Πρώτος λόγος του κ. Δεληγιάννη

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πρώτος λόγος του κ. Δεληγιάννη
(Ενώπιον του Συνεδρίου)
Συγγραφέας: Γεώργιος Σουρής
Για τη συμμετοχή του Θ. Δεληγιάννη, υπουργού Εξωτερικών, στο Συνέδριο του Βερολίνου. 13 Ιουνίου 1878.


Bon Jour, κύριοι μεγάλοι τῆς Εὐρώπης διπλωμάται,
στὴν ὑγείαν σας πῶς εἶσθε;... φίλε Βίσμαρκ, πῶς περνᾶτε;
Ἐγώ, δόξα τῷ Ὑψίστῳ, μέχρις ὥρας ὑγιαίνω,
τρώγω μ' ὄρεξι, κοιμοῦμαι, σεργιανίζω καὶ παχαίνω.
Μὲ δυὸ λόγια χάφτω μυῖγαις καὶ ἀέρα κοπανῶ,
μολοντοῦτο κι' ἐν τοσοῦτῳ ταπεινὰ σᾶς προσκυνῶ.

Κατὰ πρῶτον, κύριοί μου, θὰ σᾶς κατευχαριστήσω,
ἀφοῦ τέλος ἠξιώθην πλάϊ πλάϊ νὰ καθίσω
μέ τῆς φίλης μου Εὐρώπης τοὺς ἐξόχους διπλωμάτας
καὶ τοῦ ἔθνους τῶν Ἑλλήνων εύεργέτας καὶ προστάτας.
Ὤ! ἀνοίξατε μιὰ θέσι κι' εἰς τὸν κύριον ἐμέ,
γιὰ νὰ μὴ περνοῦν μὲ λόγια αἱ πολύτιμοι στιγμαί.

Θὰ ἀρχίσω λοιὸν τώρα μὲ φωνὴ νὰ πῶ καὶ θάρρος
ὅ,τι θέλει καὶ δὲν θέλει ἡ Ἑλλάς, καὶ μὴ πρὸς βάρος.
Ἀλλὰ πρὶν στὸ μεγαλεῖον τῆς Ἑλλάδος ἀνατρέξω,
εἶναι φρόνιμον, νομίζω, τὸ λαρύγγι μου νὰ βρέξω
μὲ καμμιὰ σουμάδα κρύα ἢ κανένα παγωτό,
γιὰ νὰ μὴ μὲ πιάνῃ βήχας καὶ τὸν λόγον σταματῶ.

Ἂς στρωθῇ λοιπὸν ἐμπρός μου τῆς Ἑλλάδος ἕνας χάρτης,
ἐπειδὴ αύτὸς καὶ μόνον ἀληθὴς θὰ εἶναι μάρτυς
εἰς ἐκεῖνα ὅπου πρέπει νὰ σᾶς πῶ κατὰ καθῆκον...
Θὰ γνωρίζετε βεβαίως πὼς ἐμεῖς ἐκ τῶν Φοινίκων
παρελάβομεν τὰ φῶτα μετὰ ζήλου θαυμαστοῦ,
δὲν θυμοῦμαι εἰς τὰ πόσα, μὰ νομίζω πρὸ Χριστοῦ.

Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον ἦλθεν ἕνας Κάδμος στὰς Ἀθήνας,
κι' ἀφοῦ ἔμεινεν ἐννέα ἕως δέκα, θαρρῶ, μῆνας,
ηὗρε πρῶτος τὰ στοιχεῖα τοῦ λαμπροῦ μας ἀλφαβήτου,
– Γαῖαν ἐλαφρὰν ἂς ἔχῃ ἡ σκιὰ τοῦ μακαρίτου.
Τότε δ' ἔγινε ἡ γλῶσσα τῶν Ἑλλήνων κλασσικὴ
καὶ ἀμέσως ἐξηπλώθη ἀπ' ἐδῶ καὶ ἀπ' ἐκεῖ.

Ἀπὸ τότε πιὰ ὁ νοῦς μας ἐσηκώθη στὸν ἀέρα,
φῶτα πάνω, φῶτα κάτω, φῶτα δῶ καὶ φῶτα πέρα,
ὣς ποὺ ἔγινε σὰν Αἴτνα τὸ Ρωμαίικο κεφάλι
κι' ὅλο σπίθες ἐσκορποῦσε στὴν μιὰν ἄκρα καὶ στὴν ἄλλη.
Μὰ γιατί νὰ σᾶς νυστάξω; μὲ δυὸ λόγια στρογγυλὰ
στραβωθήκαμε μονάχοι μὲ τὰ φῶτα τὰ πολλά.

Ἐσεῖς, τότε, μὲ συμπάθειο, ἦσθε βάρβαροι ἀκόμη,
καὶ δὲν εἶχαν μεταξύ σας καμμιὰ πέρασιν οἱ νόμοι.
Δὲν ἐγνώριζεν ἡ Δύσις τί σημαίνει ἀρχαιότης,
μεγαλεῖον, δόξα, φήμη, ὕφος, βάθος, κλασσικότης.
Ἦτο τίποτε, ἀγρία, μαραμένη, σκοτεινή,
κι' ἐπερίμενε ἐμπρός της λίγος ἥλιος νὰ φανῇ.

Ἐκυττάζαμε τὸ σκότος τῆς βλακείας σας τῆς τόσης
καὶ ἐλέγαμε στὸ νοῦ μας «Μᾶς ἐσκότισαν αἱ γνώσεις,
κι' ἡ Ἑλλὰς βουτᾶ εἰς φώτων ἀτελείωτο ποτάμι...
τάχα τί θὰ τῆς κοστίσῃ ἂν τοὺς δώσῃ ἕνα δράμι;
Πῶς κι' ὁ βλὰξ ὁ Εὐρωπαῖος νὰ μὴ φαίνεται σοφός;
ἔ! λοιπὸν καὶ εἰς τὴν Δύσιν ἂς χυθῇ ὀλίγον φῶς».

Αὐτὰ εἴπαμε στὸν νοῦν μας, καὶ ἀμέσως πρῶτα πρῶτα
σᾶς ἐδώσαμε μιὰ σπίθα ἀπ' ἐκεῖνα μας τὰ φῶτα.
Μετ' ὀλίγον μίαν ἄλλην κι' ἄλλην μίαν, καὶ κατόπιν
καταστρέψαμεν μὲ φῶτα τὴν ἀγράμματην Εὐρώπην...
Ἀπὸ μᾶς καὶ ὄχι ἄλλους ὅλοι σεῖς οἱ ἀμαθεῖς
– Mille pardon γι' αὐτὴ τὴ λέξι – ἐφωτίσθητε εὐθύς.

Γι' αὐτά, κύριοι, καὶ ἄλλα ποὺ σᾶς εἶπα παραπάνω,
δυνατώτερα σᾶς λέγω καὶ σᾶς ἐπαναλαμβάνω,
ὅτι πρέπει ἀναγκαίως ἡ Ἑλλὰς νὰ μεγαλώσῃ,
καὶ ἂς μὴ τὸ θέλουν τοῦτο οὔτε Τοῦρκοι οὔτε Ρῶσοι.
Ἢ θὰ γίνῃ μιὰ γενναία στὴν Ἑλλάδα ἀμοιβή,
ἢ σᾶς πέρνομε τὰ φῶτα κι' ἀπομένετε στραβοί.