Ρεμβασμοί

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ρεμβασμοί
Συγγραφέας: Γεώργιος Σουρής
Ιούλιος 1881.


Εἰς τοῦ Φαλήρου κάθομαι μονάχος τ' ἀκρογιάλι,
τὴν ἄπιστι τὴ θάλασσα κυττάζω πέρα πέρα,
κι' ἀμέσως τὸ καπέλο μου πετῶ ἀπ' τὸ κεφάλι,
γιὰ ν' ἀναπνεύσω καθαρὸ τῆς θάλασσας ἀέρα.
Τί πέλαγος καὶ τί δροσιά!... μόνον ἐδῶ ἡ σκόνη
τὰ μάτια δὲν στραβόνει.

Ὁ ἥλιος κατακόκκινος στὴ δύσι του κατέβη
καὶ τὸ φεγγάρι τρέχοντας στοὺς οὐρανοὺς θωρῶ,
ἀργυρωμέν' ἡ θάλασσα ἐδῶ κι' ἐκεῖ σαλεύει,
ποὺ φαίνεται στὰ μάτια σου σὰν φεῖδι ἀργυρό.
Δὲν ξέρω ἡ παραβολὴ αὐτὴ πῶς σᾶς ἐφάνη·
ἀλλ' ἂν καὶ δὲν σᾶς ἄρεσε, γιὰ μὲ τὸ ἴδιο κάνει.

Ρεμβάζω μὲ τὴ θάλασσα, θυμοῦμαι τὴν πατρίδα,
τὸν πόλεμο, τὸν Μπούμπουλη, τὴν Ἄρτα, τὴν εἰρήνη,
καὶ μοὔρχεται ἡ ὄρεξις νὰ φάω μιὰ μερίδα,
μὰ ἔλα ποὺ ἡ τσέπη μου καθόλου δὲν βαρύνει.
Ἀλλὰ θὰ φάω, τέλειωσε, δὲν φεύγω ἀπ' ἐδῶ...
Ἔ! ξενοδόχε, φέρε μου τὴ λίστα σου νὰ δῶ!...

Μοῦ φέρνει ὁ λοκάντατζης μιὰ μπόλικη πορτσιόνα,
καὶ μιὰ στιγμὴ τὸν πόλεμο καὶ τἄλλα λησμονῶ...
μὰ ἔξαφνα θυμήθηκα καὶ τὸν χρυσοῦν αἰῶνα,
καὶ τότε πιὰ ἐνόησα στ' ἀλήθεια πὼς πεινῶ,
τί ἄνθρωπος ὁ Περικλῆς... τί δόξα αἱ Ἀθῆναι!...
ἀλλὰ θαρρῶ καὶ τὸ φαγὶ πὼς ἄσχημο δὲν εἶναι.

Ὤ! εἶναι ἀριστούργημα νὰ τρῷς εἰς τ' ἀκρογιάλι
καὶ τὴν δροσιὰ τῆς θάλασσας τὸ στῆθος σου νὰ πέρνῃ,
νὰ χώνῃς μὲς στὸ πιάτο σου καὶ χέρια καὶ κεφάλι,
κι' ἀδιάκοπα ὁ μάγειρος πορτσιόναις νὰ σοῦ φέρνῃ.
Ὤ! εἶναι ἀριστούργημα νὰ τρῷς καὶ νὰ φουσκώνῃς,
μὰ ὑπεραριστούργημα λεπτὸ νὰ μὴν πληρώνῃς.

Τί κρῖμα, τί κακούργημα στὰ τωρινά μας χρόνια
νὰ μὴν ἰδοῦμε πόλεμο καπνοῦ καὶ σκόνης νέφη...
Ἔ! ξενοδόχε, φέρε μου καὶ μία μακαρόνια...
δὲν ξέρω πῶς ὁ πόλεμος μοῦ φέρνει τόσο κέφι.
Ὦ θάλασσαις καὶ κύματα κι' ἀστέρια καὶ φεγγάρια,
ἕναν καιρὸ μᾶς βλέπατε μεγάλα παλληκάρια.

Γιατί, καϋμένε Μπούμπουλη, μ' ἕνα δαυλὸ Κανάρη
δὲν ἔφερες τῇς Τούρκικαις ἀρμάδες ἄνω κάτω;
γιατί, ὦ ὑποβρύχιο τοῦ Ἕλληνος Γρυπάρη,
μνῆμα νὰ βρῇς παντοτινὸ στῆς θάλασσας τὸν πάτο;
Ποὖναι τὰ πρῶτα χρόνια μας, οἱ στόλοι, τὰ φουσᾶτα;...
Ἄχ! πῶς περνοῦν τὰ νειᾶτα!

Ἀνοίξετε, ἀνοίξετε, σεῖς τῶν προγόνων τάφοι,
στέρεψε θάλασσα καὶ σὺ καὶ γίνε μιὰ στεριά,
καὶ φέρε μου, λοκάντατζη, κι' ἕνα καλὸ πιλάφι,
νὰ θυμηθῶ τὴ δόξα μας καὶ τὴν ἐλευθεριά.
Ἐλευθεριά!... τί βάλσαμο μὲς στὴν καρδιά μας χύνει,
καὶ μάλιστα σὰν ἔρχεται μὲ τάξι καὶ εἰρήνη.

Δόξα νὰ ἔχῃ ὁ Θεός... ἔφαγα τρεῖς μερίδες,
ἕνα ροσμπὶφ περίφημο, πιλάφι, μακαρόνια...
ἔκαμα τόσους ρεμβασμούς, ὀνείρατα, ἐλπίδες,
καὶ τωρινὰ θυμήθηκα καὶ περασμένα χρόνια.
Τί κρῖμα ποὺ δὲν ἔφαγα καὶ βῳδινὴ μπριζόλα.
Ἔ! ξενοδόχε, γράψε τα κι' εἶναι δικά μου ὅλα.