Ρεμβασμοί (Παράσχος)

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ῥεμβασμοί
Συγγραφέας:
Δημοσιεύθηκε στο Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1888 του Κωνσταντίνου Σκόκου


ΡΕΜΒΑΣΜΟΙ

Α′.

Πόσον καλὰ καταλαμβάνω,
Πῶς κάτω, κάτω, ὄχι ἄνω
Γλυκύτατα θἀναπαυθῶ·
Ὁ οὐρανὸς ζωὴ ἐκλήθη,
Ἀλλὰ ὁ τάφος εἶναι λήθη
Καὶ θέλω ν’ ἀποκοιμηθῶ
Ἀναίσθητον νὰ κεῖμαι πτῶμα,
Κ’ ἠχὼ σιγῆς, ὑπὸ τὸ χῶμα
Τοῦ τάφου κάτω νὰ σιγῶ!
Ἄ, πόσα δὲν θὰ λησμονήσω,
Ὅταν τὴν ὕπαρξιν ἀφήσω·
Αὐτό γνωρίζει..... εἷς· ἐγώ.
Ἐγώ, Θεέ μου, ἐγὼ μόνον·
Σύ, ἔχεις ὑψηλὰ τὸν θρόνον
Καὶ δὲν ἀκούει τὸν τριγμὸν
Τοῦ σκώληκος ἡ ἀκοή Σου·
Τὰ «ὠσσανὰ» τοῦ Παραδείσου,
Τοῦ πένθους πνίγουν τὸν λυγμόν!

Β′.

Ἐκ τοῦ Ναοῦ τοῦ Ὀλυμπίου,
Μετὰ αἰσθήματος μυχίου,
Τὸ γέρας βλέπω τὸ λευκόν·
Τὴν Γέφυραν τὴν μαρμαρίνην,
Ἥτις μᾶς δίδει τὴν γαλήνην
Καὶ λήθης ὕπνου μυστικόν.
Χαῖρε, ὦ Γέφυρα ἁγία·
Χαῖρε, πανύστατος πορεία,
Μεταίχμιον σιωπηλόν
Πολυθορύβου τρικυμίας
Καὶ ἀκυμάντου ἡσυχίας,
Πρῶτον καὶ ὕστατον καλὸν·
Κτῖσμα παράδοξον· σκοτία
Θανάτου, καὶ σιγὴ βαθεῖα
Σκέπει τὴν μίαν σου πλευράν·
Τὴν ἄλλην, φῶς ζωῆς φαιδρύνει,
Καὶ καταπράσινος μυρσίνη,
Ἐρώτων πνέουσα χαράν.
Καὶ βήματα χωρίζουν μόνα,
Τὴν Γλαῦκα καὶ τὴν ἀηδόνα,
Καὶ ἀκροᾶσαι τῆς ᾠδῆς,
Τοῦ ἔρωτος καὶ τοῦ θανάτου
Καὶ συνενοῖ τὸ ἄρωμά του
Ὁ λίβανος μὲ τῆς ῥοδῆς.


....................................................................................................................................................................................................................................................


Πόσον ἡ θέα σου μ’ εὐφραίνει,
Ὦ Γέφυρα πεφιλημένη,
Τὸ μάρμαρόν σου τὸ λευκόν,
Λευκὸν μοὶ φαίνεται ἱστίον,
Οἰκτίρμων δάκτυλος δεικνύων
Λιμένα ξένον, μυστικόν·
Θαρρῶ ἀφώνως ἀπὸ πέραν,
Μᾶς λέγεις νύκτα καὶ ἡμέραν,
«Δεῦτε ἐν βήματι γοργῷ,
»Πρός με οἱ καταπονεμένοι·
»Δεῦτε, ὁδῖται κουρασμένοι,
»Εἶμαι ἀνάπαυσις ἐγώ!»
Καὶ εἰς ἀκύμαντον λιμένα,
Κ’ εἰς μνήματα ἡγιασμένα,
Μυστηριώδης ναῦς περᾷς,
Ἀναίσθητος τοὺς ἀναισθήτους,
Ἀκίνητος τοὺς ἀκινήτους,
Μακρὰν ὀδύνης καὶ χαρᾶς!
Ὦ Γέφυρα κρυφῆς πορείας,
Τόσας νὰ ἔχῃς εὐλογίας,
Ὅσας διέσωσας ψυχάς·
Καὶ ὅσοι λίθοι σ’ ἀπαρτίζουν,
Τοσαύτας νὰ σοῦ ψιθυρίζουν,
Χείλη εὐγνώμονα εὐχάς!
Εὐλογημένα τὰ ἐδάφη
Ὅπου ὁ κτίτωρ σου ἐτάφη·
Ὕπνον τοῦ εὔχομαι μακρόν·
Ὤ, εἴθε νὰ μὴ ἐξυπνήσῃ
Κ’ ἡ σάλπιγξ ὅταν ἀντηχήσῃ,
Ἤ πανυστάτη τῶν νεκρῶν.....
Εὐλογημένοι πλὴν κ’ ἐκεῖνοι
Οἱ τέσσαρες, οὓς θὰ βαρύνῃ
Τὸ φέρετρόν μου, κ’ εἰς τὴν γῆν,
Θὰ μὲ κομίσουν τὴν ἁγίαν,
Ὅπου τῆς λήθης ἀμβροσίαν,
Ὁ χάρων δίδει μὲ στοργήν!
Ὦ εὐεργέται ἄγνωστοί μου,
Πρὶν κλείσωσιν οἱ ὀφθαλμοί μου,
Δεχθῆτ’ εὐγνώμονα παλμόν·
Φεῦ· ὅταν θὰ μ’ εὐεργετεῖτε,
Νεκρὸς ὁ φίλος σας θὰ κεῖται,
Μὲ χεῖλος ἄφωνον, χλωμόν.
Ζωὴ καὶ φθόγγος θὰ τοῦ λείπῃ
Καὶ δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ εἴπῃ,
«Ὦ φίλοι μου, εὐχαριστῶ!»


....................................................................................................................................................................................................................................................




Γ′.

Ἕως θανάτου τεθλιμμένος
Κ’ εἰς βακτηρίαν στηριγμένος,
Ἐδῶ κ’ ἐκεῖ περιπατῶ,
Καὶ ὁδοιπόρος νυσταλέος,
Μίαν εὐνὴν ζητῶ ματαίως·
Δρόμον δὲν ἄφησα μακρόν,
Ἀλλ’ ἦτον ἀκανθὼν ὁ δρόμος,
Ἀλλ’ ἦτον ἔρεβος καὶ τρόμος
Καὶ δὲν συνήντησα περῶν,
Δένδρον, σκιὰν νὰ μὲ χαρίσῃ,
Ῥυάκιον νὰ μὲ δροσίσῃ,
Ἢ ἓν πλανώμενον πτηνόν
Τὸν δρόμον μου νὰ εὐλογήσῃ,
Ἓν ἄνθος νὰ μ’ ἀρωματίσῃ,
Ἔστω, νεκράνθεμον ἱσχνόν!

Δ′.

Ἐκ τῶν στηλῶν τοῦ Ὀλυμπίου,
Τὴν θύραν τοῦ κοιμητηρίου,
Ὡς γενεθλίαν βλέπω γῆν·
Πῶς τὴν καρδίαν μου ἑλκύει,
Ἡ θύρα του ἥτις δὲν κλείει,
Ποτὲ, καὶ νύκτα καὶ αὐγήν…
Ἡ θύρα, θήραν περιμένει
Κ’ ἐκ τούτου εἶναι ἀνοιγμένη·
Τρέμει τὸν μέγα θηρευτήν,
Ὅστις πρὶν φύγῃ ἐπιστρέφει,
Ἀπὸ τὴν γῆν, ἀπὸ τὰ νέφη,
Τὴν θάλασσαν καὶ τὴν ἀκτήν!
Χαῖρε, μυστηριώδη πύλη·
Χαῖρε, τῶν τεθλιμμένων φίλη
Καὶ παραλία ἱερά,
Ἥτις ναυάγια συνάζεις
Κ’ εὐσπλάγχνως τὰ ἐνταφιάζεις
Ἐπὶ ἐδάφη ἱερά.
Ὡς οἱ δειλοί, ὡς ἡ μωρία,
Ποτὲ, ὦ πύλη μακαρία
Δὲν σ’ ἐφοβήθην· ὁ μωρὸς
Ἂς τρέμει καὶ ἃς συγκινεῖται,
Ὁ ἄνανδρος ἃς σὲ φοβεῖται
Καὶ ἃς μακρύνεται ὠχρός!
Ὤ, πάντοτε ἐγὼ ἠγάπων,
Λιμένα ὀρφανὸν λαιλάπων,
Μὲ τὴν προμήτορα σιγήν.

Λατρεύω τὴν καταγωγήν μου,
Τὴν γῆν μου, πάντοτε τὴν γῆν μου,
Καὶ ὄχι οὐρανοῦ αὐγήν!…
Πρὸς τὴν πτωχήν μου τὴν Μητέρα,
Εἶν’ ἡ στοργή μου θερμοτέρα·
Μισῶ τὸν ἄθλιον υἱόν,
Ὅστις πτωχοὺς γονεῖς ἀρνεῖται
Καὶ μὲ παράσημα κοσμεῖται
Καὶ τίτλους ξένων εὐιλειῶν.
Φεῦ, εἶναι τόσον, τόσον ξένος,
Πρὸς τ’ ἀργιλλῶδες ἡμῶν γένος,
Ὁ φωτοβόλος οὐρανός·
Τ’ ἄστρα δὲν εἶναι ἀδελφοί μας·
Καὶ συγγενεύουσι μαζῆ μας,
Κόνις καὶ σκώληξ ταπεινός.

Ε′.

Ὦ θύρα τοῦ κοιμητηρίου,
Κ’ ἐγὼ ὡς ξύλον ναυαγίου,
Θὰ ἔλθω μέχρι σοῦ ζητῶν
Τὴν ἀμοιβὴν τοσούτων πόνων,
Τὸν ὕπνον τοῦ μνημείου μόνον
Καὶ λήθην χρόνων μισητῶν…
Φεῦ, δὲν θ’ ἀργήσω, δὲν θ’ ἀργήσω·
Ταχύτατα θὰ σοῦ ζητήσω,
Εἰς τοῦ θανάτου τὸν ναόν.
Τοῦ τάφου τὴν λευκὴν σινδόνα·
Σοῦ ἔχω δώσει ἀρραβῶνα,
Πατέρα, ἀδελφήν, υἱόν....
Δρῦν καὶ κυπάρισσον καὶ κρῖνον,
Κόμην λευκήν, κόμην ἀκτίνων,
Κόμην ὡς νύκτα μελανήν…
Τοῦ κατωφλίου σου, ὦ πύλη,
Διῆλθον οἱ καλοί μου φίλοι,
Καὶ κείτονται χωρὶς φωνήν.
Ὅλα διῆλθον τὰ πτηνά μου,
Καὶ τ’ ἄνθη καὶ τ’ ἀρώματά μου,
Καὶ χρόνων φίλων ἡ μολπή.
Μ’ ἐγύμνωσε τόσου χρυσίου,
Ἡ ἀπληστία τοῦ μνημείου
Καὶ ἀτελεύτητος κλοπή…
Ὅ,τι μοὶ ἔμεινε, τὸ θέλω
Καὶ δὲν τὸ δίδω, δὲν τὸ στέλλω…
Ἐκθρονισμένος ἡγεμών,
Τοῦ διαδήματος τοὺς λίθους,
Ἐφύλαξα ἐπὶ τοῦ στήθους,
Καὶ τοὺς φρουρῶ μετὰ παλμῶν…
Θέλω νὰ μὴ μὲ παραιτήσουν,
Θέλω νεκρὸν νὰ μὲ θρηνήσουν
Οἱ φίλτατοί μου· νὰ θρηνοῦν
Ἀπηύδησαν οἱ ὀφθαλμοί μου·
Πρόλαβε, πρόλαβε, ψυχή μου,
Καὶ φύγε, φύγε πρὶν φανοῦν,
Καὶ ἄλλαι θλίψεις, ἄλλοι τάφοι·
Εἰς τοῦ θανάτου τὰ ἐδάφη,
Δὲν θ’ ἀγαπᾷς, δὲν θὰ ποθῇς.
Ἐκεῖ, τὸ πᾶν ὁ χάρων θραύει·
Ἐκεῖ καὶ ἡ ἀγάπη παύει·
Ἐκεῖ ψυχὴ θὰ κοιμηθῇς!

(Σεπτέμβριος του 1881)

Αχ. Παρασχοσ