γυρίζουν Καπουλέτοι·
   εάν τους απαντήσωμεν, θα μαλοκοπηθούμεν,
   διότ' η ζέστη η πολλή το αίμα το ανάπτει.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
   Μου φαίνεσαι και συ ωσάν εκείνον, οπού όταν εμ-
   βαίνη εις το καπηλειόν, πετά το σπαθί του επάνω εις
   το τραπέζι και λέγει: «ο Θεός να δώση να μην το χρει-
   ασθώ». Και άμα σου καταιβάση δύο ποτήρια, το αρ-
   πάζει και χύνεται επάνω εις τον κάπηλαν, χωρίς τω
   όντι να χρειάζεται.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Τέτοιος σου φαίνομαι;

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
   Έλα, έλα. Δεν ηξεύρω να έχη όλη η Ιταλία άνθρω-
   πον πλέον θερμοαίματον από εσένα. Γυρεύεις αιώνια
   περίστασιν ν' απλώσης το ζωνάρι σου, και απλόνεις το
   ζωνάρι σου διά να εύρης περίστασιν.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Τι θέλεις να ειπής με αυτό;

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
   Θέλω να ειπώ ότι αν είχεν ο κόσμος άλλον ένα ωσάν
   εσένα, δεν θα επολυχρόνιζε κανείς από τους δυο σας· —
   ο ένας θα έτρωγε τον άλλον. Είσαι άξιος να πιασθής
   με τον πρώτον, οπού σου φανή να έχη 'ς τα γένειά του
   μίαν τρίχα παρεπάνω ή μίαν τρίχα παρακάτω από εσέ-
   να. Είσαι καλός να μαλώσης, αν ιδής κανένα να δαγ-
   κάνη λεπτοκάρυδον, μόνον και μόνον διότι τα μάτια
   σου έχουν το χρώμα του. Μόνον τέτοια μάτια ημπορούν
   να ιδούν εις τόσον πράγμα αιτίαν διά μάλωμα! Το κε-
   φάλι σου είναι γεμάτον μαλώματα, όσον είναι το αυ-
   γόν γεμάτον κροκάδι· αλλά έγεινε και ωσάν κλούβιον
   αυγόν από τα πολλά μαλοκοπήματα. — Εμάλωσες μ'
   ένα οπού έβηχεν εις τον δρόμον, διότι σου εξύπνησε το
   σκυλί σου, ενώ ήτο κοιμισμένον εις τον ήλιον. Επιά-
   σθηκες μ' ένα ράπτην, διότι έβαλε νέα φορέματα προ
   του πάσχα, και μ' ένα άλλον, διότι έδεσε με παλαιόν
   γαϊτάνι τα καινούρια του υποδήματα. Και ύστερον από
   αυτά θα μου κάμης εσύ τον δάσκαλον, και θα με συμ-
   βουλεύης να μη μαλώσω;

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Αν ήμαι τόσον αψίκορος, τότε δεν αξίζω να μου
   αγοράση κανείς την ζωήν μου ούτε δι’ ένα παράν.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
   Ούτε δι’ ένα παράν, παράξενε·

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Μα την κεφαλήν μου, επλάκωσαν οι Καπουλέτοι!

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
   Μα το παπούτσι μου, δεν με μέλει.

   (Εισέρχεται ο ΤΙΥΒΑΛΤΗΣ μετ' άλλων).

ΤΥΒΑΛΤΗΣ
   Ελάτε, φίλοι μου, κοντά, και θα πιασθώ μαζή των.
    — Καλή εσπέρα. Μ' ένα σας, παρακαλώ, δυο λόγια.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
   Και μόνον δύο λόγια μ' ένα μας; Ζευγάρωσέ τα με
   τίποτε άλλο· δεν προτιμάς λόγια με σπαθιαίς;

ΤΥΒΑΛΤΗΣ
   Θα μ' εύρης και εις αυτό πρόθυμον, φθάνει να μου
   δώσης αφορμήν.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
   Και δεν ημπορείς να την πάρης μόνος σου την αφορ-
   μήν; Να σου την δώσουν πρέπει;

ΤΥΒΑΛΤΗΣ
   Μερκούτιε, συχνολαλείς με τον Ρωμαίον!

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
   Συχνολαλώ! Παιγνιδιάτορα μ' έκαμες εμένα, να λα-
   λώ; Αν με κάμης παιγνιδιάτορα, κύτταξε καλά να μη
   σου ταις παίξω! Το βλέπεις το βιολί μου; Να μη σε
   κάμω μ' αυτό να χορεύσης, εσύ! Ακούς εκεί, συχνο-
   λαλώ!

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   'Σ τον δρόμον ευρισκόμεθα· εδώ περνά ο κόσμος·
   ή τραβηχθήτε πούποτε παράμερα, ή 'πήτε
   αγάλια, όσα έχετε να 'πήτε μεταξύ σας,
   ή ησυχάσετε. Εδώ ο κόσμος όλος βλέπει.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
   Τα μάτια τάχει ο καθείς να βλέπη, και ας βλέπη!
   Δεν το κουνώ από εδώ εγώ διά κανένα.

ΤΥΒΑΛΤΗΣ
   Καλά! Μαζή σου ο Θεός! Ο άνθρωπός μου να τος.

   (Εισέρχεται ο Ρωμαίος).

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
   Αν άνθρωπός σου ήν' αυτός, να κόπτης τον λαιμόν μου.
   Σύρε αν θέλης το σπαθί και θα σ' ακολουθήση·
   μόνον και μόνον εις αυτό θα ήναι άνθρωπός σου.

ΤΥΒΑΛΤΗΣ
   Ρωμαίε, την αγάπην μου θα σου την αποδείξω
   μ' αυτάς τας δύο λέξεις μου: Ένας αχρείος είσαι!

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Τυβάλτη, έχω αφορμήν να σ' αγαπώ εσένα,
   και δεν σε συνερίζομαι δι’ όσον πάθος δείχνεις
   μ' αυτόν σου τον χαιρετισμόν. Δεν είμ' εγώ αχρείος.
   Ώρα καλή σου το λοιπόν. Ακόμη δεν με 'ξεύρεις.

ΤΥΒΑΛΤΗΣ
   Εκείνο που μου έκαμες, δεν μου το διορθόνεις
   μ' αυτά τα λόγια. Γύρισε, και σύρε το σπαθί σου.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Να σε πειράξω τίποτε δεν έκαμα ποτέ μου,
   και σ' αγαπώ πλειότερον απ' ότι συ νομίζεις.
   Θα έλθη ώρα και καιρός τον λόγον να τον μάθης.
   Λοιπόν, ω Καπουλέτε μου, ησύχασε, διότι
   το όνομά σου τ' αγαπώ ωσάν το ιδικόν μου.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
   Τι ταπεινή υποταγή! Τι εντροπή! Χαράς το!
   Αυτός που παίζει ταις σπαθιαίς θα κάμνη ό,τι θέλει!
   Εδώ, Τυβάλτη· κόπιασε· εδώ ποντικοπιάστη!

ΤΥΒΑΛΤΗΣ
   Τι θέλεις απ' εμένα, συ;

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
   Αγριόγατε, θέλω μίαν από ταις επτά σου ζωαίς!
   Μου χρειάζεται τώρα η μία, και κατά το φέρσιμόν σου
   σου κοπανίζω κατόπιν και ταις επίλοιπαις. Τράβα το
   σπαθί σου από τ' αυτί, και δείξέ μου το, ειδεμή σου κό-
   πτω εγώ τ' αυτιά με το σπαθί μου!

ΤΥΒΑΛΤΗΣ, σύρων το ξίφος.
   Εδώ είμαι εγώ, να σου δείξω εσένα.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Μερκούτιέ μου, κρύψε το σπαθί σου.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
   Έλα, Κύριε· να ιδώ την τέχνην σου.

   (Μάχονται ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ και ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ).

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Ξεσπάθωσε, Μπεμβόλιε, και κτύπα τα σπαθιά των
   είν' εντροπή σας, άρχοντες· είν' εντροπή· σταθήτε·
   Τυβάλτη! ω Μερκούτιε! Επρόσταξεν ο Πρίγκηψ
   να παύσουν τα μαλώματα 'ς τους δρόμους της Βερώνας·
   Τυβάλτη, κάτω το σπαθί! Μερκούτιε καλέ μου!

   (Ενώ ο ΡΩΜΑΙΟΣ προτείνει το ξίφος μεταξύ αυτών όπως τους
   χωρίση, ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ πληγόνει τον ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΝ υπό τον βραχίονα
   του ΡΩΜΑΙΟΥ και απέρχεται μετά των φίλων αυτού).

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
   Μ' επλήγωσε! ς' τ' ανάθεμα τα δύο σπιτικά σας!
   Από την μέσην μ' έβγαλε μιαν και καλήν! — Κ' εκείνος,
   απλήγωτος το έστρηψε.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Τι; πληγωμένος είσαι;

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
   Δεν είναι παρά ξέγδαρμα· ναι, ξέγδαρμα· πλην φθάνει!
   Πού είν' ο δούλος μου; Μωρέ, τρέχα ιατρόν να φέρης.

   (Εξέρχεται ο υπηρέτης).

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Θάρρος, ω φίλε· ελαφρά θα ήναι η πληγή σου.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
   Ναι· δεν είναι βαθειά 'σαν πηγάδι, ούτε πλατειά 'σαν
   εκκλησίας πύλη, αλλά είναι αρκετή, και θα κάμη την
   δουλειάν της. Αν με γυρεύης αύριον, θα μ' εύρης πα-
   ραχωμένον. Μ' εδιόρθωσε περίφημα, σου λέγω· 'ς τ' α-
   ανάθεμα και τα δύο τα σπιτικά σας! Να πάρη η ζάλη!
   Ένας σκύλος, ένας παληόγατος, ένας ποντικός να με
   σκοτώση εμένα με μίαν τσουγγρανιάν! Ένας καυχη-
   σιάρης, ένας αχρείος, ένα κνώδαλον, που παίζει το
   σπαθί του με την αριθμητικήν! — Τι ήθελες να χωθής
   μεταξύ μας; Μου έδωκε την σπαθιάν κάτω από το χέ-
   ρι σου.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Διά καλόν το έκαμα.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
   Ωχ! εις κανένα σπίτι
   βοήθησέ με να χωθώ, πριν να λιγοθυμήσω,
   Μπεμβόλιε· — ’ς τ' ανάθεμα τα δύο σπιτικά σας!
   Μ' επρόκοψε περίφημα!...τα δύο σπιτικά σας... (37)

   (Εξέρχονται ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ και ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ).

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Αυτός ο νέος ο καλός, ο ακριβός μου φίλος,
   ο συγγενής του πρίγκηπος, πληγήν θανατηφόρον
   επήρεν εξ αιτίας μου· και την υπόληψίν μου
   μου την κατεκηλίδωσεν η γλώσσα του Τυβάλτη·
   κ' εξάδελφόν μου σήμερον τον έχω τον Τυβάλτην!
   Ω Ιουλιέτα μου γλυκειά, ιδέ, η ευμορφιά σου
   καρδιάν μου βάζει γυναικός 'ς τα στήθη μου, και κάμνει
   την κόψιν του την ανδρικήν να χάση το σπαθί μου.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ, επανερχόμενος.
   Ρωμαίε! Ο Μερκούτιος απέθανε, Ρωμαίε!
   Την γην την εβαρέθηκε πριν έλθη ο καιρός του,
   και η γενναία του ψυχή ανέβηκε 'ς τα νέφη.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Είναι αρχή της συμφοράς η μαύρη τούτη 'μέρα·
   εδώ αρχίζει ο καϋμός κι’ αλλού θα τελειώση.

   (Εισέρχεται εκ νέου ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Να! λυσιασμένος έρχεται και πάλιν ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Α! ο Μερκούτιος νεκρός, και τούτος θριαμβεύει!
   Φύγ' απ' εδώ Υπομονή, και γείνου οδηγός μου
   εσύ Μανία φοβερά, πώχεις φωτιάν 'ς τα μάτια!
   Τυβάλτη, 'πίσω πάρε τον τον λόγον που μου είπες
   και ο αχρείος είσαι συ! Επάνω μας πλανάται
   του Μερκουτίου η ψυχή, και συντροφιάν προσμένει
   την ιδικήν σου την ψυχήν εκεί να του την στείλω.
   Κατόπιν του ο ένας μας θα 'πάγη, ή κ' οι δυο μας!

ΤΥΒΑΛΤΗΣ
   Εσύ παληόπαιδον, εσύ θα τον ακολουθήσης,
   εσύ, που είχε συντροφιάν εκείνος κ' εδώ κάτω!

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Το ποιος θα 'πάγη, το σπαθί θα το αποφασίση.

   (Μάχονται· φονεύεται ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Ρωμαίε, φύγε· πήγαινε! Νεκρός είν' ο Τυβάλτης,
   κι ο κόσμος εσηκώθηκε. Τι στέκεσαι και βλέπεις;
   Ο πρίγκηψ σ' εθανάτωσε αν σε συλλάβη... Φύγε!

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Ω! Είμαι τ' αναγέλασμα της Μοίρας!

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Τι προσμένεις;

   (Απέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ).
   (Εισέρχονται πολίται κ.τ.λ.).

   ΕΙΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
   Τον είδες; πού εξέφυγε; πού είν' ο δολοφόνος
   του Μερκουτίου; λέγε μας, πού είναι ο Τυβάλτης;

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Να ο Τυβάλτης, καταγής.

Ο ΠΟΛΙΤΗΣ
   Τυβάλτη, σε προστάζω
   εις τ' όνομα του πρίγκηπος να με ακολουθήσης.

   (Εισέρχεται ο πρίγκηψ μετά της συνοδείας του, ο ΜΟΝΤΕΚΗΣ, ο
   ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ μετά των συζύγων αυτών, και έτεροι).

ΠΡΙΓΚΗΨ
   Πού είναι οι πρωταίτιοι αυτής της παραζάλης;

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Ω άρχον, ευγενέστατε, να σου τον φανερώσω
   όλης αυτής της ταραχής τον αίτιον τον πρώτον..
   αυτός, που τον εσκότωσεν ο νέος ο Ρωμαίος,
   αυτός που τον Μερκούτιον εσκότωσε, — ιδέ τον.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Τυβάλτη μου! ανεψιέ! παιδί του αδελφού μου!
   Ω άρχον! ω εξάδελφε! ω άνδρα μου! Το αίμα
   του συγγενούς μας έχυσαν! Δικαιοσύνη, πρίγκηψ!
   Ξεπλήρωσε το αίμα του με του Μοντέκη αίμα.
   Ανεψιέ, ανεψιέ!

ΠΡΙΓΚΗΨ
   Μπεμβόλιε, ποιος ήτον
   η αφορμή; ποιος ήρχισεν ο πρώτος;

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
                                     Ο Τυβάλτης!
   Αυτός, που τον εφόνευσε το ξίφος του Ρωμαίου.
   Φρόνιμα λόγια και σωστά του είπεν ο Ρωμαίος·
   του είπεν ότι αφορμήν δεν είχε να μαλώση·
   τον υψηλόν σου ορισμόν να 'θυμηθή του είπε·
   και του τα έλεγεν αυτά με γλύκαν 'ς την φωνήν του,
   με 'μάτι ημερώτατον, μ' ευγένειαν 'ς τους τρόπους.
   Αλλ' όμως ο αράθυμος Τυβάλτης δεν ακούει,
   κι αντί τα λόγια του αυτά να τον καθησυχάσουν,
   'ς του Μερκουτίου χύνεται το στήθος το γενναίον
   με το σπαθί του το γυμνόν. Κ' εκείνος αναμμένος
   το σίδερον 'ς το σίδερον αμέσως αντικρύζει,
   και μ' ένα χέρι πολεμά τον θάνατον να διώξη,
   κ' εις τον Τυβάλτην προσπαθεί με τ' άλλο να τον δώση
   κι αυτός πασχίζει τεχνικά να του τον στείλη 'πίσω.
   Και ο Ρωμαίος δυνατά φωνάζει: «χωρισθήτε,
   σταθήτε, φίλοι»· και γοργά το χέρι του σηκόνει,
   απ' ό,τι τους τα έλεγε γοργώτερος ακόμη,
   και χύνεται 'ς την μέσην των και τους κτυπά με βίαν
   τα κοπτερά των τα σπαθιά, να τους τα χαμηλώση.
   Πλην κάτω απ' το χέρι του προκάμνει ο Τυβάλτης
   και τον καλόν Μερκούτιον θανάσιμα πληγόνει
   με μιαν επίβουλην σπαθιάν, κ' ευθύς τρεχάτος φεύγει.
   Αλλ' εις ολίγον έρχεται οπίσω 'ς τον Ρωμαίον,
   που τον επήρεν ο θυμός κ' εκδίκησιν γυρεύει,
   και πιάνονται και πολεμούν 'σαν αστραπή κ' οι δύο.
   Πριν σύρω έξω το σπαθί κ' εγώ να τους χωρίσω,
   θανατωμένος έπεσε 'ς το χώμα ο Τυβάλτης,
   κ' εκεί αμέσως στρέφεται και φεύγει ο Ρωμαίος.
   Εάν σου είπα ψεύματα, να χάνω την ζωήν μου.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Ω πρίγκηψ, είναι συγγενής και τούτος του Μοντέκη
   κλίνει εκεί που αγαπά κι’ αλήθειαν δεν σου λέγει.
   Ήσαν καμμιά εικοσαριά που τον επολεμούσαν,
   κ' οι είκοσι κατώρθωσαν τον ένα να σκοτώσουν.
   Δικαιοσύνην σου ζητώ, ω πρίγκηψ! πλήρωσέ μου
   με του Ρωμαίου την ζωήν τον φόνον του Τυβάλτη!

ΠΡΙΓΚΗΨ
   Αυτόν εδώ που κείτεται τον 'σκότωσ' ο Ρωμαίος,
   και τούτος τον Μερκούτιον — κ' εμένα ποίος τώρα
   θα μου πληρώση την τιμήν του αίματος που κλαίω;

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Όχι εκείνος, ο πιστός του Μερκουτίου φίλος.
   Αν ο Ρωμαίος την ζωήν επήρε του Τυβάλτη
   και έπταισε, το πταίσμα του επρόλαβε τον νόμον.

ΠΡΙΓΚΗΨ
   Τον εξορίζω απ' εδώ διά το πταίσμα τούτο.
   Ιδού· επλήρωσα κ' εγώ της έχθρας σας τον φόρον,
   και χύνεται το αίμα μου με τα μαλώματά σας.
   Αλλά ποινή τόσον βαρειά επάνω σας θα πέση,
   που όλοι σας θα κλαίετε και θα μετανοήτε!
   'Σ τα δικαιολογήματα και εις τα παρακάλια
   είμαι κωφός· δεν ωφελούν τα δάκρυα κ' οι θρήνοι·
   δεν διορθόνεται μ' αυτά το πράγμα, και ας λείψουν.
   Θέλω να φύγη απ' εδώ αμέσως ο Ρωμαίος·
   ειδέ, αν μείνη κ' ευρεθή, θα ήν' υστερινή του (38)
   η ώρα οπού ευρεθή! — Το πτώμα του Τυβάλτη
   σηκώσατέ το απ' εδώ, κι’ ας γείνη όπως λέγω.
   Όποιος φονέα συγχωρεί, τον φόνον προστατεύει!

   (Απέρχονται πάντες).



ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ.



   Θάλαμος εν τη οικία του Καπουλέτου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Πίσω 'ς του Φοίβου την σκηνήν γυρίσετε τρεχάτα,
   ω άλογά του σεις γοργά, φλογοκαλιγωμένα!
   Ω! τώρα ήτον ο καιρός να έλθη ο Φαέθων
   να σας κεντρόνη τα πλευρά, να τρέξετε 'ς την Δύσιν
   την Νύκτα να μου φέρετε την παχνοσκεπασμένην!
   Έλα ν' απλώσης τα πυκνά παραπετάσματά σου,
   ω Νύκτα, και σκοτείνιασε, που τ' αγκαλιάσματά μας
   να μη 'μπορή να τα ιδή ο Έρως ο δραπέτης(39),
   κι ο άνδρας μου να πεταχθή κρυφά 'ς την αγκαλιάν μου,
   χωρίς κανείς να τον ιδή, κανείς να τον ακούση.
   Δεν θέλουν φως οι ερασταί τα κάλλη των τους φέγγουν!
   Είναι τυφλός, και προτιμά τα σκοτεινά ο Έρως.
   Έλα, ω νύκτα ήσυχη και ταπεινή, ω! έλα
   με την σεμνήν σου φορεσιάν, 'ς τα μαύρα βουτημένη,
   και μάθε μου να νικηθώ, εις τρόπον να νικήσω,
   'ς την πάλην την ερωτικήν δυο καρδιών παρθένων.
   Το αίμα που τα μάγουλα μ' ανάπτει, κάλυψέ το
   ως που να γείνη θαρρετή η 'ντροπαλή καρδιά μου,
   και μόνον την αγνότητα σεμνού κι’ αθώου πόθου
   να βλέπη 'ς τα αγκαλιάσματα συζυγικής αγάπης.
   Ω! έλα Νύκτα, σίμωσε! Έλα, Ρωμαίε, έλα,
   εσύ, ημέρα της Νυκτός! διότι θα μου έλθης
   εις ταις πτερούγαις της νυκτός, λευκότερος ακόμη
   και από χιόνι, 'ς τα πτερά του κόρακος στρωμένον.
   Έλα, γλυκειά, ερωτική και μαυροφρείδα Νύκτα,
   ω! έλα, έλα νύκτα μου και δος μου τον Ρωμαίον!
   Κι αν αποθάνη, κόψε τον να κάμης αστεράκια·
   και τότ' η όψις τ' ουρανού θα ευμορφαίνη τόσον,
   που με την Νύκτα όλ' η γη θα ήν' ερωτευμένη,
   και πλέον δεν θα προσκυνή την λάμψιν του ηλίου.
   Ένα παλάτι μ' έλαχε του Έρωτος, κι’ ακόμη
   εγώ δεν το εχάρηκα· 'πουλήθηκα, πλην είμαι
   ανέγγικτη. Ω! βαρετή που είναι η ημέρα!
   Έτσι εορτής παραμονήν βαρύνεται την νύκτα
   το ανυπόμονον παιδί, που όταν 'ξημερώση
   να πρωτοβάλη φόρεμα καινούριον περιμένει. —
   Α! να η παραμάνα μου! ειδήσεις του μου φέρνει.
   Μου φαίνονται ουράνια τα όσα κι’ αν μου λέγη
   η γλώσσα, οπού τ' όνομα προφέρει του Ρωμαίου!

   (Εισέρχεται η παραμάνα κρατούσα σχοινία).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Τι νέα, παραμάνα μου; Τι έφερες; την σκάλαν
   που ο Ρωμαίος έστειλε;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Ναι! μάλιστα· την σκάλαν.

   (Την ρίπτει κατά γης).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Αλλοίμονον! Τι έπαθες; και τι κτυπάς τα χέρια;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Απέθανε! απέθανε! Ώρα κακή που ήλθε!
   Ώρα κακή! 'χαθήκαμεν, 'χαθήκαμεν σου λέγω.
   Ω πίκρα! εσκοτώθηκε! αποθαμμένος είναι.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Μ' εφθόνησεν ο Ουρανός;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Σ' εφθόνησ' ο Ρωμαίος.
   Ποιος να το έλεγε ποτέ, Ρωμαίε — ω Ρωμαίε!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Ποια είσαι συ; τι δαίμονας, και τι με βασανίζεις;
   Δεν έχει τέτοια βάσανα η κόλασις η μαύρη!
   Ειπέ μου, εσκοτώθηκε μονάχος ο Ρωμαίος; (40)
   Νεκρός αν ήναι, 'πέ μου ναι· — αν όχι, 'πέ μου όχι.
   Μια λέξις μόνη ας μου 'πή να ζω, ή ν' αποθάνω.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Την είδα με τα 'μάτια μου, την είδα την πληγήν του!
   μα τον σταυρόν! 'ς το στήθος του την είδα το γενναίον!
   Τον είδα μέσ' τα αίματα, κατάχλωμον 'σαν στάκτην,
   ελεεινόν, ελεεινόν κ' αιματοκυλισμένον!
   Τον είδα, κ' έμεινα ξερή και απολιθωμένη.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Σχίσου καρδιά μου, ράγισε! Καρδιά καμμένη σχίσου.
   Κλεισθήτε μάτια μου! το φώς ποτέ μη ξαναϊδήτε!
   Ω χώμα, γύρισε ‘ς την γην. Σταμάτησε πνοή μου.
   Κ' εμέ και τον Ρωμαίον μου μια πλάκα να σκεπάση!

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Τυβάλτη μου, Τυβάλτη μου! Καλλίτερε μου φίλε,
   ευγενικέ Τυβάλτη μου, ω νέε τιμημένε,
   να ζήσω μ' έμελε νεκρόν να σε μοιρολογήσω!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Τι συμφορά είναι αυτή και τι ανεμοζάλη;
   'Σκοτώθηκ' ο Ρωμαίος μου, κι’ απέθαν' ο Τυβάλτης;
   Κι ο ακριβός εξάδελφος, κι’ ο ποθητός μου άνδρας;
   Ας αντηχήση το λοιπόν Δευτέρα Παρουσία!
   Εάν απέθαναν κ' οι δυο, τότε ζωή πού μένει;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Νεκρός είν' ο Τυβάλτης μας, νεκρός· και ο Ρωμαίος,
   που του επήρε την ζωήν, εξωρισμένος είναι.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Τι; ο Ρωμαίος έχυσε το αίμα του Τυβάλτη;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Εκείνος τον εσκότωσε, αλλοίμονον! εκείνος.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Καρδιά φιδιού που μ' έκρυπταν τα άνθη της μορφής σου!
   Τέτοια χιλιόκαλλη σπηλειά να κρύπτη τέτοιον δράκον!
   Ω δαίμον' αγγελόμορφε, ω τύραννε ωραίε,
   ω κόρακα, που με πτερά περιστεριού πετούσες·
   αρνί με λύκου λύσσιασμα, ουσία σιχαμένη
   με παρουσίαν θεϊκήν εις όλα εναντίος
   απ' ό,τι μου εφαίνεσο κι’ απ' ό,τι εθαρρούσα!
   Ω κολασμένε άγιε, κι’ αχρείε τιμημένε!
   Ω φύσις, απ' την κόλασιν τι ήθελες να πάρης
   ενός διαβόλου την ψυχήν, να την μεταφυτεύσης
   εις τέτοιον γλυκοαίματον χαριτωμένον κήπον;
   Πώς έτσι να χρυσοδεθή τέτοιον αισχρόν βιβλίον;
   Πώς η ψευτιά να κατοική τόσον λαμπρόν παλάτι;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   'Σ τους άνδρας πού εχάθηκε τιμή και πιστοσύνη;
   Είν' όλοι των επίορκοι και ψεύται και προδόται. —
   Πού είν' ο Πέτρος; ήθελα 'λίγον ρακί. — Η λύπη
   και ο καϋμός μ' εγήρασαν· 'ντροπή εις τον Ρωμαίον!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Άφτραις να βγάλ' η γλώσσα σου διά τον λόγον τούτον!
   Δεν εγεννήθηκε αυτός να ήν' εντροπιασμένος!
   Η εντροπή εντρέπεται να ιδή το μέτωπόν του.
   'Σ το μέτωπόν του η Τιμή στεφανοθρονιασμένη
   'σάν βασιλεύς όλης της γης 'ς την δόξαν μέσα λάμπει!
   Τι τέρας, νάχω την καρδιάν να τον κακολογήσω!

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Καλόν να λέγης ημπορείς διά τον δολοφόνον
   του εξαδέλφου σου;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Κακόν πώς ημπορώ να λέγω
   διά τον άνδρα μου, εγώ; Κακόμοιρέ μου άνδρα,
   ποιος τ' όνομά σου το καλόν θα 'πή, αφού μονάχη,
   τριών ωρών γυναίκα σου, εγώ σου το ξεσχίζω;
   Πλην τον Τυβάλτην διατί, κακέ, να τον σκοτώσης;
   Διότι θα εσκότονε τον άνδρα μου εκείνος·
   Ανόητά μου δάκρυα, γυρίσετε οπίσω.
   Της λύπης φόρος έπρεπε να ήν' οι σταλαγμοί σας,
   και κατά λάθος προσφοράν εις την χαράν τους χύνω·
   διότι ζη ο άνδρας μου, που ήθελ' ο Τυβάλτης
   να τον σκοτώση· και νεκρός είν' ο εξάδελφος μου
   που τον Ρωμαίον ήθελε να μου τον θανατώση.
   Παρηγοριά είν' αυτό· λοιπόν εγώ τι κλαίω;
   Ω! μία λέξις μ' έσφαξε, χειρότερη ακόμη
   κι απ' του Τυβάλτη την σφαγήν. Να την ξεχάσω θέλω,
   αλλά την μνήμην μου βαρειά μου την καταπλακόνει,
   καθώς τον νουν αμαρτωλού βαραίνει αμαρτία.
   Είν' ο Τυβάλτης έκραξε, νεκρός, και ο Ρωμαίος
   εξωρισμένος! Η φωνή αυτή, εξωρισμένος,
   μου ήλθε 'σαν να έσφαξαν Τυβάλτιδες χιλίους.
   Μου έφθανε τον θάνατον να κλαύσω του Τυβάλτη,
   ή εάν πρέπη συντροφιάν η συμφορά να έχη,
   κ' η πίκρα συνοδείαν της να έχη κι’ άλλην πίκραν,
   πώς, όταν έλεγεν αυτή, νεκρός είν' ο Τυβάλτης,
   δεν είπε: κι’ ο πατέρας σου κατόπιν, ή δεν είπε:
   κ' η μάνα σου, ή και οι δυο. Αυτό καϋμός θα ήτο,
   αλλά καϋμός υποφερτός. Αλλά εις του Τυβάλτη
   τον θάνατον, να έρχεται κατόπιν, κι’ ο Ρωμαίος
   εξωρισμένος! Με αυτό και μάνα, και πατέρας,
   και ο Τυβάλτης, και εγώ, και ο Ρωμαίος κι’ όλοι,
   όλοι μου φαίνονται νεκροί, και όλοι σκοτωμένοι!
   Εξωρισμένος! Θάνατος η λέξις είναι τούτη!
   ω! Θάνατος αμέτρητος κι’ οπού δεν έχει άκρην!
   λόγια δεν έχει τον καϋμόν αυτόν να τον εκφράζουν....
    — Πού είναι ο πατέρας μου; η μάνα μου πού είναι;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Εις του Τυβάλτη τον νεκρόν μοιρολογούν και κλαίουν.
   Θέλεις και συ να τον ιδής; Εγώ να σ' οδηγήσω.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Ας πλύνουν με τα δάκρυα εκείνοι ταις πληγαίς του.
   Εγώ θ' αρχίσω να θρηνώ όταν εκείνοι παύσουν.
   Θα κλαίω του Ρωμαίου μου εγώ την εξορίαν. —
   Πάρε τα τούτα τα σχοινιά. Πτωχά σχοινιά, κ' οι δυο μας
   είμεθα τώρα περιττοί. Εξωρισμένος είναι
   εκείνος που σας ήθελε 'ς την κλίνην μου γεφύρι.
   Αλλά, παρθένος έμεινα εγώ, και θ' αποθάνω
   παρθένος χήρα... Ω σχοινιά, ελάτε! — Παραμάνα,
   έλα και συ· 'ς την κλίνην μου την νυμφικήν πηγαίνω,
   να εύρω Χάρου αγκαλιάν αντί Ρωμαίου χάδια.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   'Σ τον θάλαμόν σου πήγαινε. Να σε παρηγορήση
   θα φέρω τον Ρωμαίον σου· 'ξεύρω εγώ πού είναι.
   Ακούεις; τον Ρωμαίον σου απόψε θα τον έχης.
   Είναι κρυμμένος 'ς το κελλί του πάτερ Λαυρεντίου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Ω! εύρς μου τον! Δόσε του αυτό το δακτυλίδι·
   'πέ του να έλθη να με ιδή, να μ' αποχαιρετήση.

   (Εξέρχονται).



ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ.



   Το κελλίον του πάτερ Λαυρεντίου.

   (εισέρχεται ο ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ και ο ΡΩΜΑΙΟΣ).

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
   Έλα, Ρωμαίε. Άνθρωπε της δυστυχίας, έλα.
   Η λύπη ερωτεύθηκε, κακότυχε, μαζή σου,
   και έγεινεν η συμφορά γυναίκα σου.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Ω πάτερ,
   τι έμαθες; του πρίγκηπος το θέλημα τι είναι;
   Ποια πίκρα πάλιν άγνωστη με θέλει σύντροφόν της
   που δεν την εδοκίμασα ως τώρα;

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
   Ω παιδί μου,
   αληθινά συντρόφισσα σου έγεινεν η πίκρα.
   Σου φέρνω την απόφασιν του πρίγκηπος.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Τι θέλει;
   Τι άλλο θ' απεφάσισε παρά τον θάνατόν μου;

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
   Τόσον δεν έκρινε σκληρά. Τον θάνατόν σου όχι,
   αλλά την εξορίαν σου προστάζει.

ΡΩΜΑΙΟΣ
                                     Εξορίαν!
   Λυπήσου με, και πρόφερε θανάτου καταδίκην!
   Μου είναι κι’ από θάνατον πλέον φρικτή και μαύρη
   η εξορία! Πάτερ μου, μη λέγης εξορίαν.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
   Εξορισμένος απ' εδώ, απ' την Βερώναν, είσαι.
   Υπομονή, υπομονή! Μεγάλος είν' ο κόσμος.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Κόσμον δεν έχει δι’ εμέ απ' την Βερώναν έξω·
   δεν έχει παρά κόλασιν, και βάσανα και θρήνον!
   Αν μ' εξορίζη απ' εδώ, μ' εξώρισ' απ' τον κόσμον,
   μ' εξώρισεν απ' την ζωήν. Τι λέγεις εξορίαν;
   Το πράγμα είναι θάνατος, κ' η λέξις δεν τ' αλλάζει.
   Εάν τον θάνατον εσύ τον λέγεις εξορίαν,
   μου κόπτεις το κεφάλι μου μ' ένα χρυσόν μαχαίρι,
   κ' ενώ με σφάζει η μαχαιριά, χαμογελάς και βλέπεις!

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
   Θανάσιμον αμάρτημα! Φρικτή αχαριστία!
   Το πταίσμα σου με θάνατον το τιμωρεί ο Νόμος,
   αλλά ο πρίγκηψ ο καλός, το μέρος σου επήρε,
   τον νόμον εχαλάρωσε προς χάριν σου, κι’ αλλάζει
   την μαύρην λέξιν θάνατον, 'ς την λέξιν εξορία.
   Σου είναι χάρις κ' έλεος αυτό, και δεν το βλέπεις;

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Δεν είναι χάρις· βάσανον και τυραννία είναι!
   Μόνον εδώ είν' ουρανός, που ζη η Ιουλιέτα·
   κ' εδώ θα ζουν κ' οι ποντικοί, κ' οι γάτοι, και οι σκύλοι,
   και όλ' αυτά τ' ακάθαρτα τα πράγματα, και όλα
   θα ημπορούν να την ιδούν· πλην όχι ο Ρωμαίος!
   Κ' αι μυίγαις περισσότερην χαράν, τιμήν και δόξαν
   απ' τον Ρωμαίον τον πτωχόν θα χαίρωνται, διότι
   της Ιουλιέτας θα τσιμπούν το μαρμαρένιον χέρι,
   και παραδείσου μυρωδιάν 'ς τα χείλη θα της κλέπτουν,
   'ς τα δυο της χείλη που γλυκά φιλούν το ένα τ' άλλο,
   κ' εντρέπονται το φίλημα και σεμνοκοκκινίζουν·
   αυτά αι μυίγαις θα' μπορούν, πλην όχι ο Ρωμαίος!
   Εκείνος είν' εξόριστος· αλλού θα ζη εκείνος!
   Και λέγεις ότι θάνατος δεν είν' η εξορία;
   Δος μου φαρμάκι δυνατόν, ή κοπτερόν μαχαίρι,
   ό,τι κι’ αν ήναι που ευθύς τον θάνατον να φέρνη,
   κι όχι τον θάνατον αυτόν, που λέγεις εξορίαν!
   Ω! εξορίαν! Κάτω 'κεί, καλόγηρε, 'ς τον άδην
   οι κολασμένοι, 'ς την φωτιάν, αυτήν την λέξιν λέγουν
   κι ακούονται ουρλιάσματα εκεί που την προφέρουν!
   Και πώς να έχης την καρδιάν, εσύ ιερωμένος,
   εσύ πατήρ πνευματικός, που δίδεις ευλογίας
   και αμαρτίας συγχωρείς, συ ο καλός μου φίλος,
   να μου συντρίβης την καρδιάν μ' αυτήν την εξορίαν;

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
   Ω άνθρωπε αστόχαστε κ' ερωτοπληγωμένε,
   δεν θα μ' ακούσης;

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Θα μου ‘πής και πάλιν εξορίαν.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
   Την πανοπλίαν θα σου ‘πώ που πρέπει να φορέσης
   φιλοσοφίαν! Είν' αυτή γλυκύ της πίκρας γάλα.
   Παρηγορήσου με αυτήν κ' εξόριστος, υιέ μου.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Εξόριστος! 'ς τον άνεμον φιλοσοφία τέτοια!
   Αν η φιλοσοφία σου δεν ημπορή να κάμη
   μιαν Ιουλιέταν, δεν 'μπορή να ξερριζώση πόλεις,
   αν δεν 'μπορή το πρόσταγμα του πρίγκηπος ν' αλλάξη,
   δεν ωφελεί, δεν βοηθεί! — Παραίτησε τα λόγια.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
   Αυτιά δεν έχουν οι τρελλοί· το βλέπω.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Πώς να έχουν,
   αφού και 'μάτια να ιδούν οι φρόνιμοι δεν έχουν.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
   Να σ' εξηγήσω άφησε την θέσιν σου, παιδί μου.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Να εξηγήσης δεν 'μπορείς εκείνο που δεν νοιώθεις.
   Αν είχες συ τα χρόνια μου, εάν την Ιουλιέταν
   την αγαπούσες, άνδρας της αν ήσουν προ μιας ώρας,
   και τον Τυβάλτην 'σκότονες, κ' ερωτευμένος ήσουν
   καθώς εγώ, κι' ωσάν εμέ και συ εξωρισμένος,
   τότ' ημπορούσες να λαλής, και τότε τα μαλλιά σου
   να τα τραβάς, και καταγής να πέφτης καθώς πέφτω,
   και εις το χώμα να μετράς τον άσκαφτόν σου τάφον!

   (Πίπτει κατά γης· κρούεται η θύρα).

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
   Σήκω· ‘ς την θύραν μου κτυπούν κρύψου, Ρωμαίε,
   κρύψου.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Δεν θα κρυφθώ· εκτός εάν τ' αναστενάγματά μου
   μου κάμουν γύρω καταχνιάν και κρύψουν το κορμί μου.

   (Κρούεται η θύρα).

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
   Ακούς· κτυπούν. — Ποιος είν' εκεί; — Σήκω, Ρωμαίε,
                                               [σήκω·
   θα σε συλλάβουν. — Έρχομαι, αμέσως. — Σήκω λέγω·
   τρέξ' εκεί μέσα. — Έφθασα. — Θεέ, το θέλημά σου!
   Τι πράγματ' ασυλλόγιστα! — Ήλθα, αμέσως, ήλθα.
   Ποιος κτυπά; ποιος είν' εκεί; ποιος σ' έστειλε; τι θέλεις;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ, έξωθεν.
   Να έμβω πρώτα, κ' έπειτα σου λέγω το τι θέλω.
   Η Ιουλιέτα μ' έστειλε.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
   Ω! τότε καλώς ήλθες!

   (Εισέρχεται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ).

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Ω άγιε πνευματικέ, ω πάτερ μου, πού είναι
   ο άνδρας της Κυρίας μου; πού είναι ο Ρωμαίος;

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
   Να! καταγής· εμέθυσεν από τα δάκρυά του.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Τα ίδια κι' απαράλλακτα κ' η Ιουλιέτα κάμνει.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
   Κ' οι δυο αξιολύπητοι, κ' οι δυο δυστυχισμένοι!

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Έτσι κ' εκείνη καταγής 'ξαπλόνεται και κλαίει,
   και ούτε τ' αναφυλλητόν, ούτε το κλαύμα παύει.
   Ω! σήκω, σήκω απ' την γην να ήσαι άνδρας πρέπει.
   Ω! σήκω! αν την αγαπάς την Ιουλιέταν, σήκω.
   Τι ωφελεί τόσον κακόν και θρήνος;

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Παραμάνα!

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Αχ! όλοι θ' αποθάνωμεν, αυθέντη μου, αυθέντη!

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Της Ιουλιέτας τ' όνομα επρόφερες. Τι κάμνει;
   Ειπέ μου, δεν με θεωρεί αισχρόν μαχαιροβγάλτην,
   αφού της εκηλίδωσα τα νειάτα της χαράς μας
   με αίμα της συγγενικόν, με ιδικόν της αίμα;
   Τι γίνεται η μυστική γυναίκα μου; τι λέγει
   εις τον ανεμοστρόβιλον του έρωτός μας τούτον;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Δεν λέγει γρυ, αυθέντα μου, πλην κλαίει κι' όλον κλαίει·
   και πότε ‘ς το κρεββάτι της ξαπλόνεται και πέφτει,
   και πότ' ανασηκόνεται, και μιαν Τυβάλτη! κράζει,
   Ρωμαίε! κράζει έπειτα, και πάλιν ξαναπέφτει.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Ωσάν να ήτο τ' όνομα εκείνο μία σφαίρα,
   που από στόμα κανονιού εβγήκεν αναμμένη
   και την εσκότωσε! Ωσάν εις τ' όνομα εκείνο
   ν' ανήκη το ανόσιον το χέρι του φονέως
   του εξαδέλφου της! — Ειπέ, καλόγηρε, ειπέ μου
   πού τ' όνομά μου κατοικεί εις το αισχρόν κορμί μου;
   πού να το εύρω δείξε μου, να το κατασπαράξω!

   (Σύρει το ξίφος).

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
   Κάτω τ' απελπισμένον σου το χέρι! Άνδρας είσαι;
   φαίνεσαι άνδρας ‘ς την μορφήν, πλην είναι γυναικίσια
   τα δάκρυά σου· τ' άγρια καμώματά σου τούτα
   ενός θηρίου μαρτυρούν την άλογην μανίαν.
   Ω συ, με πρόσωπον ανδρός αδύνατη γυναίκα,
   και με ανθρώπινην μορφήν ανήμερον θηρίον...
   μα την ιερωσύνην μου, με κάμνεις και θαυμάζω.
   Σε είχα φρονιμώτερον· είχα γερόν τον νουν σου.
   Θέλεις και συ να σκοτωθής; Δεν φθάνει του Τυβάλτη
   ο σκοτωμός; Και με αυτό, αμαρτωλέ, που θέλεις
   να κάμης εναντίον σου, να την σκοτώσης θέλεις
   κ' εκείνην, την γυναίκα σου, που ζη απ' την ζωήν σου;
   Τι εξυβρίζεις κι' ουρανόν και γην και ύπαρξίν σου;
   Και ύπαρξίν σου, κι' ουρανόν, και γην, τα έχεις όλα,
   είν' εις το χέρι σου, και συ γυρεύεις να τα χάσης!
   Ω! εντροπιάζεις και μορφήν και πνεύμα και αγάπην!
   εις όλα είσαι πλούσιος, τα έχεις και τα τρία,
   πλην δεν τα χρησιμεύεσαι ‘ς την χρήσιν, που αρμόζει
   ‘ς το πνεύμα ‘ς την αγάπην σου κ' εις την καλήν μορ-
                                              [φήν σου.
   Ωσάν κηρένιον άγαλμα κατήντησ' η μορφή σου,
   αφού της έλειψ' η καρδιά ενός ανδρός γενναίου.
   Κατήντησ' η αγάπη σου επίορκη, διότι
   σκοτόνεις την αγάπην σου, που ν' αγαπάς ωρκίσθης.
   Το πνεύμα σου, το στόλισμα κι' αγάπης και μορφής σου,
   εις τα στραβά σε οδηγεί, αντί να σε φωτίζη,
   κι' απ' την ανοησίαν σου παίρνει φωτιά κι' ανάπτει,
   ωσάν πυρίτις εις φλασκί ατέχνου στρατιώτου·
   κ' εκείνο που είν' όπλον σου, το κάμνεις θάνατόν σου!
   Εξύπνησε, ω άνθρωπε, και ζη η Ιουλιέτα,
   που τώρα εξ αιτίας της ζητούσες ν' αποθάνης.
   Είν' ευτυχία σου αυτό! — Θα σ' έσφαζ' ο Τυβάλτης,
   αν δεν τον εθανάτονες. Και τούτο ευτυχία! —
   Ο Νόμος σ' εφοβέριζε με θάνατον, αλλ' όμως
   ημέρωσε προς χάριν σου και μόνον σ' εξορίζει.
   Και τούτο ευτυχία σου! — Η Τύχη σε χαϊδεύει,
   και χύνει ‘ς το κεφάλι σου επάνω ευλογίας,
   και αγαθά^ αλλά εσύ, 'σαν δύστροπη γυναίκα,
   ενώ η Τύχη σ' αγαπά, εσύ της κάμνεις μούτρα.
   Ω! πρόσεχε, και δυστυχείς οι τέτοιοι αποθνήσκουν.
   Πήγαινε τώρα, πήγαινε, κ' η νύμφη περιμένει
   ‘ς τον θάλαμόν της ν' αναβής να την παρηγορήσης.
   Αλλά ξεκίνησ' απ' εδώ προτού να ξημερώση,
   ειδέ θα ήν' αδύνατον ‘ς την Μάντουαν να φύγης.
   Εκεί εξόριστος θα ζης, έως να γείνη τρόπος
   ο γάμος σας να κηρυχθή, και ν' αγαπήσουν πλέον
   τα σπιτικά σας, να πεισθή κι' ο Πρίγκηψ να σου δώση
   συγχώρησιν, — και τότε συ οπίσω να μας έλθης,
   χαρούμενος πλειότερον χίλιαις φοραίς και χίλιαις,
   παρά που φεύγεις δυστυχής και καταλυπημένος. —
   Πήγαιν' εμπρός, και να ειπής την νύμφην, παραμάνα,
   να κάμη όλους ενωρίς ‘ς το σπίτι να πλαγιάσουν,
   (κι από την λύπην την βαρειάν, όλοι εκεί θα έχουν
   διάθεσιν ν' αναπαυθούν). — Θα έλθη ο Ρωμαίος.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Βοήθειά μου ο Θεός! Ως που να ξημερώση
   να μείνω ήθελα εδώ, ν' ακούω τέτοια λόγια.
   Τι θα ειπή η προκοπή! — Αυθέντα μου, πηγαίνω
   να της ειπώ πως έρχεσαι.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Ναι, πήγαινε αμέσως·
   και ότι θέλω μάλωμα ειπέ της, παραμάνα.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Το δακτυλίδι της αυτό μου είπε να σου δώσω.
   Γρήγορα έλα, μην αργής, κ' επέρασεν η ώρα.

   (Απέρχεται η παραμάνα).

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Ω! πώς αναγεννήθηκε το θάρρος κ' η ελπίς μου!

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
   Καλή σου νύκτα· μην αργής· κ' έχε καλά τον νουν σου
   ν' αναχωρήσης απ' εδώ ενόσω είναι νύκτα,
   ή προς τα ξημερώματα, χωρίς να σε γνωρίσουν.
   Κατοίκησε ‘ς την Μάντουαν· και με τον άνθρωπόν σου
   έχω την έννοιαν μου εγώ ειδήσεις να σου στέλνω,
   ευθύς που τίποτε συμβή εδώ διά καλόν σου.
   Δος μου το χέρι· είν' αργά· καλήν σου νύκτα. Φύγε.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Αν δεν μ' επρόσμενεν αλλού τέτοια χαρά μεγάλη,
   θα ήτο λύπη μου βαρειά ο χωρισμός σου, πάτερ.
   Ώρα καλή.

   (Απέρχονται).



ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ.



   Θάλαμος εν τη οικία του Καπουλέτου.

   (Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ και ο ΠΑΡΗΣ).

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   Τόσον πολύ ανάποδα τα πράγματα μας ήλθαν,
   ώστε δεν ηύραμεν καιρόν την κόρην μας ακόμη
   να την προδιαθέσωμεν. Πολύ τον αγαπούσε
   τον μαύρον της εξάδελφον. Κ' εγώ τον αγαπούσα.
   Πλην τι να γείνη; Όλους μας το χώμα θα μας φάγη!
   Θα ήναι ‘ς το κρεββάτι της εκείνη· είν' εξώρας·
   και την αλήθειαν να σου 'πώ, εάν κ' εγώ δεν είχα
   την συντροφιάν σου, προ πολλού θα ήμουν πλαγιασμένος.

ΠΑΡΗΣ
   Αγάπης λόγια δεν χωρούν ‘ς τα μοιρολόγια μέσα.
   Καλήν σας νύκτα· 'πήτε της τα χαιρετίσματά μου.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Πρωί πρωί την γνώμην της εγώ θα εξετάσω.
   Απόψε με βαρειάν καρδιάν να κλειδωθή επήγε.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   Επήρα την απόφασιν να τα τελειώσω, Πάρη.
   Ιδού, της κόρης μου εγώ σου τάζω την αγάπην.
   Νομίζω, ή καλλίτερα να ‘πώ, δεν αμφιβάλλω,
   ότι εκείν' εις κάθε τι θα κάμη όπως θέλω.
   Εσύ, γυναίκα, πήγαινε κ' ιδέ την πριν πλαγιάσης,
   κ' ειπέ της ότι την ζητεί ο Πάρης, ο υιός μου,
   και ότι απεφάσισα — μ' ακούεις; — την τετάρτην....
   στάσου· τι 'μέρα είν' αυτή;

ΠΑΡΗΣ
   Δευτέρα, Κύριε μου.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   Δευτέρα; Α! 'σαν γρήγορα θα ήναι την τετάρτην.
   Την πέμπτην ας το κάμωμεν. Να της ειπής την πέμπτην
   με τούτο τ' αρχοντόπουλον οι γάμοι της θα γείνουν.
   Προφθάνεις να ετοιμασθής; σ' αρέσει τόση βία;
   θα γείνουν όλα ήσυχα, μ' ένα η δύο φίλους·
   διότι εάν κάμωμεν ξεφάντωμα μεγάλον,
   ενώ ακόμη σήμερα 'σκοτώθηκ' ο Τυβάλτης,
   μπορεί ο κόσμος να ειπή, ότι τον συγγενή μας
   δεν τον ελυπηθήκαμεν και δεν μας πολυμέλει.
   Λοιπόν, θα προσκαλέσωμεν πέντ' έξη μόνον φίλους,
   και τελειόνομεν. Αλλά, σου έρχεται η πέμπτη;

ΠΑΡΗΣ
   Επεθυμούσα κι' αύριον να ξημερόνη πέμπτη.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   Πολύ καλά! ώρα καλή! το είπαμεν την πέμπτην.
   'Σ την Ιουλιέταν πήγαινε, γυναίκα, πριν πλαγιάσης,
   κ' ειπέ της πότε γίνονται τα στεφανώματά της. —
   Καλήν σου νύκτα. — Φέρετε τον λύχνον μου επάνω! —
   Μα την ζωήν μου είν' αργά - τόσον εξώρας είναι,
   ώστε κανένας κ' ενωρίς 'μπορεί να τ' ονομάση.

   (Απέρχονται).



ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ.



   Ο θάλαμος της Ιουλιέτας.
   (Εισέρχονται ο ΡΩΜΑΙΟΣ και η ΙΟΥΛΙΕΤΑ).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Ακόμη δεν 'ξημέρωσε· θα φύγης από τώρα;
   Ήτον φωνή αηδονιού, κορυδαλός δεν ήτον
   που σου εφόβισε τ' αυτί με το κελάδημά του·
   'ς εκείνην πέρα την ρωδιάν τ' ακούω κάθε νύκτα.
   Ω! πίστευσέ μ', αγάπη μου, ήτον αυτό αηδόνι.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Κορυδαλός ελάλησε και την αυγήν κηρύττει·
   δεν είν' αηδόνι. Κύτταξε τα φθονερά χαράκια,
   που εσημάδευσε το φως σταις άκραις των συννέφων.
   Ιδέ, της νύκτας έσβυσαν οι λύχνοι ένας ένας,
   και τώρα ελαφροπατεί πασίχαρη η 'μέρα
   εις των βουνών ταις κορυφαίς ταις παχνοσκεπασμέναις.
   Πρέπει να φύγω να σωθώ· αν μείνω θ' αποθάνω.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Το 'ξεύρω 'γώ· το φως αυτό ξημέρωμα δεν είναι·
   είναι μετέωρον λαμπρόν οπού ο ήλιος χύνει,
   να έχης λαμπαδόχυτην μαζή σου συνοδείαν,
   και να σου κάμη φωτερόν της Μάντουας τον δρόμον.
   Λοιπόν ακόμη πρόσμενε· μη φύγης από τώρα.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Ας μη προφθάσω να σωθώ, ας μ' εύρουν, ας με σφάξουν!
   Αφού εσύ μου το ζητείς, εμένα δεν με μέλει!
   'ματιά δεν είναι της Αυγής εκείνη η ασπρίλα·
   είν' αντανάκλασις αχνή, που χύνει της Σελήνης
   το μέτωπον και ούτ' αυτό κορυδαλός δεν είναι,
   οπού ‘ς τον θόλον τ’ ουρανού επάνω μας βουίζει.
   Εδώ να μείνω λαχταρώ να φύγω δεν το θέλω.
   Έλα, ω θάνατε, λοιπόν! το θέλει η Ιουλιέτα.
   Ψυχή μου, έλα — λέγε μου. Δεν είν' ακόμη 'μέρα.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Ω! είναι 'μέρα! μην αργής· φύγ' απ' εδώ αμέσως.
   Κορυδαλός είναι αυτός οπού βραχνά φωνάζει
   και μ' άγριον κελάδημα ξεσχίζει τον αέρα!
   Το λάλημά του διατί αρμονικόν το λέγουν;(41)
   Αφού μας φέρνει χωρισμόν, αρμονικόν δεν είναι.
   Τι λέγουν, ο κορυδαλός αλλάζει με τον φρύνον
   τα μάτια του; (42). Και την φωνήν ας είχεν αλλαγμένην,
   αφού σε διώχνει απ' εδώ με το κελάδημα του,
   σαν ξυπνητήρι θλιβερόν και παραπονεμένον.
   Ω! φύγε, φύγε, και το φως αυξάνει και πληθαίνει(43).

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Λάμπει το φως, κ' η Μοίρα μας θολόνει και μαυρίζει.

   (Εισέρχεται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ).

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Κυρία!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Παραμάνα μου.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Η μάνα σου θα έλθη.
   'Ξημέρωσε. Προσέχετε.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Λοιπόν ας σε ανοίξω
   παράθυρον, να έμβη φως, και η ζωή να έβγη!

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Υγείαινε, αγάπη μου· ένα φιλί και φεύγω.

   (Καταβαίνει από τα παράθυρον).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Αναχωρείς, ω άνδρα μου, αγάπη μου, ψυχή μου!
   Θέλω να έχω νέα σου κάθε στιγμήν και ώραν
   πλην μήνας θα μου φαίνεται κάθε στιγμή μακράν σου.
   Ω! με το μέτρημα αυτό χρόνια πολλά θα γείνουν,
   ως που και πάλιν να ιδώ τον ακριβόν μου άνδρα.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Συχνά συχνά, γυναίκα μου, ειδήσεις μου θα έχης.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Να σε ιδώ και να μ' ιδής άλλην φοράν ελπίζεις;

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Ω βέβαια! Οι τωρινοί καϋμοί μας θα περάσουν
   και θα τα λέγωμεν αυτά με γλύκαν μιαν ημέραν.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Αχ! η ψυχή μου συμφοραίς, Ρωμαίε, προμαντεύει·
   και τώρα, τώρα χαμηλά, εκεί όπου σε βλέπω,
   ωσάν νεκρός μου φαίνεσαι ‘ς το βάθος ενός τάφου·
   μου φαίνεσαι κατάχλωμος· ή μη το φως μου χάνω;

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Και συ μου φαίνεσαι χλωμή. Η διψασμένη λύπη
   ερρούφησε το αίμα μας. — Υγείαινε, ψυχή μου!

   (Απέρχεται).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Ω Τύχη, Τύχη! άστατην οι άνθρωποι σε λέγουν.
   Από αυτόν τον σταθερόν, συ άστατη, τι θέλεις;
   Ας είσαι Τύχη άστατη, ώστε ν' αλλάξης γνώμην
   κι' αντί μακράν να τον κρατής, να μου τον στείλης 'πίσω.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ, έξωθεν.
   Αι, κόρη μου, εξύπνησες;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Τι είναι; ποιος με κράζει;
   Εσύ 'σαι, ω μητέρα μου; — (Εξύπνησ' από τώρα;
   ή μήπως δεν επλάγιασεν ακόμη; τι να θέλη;)

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ, εισερχομένη·
   Πώς είσαι, Ιουλιέτα μου;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Όχι καλά, μητέρα.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Αιώνια τον θάνατον θα κλαίης του Τυβάλτη;
   ή με τα δάκρυα θαρρείς τον τάφον του θ' ανοίξεις;
   κι αν τον ανοίξης, την ζωήν θα του την ξαναδώσης;
   Παύσε τα κλαύματα λοιπόν. Η μετρημένη λύπη
   πολλήν αγάπην μαρτυρεί· κ' υπερβολή της λύπης
   δεν φανερόνει πολύν νουν.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Ω! άφησε να κλαίω
   εκείνον οπού έχασα.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Οπίσω δεν τον φέρνεις,
   κ' αισθάνεσαι πλειότερον την λύπην του χαμού του.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Αισθάνομαι πως μ' έλειψεν ο φίλος μου, και κλαίω.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Δεν κλαίεις τόσον κόρη μου, τον θάνατον εκείνου,
   όσον που ζη ο μιαρός, που 'πήρε την ζωήν του.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Ποιος είν' αυτός ο μιαρός;

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Ο μιαρός Ρωμαίος.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Ω! δεν εταίριαξαν ποτέ ο μιαρός κ' εκείνος! (44).
   Τον συγχωρώ, κι' απ' τον Θεόν συγχώρησιν να εύρη.
   Πλην την καρδιάν μου 'σαν αυτόν δεν έκαυσε κανένας.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Σου καίει τόσον την καρδιάν το ότι ο κακούργος
   ακόμη ζη.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Κ' εκεί που ζη τα χέρια μου δεν φθάνουν!
   Εκδίκησιν ας έπαιρνα εγώ και όχι άλλος.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Θα έλθη κι' η εκδίκησις, θα έλθη· μη σε μέλει.
   Παύσε τα κλαύματα. Εγώ ‘ς την Μάντουαν θα στείλω,
   εκεί όπου εξέφυγεν αυτός εξωρισμένος,
   να του κεράσουν κάτι τι που δεν το περιμένει,
   ώστε να 'πάγη, συντροφιάν να κάμη τον Τυβάλτην
   και την καρδιάν σου με αυτό θα την ευχαριστήσω.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Ω! την καρδιάν μου τίποτε δεν θα ευχαριστήση,
   αν τον Ρωμαίον δεν ιδώ... νεκρόν(45)... το παν νομίζω,
   αφού εκείνον π' αγαπώ δεν έχω... και μου λείπει.
   Αν εύρης άνθρωπον εσύ να στείλης το φαρμάκι,
   θέλω μονάχη μου εγώ να το προετοιμάσω,
   τέτοιο, που άμα το γευθή να τον αποκοιμήση.
   Αχ! πως αναγριόνομαι ν' ακούω τ’ όνομά του,
   και όμως να μη δύναμαι να πεταχθώ κοντά του,
   και όλην την αγάπην μου προς τον εξάδελφόν μου
   να του την δείξω... εις αυτόν που 'πήρε την ζωήν του!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Ετοίμασέ το, κι' άνθρωπον θα εύρω να το δώση.
   Πλην τώρα έχω να σου ‘πώ χαροποιά, παιδί μου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Καλοδεχάμενη η χαρά εις τέτοιαις μαύραις ώραις!
   ποια είναι τα χαροποιά;

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Ένα πατέρα έχεις,
   που έχει, Ιουλιέτα μου, την έννοιαν σου, και θέλει
   την πλακωμένην σου καρδιάν να σου την ελαφρώση,
   και τώρα σου ετοίμασε χαρμόσυνην ημέραν,
   που δεν την επερίμενες, και ούτ’ εγώ ακόμη.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Κι’ αν έχω 'ρώτημα καλόν, τι 'μέρα είναι τούτη;

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Πρωί πρωί, με το καλόν, την ερχομένην πέμπτην
   ένας γαμβρός ευγενικός και ζηλευτός, ο Πάρης,
   θα σ' οδηγήση απ' εδώ εις του Αγίου Πέτρου
   την εκκλησίαν, κόρη μου, καμαρωμένην νύμφην.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Α! Μα την εκκλησίαν του και μα τον Άγιον Πέτρον,
   εκεί εμένα βέβαια καμαρωμένην νύμφην
   ο Πάρης δεν με οδηγεί! Τι είναι τόση βία;
   Δεν ήλθε καν να μου το ‘πή ο άνδρας που με θέλει,
   κι' αμέσως στεφανώματα! Παρακαλώ, μητέρα,
   ειπέ το ‘ς τον πατέρα μου· δεν θέλω από τώρα
   να 'πανδρευθώ. Και αν ποτέ θελήσω, παίρνω όρκον
   πως προτιμώ χίλιαις φοραίς να πάρω τον Ρωμαίον,
   που 'ξεύρεις πόσον τον μισώ, παρά ποτέ τον Πάρην!
   Χαρά ‘ς το!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Να, που έρχεται ο ίδιος εδώ πέρα.
   Ειπέ του τα μονάχη σου κ' ιδέ πώς θα τα πάρη.

   (Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ και η παραμάνα).

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   'Σ του ήλιου το βασίλευμα η γη δροσοσταλάζει·
   αλλά εις το βασίλευμα του υιού του αδελφού μου
   πέφτει βροχή με τα σωστά. Ποτάμι θα το κάμης;
   Ακόμη χύνεις δάκρυα; Αιώνια θα βρέχη;
   Το κάμνεις το κορμάκι σου συγχρόνως και καράβι
   και άνεμον και θάλασσαν. Τα δυο σου 'μάτια είναι
   η θάλασσα, με δάκρυα καταπλημμυρισμένη.
   Καράβι έχεις το κορμί που πικροαρμενίζει
   μέσ' την πλημμύραν. Κι άνεμος οι αναστεναγμοί σου.
   Φοβούμαι, αν ο άνεμος δεν γαληνεύση, μήπως
   το θαλασσοδαρμένον σου κορμάκι το βουλήση. —
   Της είπες την απόφασιν που έλαβα, γυναίκα;

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Τα είπα, πλην ευχαριστεί.... να 'πανδρευθή δεν θέλει...
   Ανόητη! της ήξιζε να πανδρευθή τον Χάρον!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   Σιγά· δεν εκατάλαβα, γυναίκα· ξαναπέ το·
   Τι λέγει; τι; ευχαριστεί; να 'πανδρευθή δεν θέλει;
   Δεν είναι υπερήφανη, δεν είν' ευτυχισμένη
   οπού εκαταφέραμεν, ενώ δεν το αξίζει,
   να την αρραβωνίσωμεν με ένα τέτοιον νέον;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Δεν είμαι υπερήφανη· ευγνώμων είμαι μόνον.
   Δι' ένα πράγμα που μισώ 'περήφανη δεν είμαι.
   Ευγνωμονώ διά κακόν, π' αντί καλού μου κάμνουν.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   Τι πράγμα; ποιος σ' ερώτησε; Θα έχωμεν και γνώμην!
   Ευγνώμων, κ' υπερήφανη, και είμαι, και δεν είμαι,
   Κ' ευγνωμονώ, κι' όχι και ναι... Ακούς εκεί! Κεράτζα,
   να παύσουν τα ευγνωμονώ και 'ξυπερηφανεύσου,
   κ' ετοίμασε τα πόδια σου την ερχομένην πέμπτην
   ‘ς την εκκλησίαν γνωστικά να έλθης με τον Πάρην,
   ει δε συρτήν έως εκεί εγώ θα σε τραβήξω!
   Φύγ' απ' εμπρός μου ξέπλυμα, — χολοπερεχυμένη!
   πήγαινε, βρώμα!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Εντροπή! ‘ς τα συγκαλά σου είσαι;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Πατέρα μου, παρακαλώ γονατιστή εμπρός σου,
   ησύχασε, και άκουσε να σου ειπώ δυο λόγια.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   Βρώμα, κρημνίσου απ' εδώ! Παρήκοη! Την πέμπτην
   ‘ς την εκκλησίαν πήγαινε, ή, να που σου το λέγω,
   να μη σε ιδούν τα 'μάτια μου ποτέ εις την ζωήν μου!
   Δεν θέλω λέξιν να μου ‘πής· απόκρισιν δεν θέλω!
   Με τρώγ' η απαλάμη μου! — Ελέγαμεν, γυναίκα,
   πως δεν ευλόγησ' ο Θεός τον γάμον μας πλουσίως,
   διότι μας εχάρισεν αυτήν την κόρην μόνον.
   Αλλά μας έπεσε πολύ και τούτη, καθώς βλέπω.
   Δεν ήτον ευλογία του· ήτο Θεού κατάρα!
   Να μη σε βλέπω!

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Ο Θεός να την πολυχρονίζη!
   Αυθέντα, έχεις άδικον αυτά να της τα λέγης.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   Και πώς, κυρά σοφία μου; Τα λόγια σου ολίγα,
   ή πήγαινε να φλυαρής με ταις συντέκνισσαίς σου.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Δεν είπα τίποτε κακόν.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   Να κάμνης την δουλειάν σου.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Κανείς μιαν λέξιν να ειπή εμποδισμένον είναι;

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   Σώπα, κομμένη κεφαλή! Σου είπα να πηγαίνης
   να λέγης ταις σοφίαις σου εις ταις συντέκνισσαίς σου.
   Εδώ δεν μας χρειάζονται.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Παρά πολύ ανάπτεις.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   Μα την αγάπην του Θεού, ο νους μου θα μου φύγη!
   Ημέραν, νύκτα, πάντοτε, ‘ς τον ύπνον μου, ‘ς τον ξύπνον,
   ‘ς την μοναξιάν, ‘ς την συντροφιάν, ο νους κι' ο λογι-
                                               [σμός μου
   ήτον αυτός και μοναχός: το πώς να την 'πανδρεύσω(46).
   Και τώρα, που κατώρθωσα να εύρω τέτοιον νέον,
   μ' ανατροφήν, και πλούσιον, κι' αρχοντογεννημένον,
   γεμάτον προτερήματα και αρεταίς γεμάτον,
   τώρα που ηύρα τον γαμβρόν που η καρδιά μου θέλει,
   να έχης ένα ξόανον κλαψιάρικον εμπρός σου,
   ν' ακούης ένα κνώδαλον με τ’ αναφυλλητόν της,
   ενώ δουλεύει η Μοίρα της, εκείνη να σου λέγη:
   δεν θέλω, δεν τον αγαπώ, είμαι ακόμη νέα,
   ευχαριστώ, παρακαλώ, συγχώρησε. — Σου δείχνω,
   σου δείχνω 'γώ συγχώρησε, αν δεν αλλάξης γνώμην!
   Δεν μένεις εις το σπίτι μου, και όπου θέλεις βόσκε!
   Δεν χωρατεύω. Σκέψου το. Η πέμπτη πλησιάζει.
   Βάλε το χέρι ‘ς την καρδιάν και καλοσυλλογίσου.
   Αν τύχη κ' είσαι κόρη μου, ‘ς τον φίλον μου σε δίδω.
   Εάν δεν ήσαι κόρη μου, κρημνίσου, πείνα, δίψα,
   ‘ς τους δρόμους ψωμοζήτευε, και ψόφησε ‘ς τους δρόμους!
   Μα την ψυχήν μου, όσω ζω δεν θέλω να σε 'ξεύρω,
   κι' ούτε το 'μάτι σου θα ιδή ποτέ κληρονομιάν μου.
   Ιδέ και συλλογίσου το. Το είπα. Δεν ξελέγω!

   (Απέρχεται).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Ω! υψηλά ‘ς τους ουρανούς δεν κάθεται ευσπλαγχνία
   να ελεήση απ' εκεί της λύπης μου το βάθος;
   Μη μ' αρνηθής, μάνα γλυκειά. Ανάβαλε τον γάμον
   Δι’ ένα μήνα μοναχά, ή μίαν εβδομάδα.
   Αν δεν το κάμης, στρώσε μου την νυμφικήν μου κλίνην
   ‘ς το μνήμα, όπου από χθες κοιμάται ο Τυβάλτης.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Δεν έχω λέξιν να ειπώ και ομιλείς του κάκου.
   Να κάμης όπως αγαπάς· 'τελείωσα μαζή σου.

   (Απέρχεται).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Θεέ μου! — Παραμάνα μου, ειπέ μου, πώς να γείνη;
   Είναι ο άνδρας μου ‘ς την γην, κ' οι όρκοι μου επάνω
   ‘ς τους ουρανούς. Πώς εις την γην οι όρκοι να γυρίσουν,
   εκτός εάν εξ ουρανών ο ίδιος δεν τους στείλη;
   Αχ! δος μου μίαν συμβουλήν παρηγορίαν δος μου.
   Αλλοίμονον! η Μοίρα μου σκληραίς παγίδαις στήνει
   εις μιαν αδύνατην ψυχήν, ωσάν την ιδικήν μου.
   Ειπέ· τι έχεις να μου ‘πής; Αχ! παρηγόρησέ με,
   ειπέ μιαν λέξιν να χαρώ, η μαύρη.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Να τι λέγω.
   Εξωρισμένον απ' εδώ τον έχουν τον Ρωμαίον
   και βάζω το κεφάλι μου, ποτέ δεν θα τολμήση
   εδώ να έλθη φανερά να σε ξαναζητήση·
   ή και αν έλθη, μυστικά θα έλθη, και κρυμμένος.
   Λοιπόν, αφού τα πράγματα ήλθαν καταπώς ήλθαν,
   νομίζω το καλλίτερον να 'πανδρευθής τον Πάρην.
   Ω! είναι αξιόλογος ο νέος και ωραίος·
   'σαν πατζαβούρα φαίνεται κοντά του ο Ρωμαίος!
   Τι μάτι έχει! Αετός δεν έχει τέτοιο 'μάτι!
   Να μην ιδώ ποτέ καλόν εάν αυτός ο γάμος
   δεν έβγη καλορρίζικος. Τον ξεπερνά τον πρώτον!
   Πλην και να μη τον ξεπερνά, απέθανεν ο πρώτος·
   ή, και να μην απέθανε, δεν καταντά το ίδιον
   αν ζης χωρίς να χαίρεσαι τα στέφανα εκείνα; (47)

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Με την καρδιάν σου ομιλείς;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Και μ' όλην την ψυχήν μου.
   Ει δε καρδιάν μου και ψυχήν κατάρα να ταις εύρη.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Αμήν!

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Τι είπες;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Μ' έδωσες πολλήν παρηγορίαν.
   Πήγαινε μέσα να ειπής, πως είμαι λυπημένη
   διότι τον πατέρα μου παρώργισα, και ότι
   πηγαίνω τώρα ‘ς το κελλί του πάτερ Λαυρεντίου
   να 'πώ ταις αμαρτίαις μου και άφεσιν να λάβω.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Μετά χαράς θα το ειπώ. Τι φρόνιμα που κάμνεις.

   (Εξέρχεται).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Κατηραμένε πειρασμέ! Παληόγρηα αχρεία!
   Τι είναι το χειρότερον; Να θέλης να πατήσω
   τον όρκον μου; ή το κακόν να λέγης του ανδρός μου,
   μ' αυτήν την ίδιαν την φωνήν που μου τον επαινούσες
   και ταίρι δεν του εύρισκες τόσαις φοραίς και τόσαις;
   Ω! φύγε, σύμβουλε κακέ! Από εδώ και πέρα
   θα κάμη διαζύγιον μ' εσένα η καρδιά μου. —
   Να ιδώ αν ο καλόγηρος μου εύρη θεραπείαν.
   Αν κι' απ' εκεί απελπισθώ, μου μένει ν' αποθάνω!

   (Εξέρχεται).