Ρωμαίος και Ιουλιέτα/Α

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ρωμαίος και Ιουλιέτα
Συγγραφέας: Ουίλλιαμ Σαίξπηρ
Μεταφραστής: Δημήτριος Βικέλας
Πράξις Α


ΠΡΑΞΙΣ ΠΡΩΤΗ



ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ (3).



    Πλατεία.
   (Εισέρχονται ο ΣΑΜΨΩΝ και ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ φέροντες ξίφη και ασπίδας).

ΣΑΜΨΩΝ
   Γρηγόρη, μα την πίστιν μου ούτ' εγώ τρώγω άχυρα,
   ούτε συ! (4)

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
   Όχι βέβαια! μήπως είμεθα γαϊδούρια;

ΣΑΜΨΩΝ
   Θέλω να ειπώ, αν μας θυμώσουν να πηδήσωμεν κατ'
   επάνω των.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
   Κύτταξε όμως να μη πηδάς πολλά παλούκια.

ΣΑΜΨΩΝ
   Δεν αργώ να κτυπήσω, αν πάρω φωτιάν!

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
   Αλλ' αργείς να πάρης φωτιάν, διά να κτυπήσης.

ΣΑΜΨΩΝ
   Κι' ένα σκυλί από το σπίτι του Μοντέκη με φέρνει
   άνω κάτω!

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
   Όποιος είναι άνω κάτω σαλεύει. Και η παλληκαριά
   είναι να μη σαλεύσης απ' εκεί όπου ευρέθης.

ΣΑΜΨΩΝ
   Δεν σαλεύω κ' εγώ αν απαντήσω κ' ένα σκυλί απ'
   εκείνο το σπίτι· ή άνδρα, ή γυναίκα τύχω δεν σαλεύω!

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
   Λοιπόν είσαι δειλός; Μόνον οι δειλοί κολνούν εις
   τον τοίχον.

ΣΑΜΨΩΝ
   Καλά λέγεις· και διά τούτο σπρώχνομεν εις τον τοί-
   χον τας γυναίκας, οπού είναι αδύνατα αγγεία. Λοιπόν
   κ' εγώ, αν πιασθώ με τους Μοντέκιδες, θα σπρώξω τους
   άνδρας από τον τοίχον, και τας γυναίκας εις τον τοί-
   χον.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
   Ο πόλεμος είναι μεταξύ των αυθεντών μας και των
   ανδρών οπού τους δουλεύουν.

ΣΑΜΨΩΝ
   Τι με μέλει! Εγώ θα κάμω τον τύραννον αφού πια-
   σθώ με τους άνδρας, θα καταπιασθώ και τας γυναίκας.
   Δεν θ' αφήσω κορίτζι.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
   θα τας κόψης όλας;

ΣΑΜΨΩΝ
   Θα τας κόψω; ή..., όπως θέλεις πάρε το.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
   Να το πάρη όποιος το δοκιμάσει.

ΣΑΜΨΩΝ
   Θα με δοκιμάσουν εμένα, όσον στέκω εις τα πόδια
   μου. Το ηξεύρει ο κόσμος ότι δεν μου λείπει αίμα.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
   Τι καλά οπού δεν είσαι ψάρι! — Τράβα το εργαλείον
   σου, κ' έρχονται δύο άνθρωποι του Μοντέκη (8).

   (Εισέρχεται ο ΑΒΡΑΑΜ και έτερος ΥΠΗΡΕΤΗΣ του Μοντέκη).

ΣΑΜΨΩΝ
   Εγύμνωσα το σπαθί μου. Πιάσου μαζή των. Σου,
   δίδω χέρι.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
   Τι; να με αποχαιρετήσης; Θα φύγης;

ΣΑΜΨΩΝ
   Μη με φοβάσαι.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
   Εσένα θα φοβηθώ;

ΣΑΜΨΩΝ
   Άφησε να ήμεθα 'ς το δίκαιόν μας. Ας κάμουν
   εκείνοι την αρχήν.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
   Θα σουφρώσω τα φρύδια μου καθώς περνώ, και ας
   το πάρουν όπως τους αρέσει.

ΣΑΜΨΩΝ
   Ή όπως τους βαστά. Θα τους δαγκάσω το μεγάλον
   μου δάχτυλον, να τους σκυλιάσω! Αν το υποφέρουν,
   εντροπή ιδική των (6).

ΑΒΡΑΑΜ
   Διατί μας δαγκάνεις το δάχτυλόν σου, Κύριε;

ΣΑΜΨΩΝ
   Δαγκάνω το δάχτυλον μου, Κύριε.

ΑΒΡΑΑΜ
   Δι' εμένα το δαγκάνεις, Κύριε;

ΣΑΜΨΩΝ, μυστικώς προς τον Γρηγόρην.
   Αν του ειπώ ναι, είμεθα εις το δίκαιόν μας;

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
   Όχι.

ΣΑΜΨΩΝ
   Όχι, Κύριε· δεν το δαγκάνω δι’ εσένα, αλλά δαγ-
   κάνω το δάχτυλόν μου, Κύριε.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
   Πόλεμον θέλεις, Κύριε;

ΑΒΡΑΑΜ
   Πόλεμον, Κύριε; Όχι, Κύριε.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
   Είδε μη, εδώ είμαι εγώ, Κύριε! Ο αυθέντης μου εί-
   ναι όσον καλός είναι και ο ιδικός σου.

ΑΒΡΑΑΜ
   Δεν είναι καλλίτερος από τον ιδικόν μου.

ΣΑΜΨΩΝ
   Πολύ καλά, Κύριε.

   (Εισέρχεται ο ΜΠΕΝΒΟΛΙΜΟΣ και κατόπιν αυτού ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ).

ΓΡΗΓΟΡΗΣ
   Ειπέ του ότι είναι καλλίτερος, κ' έρχεται ένας συγ-
   γενής του αυθέντου μας.

ΣΑΜΨΩΝ
   Μάλιστα, Κύριε, είναι καλλίτερος από τον ιδικόν σου.

ΑΒΡΑΑΜ
   Ψεύματα λέγεις!

ΣΑΜΨΩΝ
   Έξω τα σπαθιά, αν είσθε παλληκάρια! — Γρηγόρη,
   μη ξεχνάς την σπαθιάν οπού σ' έμαθα.

   (Μάχονται).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ, σύρων το ξίφος.
   Σταθήτε, ανόητοι! Κάτω τα σπαθιά! Δεν ηξεύρετε
   τι κάμνετε!

   (Κτυπά τα ξίφη αυτών).

ΤΥΒΑΛΤΗΣ, εφορμών με τα ξίφος εις την χείρα.
   Με τούτα τ' άκαρδα σκυλιά τι παίζεις το σπαθί σου;
   Γύρνα εδώ, Μπεμβόλιε, κι’ αντίκρυσε τον Χάρον.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Βάλε 'ς την θήκην το σπαθί, κ' εδώ ειρήνην θέλω·
   ή καν μεταχειρίσου το και συ, να τους χωρίσης.

ΤΥΒΑΛΤΗΣ
   Κρατείς 'ς το χέρι σου σπαθί, και μου λαλείς ειρήνην!
   Αυτήν την λέξιν την μισώ, όσον μισώ τον άδην,
   και όλους τους Μοντέκιδες, και σε! Δειλέ, φυλάξου!

   (Μάχονται άπαντες· εισέρχονται εκατέρωθεν οπαδοί των δύο οίκων
   και συμμετέχουν της μάχης· κατόπιν δε πολίται φέροντες ρόπαλα).

ΕΙΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
   Ξύλα, κοντάρια, ρόπαλα! Κτυπάτε τους, κτυπάτε!
   'ς τον άνεμον, Μοντέκιδες! 'ς την ζάλην, Καπουλέτοι!

   (Εισέρχεται ο γέρων ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ ενδεδυμένος κοιτωνίτην,
   και η σύζυγος αυτού).

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   Τί είν' ο θόρυβος αυτός; Δος το μακρύ σπαθί μου.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Τι θα το κάμης το σπαθί; Μη θέλης πατερίτζαν;

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   Δος το σπαθί μου! Κύτταξε, ο γέρος ο Μοντέκης
   καταντικρύ μου στέκεται, και σείει το 'δικόν του.

   (Ο ΜΟΝΤΕΚΗΣ εισέρχεται μετά της συζύγου αυτού).

ΜΟΝΤΕΚΗΣ
   Μη μ' εμποδίζης, άφες με! — Ω παληο-Καπουλέτε!

ΜΟΝΤΕΚΑΙΝΑ
   Βήμα δεν κάμνεις απ' εδώ να σμίξης τον εχθρόν σου.

   (Εισέρχεται ο πρίγκηψ μετά της συνοδείας του).

ΠΡΙΓΚΗΨ
   Ω άνδρες ανυπόταγοι, εχθροί της ησυχίας,
   'ς το αίμα των γειτόνων σας τι βάφετε τα χέρια;
   Δεν θα μ' ακούσετε; Ω σεις, — ω άνθρωποι, — ω κτήνη,
   που θέλετε να σβύσετε του πάθους σας την φλόγα
   εις βρύσιν ολοπόρφυρην, 'ς το αίμα των φλεβών σας!
   Αν θέλετε 'ς τα σίδερα να μη σας βάλω όλους,
   απ' τ' άνομα τα χέρια σας πετάξετε 'ς το χώμα
   αυτά τ' ανόσια σπαθιά, 'ς το έγκλημα βαμμένα,
   κι' ακούσατε τον ορισμόν και την απόφασίν μου.
   Τρεις πόλεμοι εμφύλιοι από αέρος λόγια,
   Μοντέκη εξ αιτίας σου, — κ' εσένα Καπουλέτε, —
   την ησυχίαν τρεις φοραίς ετάραξαν της χώρας,
   κ' ηνάγκασαν τους γέροντας κατοίκους της Βερώνας,
   ν' αφήσουν τα ειρηνικά στολίδια που τους πρέπουν,
   και με κοντάρια παλαιά κ' ειρηνοσκουριασμένα
   'ς τα γηρασμένα χέρια των, να θέλουν να χωρίσουν
   την σκουριασμένην έχθραν σας! — Εάν συμβή και πάλιν
   τους δρόμους να ταράξετε με τα μαλώματά σας,
   της ταραχής η πληρωμή θα είν' η κεφαλή σας!
   Τώρα πηγαίνετ' απ' εδώ, σεις όλοι, τραβηχθήτε.
   Συ, Καπουλέτε, μοναχά έλα μαζή μου τώρα·
   και το απόγευμα και συ να έλθης, ω Μοντέκη(7),
   τι άλλο απεφάσισα κι' ορίζω να το μάθης.
   Φύγετ' ευθύς, ή θάνατος θα είναι η ποινή σας!

   (Απέρχονται ο ΠΡΙΓΚΗΨ και η συνοδεία του, ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   μετά της συζύγου αυτού, ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ, οι πολίται, και οι υπηρέται.
   Μένουσι δε ο ΜΟΝΤΕΚΗΣ, η ΣΥΖΥΓΟΣ αυτού και ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ).

ΜΟΝΤΕΚΗΣ
   Ποιος ξαναέβαλε φωτιάν 'ς την παλαιάν μας έχθραν;
   Ήσουν εδώ απ' την αρχήν, ανεψιέ; Ειπέ μου.


ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Οπόταν έφθασα εδώ, τους δούλους του εχθρού σου
   μαζή με τους ανθρώπους σου τους ηύρα εις τα χέρια.
   Αμέσως εξεσπάθωσα διά να τους χωρίσω·
   αλλ' ο Τυβάλτης έξαφνα προβάλλει κορωμένος,
   με το σπαθί ολόγυμνον, και μου τρυπά τ' αυτιά μου
   με λόγια ερεθιστικά, και σείει το σπαθί του
   επάν' απ' το κεφάλι του, και κόπτει τον αέρα,
   και ο αέρας, άκοπος, σφυρίζει περιγέλιον.
   Ενώ σπαθοκοπήματα ‘περνούσαν μεταξύ μας,
   ο κόσμος επερίσσευε κι' από τα δύο μέρη,
   κ' επλήθαινεν ο πόλεμος, ως την στιγμήν 'που ήλθεν
   ο πρίγκηψ, και μας 'χώρισε.

ΜΟΝΤΕΚΑΙΝΑ
   Πού είναι ο Ρωμαίος;
   'πέ μου τον είδες σήμερον; Πώς χαίρετ' η καρδιά μου
   που εις το μάλωμα αυτό εκείνος δεν ευρέθη.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Μιαν ώραν πριν λαμπροφανή ο δοξασμένος ήλιος
   'ς την θύραν της Ανατολής την καταχρυσωμένην,
   ανησυχία ψυχική μ' εσήκωσ' απ' την κλίνην,
   κ' εβγήκα έξω 'ς την δροσιάν κ' εκεί καταντικρύ μου
   'ς το δάσος των συκαμινιών, 'ς της πόλεως την άκρην
   τον είδα να περιπατή, πρωί, πρωί, τον υιόν σου.
   Να του 'μιλήσω 'πήγαινα· αλλά ευθύς 'που μ' είδεν
   εκείνος ετραβήχθηκε 'ς το πύκνωμα του δάσους.
   Από εμένα και αυτόν τον έκρινα, (διότι
   οπόταν έχω συλλογαίς την μοναξιάν γυρεύω,)
   κ επήρα ‘γώ τον δρόμον μου κ' εκείνος τον 'δικόν του,
   κ' έκαμα χάριν εις εμέ και χάριν εις εκείνον.

ΜΟΝΤΕΚΗΣ
   Συχνοπηγαίνει μοναχός 'ς το δάσος πριν να φέξη,
   και την δροσιάν την πρωινήν με δάκρυα πληθαίνει,
   και με αναστενάγματα τα νέφη συννεφιάζει (8)·
   Και άμα 'ς την Ανατολήν ο Ήλιος αρχίση
   να πλησιάζη με χαράν εις της Αυγής την κλίνην
   και να τραβά τα σκιερά παραπετάσματά της,
   ο υιός μου ο βαρύκαρδος φεύγει το φως, γυρίζει,
   και κλειδομανταλόνεται, και τα παράθυρά του
   κλειστά τα έχει, και μισεί την λάμψιν της ημέρας,
   και μίαν νύκτα τεχνητήν ολόγυρα του κάμνει.
   Ω! τούτο μαύρα κι’ άσχημα φοβούμαι θα τελειώση,
   αν την αιτίαν του κακού κανείς δεν ξερριζώση.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Και η αιτία, Θείε μου, ποια είναι; Την γνωρίζεις;

ΜΟΝΤΕΚΗΣ
   Δεν την γνωρίζω· και αυτός να την ειπή δεν θέλει.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Και τον εστενοχώρησες να την ξεμυστερεύση;

ΜΟΝΤΕΚΗΣ
   Και μόνος επροσπάθησα, και διά μέσου φίλων.
   Πλην σύμβουλος του πόνου του εκείνος είναι μόνος·
   Δεν λέγω σύμβουλος καλός, — πλην τόσον πιστευμένος,
   τόσον κρυφός και μυστικός, τόσον βαθειά τον χώνει...
   'σαν άνθος 'που το 'δάγκασε φαρμακερόν σκουλήκι,
   πριν τα ευώδη φύλλα του τ' απλώση 'ς τον αέρα,
   και δώση αφιέρωμα το κάλλος του 'ς τον ήλιον.
   Αν ήτο τρόπος την πηγήν της λύπης του να 'ξεύρω,
   θα ήτο μόνη μου χαρά το ιατρικόν να εύρω (9).

   (Εισέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ μακρόθεν).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Να, έρχεται. Παρακαλώ, αφήσατέ μας μόνους.
   Θα καταφέρω να μου ‘πή ποιος είναι ο καϋμός του.

ΜΟΝΤΕΚΗΣ
   Άλλο δεν ήθελα κ' εγώ παρά να κατορθώσης
   να σου ανοίξη την καρδιάν. — Πηγαίνωμεν, γυναίκα.

   (Αναχωρεί ο ΜΟΝΤΕΚΗΣ μετά της συζύγου του).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Εξάδελφε, καλόν πρωί!

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Είναι πρωί ακόμη;

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Μόλις εσήμαναν εννηά.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Όταν περνά με λύπαις
   αργά που φεύγει ο καιρός! — Από εδώ τρεχάτος
   δεν έφευγ' ο πατέρας μου, νομίζω;

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Ναι, εκείνος. —
   Τι λύπη κάμνει μακρυναίς ταις ώραις του Ρωμαίου;

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Λείπει εκείνο που κονταίς 'μπορούσε να ταις κάμη.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Είσαι εις έρωτα;

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Χωρίς...

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Χωρίς τον έρωτά σου,

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Είμαι χωρίς απόκρισιν εκεί όπου λατρεύω.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Αλλοίμονον! Ο έρωτας, να έχη τόσην γλύκαν,
   και τέτοιος τύραννος σκληρός όπου χωθή να είναι!

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Αλλοίμονον! Ο Έρωτας κι’ αν με δεμένα 'μάτια
   όπου θελήση να χωθή, ευρίσκει μονοπάτια!
   Πού θα γευθής; — Τι έπαθαν κ' επολεμούσαν πάλιν;
   Αλλ' όμως μη μου το ειπής, διότι το γνωρίζω.
   Ω! είν' εδώ μίσος πολύ και περισσή αγάπη!
   Αγάπη με μαλώματα! Ερωτευμένον μίσος!
   Ω! Κάτι, απ' το Τίποτε αρχή αρχή πλασμένον!
   Μια ελαφρότης σοβαρά, — σπουδαία ματαιότης, —
   και χάος ασχημόπλαστον μορφαίς καλαίς γεμάτον, —
   και ο καπνός ολόλαμπρος, — και το πτερόν μολύβι, —
   'σαν πάγος κρύα η φωτιά, — κι’ αρρώστια η υγεία, —
   και ύπνος ολοάγρυπνος, που είναι και δεν είναι...
   Ιδού τι έχω 'ς την καρδιάν, κ' είν' η καρδιά μου άδεια!
   Δεν με γελάς; (10)

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Δεν σε γελώ, εξάδελφέ μου· κλαίω.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Καλή καρδιά! Και κλαίεις τι;

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Το βάρος της καρδιάς σου,

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Και όμως η αγάπη σου 'ς αυτό παραστρατίζει.
   Η λύπη πώχω, αρκετά το στήθος μου βαραίνει,
   και τώρα με την λύπην σου το βάρος του πληθαίνει.
   Το αίσθημα που μ' έδειξες, την πίκραν πλημμυρίζει
   που μου γεμίζει την καρδιάν την πολυπικραμένην.
   Είναι καπνός ο Έρωτας, και γίνετ' απ' τα νέφη
   των στεναγμών αν σηκωθή, εκείνος που λατρεύει
   βλέπει την λάμψιν της φωτιάς· αν ο καπνός καταίβη,
   δεν βλέπει παρά πέλαγος, οπού με δάκρυ τρέφει.
   Τι άλλο είν' ο Έρωτας; — Μια γνωστική μανία, —
   πόνος που πνίγει τον λαιμόν, και γλύκα ζωογόνος!
   Εξάδελφε, σε χαιρετώ.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Αγάλια! πού πηγαίνεις;
   Μαζή σου έρχομαι κ' εγώ. Με αδικείς, αν φύγης.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Τον εαυτόν μου έχασα· δεν είμ' εδώ· Ρωμαίος
   δεν είν' αυτός που σου λαλεί· είναι αλλού εκείνος,

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Ειπέ μου τώρα σοβαρά ποιαν αγαπάς;

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Τι θέλεις;
   Ν' αναστενάξω και να ‘πώ;

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Ν' αναστενάξης; όχι·
   πλην σοβαρά, ποια είν' αυτή 'που αγαπάς, ειπέ μου.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   ‘Πέ σοβαρά τον ασθενή να κάμη διαθήκην!
   'Σ ένα που κείτεται βαρυά, βαρύς ο λόγος είναι.
   Εξάδελφέ μου, σοβαρά, λατρεύω μιαν γυναίκα.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Αφού δι’ έρωτα λαλείς, έως εκεί μαντεύω.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Περίφημα επέτυχες. Κ' είναι καλή κι’ ωραία!

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Και θα την ηύρες βέβαια ωραία 'ς το σημάδι.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Όχι· την έσφαλες εδώ. Του Έρωτος τα βέλη
   δεν την τρυπούν εις την ψυχήν είν' Άρτεμις εκείνη.
   Μ' ανίκητην σεμνότητα διπλοθωρακισμένη,
   δεν το ψηφά του Έρωτος το παιδιακίσιον τόξον,
   ούτε ματιαίς ερωτικαίς να την κτυπούν αφίνει,
   ούτε αγάπης στεναγμούς να την πολιορκήσουν.
   Ούτε ανοίγει την καρδιάν εις δόλωμα χρυσίου,
   που ως και άγιον πλανά. Πλούσια εις τα κάλλη
   είναι πτωχή μόνον 'ς αυτό: πως όταν ξεψυχήση,
   ο θησαυρός του κάλλους της κατόπιν δεν θα ζήση(11).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Την παρθενιάν ωρκίσθηκε να μη την παραιτήση;

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Ναι· κ' η φιλαργυρία της είναι φρικτή σπατάλη.
   Διά να μένη αυστηρή 'ς τα τρυφερά της κάλλη,
   κανένας δεν θα γεννηθή να τα κληρονομήση·
   'ς την ευμορφιάν της γνωστική, 'ς την γνώσιν της ωραία
   κερδίζει τον παράδεισον, διότι μ' απελπίζει.
   Ετάχθη να μην αγαπά· και δι’ αυτό το τάγμα,
   αποθαμμένος ζω εγώ, που ζω και σε τα λέγω.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Από τον νουν σου βγάλε την. Όπως σου λέγω κάμε.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Να με διδάξης και τον νουν λοιπόν να σταματήσω.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Ελευθερίαν, αδελφέ, 'ς τα μάτια σου να δώσης.
   Ιδέ και άλλαις ευμορφιαίς.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Αυτός θα ήναι τρόπος
   ακόμη πλέον εύμορφη να μου φανή εκείνη.
   Όταν ιδής μιας γυναικός την μαύρην προσωπίδα (12)
   και της φιλεί το μέτωπον, μ' εκείνην την μαυρίλαν
   φαντάζεσαι πως κρύπτονται λευκά κι’ αφράτα κάλλη
   Εκείνος οπού τυφλωθή, δεν λησμονεί ποτέ του
   τι θησαυρόν πολύτιμον 'στερήθηκε το φως του!
   Απ' όσαις 'ξεύρεις δείξε μου και την ωραιοτέραν,
   και όλη της η ευμορφιά θα ήναι δι’ εμένα,
   ωσάν βιβλίον ανοικτόν, που θα με δασκαλεύη,
   πόσον μια άλλη ξεπερνά την ωραιότητά της. —
   Ώρα καλή! Να λησμονώ ποτέ δεν θα με μάθης.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Αν δεν μου ‘πής το κάθε τι, δεν εξοφλώ μαζή σου.

   (Απέρχονται).



ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ.



   Οδός έμπροσθεν της οικίας του Καπουλέτου.

   (Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, ο ΠΑΡΗΣ και ΥΠΗΡΕΤΗΣ)

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   Την ιδίαν υποχρέωσιν λαμβάνει κι' ο Μοντέκης,
   καθώς εγώ, και δύσκολον δεν έπρεπε να ήναι
   'ς ανθρώπους γέρους 'σαν εμάς, να ειρηνεύσουν πλέον.

ΠΑΡΗΣ
   Του κόσμου την υπόληψιν την έχετε κ' οι δύο,
   και κρίμα είν' αιώνια να ζήτε 'ς τα μαχαίρια.
   Αλλ' όμως τι θ' αποκριθής 'ς την ζήτησίν μου τώρα;

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   Δεν έχω ή να ξαναπώ εκείνο που σου είπα.
   Είναι η κόρη μου μικρή, και εις τον κόσμον ξένη·
   ακόμη δεκατέσσαρα τα χρόνια της δεν είναι(13)·
   δυο καλοκαίρια πρόσμεινε να μαρανθούν ακόμη,
   και τότε είναι ώριμη, και νύμφην την μετρούμεν.

ΠΑΡΗΣ
   Μητέρες είναι ζηλευταί νεώτεραί της άλλαι.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   Και πάρωρα 'μαράθηκαν απ' την πολλήν την βίαν..,.
   Η μαύρη γη μου έφαγε τας άλλας μου ελπίδας.
   Αυτή μου μένει μοναχή, παρηγοριά κ' ελπίς μου.
   Να της κερδίσης την καρδιάν προσπάθησε, ω Πάρη,
   και αν σε θέλη, σύμφωνη θα ήν' η θέλησίς μου·
   αν σ' αγαπήση, και δεχθή εκείνη να σε πάρη,
   ακολουθεί κ' η ψήφος μου, κ' η συγκατάθεσίς μου.
   Απόψε, κατά παλαιάν συνήθειαν, εορτάζω,
   και όλους, όσους αγαπώ, τους έχω καλεσμένους.
   Είσαι και συ από αυτούς, αν θέλης να ορίσης.
   Το πτωχικόν μου θα ιδής να το στολίζουν άστρα,
   που κι’ αν 'ς την γην περιπατούν, την νύκτα θα φωτίζουν.
   Όσην λαχτάραν και χαράν αισθάνετ' ένας νέος,
   οπόταν ο Απρίλιος ευμορφοστολισμένος
   βάλη το πόδι του γοργός 'ς τα ίχνη του χειμώνος,
   τόσην και συ θα αισθανθής 'ς το σπίτι μου απόψε,
   μέσ' ταις δροσάταις ευμορφιαίς, οπού εκεί θ' ανθίζουν.
   Ιδέ τας όσας είν' εκεί, και άκουσέ τας όλας,
   και δόσε την προτίμησιν 'ς εκείνην που τ' αξίζει·
   'ς ταις άλλαις μέσα ταις πολλαίς κ' η κόρη μου θα ήναι,
   κι αν δεν αξίζη 'σαν αυταίς, ας μετρηθή μαζή των.
   Έλα μαζή μου. —

   (Προς τον υπηρέτην)

   Συ, μωρέ, τα πόδια σου 'ς τον ώμον,
   και την Βερώναν κύτταξε να πάρης δρόμον δρόμον.
   Εύρε αυτούς, που είν' εδώ εις το χαρτί γραμμένοι,
   κ' ειπέ τους πως το σπίτι μου απόψε τους προσμένει,

   (Εγχειρίζει κατάλογον των προσκεκλημένων εις τον υπηρέτην
   και απέρχεται· μετ' αυτού και ο Πάρης)

ΥΠΗΡΕΤΗΣ, παρατηρών τον κατάλογον.
   Εύρε, λέγει, αυτούς που είν' εδώ γραμμένοι! — Είναι
   γραμμένον ο 'ποδηματάς να βλέπη την πήχυν του, και
   ο ράπτης το καλαπόδι του, και ο ψαράς το κονδύλι του,
   και ο ζωγράφος το δίχτυ του. — Με θέλει να εύρω εκεί-
   νους που είν' εδώ γραμμένοι! Και πού να 'ξεύρω εγώ τι
   ονόματα έγραψεν εδώ, εκείνος οπού τα έγραψε; — Ας
   εύρισκα κανένα γραμματισμένον! — Να, 'ς την φωνήν!

   (Εισέρχονται ο ΡΩΜΑΙΟΣ και ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Ω άνθρωπε, την μιαν φωτιάν άλλη φωτιά την καίει·
   ο ένας πόνος που πονεί, μικραίνει άλλον πόνον·
   αν ζαλισθής, ανάποδα γυρνάς, — περνά η ζάλη·
   μια λύπη απελπιστική ιατρεύει άλλην λύπην·
   αν μόλυσμα το 'μάτι σου καινούριον φαρμακεύση,
   το παλαιόν φαρμάκι του αμέσως ξεθυμαίνει.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Αυτά ιατρεύονται καλά με το πεντάνευρόν σου (14).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Ποια είν' αυτά, παρακαλώ;

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Τα πόδια τα σπασμένα.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Ρωμαίε, ετρελλάθηκες;

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Όλως διόλου όχι·
   Πλην είμαι και από τρελλόν σφικτώτερα δεμένος,
   κλεισμένος εις τα σίδερα, καταβασανισμένος,
   και ραβδισμένος, νηστικός...
   Παιδί μου, καλή 'μέρα.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ
   Διπλοκαλημερίζω σε. — Ηξεύρεις να διαβάζης;

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Ω ναι! διαβάζω το γραπτόν της μοίρας της κακής μου.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ
   Και θα το έμαθες αυτό χωρίς βιβλίον ίσως.
   Αλλ' όμως ό,τι κι' αν ιδής, μπορείς να το διαβάσης;

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Εάν την γλώσσαν εννοώ, κ' ηξεύρω τα ψηφία.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ
   Α! μετρημένα ομιλείς. Θεός να σ' ευλογήση!

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Σταμάτησε, καλό παιδί, κ' ηξεύρω να διαβάζω.

   (Αναγινώσκει τον κατάλογον).

   «Ο σιορ Μαρτίνος και η γυναίκα του και η κόρη του, ο
   κόντε Ανσέλμης και αι ωραίαι αδελφαί του, η αρχόντισσα η
   χήρα Βιτρουβίου, ο σιορ Πλακέντιος και αι νόστιμαι ανεψιαί
   του, ο Μερκούτιος και ο αδελφός του ο Βαλεντίνος, ο θειος
   μου Καπουλέτος, η γυναίκα του και αι θυγατέρες του, η ωραία
   ανεψιά μου Ροζαλίνα, η Λιβία, ο σιορ Βαλέντιος και ο εξά-
   δελφός του Τυβάλτης, ο Λούκιος και η ζωηρά Ελένη».

   Να εύμορφη συνάθροισις! Και πού θα τους μαζεύσης;

ΥΠΗΡΕΤΗΣ
   Επάνω.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Πού;

ΥΠΗΡΕΤΗΣ
   'Σ το δείπνον μας· 'ς το σπίτι.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Τίνος σπίτι;

ΥΠΗΡΕΤΗΣ
   Τ' αυθέντου μου.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Α! έπρεπε αυτό να σ' ερωτήσω.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ
   Να σου το ειπώ χωρίς να μ' ερωτήσης. Ο αυθέντης μου
   είναι ο μεγαλόπλουτος Καπουλέτος. Και αν δεν είσαι
   από τους Μοντέκιδες, κόπιασε και συ, αν αγαπάς, να
   κερασθής ένα ποτήρι κρασί. Ο Θεός να σ' ευλογήση!

   (Αναχωρεί).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   'Σ του Καπουλέτου σήμερα το σπίτι θα δειπνήση
   κ' η Ροζαλίνα σου αυτή, που τόσον την λατρεύεις,
   και όλ' αι πλέον θαυμασταί ωραίαι της Βερώνας.
   Πήγαιν' εκεί, και σύγκρινε το πρόσωπόν της μ' άλλα
   που θα ιδής, (πλην δίκαιον το 'μάτι σου να ήναι),
   και κόρακα τον κύκνον σου θα σου τον αποδείξω.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Εάν εις την λατρείαν των ποτέ των απιστήσουν
   τα 'μάτια μου, — εάν ποτέ κηρύξουν τέτοιον ψεύμα,
   ας χύνουν αντί δάκρυα, φωτιάν! Κι' αυτά τα 'μάτια,
   που αν κ' επνίγηκαν συχνά, δεν 'πέθαναν ακόμη,
   αυτοί εδώ οι υαλιστοί, οι κολασμένοι ψεύται,
   μέσα 'ς την φλόγα να καούν, 'σαν άπιστοι που θάναι!
   'Σ τα κάλλη την αγάπην μου θα ξεπεράση άλλη!
   Ο ήλιος, που το 'μάτι του τα πάντα εξετάζει,
   δεν είδεν άλλην 'σαν αυτήν απ' την αρχήν του κόσμου!

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Καλήν την είδες, επειδή κοντά δεν ήτον άλλη,
   και μόνην την εζύγιζες και εις τα δυο σου 'μάτια.
   Αλλ' αν εις την κρυστάλλινην αυτήν την ζυγαριάν σου
   ζυγίσης την αγάπην σου και με καμμίαν άλλην,
   από αυτάς που 'ς τον χορόν να λάμπουν θα σου δείξω,
   εκείνη, που καλλίτερην την έχεις, θα ξεπέση.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Πηγαίνω· όχι να ιδώ το θέαμα που λέγεις,
   πλην μόνον διά να χαρώ την λάμψιν που μ' ευφραίνει.



ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ.



   Θάλαμος εν τη οικία του Καπουλέτου.

   (Εισέρχονται η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ και η ΠΑΡΑΜΑΝΑ).

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

   Τι έγεινεν η κόρη μου; Την κράζεις, παραμάνα;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Δεν είν' εδώ; Τι έγινε! — Αρνάκι μου, πουλί μου!
   Κύρι' ελέησον, καλέ!... πού είσαι; Ιουλιέτα!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ, εισερχομένη.
   Τί είναι; ποιος με κράζει;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Η μητέρα σου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

   Εδώ είμαι, μητέρα μου· τι ορίζεις;

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Να σου το ειπώ... Παραμάνα, άφησέ μας ολίγον· έχω
   κάτι κρυφόν να της ειπώ. — Παραμάνα, έλα οπίσω και
   ήλλαξα γνώμην. Σε θέλω ν' ακούσης την ομιλίαν μας.
   Η κόρη μου τώρα έχει τα χρονάκια της· εσύ τα 'ξεύρεις.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Μα την πίστιν μου, τα 'ξεύρω τα χρονάκια της ως
   το λεπτόν.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Δεν έχει τελειωμένα τα δεκατέσσαρα;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Να χάνω δεκατέσσαρα δόντια, (μολονότι, κακόν που
   μούλθε, δεν μου έμειναν παρά τέσσαρα,) αν τα έχη τε-
   λειωμένα τα δεκατέσσαρα. Πότε έχωμεν των Αγίων
   Αποστόλων; (15)

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Σήμερον δεκαπέντε, ή εκεί κοντά.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Κοντά ή μακρυά, από όλαις ταις ημέραις του χρό-
   νου, όταν έλθη των αγίων Αποστόλων θα κλείση τα
   δεκατέσσαρα. Αυτή και η Σουσάνα μου, (ο θεός ν' ανα-
   παύση κάθε χριστιανού ψυχήν!) εγεννήθηκαν μαζή. Η
   καϋμένη η Σουσάνα μου! Μου την επήρεν ο Θεός· δεν
   την ήξιζα να την έχω εγώ. — Λοιπόν, ως καθώς σου λέ-
   γω, ανήμερα των Αγίων Αποστόλων, την νύκτα, τε-
   λειόνει τα δεκατέσσαρα· σωστά δεκατέσσαρα. — Το εν-
   θυμούμαι ωσάν να ήτον σήμερα. Είναι τώρα ένδεκα
   χρόνια, οπού έγινε ο σεισμός. Και την απέκοψα, από
   όλαις ταις ημέραις του χρόνου, ίσα ίσα εκείνην την ημέ-
   ραν του σεισμού (16). Όσον ζω, δεν θα το λησμονήσω.
   Είχα βάλλει αψιθιάν 'ς το βυζί μου, και ήμουν καθισμέ-
   νη 'ς τον ήλιον, κάτω από τον περιστεριώνα. — Ο αυθέν-
   της μου και του λόγου σου ελείπατε εις την Μάντουαν.
    — Δουλεύει ακόμη το μυαλόν μου! Λοιπόν, ως καθώς
   σου λέγω, ευθύς οπού εγεύθηκε την αψιθιάν 'ς την ρό-
   γαν του βυζιού μου, και είδε την πίκραν, — ω! πώς
   εθύμωσε το ανοητάκι μου, και τα έβαλε με το βυζί μου.
    — Κ' εκεί, δος του ο περιστεριώνας κούνημα! Δεν είχα
   χρείαν να μου ειπή κανείς να το ξεκόψω από τον τοί-
   χον. Και από τότε επέρασαν ένδεκα χρόνια· διότι έστεκε
   'ς τα πόδια της τότε. Ναι, μα τον Σταυρόν! Επεριπα-
   τούσε, κ' έτρεχεν επάνω κάτω· αφού, ίσα ίσα μίαν ημέ-
   ραν προ του σεισμού είχε πέσει καταγής κ' εκτύπησε
   'ς το κούτελον και ο άνδρας μου, (Θεός συγχωρέσοι τον,
   αγαπούσε να χωρατεύη ο μακαρίτης,) εσήκωσε το παιδί
   από καταγής, και του λέγει: «τι είν' αυτά, λέγει, μου
   πέφτεις προύμητα τώρα; όταν βάλης γνώσιν, θα πέφ-
   της ανάσκελα, λέγει· αλήθεια, Ζουλή;» Και μα την
   Παναγίαν, το σιχαμένον αφίνει τα κλαύματα, και του
   λέγει, ναι. Κύτταξε τώρα, τι καλά οπού ήλθεν ο χω-
   ρατάς! Χίλια χρόνια να ζήσω, δεν θα το λησμονήσω.
   «Αλήθεια, Ζουλή,» λέγει· και το γλυκόν ανοητάκι
   αφίνει τα κλαύματα και του κάμνει, ναι.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Καλά, καλά! Άφησέ τα τώρα αυτά, παραμάνα.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Ναι, Κυρία· αλλά δεν ημπορώ να μη γελώ, όταν μ'
   έρχεται εις τον νουν πώς άφησε τα κλαύματα, και του
   κάμνει, ναι. Και όμως είχε 'ς το κούτελον ένα πρήξι-
   μον ωσάν αυγόν — φοβερόν πρήξιμον! Και έκλαιε δυ-
   νατά! «Τι είν' αυτά, λέγει ο μακαρίτης· μου πέφτεις
   προύμυτα τώρα, λέγει· όταν βάλης γνώσιν, θα πέφτης
   ανάσκελα. Αλήθεια, Ζουλή;» κ' εκείνο αφίνει τα κλαύ-
   ματα και του λέγει, ναι.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Τώρα σου λέγω σώπαινε, και παύσε, παραμάνα.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Ιδού που ετελείωσα. — Θεός να σε χαρύνη!
   Αχ! ωραιότερον μωρόν δεν 'βύζαξα ποτέ μου.
   Να μ' αξιώση ο θεός να ιδώ τα στέφανά σου,
   και άλλο δεν επιθυμώ.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Αυτό είν' ίσα ίσα
   που ήθελα να της ειπώ. — Παιδί μου, Ιουλιέτα,
   ειπέ μου, η καρδούλα σου τι λέγει περί γάμου;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Ούτ' ωνειρεύθηκα ποτέ τέτοιαν τιμήν ακόμη.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Τιμήν! Αν δεν ετύχαινα η μόνη σου βυζάστρα,
   θα έλεγα πως 'βύζαξες την γνώσιν με το γάλα.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Καιρός να το συλλογισθής. Εδώ εις την Βερώναν
   ονομασταί αρχόντισσαι πολύ νεώτεραί σου
   μητέρες κι’ όλα έγιναν κ' εγώ που σου τα λέγω,
   μητέρα σου, παιδάκι μου, ήμουν επάνω κάτω
   'ς την ηλικίαν, οπού συ παρθένος είσ' ακόμη.
   Αλλά, να τα κοντολογώ, ο Πάρης ο γενναίος
   σ' εζήτησε γυναίκα του.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Ω κόρη μου, τι άνδρας!
   Τι άνδρας, Ιουλιέτα μου! Αληθινά κηρένιος!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Του τόπου μας η άνοιξις δεν έχει τέτοιον άνθος.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Τω όντι άνθος είν' αυτός· 'ς την πίστιν μου είν' άνθος!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Λοιπόν τι λέγεις, κόρη μου; Ο νέος σου αρέσει;
   Απόψε θα τον έχωμεν ς' την συναναστροφήν μας·
   το πρόσωπόν του κύτταξε να το καλοδιαβάσης·
   ιδέ την ωραιότητα εκεί ζωγραφισμένην,
   εξέτασε τ' αρμονικά χαρακτηριστικά του,
   και πώς η χάρις του ενός το άλλο ευμορφαίνει.
   Κι αν κατά τύχην εις αυτό το εύμορφον βιβλίον
   εύρης και κάτι σκοτεινόν, θα το ιδής γραμμένον
   'ς το περιθώρι των ματιών (17). Εκεί επάνω γράφει,
   ότι αυτό το ακριβόν βιβλίον της αγάπης,
   το άδετον, χρειάζεται το δέσιμον του γάμου,
   και τότε ωραιότερον θα φαίνεται ακόμη.
   Το ψάρι δεν επιάσθηκε. — Το εύμορφον το πράγμα
   κι απ' έξω σκέπασμα καλόν χρειάζεται να έχη·
   και εις τα 'μάτια των πολλών η δόξα του βιβλίου
   αυξάνει, αν τα φύλλα του χρυσοδεμένα ήναι.
   Ό,τι κι’ αν έχη τ' αποκτάς λοιπόν, εάν τον πάρης,
   και δεν μικραίνεις δι’ αυτό διόλου.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Να μικραίνη!
   Την μεγαλόνει μάλιστα ο άνδρας την γυναίκα.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Λοιπόν, τι αποκρίνεσαι; ο Πάρης σου αρέσει;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Να τον αρέσω θα ιδώ, αφού εσύ το θέλεις,
   αν ήναι με το να ιδώ να έλθη το ν' αρέσω·
   αλλά δεν έχω τον σκοπόν ν' αφήσω την 'ματιάν μου
   να 'πάγη πλέον μακρυά από την άδειάν σου.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ, εισερχόμενος.
   Κυρία, ήλθαν οι καλεσμένοι, το δείπνον είναι έτοι-
   μον, εσένα σε προσμένουν, την θυγατέρα σου την ζη-
   τούν, την παραμάναν την βλασφημούν εις το μαγει-
   ρειόν, και κάθε τι είναι εις τον τόπον του. Πηγαίνω εις
   την δουλειάν μου. — Κοπιάσατε αμέσως, αν αγαπάτε.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ
   Αμέσως. — Ιουλιέτα μου, ο Πάρης μας προσμένει.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Με την ευχήν μου, κόρη μου, και την καλήν την ώραν,
   κ' αι νύκταις 'σαν ταις 'μέραις σου να ήν' ευτυχισμέναις!

   (Απέρχονται)



ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ.



   Οδός εις Βερώναν.

   (Εισέρχονται ο ΡΩΜΑΙΟΣ, ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ, ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΜΟΣ και πέντε
   ή έξ έτεροι προσωπιδοφόροι, μετά δαδούχων)

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Και πώς; Με μήνυμα γραπτόν την άδειαν ζητούμεν;
   Ή να πηγαίνωμεν εμπρός χωρίς απολογίαν; (18)

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Δεν είναι πλέον του συρμού η τόση φλυαρία.
   Δεν έχομεν να στείλωμεν τον Έρωτα εμπρός μας,
   με τόξον εις τα χέρια του, και με δεμένα μάτια,
   εκεί σαν σκιάχτρον να φανή, τας νέας να τρομάξη.
   Ας λείψη κι’ όταν έμβωμεν ο πρόλογος ξεστίχου,
   που ένας τον καλαναρχά, κι’ άλλος σιγά τον λέγει.
   Πηγαίνομεν, ένα χορόν χοροπηδούμεν, κ’ έξω!
   Αν τους αρέσωμεν καλά· ει δε κακόν 'δικόν των.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Δος μου δαυλόν, και όρεξιν δεν έχω να πηδήξω.
   Εγώ, που είμαι σκοτεινός, το φως θα σας κρατήσω (19)

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
   Όχι, Ρωμαίε μου καλέ· σε θέλω να χορεύσης.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Αληθινά δεν ημπορώ. Σεις ελαφρά πατείτε
   με υποδήματα χορού κ' ευλύγιστην πατούνα,
   ενώ εμένα μου πατεί μολύβι την ψυχήν μου,
   κι ούτ' ημπορώ να κινηθώ απ' το πολύ το βάρος.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
   Ερωτευμένε, τα πτερά του Έρωτος δανείσου,
   κι ανασηκώσου με αυτά, να ιδής πώς θα πετάξης.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Τόσον μ' ετρύπησε βαθειά με τα σκληρά του βέλη,
   που να πετάξω δεν 'μπορώ 'ς τα ελαφρά πτερά του.
   το βάρος της αγάπης μου το στήθος μου πλακόνει.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
   Ρίξου επάνω της εσύ, να πλακωθή εκείνη.
   Τέτοιον παιδάκι τρυφερόν 'ς το βάρος σου θ' ανθέξη;

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Εσύ τον έχεις τρυφερόν; Σκληρός ο Έρως είναι,
   είναι στρυφνός κι’ ανάποδος, κεντά σαν το αγκάθι.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
   Εάν σου φέρνεται σκληρά, φέρσου σκληρά μαζή του·
   αν σε κεντά, κέντα και συ, να τον εξημέρωσης. —
   Δώσατ' εδώ ένα κουτί, το μούτρον μου να χώσω.

   (Φορεί προσωπίδα).

   'Σ την προσωπίδα προσωπίς! Και τώρα τι με μέλει,
   εάν την ασχημάδα μου κανείς μου ψεγαδιάση;
   Τα φρύδια τούτα τα χονδρά την εντροπήν ας πάρουν.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Εμπρός! πηγαίνωμεν εμπρός! Εμβαίνωμεν, κι’ αμέσως
   το ρίχνομεν εις τον χορόν.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Ένα δαυλόν εμένα.
   Εσείς, που έχετ' ελαφρόν κι’ απλήγωτον το στήθος
   ταις ψάθαις γαργαλίσετε απόψε με τα πόδια (20).
   Εγώ το φως θα σας κρατώ, κ' οι άλλοι ας πηδήξουν.

ΜΕΡΚΟΊΊΙΟΣ
   Επήδησεν ο ποντικός από το παραθύρι.... (21|)
   Αλλ' εάν είσαι ποντικός, σε βγάζω απ' την τρύπαν,
   Ή μάλλον, με συμπάθειον, απ' την αγάπην, όπου
   έως τ' αυτιά ευρίσκεσαι, Ρωμαίε, βουτημένος.
   Έλα, μη χάνωμεν καιρόν, και φέγγομεν τον ήλιον.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Πώς τούτο;

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
   Θέλω να ειπώ 'ξοδεύομεν του κάκου
   τα φώτα, 'σαν να καίωμεν το μεσημέρι λύχνον.
   Το νόημά μου κύτταξε, και άφηνε τα λόγια.
   Εάν λαλούμεν γνωστικά μίαν φοράν 'ς ταις πέντε,
   πλην ο σκοπός είναι καλός συχνά και εις ταις πέντε.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Κ' εκεί όπου πηγαίνομεν καλός είν' ο σκοπός μας,
   όμως δεν είναι γνωστικόν.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
   Και διατί;

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Διότι, —
   διότι είδα όνειρον 'ς τον ύπνον μου απόψε.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
   Είδα 'ς τον ύπνον μου κ' εγώ.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Τι ήτον τ' όνειρόν σου;

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
   Πως όποιος βλέπει όνειρα αέρα κοπανίζει.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Ναι, μέσα εις το στρώμα του, εκεί όπου κοιμάται
   κι αλήθειαις ονειρεύεται.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ
   Τώρα καταλαμβάνω!
   Την Μάβω την Νεράιδα εφίλευες απόψε (22).
   Η Μάβω κάμνει την μαμμήν, και έρχεται την νύκτα,
   ωσάν δακτυλιδόπετρα μεγάλη, απ' εκείναις
   οπού οι δημογέροντες φορούν 'ς το δάχτυλόν των
   και ζεύγει 'ς το αμάξι της μικρά μικρά μαμμούδια,
   και ταξειδεύει και περνά εις μύταις κοιμισμένων.
   Είναι τ' αδράχτιαν των τροχών από αράχνης πόδια,
   κι απ' των ακρίδων τα πτερά του αμαξιού ο θόλος·
   απ' αραχνιάν ψιλήν ψιλήν τα χαλινάρια είναι·
   τα ζυγολούρια από υγρήν ακτίνα της Σελήνης·
   η μάστιξ γρύλλου κόκκαλον, και πάχνη το σχοινί της.
   Και ένας κούνουπας ψαρός ο αμαξάς της είναι,
   μικρός μικρός, 'σαν το 'μισόν απ' ένα σκουληκάκι
   οπού τσιμπά το δάκτυλον μιας οκνηρής κοπέλας.
   Τ' αμάξι της ο σκίουρος το έχει καμωμένον,
   ο λεπτουργός των Μαγισσών απ’ την αρχήν του κόσμου·
   και της το κατεσκεύασεν απ' άδειον λεπτοκάρυ.
   Κ' έτσι με δόξαν και πομπήν περιπατεί την νύκτα
   εις τα μυαλά των εραστών, και βλέπουν στ' όνειρόν των
   αγάπαις· — εις τα γόνατα των αυλικών, κι’ αμέσως
   χαιρετισμούς φαντάζονται πως κάμνουν κ' υποκλίσεις·
   'ς των δικηγόρων απ' εκεί ταις φούκταις μεταβαίνει,
   κ' εκείνοι ονειρεύονται πελάτας, που πληρόνουν·
   'ς των γυναικών περιπατεί τα χείλη, και αμέσως
   φιλάκια ονειρεύονται· πλην κάποτε θυμόνει
   η Μάβω, και τα χείλη των γεμίζει φουσκαλίδες,.
   εάν τα εύρη μ' αλοιφαίς και χρώματ' αλειμμένα.
   Καμμιάν φοράν εις αυλικού παρασκαλόνει μύτην,
   και εύνοια βασιλική 'ς τον ύπνον του μυρίζει.
   Άλλην φοράν ενός παππά την μύτην γαργαλίζει,
   και άρτους ονειρεύεται και προσφοραίς κ' εκείνος(23).
   Και κάποτε τ' αμάξι της τυχαίνει στρατιώτην
   κι απ' το λαρύγγι του περνά, και βλέπει στ' όνειρόν του
   καρτέρια, μάχαις, και σπαθιά, κ' εχθρών λαιμούς πως
                                               [κόπτει,
   φαντάζεται πως τον κερνούν πεντάπηχα ποτήρια,
   κ' εκεί βούζουν τύμπανα ‘ς τ' αυτιά του, και τρομάζει,
   κ' εξιππασμένος εξυπνά, — πλην κάμνει τον σταυρόν του,
   ξανατραβά το 'πάπλωμα κι’ αποκοιμάται πάλιν.
   Η Μάβω είν' η Μάγισσα εκείνη, οπού πλέκει
   την νύκτα εις τα σκοτεινά την χαίτην των αλόγων,
   και ταις τραχαίς ταις τρίχαις των με κόμπους εμπερ-
                                               [δεύει,
   π' αλλοίμονον, κι' αλλοίμονον εις όποιον τους ξεπλέξη! (24)
   Αυτ' είν' η στρίγλα πώρχεται την νύκτα, και πλακόνει
   τας νέας, όταν κείτονται ανάσκελα 'ς την κλίνην,
   και τας γυμνάζει να βαστούν των γυναικών το βάρος·
   αυτ' είν' εκείνη....

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Σώπαινε, Μερκούτιέ μου, σώπα,
   και διά τίποτε λαλείς.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

   Λαλώ περί ονείρων
   και είναι κούφιου κεφαλιού τα όνειρα παιδάκια,
   γεννήματα του τίποτε, ήγουν της φαντασίας·
   κ’ η φαντασία είναι τι, λεπτόν 'σαν τον αέρα,
   και άστατον 'σαν την πνοήν τ' ανέμου, οπού πότε
   'ς την παγωμένην του Βορηά γλυκαίνεται αγκάλην,
   και αν θυμώση έξαφνα, φυσά και την αφίνει
   και στρέφεται προς την Νοτιάν την δροσοσκεπασμένην.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Μας 'βγάζει απ' τον δρόμον μας ο άνεμος που λέγεις.
   Το δείπνον θα' τελείωσε. Θα φθάσωμεν εξώρας.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Κ' εγώ φοβούμαι πρόωρα! 'Σαν να μου λέγη κάτι,
   ότι μεγάλη συμφορά, 'ς το άστρον μου κρυμμένη,
   απ' το νυκτοξεφάντωμα τ' αποψινόν θ' αρχίση,
   κι ότι αυτή, την ύπαρξιν την καταφρονημένην
   που κλείω εις τα στήθη μου, θα μου την τελείωση
   με μιαν φρικτήν καταστροφήν θανάτου πριν της ώρας!
   Αλλά Εκείνος π' οδηγεί το σκάφος της ζωής μου
   ας του πρυμνίζη τ' άρμενα! Εμπρός, καλοί μου φίλοι.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Βαρέσατε τα τύμπανα!

   (Εξέρχονται πάντες).



ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ.



   Αίθουσα εν τη, οικία του Καπουλέτου.
   (μουσικοί εις το βάθος της σκηνής κρατούντες τα όργανα
   αυτών. Εισέρχονται ΥΠΗΡΕΤΑΙ).

Α’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ
   Πού είναι ο Τηγανάς, και δεν έρχεται να σηκώσω-
   μεν τα πράγματα; Που να σαλεύση πινάκι αυτός! Που
   να καθαρίση πινάκι!

Β’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ
   Αλλοίμονον αν απομείνη το νοικοκυριόν εις τα χέ-
   ρια ενός ή και δύο ανθρώπων, και εκείνα λερωμένα!

Α’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ
   Πάρε τα σκαμνιά απ' εδώ. — Σπρώξε εκεί τ' αρμά-
   ρι. — Έχε τον νουν σου εις το ασημικόν. — Να μου
   ζήσης, φύλαξέ μου κομμάτι αμυγδαλωτόν και, αν μ'
   αγαπάς, ειπέ του θυρωρού ν' αφήση την Σουσάναν την
   Μυλοπέτραιναν να έμβη μέσα, — και την Νέλλην. —
   Αντώνη! Τηγανά!

Γ’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ
   Παρών!

Α’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ
   Σε φωνάζουν, σε ζητούν, σε θέλουν εις την τραπε-
   ζαρίαν.

Γ’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ
   Δεν ημπορώ να είμαι κ' εδώ κ' εκεί. — Εμπρός παι-
   διά! Τρέχετε επάνω κάτω, και όποιος μείνη ύστερος,
   χάρισμά του ό,τι απομείνη.

   (Αποσύρονται).

   (Εισέρχεται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ μετά των προσκεκλημένων,
   και προσωπιδοφόροι).

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   Καλώς ωρίσατ' άρχοντες! — Όσαις δεν έχουν κάλους
   θα σηκωθούν εις τον χορόν να σας ξεποδαριάσουν.
   Α, α! Ποια τώρ' απ' όλαις σας θα 'πή πως δεν χορεύει;
   Εάν καμμιά την δύσκολην θελήση να μας κάμη,
   παίρνω τον όρκον μου εγώ πως της πονούν οι κάλοι.
   Ωραία δεν σας έπιασα; — Καλώς τους άρχοντάς μου!
   Ήτον καιρός οπού κ' εγώ 'φορούσα προσωπίδα,
   και ήξευρα εις το αυτί μιας νέας να λαλήσω
   και να ειπώ σιγά σιγά εκείνα που αρέσουν
   αλλά επέρασ' ο καιρός, επέρασε και 'πάγει. —
   Καλώς ωρίσατ' άρχοντες. — Αι μουσικοί, λαλείτε!
   Ολίγον τόπον κάμετε! — Κορίτσια, σηκωθήτε!

   (Η μουσική παιανίζει· αρχίζει ο χορός).

   Και άλλα φώτα γρήγορα· — 'ς τον τοίχον τα τραπέζια·
   κι ας σβύση πλέον η φωτιά· κάμνει μεγάλην ζέστην(25).
   Αι, θείε Καπουλέτε μου, κάθισ' εδώ κοντά μου·
   εκάμαμεν το χρέος μας ημείς εις τον καιρόν μας.
   Αφ' ότου εχορεύσαμεν ως πόσα χρόνια είναι;

ΓΕΡΩΝ ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   Μα τον σταυρόν, εξάδελφε, είναι τριάντα χρόνια.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   Τι! Ολιγώτερον καλέ, 'λιγώτερον σου λέγω.
   Θα γείνουν την πεντηκοστήν είκοσι πέντε χρόνια
   που είχεν ο Λουκέντιος τους γάμους του· και τότε
   κ' οι δυο μας εχορεύσαμεν. Θυμάσαι;

ΓΕΡΩΝ ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   Έχεις λάθος.
   Θα είναι περισσότερον, αφού τριάντα χρόνων
   είναι ο υιός του σήμερον.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   Τι κάθεσαι και λέγεις!
   Ήτον ανήλικος αυτός τώρα και δύο χρόνοι.

   (Αποσύρονται).

ΡΩΜΑΙΟΣ, προς υπηρέτην·
   Ποια είν' αυτή που 'πέρασε, κ' επλούτιζε το χέρι
   του νέου οπού την κρατεί, εκεί;

ΥΠΗΡΕΤΗΣ
   Δεν την γνωρίζω.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Ω! εις την λάμψιν της κοντά θαμπόνουν αι λαμπάδες!
   Μου φαίνεται 'ς το μάγουλον της Νύκτας κρεμασμένη,
   ωσάν διαμάντι λαμπερόν στ' αυτί ενός Αράπη!
   Τόσον πλουσία ευμορφιά δι’ άνθρωπον δεν είναι,
   τόσον ωραίον θησαυρόν η γη δεν τον αξίζει!
   Πώς ξεχωρίζεται αυτή απ' ταις συντρόφισσαίς της,
   'σαν περιστέρα κάτασπρη 'ς τα μαυροπούλια μέσα!
   Ευθύς που παύση ο χορός, θα ιδώ πού θα καθίση,
   να δώσω την ανέκφραστην χαράν στ' αδρύ μου χέρι
   να πιάση το χεράκι της. — Αγάπησ' η καρδιά μου
   ως τώρα; Όχι! Μάτια μου, εσείς να ορκισθήτε
   πως ευμορφιάν αληθινήν απόψε πρωτοβλέπω!

ΤΥΒΑΛΤΗΣ, παρατηρών τον Ρωμαίον μακρόθεν.
   Μοντέκης είναι βέβαια! Γνωρίζω την φωνήν του.

   (Προς τον ακόλουθόν του)

   Συ το σπαθί μου φέρε μου. — Και πώς αυθαδιάζει
   ο άθλιος να έρχεται με μούτρα σκεπασμένα,
   και 'ς τον χορόν μας να χωθή], να μας περιγελάση!
   Μα την τιμήν του γένους μου και μα την γενεάν μου,
   κρίμα δεν τόχω αν εδώ 'ς τον τόπον τον αφήσω!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   Τι έπαθες, ανεψιέ; τι έχεις και ανάπτεις;

ΤΥΒΑΛΤΗΣ
   Αυτός εδώ ένας εχθρός, ένας Μοντέκης είναι,
   ένας αχρείος, θείε μου, που ήλθε με κακίαν
   την εορτήν μας να ιδή και να μας περιπαίξη!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   Τι; ο Ρωμαίος είν' αυτός;

ΤΥΒΑΛΤΗΣ
   Εκείνος, ο αχρείος!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   Ησύχασε και άφες τον, ανεψιέ καλέ μου·
   αρχοντικόν κ' ευγενικόν το φέρσιμόν του είναι,
   κι αν θέλης την αλήθειαν, τον έχει καύχημά της
   όλ' η Βερώνα, ως καλόν και καθώς πρέπει νέον.
   Και όλα να μου έδιδες του τόπου μας τα πλούτη,
   δεν το 'καμνα 'ς το σπίτι μου να τον καταφρονήσω.
   Κάμε λοιπόν υπομονήν και συ. Μη τον κυττάζης.
   Το θέλημά μου είν' αυτό, και αν ψηφάς τι θέλω,
   πρόσχαρος τώρα να φανής. Μη μου τα καταιβάζης,
   και δεν ταιριάζουν 'ς τον χορόν καταιβασμένα μούτρα.

ΤΥΒΑΛΤΗΣ
   Ταιριάζουν, όταν χώνεται κ' ένας αχρείος μέσα!
   Δεν υποφέρεται αυτό!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   Πλην θα το υποφέρης!
   Τι είναι τούτο, Κύριε; Σου λέγω δα! Πού είσαι;
   Ο νοικοκύρης είμ' εγώ, ή συ; — Δεν υποφέρεις!
   Ποιος σ' ερωτά; Ακούς εκεί! Θεέ συγχώρεσέ με,
   θέλεις οι φίλοι μου εδώ να γείνουν άνω κάτω;
   να γείν' ανάστα ο Θεός; τι θέλεις; να μου κάμης
   το παλλικάρι;

ΤΥΒΑΛΤΗΣ
   Θειε μου, είν' εντροπή μας.

ΤΥΒΑΛΤΗΣ
   Σώπα!
   Συμμάζωξε τα λόγια σου! Ακόμη τι θ' ακούσω;
   Να μη πλήρωσης ακριβά το φέρσιμόν σου τούτο.
   Θα μου εναντιώνεσαι! Καιρός μα την αλήθειαν....

   (προς νέαν τινά).

   Πολύ καλά, ψυχούλα μου.

   (Προς τον Τυβάλτην)

   Πού έχεις τα μυαλά σου;
   Να που το λέγω, 'σύχασε, ή...

   (Προς τους υπηρέτας).

   Κι άλλα φώτα! φώτα!

   (Προς τους υπηρέτας).

   Εμπρός να ζήτε.

   (Προς τον Τυβάλτην)

   Ειδεμή, εγώ σε ησυχάζω!

ΤΥΒΑΛΤΗΣ
   Βιάζομαι να κρατηθώ· πλην ο θυμός με πνίγει,
   κι από την στενοχώριαν μου ανατριχιάζω όλος.
   Ας τραβηχθώ. Όμως αυτός εδώ ο ερχομός του,
   και αν του φαίνεται γλυκός, εις πίκραν θα γυρίση.

   (Αποσύρεται.).

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Αν τύχη κ' εβεβήλωσε τ' ανάξιόν μου χέρι
   το άγιον εικόνισμα οπού κρατώ, ας σκύψουν
   δυο κόκκινοι προσκυνηταί, τα πρόθυμά μου χείλη,
   και το τραχύ μου έγγιγμα μ' ένα φιλί ας σβύσουν.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Το αδικείς το χέρι σου, καλέ προσκυνητά μου·
   δεν έδειξεν ευλάβειαν οπού να μην αρμόζη.
   Εγγίζουν οι προσκυνηταί τα χέρια των αγίων,
   κι ασπάζονται μ' ευλάβειαν τα εικονίσματά των (26).

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Τα χείλη των προσκυνητών οι άγιοι δεν τάχουν;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Τα έχουν να προσεύχωνται, προσκυνητά καλέ μου.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Λοιπόν, ω δέσποινα γλυκειά, ό,τι τα χέρια κάμνουν
   ας κάμουν και τα χείλη μου· 'ς την δέησίν των κλίνε!
   Μην τ' αρνηθής, κι’ απελπισθούν εκεί οπού πιστεύουν.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Οι άγιοι ακίνητοι ακούουν τας δεήσεις.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Μείνε ακίνητη και συ, ενώ εγώ θα παίρνω
   εκείνο που σου δέομαι.

   (Την ασπάζεται).

   Μ' αυτό την αμαρτίαν
   Των ιδικών μου των χειλιών την σβύνουν τα 'δικά σου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Μένει 'ς τα χείλη μου λοιπόν το κρίμα που επήραν.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Το κρίμ' από τα χείλη μου; Το μάλλωμα μ' ευφραίνει.
   Δος μου το 'πίσω το λοιπόν.

   (Την ασπάζεται εκ νέου).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Φιλείς 'σαν κομπολόγι(27).

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Κυρία, η μητέρα σου να σου 'μιλήση θέλει.

   (Η Ιουλιέτα διευθύνεται προς την μητέρα της).

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Ποια είναι η μητέρα της;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Καλόν μου παλλικάρι,
   είν' η κυρία του σπιτιού. Εξαίρετη Κυρία,
   και φρόνιμη νοικοκυρά, και αρεταίς γεμάτη.
   Εβύζαξα την κόρην της, αυτήν που ωμιλούσες.
   Χαρά ς' εκείνον που θα ‘πή: «την έβαλα 'ς το χέρι,
   διότι παίρνει θησαυρόν.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Του Καπουλέτου κόρη!
   Ω! τι γλυκός λογαριασμός! 'ς την κόρην του εχθρού μου
   την ύπαρξίν μου χρεωστώ.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ
   Καιρός ν' αναχωρούμεν
   Τελειόν' η διασκέδασις.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Κ' εγώ αυτό φοβούμαι.
   Τελειόν' η διασκέδασις, κ’ η συμφορά αρχίζει.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ
   Ακόμη δα, ω άρχοντες, μη φεύγετε ακόμη.
   Σταθήτε να δειπνήσετε· τώρα θα φέρουν κάτι.
   Τ' απεφασίσατε; Λοιπόν, υπόχρεώς σας είμαι,
   υπόχρεως εις όλους σας πολύ. Καλήν σας νύκτα!
   Φώτα εδώ! — Πηγαίνομεν κ' ημείς να κοιμηθούμεν.
   Μα την αλήθειαν, θείε μου, είναι πολύ εξώρας.
   Πηγαίνω 'ς το κρεββάτι μου.

   (Αποσύρονται πάντες, εκτός της Ιουλιέτας και της Παραμάνας).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Αι παραμάνα, έλα 'δω. — Αυτός εκεί ποιος είναι;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Ο κληρονόμος και υιός του γέρο-Τιβερίου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Κι' ο άλλος απ' οπίσω του; Αυτός που 'βγαίνει τώρα;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Ο νέος ο Πετρούκιος μου φαίνεται.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Κ' εκείνος
   κοντά του; που δεν ήθελεν απόψε να χορεύση;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Δεν τον γνωρίζω.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Πήγαινε να μάθης τ' όνομα του. —
   Εάν δεν είν' ελεύθερος, ο τάφος μου θα ήναι
   το νυμφικόν κρεββάτι μου.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ, επιστρέφουσα.
   Μοντέκης είναι τούτος·
   είν' ο Ρωμαίος! το παιδί του πατρικού εχθρού σου!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Της μόνης έχθρας μου βλαστός η μόνη μου αγάπη!
   Ω! πάρωρα τον 'γνώρισα, και πρόωρα τον είδα!
   Εις την καρδιάν μου 'φύτρωσε παράδοξος αγάπη,
   και τώρα έχω ν' αγαπώ τον μισητόν εχθρόν μου!

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Τι είν' αυτό; τι είν' αυτό;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Είν' ένα τραγουδάκι,
   που μ' έμαθ' ένας χορευτής.

   (Κράζουν έσωθεν την Ιουλιέταν).

ΠΑΡΑΜΑΝΑ
   Αμέσως! Ναι, αμέσως!
   Έλα πηγαίνωμεν κ' ημείς; Έφυγ' ο κόσμος όλος.

   (Απέρχονται)