Πειράγματα

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πειράγματα
Συγγραφέας: Ανδρέας Καρκαβίτσας
Λόγια τῆς πλώρης (1924)


ΕΙΔΕΣ τόνε, εἶδες τόνε;—Εἶδα τόνε.—Κ’ἴντα φοροῦσε;—Ἄσπρη βράκα, ἄσπρη βράκα!—Κι’ ἀκόμα δὲν τὴν ἔβαψε;!…

Ὁ Πέτρος Σαντορινιὸς ὁ θερμαστής, περνῶντας καταϊδρωμένος ἀπὸ τὴ μηχανὴ στὴν πλώρη, ἔρριξε ἀδιάφορα τάχα τὰ λόγια του σὲ μερικοὺς ναῦτες, ποῦ ἔρραφταν καθισμένοι κατάχαμα ἕνα πανί. Μὲ τοῦτα θέλουν νὰ εἰποῦν οἱ ναυτικοὶ πῶς οἱ Καστελορριζῖτες, ἀφίνοντας τὸ νησί τους γιὰ νὰ ζητήσουν στὰ ξένα τύχη, φοροῦν ἄσπρη φουφουλόβρακα καὶ τὴ βάφουν μόλις καλητερέψουν τὰ οἰκονομικά τους. Γι’ αὐτὸ κάποιου ξενητεμένου ἡ γυναίκα συχνορωτᾷ ὅσους γυρίζουν στὴν πατρίδα, ὄχι τόσο γιὰ τὴν ὑγεία τοῦ ἀντρός της, ὅσο γιὰ τὴν προκοπή του καὶ κράζει μελαγχολικά, ποῦ δὲν ἀναγνωρίζει τὸ ποθητὸ χρῶμα στὸ φόρεμά του. Οἱ ναῦτες τόρα στὴ δουλειά τους προσηλωμένοι, καθόλου δὲν ἐπρόσεξαν στὸ θερμαστὴ καὶ τὰ λόγια του. Ὁ Στελόγιωργας ὅμως ποῦ γνώριζε πατρίδα του αὐτὸ τὸ ξερονῆσι, ἂν καὶ εἶχε γεννηθῇ στὴ Νάξο, πήδησε ἄξαφνα σὰν νὰ τὸν κέντησαν στὸν πισινό. Αὐτὸν ἠθέλησε νὰ πειράξῃ ὁ Σαντορινιὸς μὲ τὰ λόγια του! Μὰ αὐτὸς εἶχε συνήθεια νὰ μὴ χαρίζεται σὲ κανένα. Ζεστὸ ἤξερε νὰ χτυπᾷ τὸ σίδερο. Καὶ λυγίζωντας τὴ φωνή του σύμφωνα μὲ τὴν προφορὰ τῶν γυναικῶν τῆς Σαντορίνης, ἀνταπόδωκε ἀμέσως τὸ πείραγμα.

— Κὰ μπρὲ τὸ πουλί μου… Τσ’ ἂν πᾷς στὸ Ταϊγάνι τσ’ ἐρθῇς μὲ τὸ καλό, νὰ μοῦ φέρῃς ἕνα φλασκὶ ταμπάκο, νὰ σὲ γλυκοφιλῶ!…

Ὁ θερμαστὴς εἶχε τὸ ἕνα πόδι στὴ σκάλα κι ἑτοιμαζόταν νὰ βάλῃ καὶ τὸ ἄλλο. Πήγαινε ν’ ἀλλάξῃ τὰ βρεμένα ροῦχα του. Ἀκούοντας ὅμως τοῦ ναύτη τὰ λόγια πισωπάτησε ἀλαφιασμένος, σὰν νὰ εἶδε τὸ φίδι ἐμπρός του. Ἆ! μὰ αὐτὸ ἦταν πάρα πολύ!… Τ’ ἤθελε ν’ ἀνακατέψῃ τὶς γυναῖκες στὰ πειράγματά του ὁ Στελόγιωργας; Ναί, ἀληθινά· καὶ ἡ μάννα του ἔβαζε ταμπάκο κι’ ἡ ἀδερφή του· συνήθεια τοῦ τόπου. Μὲ τοῦτο ὅμως δὲ θὰ εἰπῇ πῶς ἡ γυναῖκα ἐκεῖ ἄλλαξε ὅλως-διόλου· πῶς ἀπὸ τὰ στολίδια καὶ τὰ ροῦχα καὶ τὰ συγύρια τοῦ σπιτιοῦ της προτιμᾷ ἕνα φλασκὶ ταμπάκο!… Ὁ θερμαστὴς κοίταξε κατάματα τὸν ναύτῃ, νὰ γνωρίσῃ, ἂν τὰ εἶπε μὲ κακὸ σκοπὸ τὰ λόγια του, νὰ προσβάλῃ στ’ ἀληθινά. Ξέρουν ὅλοι μέσα στὸ καράβι πῶς αὐτὸς δὲν τὶς δέχετ’ εὔκολα τὶς προσβολές. Εἶδε ὅμως τὸ πρόσωπό του νὰ λάμπῃ ἀπὸ εἰλικρίνεια· γνώρισε στὰ μάτια του ἄδολη τὴ χαρὰ ποῦ κατόρθωσε νὰ τὸν θυμώσῃ τόσο εὔκολα. Ἔφτυσε δυὸ-τρεῖς φορὲς στὰ πόδια του, ἔσκασε τὰ γέλια καὶ ἄρχισε ν’ ἀναζητᾷ στὴ μνήμη του τόσα ἄλλα ἀνέκδοτα ποῦ ἔχουν γιὰ τοὺς Καστελορριζῖτες οἱ ναυτικοί. Ἀθέλητα ὅμως πειράχτηκαν τὰ νεῦρά του καὶ τὸ μυαλὸ σταμάτησε ἀπότομα, ὅπως σταματᾷ ἡ μηχανὴ τὸ βαπόρι μ’ ἕνα κατέβασμα τῆς λάμας. Δὲ δούλευε καθόλου π’ ἀνάθεμά το! Διάβαιναν ἐμπρός του πλῆθος τὰ πειράγματα, ὅμως κουλουριασμένα σὰν ἀρμαθιὰ χελιῶν, ποῦ δὲ γνωρίζεις ποῦ ἡ οὐρὰ τελειώνει καὶ ποῦθε ἀρχίζει τὸ κεφάλι. Θυμήθηκε τὴ χαρὰ τοῦ πεθεροῦ, ὅταν εἶδε τὸ γαμπρό του ξεβράκωτο:—Γειά σου, καλὲ γαμπρέ, ποῦ θὰ χορτάσῃς τὸ καημένο τὸ κορίτσι μου!»· ξεχώρισε τὴ μονάκριβη συκιὰ ποῦ ἔχει τὸ νησὶ καὶ μνημονεύεται σὲ ὅλα τὰ προικοσύμφωνα, μὰ δὲν εἶχε πρόχειρα καὶ τὰ λόγια τους:—Γράψε, γράψε!—Γράψε καὶ τί νὰ γράψω,—Γράψ’ ἕνα κλωνὶ συκιὰ περ πονέντε!…

Μὰ ἐκεῖ ποῦ ἔμενε ἔτσι ἀφαιρεμένος καὶ φουρκισμένος ποῦ δὲν τὸν βοηθοῦσε ἡ γλῶσσα, εἶδε ἄλλο ναύτη, ἕνα γέροντα χοντροκαμωμένο καὶ κακοτράχαλο, νὰ γελᾷ πονηρὰ καὶ κάτι νὰ ψιθυρίζῃ στὸν Καστελορριζίτη. Βέβαια τοῦ θύμιζε κάποιο πείραγμα τῆς Σαντορίνης αὐτὸ τὸ καβοντόγιο. Μὰ τί θέλουν οἱ ἄλλοι καὶ ἀνακατώνονται στὶς κουβέντες τους! Καὶ παίρνοντας τὴν προφορὰ ποῦ ἔχουν οἱ Βαρνιῶτες τῆς Θρᾴκης, μὲ τὴν περιφρόνηση ποῦ τρέφουν οἱ Ἀσπροθαλασσῖτες ναυτικοὶ γιὰ τοὺς Μαυροθαλασσῖτες συναδέρφους των:

— Μ’ ἀφεῖς, πουῒ μ’ ἀφεῖς· εἶπε ἀλλάζοντας κατὰ τὴ φράση καὶ τὴ φωνή, ἀπὸ τὸν τρυφερὸ γυναίκειο στὸν βάναυσο ἀντρίκιο τόνο.—Νὰ φύω θῶ!…—Καῖ ποῦ ά πάγεις, καὶ ποῦ ά πάγεις;—Στὸ Μπαλτζίκι.—Ἄχ! στὰ χαμένα νερά! Καὶ πότε θ’ ἀκούσω τὶς χαλκαδένιες σου νὰ κάνουν γράντα-γράντα;…

Ἐσχημάτιζε τὶς χαλκιδένιες του, τὶς ἁλυσίδες τῆς ἄγκυρας πῶς βυθίζονται στὰ νερὰ καὶ κάνουν γράντα-γράντα, ἔδειχνε πῶς τὸ Μπαλτζίκι ἀπέχει ὥρα μόλις ἀπὸ τὴ Βάρνα· ἔπαιρνε στὸ πρόσωπο τὸν τρόμο τῆς γυναῖκας γιὰ τὸ μακρὺ κι’ ἀβέβαιο ταξίδι τοῦ ἀγαπημένου της καὶ σύγκαιρα τὴν ἀπελπισία ἐκείνου γιὰ τὸ χωρισμὸ καὶ τὴν περηφάνεια γιὰ τὸ κατόρθωμα. Ὁ θερμαστὴς ἔδινε στὴ φωνή, στὴ στάση, στὶς χερονομίες του τόση ἀστεῖα μεγαλοπρέπεια, ποῦ ἔσκασαν ὅλοι, ναῦτες καὶ θερμαστές, τὰ γέλια καὶ κοίταξαν τὸ Βαρνιώτῃ, σὰν κάτι παράξενο καὶ περιφρονημένο πρᾶμα. Ἕτοιμοι ἦταν νὰ τοῦ ριχθοῦν ὅλοι μὲ σαρκασμούς.

Ἐκεῖνος χαμογέλασε στὴν ἀρχή, ἀναψοκοκκίνησε, ἔρριξε τὸ κεφάλι κάτω καὶ τράβηξε νὰ φύγῃ. Ἦταν ἥσυχος ἀνθρωπάκος, φευγᾶτος ἀπὸ τὴν πατρίδα του, ἀπὸ τὴ δουλειὰ καὶ τὴν κακοπάθεια ἀφανισμένος, εἶχε ὁλόκληρη λυκοφαμελιὰ στὴ ράχη του καὶ δὲν τοῦ ἔμενε καιρὸς γιὰ μαλώματα καὶ καυγάδες. Μὰ ἐκεῖ ποῦ διάβαινε κοντὰ στὸν Κώστα τὸ θερμαστή, ἐκεῖνος ἅπλωσε τὴν ἀρίδα του, πεδικλώθηκε ὁ ναύτης καὶ κύλισε χάμω σὰν ἀσκί. Τόρα τὰ γέλια ἔσκασαν στὸ καράβι δυνατὰ καὶ τρανταχτά. Ἀλλὰ ὁ Μίμης ὁ Γαλαξειδιώτης ἦρθε τότε σύντροφος στὸ γέροντα καὶ ἠθέλησε νὰ τὸν βοηθήσῃ στὴ γλωσσοφαγιά.

— Μωρὲ δὲν τοῦ μιλάς! εἶπε προστατευτικά. Ὅποιος δὲ μιλεῖ ἐδῶ μέσα ζωντανὸ τὸν θάφτουνε. Τί ρίχνεις τὸ κεφάλι κάτου καὶ φεύγεις; Νὰ κι’ ὁ Κρητικομηλιὸς τώρα ποῦ βγῆκε στὸ μεϊντάνι. Δὲν πάει νὰ βάλῃ νέφτι σὰν τὸν πατριώτη του. Ἀκούς, εἶχε μιὰν ὀκνὴ γαϊδάρα καὶ κάποιος τὸν συμβούλεψε νὰ τῆς ἀλείψῃ νέφτι τὸν πισινό. Τὄκαμε ὁ μπουρμᾶς κι’ ἀλήθεια δὲν εἶχε στασιὸ ἀπὸ τότε· ἔφευγε βαπόρι. Μὰ τόρα ὁ φίλος ξεποδαριάστηκε. Ἔτρεχε· ποῦ νὰ τὴν φτάσῃ! Σὰν ἔξυπνος τέλος, ἀλείβεται καὶ κεῖνος νέφτι. Τόρα τὴ φτάνει καὶ τὴν περνάει. Διαβαίνει ἀπὸ τὸ σπίτι του καὶ βάνει τὶς φωνές:—Γυναίκα! ἔ, γυναίκα! ἔβγα νὰ πιάσῃς τὸ χτῆμα καὶ γὼ ἔχω δρόμο ἀκόμη!…

Ὁ Κώστας δέχθηκε τοῦ Γαλαξειδιώτη τὸ πείραγμα καὶ τοὺς σαρκασμοὺς τῶν συντρόφων του. Σούφρωσε μόνον τὰ χείλη, ἀγνάντεψε τὸν οὐρανὸ ψηλά, τὶς πράσινες στεργιὲς ἀντίκρυ, κάτω τὴ γαλάζια θάλασσα ποῦ αὐλάκωνε τὸ πλοῖο κι’ ἔβγαλε ἕνα πούφ! περιφρονητικό. Καὶ ὅταν ἔπαψε ὁ θόρυβος, τέντωσε τὴν ἄλλη του ἀρίδα, ἀνακλαδίσθηκε χάσκοντας πιθαμὴ τὸ στόμα, λὲς καὶ ἤθελε νὰ χάψῃ τὸν ἥλιο καὶ εἶπε μὲ φωνὴ σύγκαιρα ἀναγελάστρα καὶ ράθυμη στὸν ναύκληρο.

— Καὶ σοῦ λένε, Μπαρμπαγιώργη, πῶς δὲν εἶνε ἔξυπνοι οἱ Γαλαξειδιῶτες. Ἀφοῦ καὶ στὴ στεριὰ παίρνουν ὁδηγὸ τὸν μπούσουλα!… Ἀφοῦ μετροῦν τὰ χωράφια τους ἀπὸ ἄρμπουρο σ’ ἄρμπουρο κι ἀπ’ ἀσφάκα σ’ ἀσφάκα… Καὶ δὲν εἶνε παλληκάρια γιατί πῆραν τὸ τιτίβισμα τῶν περιστεριῶν γιὰ ληστάδες κι’ ἔφυγαν ἀφίνοντας τὶς γυναῖκες τους στοὺς νταυλοκαλογέρους!…

Ὁ Γαλαξειδιώτης ἄναψε ἀμέσως. Τὸ χαμόγελο ἔσβυσε στὰ χείλη του καὶ χαλκοπρασίνισε σὰν τὴν ὀχιά. Ἄ, δὲν τὰ σηκώνει ὁ Μίμης αὐτά! Ὂ,τι κάνουν οἱ ἄλλοι, καλὰ καμωμένα. Μὰ αὐτὸν δὲ θέλει νὰ τὸν πειράζει κανείς. Ἀψὺς σηκώθηκε ἐπάνω καὶ ἦρθε κατάμπροστα στὸ θερμαστή, βάζοντας τὰ χέρια στὴ μέση του, σὰν νὰ τὸν προσκαλοῦσε στὸ πάλαιμα.

— Ἄ, στὸ διάβολο, εἶπε, σαλιάρη, ποῦ δὲν ξέρεις τί λές.

— Νὰ χαθῇς, βλάχο! ἀπάντησε ὁ Κώστας θυμωμένος.

Κι εὐθὺς τινάχτηκε ὁλόρθος, ζύγωσε κοντὰ μὲ τὰ χέρια καὶ αὐτὸς στὴ μέση, τὸν κοίταξε κατάματα, ἔσμιξαν μύτη μὲ μύτη καὶ σφύριξε πάλι:

— Νὰ χαθῇς, παλιόβλαχε!

Χόχλαζε καὶ στοὺς δυὸ ὁ θυμός. Ἑτοιμάσθηκαν νὰ χυθοῦν ἕνας στὸν ἄλλον, νὰ γροθοκοπηθοῦν, νὰ ξεμαλλιασθοῦν, νὰ ξεσχισθοῦν· τὸ κατάστρωμα νὰ στρώσουν μὲ τὰ κρέατά τους· νὰ βάψουν τὴ θάλασσα μὲ τὸ αἷμά τους. Ἀλλὰ ὁ Μπαρμπαγιώργης ὁ ναύκληρος μπῆκε στὴ μέση, ἔσπρωξε τὸν ἕνα ἀποδῷ, ἔρριξε τὸν ἄλλο ἀποκεῖ καὶ ὀρθὸς ἀνάμεσά τους:

— Ἔ! ντραπῆτε καὶ μιὰ στάλα, ρὲ παιδιά· εἶπε μὲ τὴν τρανταχτὴ φωνή του. Ἁμή!… σὰ δὲ θέλετε νὰ σᾶς πειράζουν, μὴν πειράζετε καὶ σεῖς! Καμμιὰ φορὰ ἕνα πείραγμα φέρνει χίλια κακά. Εἶδα τόσα καὶ τόσα στὴ ζωή μου! Ἀπὸ τέτοια ἀθῶα πειράγματα χάθηκε τὸ παιδὶ ὁ Ἀνέστης, ἀλαφρὸ τὸ χῶμά του. Μωρὲ παίδαρος μιὰ φορά! Καὶ χάθηκε ἀπὸ ποιόν; Ἀπὸ μιὰ μύξα!… Ἆ! ἐκεῖνο τὸ κακὸ δὲ θὰ μοῦ τὸ βγάλῃ μήτε ἡ πλάκα.

Εἴμαστε στὴ Νοβοροσίσκη μ’ ἕνα Γαλαξειδιώτικο μπαρκομπέστια. Ἐγὼ ναυτολογήθηκα στὴν Πόλη. Ἐκεῖνοι ἦταν ἀπὸ πρίν. Εἶχαν πολλὰ ταξίδια μαζὶ καὶ ἦταν θαρρεμένοι. Ἀλλὰ μὲ ὅλα τὰ θάρρη τους, ἄμα ἄκουε κανένα λόγο γιὰ τοὺς πατριῶτές του ὁ Γεράσιμος, ἀνατρίχιαζε σὰν τὸ λυσασμένο σκυλὶ ἐμπρὸς στὸν καθρέφτη.

Ὁ Ἀνέστης ἦταν Σπετσιώτης, ἀρβανίτικο κεφάλι—μπίντα σωστή! Εἶχε ὅμως ἀγαθὴ ψυχή· ὅση κορμοστασιὰ τόση καὶ καρδιά. Τοῦ ἄρεσαν τὰ γέλια καὶ τὰ ξεφαντώματα. Μιὰ δραχμὴ νὰ εἶχε στὴν τσέπη, τὴ θυσίαζε γιὰ τοὺς φίλους· τὰ ροῦχά του πουλοῦσε γιὰ τὸ σύντροφο. Ἐγνώρισα τὴν καρδιά του μόλις πάτησα στὸ καράβι. Ὁ καπετάνιος δὲν ἤθελε τὸ Γεράσιμο γιατ’ ἦταν βλάστημος καὶ σπιοῦνος. Ἀποφάσισε νὰ τὸν βγάλῃ καὶ γι’ αὐτὸ ναυτολόγησε μένα. Ὁ Ἀνέστης ὅμως ἤξερε πῶς εἶχε φαμελιὰ ἀπάνω του καὶ ἠθέλησε νὰ τὸν σώσῃ. Εἶπε στὸν καπετάνιο πῶς ἦβρε δουλειὰ ἔξω καὶ θ’ ἄφινε τὸ καράβι. Τὸν παρακάλεσε στὴ θέση του νὰ κρατήσῃ τὸν Κεφαλλωνίτη. Ἐκεῖνος κατάλαβε, ἀγαποῦσε καὶ τὸ παιδί. Κράτησε τοὺς δυό, κράτησε καὶ μένα.

Μὰ ἐγὼ ἔνιωσα τὴ διαφορά τους ἀμέσως. Μίλια ἦταν μακριὰ ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον. Ὁ Γεράσιμος φαρμακομύτης, ἀγέλαστος, κρυφονούσης—βρασμένη ψυχή. Ὁ Ἀνέστης τὸ ἐνάντιο. Ὅ,τι ἔλεγε ἡ καρδιὰ τὸ ἔδειχνε στὰ χείλη ὁ Σπετσιώτης. Ὅ,τι ἔλεγαν τὰ χείλη τὸ τάφιαζε στ’ ἀπόκρυφα τῆς ψυχῆς ὁ Κεφαλλωνίτης. Καὶ μέσα ἐκεῖ σὰν σὲ λεβέτι ἀγάνωτο, τὸ ἔβραζε καὶ τὸ ἀνακάτωνε γιὰ χρόνια ὥς που τὸ ἔρριχνε ἔξω φαρμάκι καὶ χολή.

Ὁ Ἀνέστης ὅμως δὲν πρόσεχε καὶ πολὺ στὰ τέτοια. Ὅταν ἤθελε νὰ γελάσῃ—καὶ τὸ ἤθελε συχνὰ ὁ κακόμοιρος! – ἔλεγε τὸ λόγο του, ἀδιάφορο καὶ ἂν πλήγωνε κανένα. Εἶχε νὰ εἰπῇ γιὰ τοὺς Κεφαλλωνῖτες, ὅπως καὶ γιὰ κάθε τόπο τῆς Ἑλλάδας. Ἐμεῖς οἱ Ρωμιοὶ τὰ ἔχουμε αὐτά. Τ’ ἄφηκαν κληρονομιὰ οἱ παλαιοί μας. Ἔλεγε λοιπὸν πῶς οἱ Κεφαλλωνῖτες στὴν Ἐπανάσταση βγῆκαν νὰ πολεμήσουν στοῦ Λάλα ξαρμάτωτοι. Καὶ ὅταν τοὺς ρώτησαν οἱ ντόπιοι, γιατί πηγαίνουν ἔτσι στὸν πόλεμο, ἐκεῖνοι ἀπάντησαν μὲ τὴν παιδιάτικη προφορά τους:—Ἂ δὰ καὶ ἄρματα θέλουμε! Βγάνε βροῦλα, δένε Τροῦκους!… Κι ἔπειτα ποῦ τοὺς λιάνιζε μὲ τὸ γιαταγάνι ὁ ἐχθρός, φρόντιζαν νὰ μὴ χαλάσουν τὰ ροῦχά τους!—Κάτσε, καλὲ ἀγᾶ, καὶ μή μοῦ χαλᾶς τὸ γαμπᾶ μου!…

Ὁ Γεράσιμος τ’ ἄκουε αὐτὰ μὰ δὲν ἔλεγε τίποτα. Τί νὰ εἰπῇ ποῦ ἔτρεμε τοῦ Ἀνέστη τὸ γρόθο. Ἄσπριζε μόνον ὡς τ’ ἀφτιά· ἔδειχνε στὸ χαμόγελό του γούλια κατακίτρινα, σὰν νὰ εἶχαν φαρμακόφιδο μέσα τους καὶ κινοῦσε τὸ κεφάλι ρίχνοντας σουβλερὲς ματιὲς στὸν ξεφαντωτή. Δὲ μοῦ ἄρεσε καθόλου αὐτὸ τὸ παιγνίδι. Ἤθελα νὰ πείσω τὸ παιδὶ νὰ λιγοστέψῃ τὰ χωρατά.

— Μὴ τὸν κάνεις ἔτσι, μωρέ· πειράζεται ὁ Κεφαλλωνίτης.

— Μπᾶ· εἶπε σηκώνοντας τὶς πλάτες. Ἐγὼ δὲν τὰ κάνω νὰ τὸν πειράξω. Ἔτσι τὰ λέω.

— Μὰ ἐκεῖνος τὰ παίρνει στ’ ἀλήθεια.

— Δὲ βαριέσαι!…

Κι’ ἔφυγε ἀπὸ κοντά μου ἀντιπατῶντας τὶς πατοῦσές του στὰ σανίδια, σὰν νὰ ἔλεγε πῶς ἔτσι μπορεῖ νὰ πατήσῃ καθένα, ποῦ θὰ θελήσῃ νὰ ἀντισταθῇ στὴ χαρά του. Ἐγὼ δὲν ἀπελπίστηκα. Μίλησα στὸν Ἀνέστη, ἠθέλησα νὰ μιλήσω καὶ στὸ Γεράσιμο.

— Σὲ πειράζει, πείραξέ τον καὶ σύ· τοῦ εἶπα. Μιλεῖ γιὰ τοὺς συντοπῖτες σου· μίλησε γιὰ τοὺς δικούς του. Μὴν ἔχουν λίγα οἱ Σπετσιῶτες! Νά, πές του γιὰ τὸ ἀρνοκέφαλο. Κάποιος ψώνησε ἀπὸ τὴν ἀγορὰ ἕνα ἀρνοκέφαλο. Μὰ στὸ δρόμο τοῦ γλύστρησε κι’ ἔπεσε στὴ θάλασσα. Κάνει νὰ τὸ πιάση, ἀδύνατο· τὸ κεφάλι ὅλο καὶ μάκραινε ἀπὸ τὴν ἀκρογιαλιά. Ὁ ἔξυπνος τότε τὶ σοφίζεται; Παίρνει μιὰ τούφα χορτάρι καὶ τὴ δείχνει στὸ ἀρνοκέφαλο. —Ψοῦ!… ψοῦ!… τὸ μαύλιζε…

Δὲ μ’ ἄφησε νὰ τελειώσω. Πήδησε ὀρθός, μὲ ἅρπαξε ἀπὸ τὸν ὧμο.

— Δὲ τὰ ξέρω γὼ αὐτοῦνα! δὲν τὰ ξέρω γὼ αὐτοῦνα! ρέκαξε τρέμοντας. Ἢ θὰ πάψῃ ἢ μὰ τὸν Ἅγιο!…

Καὶ στύλωσε μάτια τόσο θυμωμένα στὸ φοβερὸ μπαλντᾶ, ποῦ πίστεψα πῶς τὸ σύνεργο σερνόταν νὰ πέσῃ στὰ χέρια του. Ἀπὸ τὴν ὥρα κείνη τὸ κατάλαβα. Ὁ Κεφαλλωνίτης ἀδύνατο νὰ μὴ μᾶς κάμῃ δουλειὲς στὸ καράβι. Καὶ τὶς ἔκαμε ἀλήθεια. Τὶς ἔκαμε γρηγορώτερα καὶ φοβερώτερα ἀπ’ ὅτι φανταζόμουνα.

Εἴχαμε κοντόγεμο τὸ καράβι ποῦ μᾶς πλάκωσε ἡ Λαμπρή. Ὁ καπετάνιος φρόντιζε νὰ πάρῃ τὸ φορτίο καὶ νὰ φύγῃ πρὶν ἔρθουν οἱ ἅγιες ἡμέρες· μὰ στάθηκε ἀδύνατο. Ἔφτασε ἡ Μεγάλη Πέφτη, ἔπαψε τὸ φόρτωμα. Εἶδες τί θρῆσκοι ποῦ εἶνε στῆ Ῥουσία! Θεὸς καὶ Τσάρος· τίποτ’ ἄλλο. Ἔπαψε κάθε δουλειὰ καὶ ρίχτηκε ὁ κόσμος στὶς ἐκκλησιές. Θέλοντας μὴ θέλοντας κάναμε καὶ μεῖς τὸ ἴδιο. Ἦρθε ἡ Κυριακή· ἄρχισε τὸ Χριστὸς βοσκρέσια. Χριστὸς ἀνέστη καὶ μεῖς. Ὁ καπετάνιος ἔψησε τὸ ἀρνί, μᾶς μοίρασε ἀπὸ ἕνα κόκκινο αὐγό, μᾶς ἔδωκε λίγο κρασί.

Ἦταν μέρα καταχνιασμένη καὶ ζεστὴ ἀπὸ κεῖνες ποῦ βλέπουν συχνὰ τ’ ἄγρια ἐκεῖνα λιμάνια. Δεξιὰ ὁ Καύκασος, ἕνα βουνὸ ποῦ χύνει στοὺς θυμούς του φοβερὸ ἀνεμοστρόβιλο, τόρα πλάγιαζε ἥρεμο, σἂν λέοντας κοιτάζοντας τὰ πέλαγα. Ἀριστερὰ ἡ πόλη φτωχική, μὲ λίγα σπίτια καὶ περισσότερες καλύβες, μὲ πλατεῖς δρόμους πελαγωμένους στὴ λάσπη καὶ μιὰ ἐκκλησούλα πρασινοθόλοτη στὴ μέση, ἔμοιαζε ψαροχῶρι. Καὶ ἀνάμεσα τὸ δάσος καψαλισμένο πρόβαινε ἀπὸ τὴν κλεισούρα μὲ κάποιο ἀργὸ λούφασμα, λὲς καὶ προσπαθοῦσε νὰ συρθῇ στὴν ἁκρογιαλιά, νὰ χαρῇ καὶ κεῖνο τὸ χλιὸ τὸ κῦμα. Κι’ ἔβγαινε ἀπ’ ὁλοῦθε βουὴ καὶ θόρυβος· ἀπὸ τὸ μελαγχολικὸ τοῦ ζητιάνου ὀργανέτο καὶ ἀπὸ τὸ βραχνιασμένο λαρύγγι τῶν χαροκόπων. Ἄλλοι ἔτρεχαν ἀποκαρωμένοι ἀπάνω στ’ ἀμάξια· ἄλλοι ἅρπαζαν τὴ μποτίλια τῆς βότκας· ἄλλοι χόρευαν μισοστρατὶς κι’ ἄλλοι γκρεμίζονταν ἀναίσθητοι, γυναῖκες καὶ ἄντρες μαζί, στὰ χαλίκια τοῦ γιαλοῦ καὶ στοὺς τράφους τοῦ δρόμου.

Οἱ ναῦτες ὅλοι στὴν πλώρη συναγμένοι εἶχαν μπλεχτῆ χεροπόδαρα κι’ ἕνας τριβότανε στὴ ράχη τ’ ἀλλουνοῦ, ἄλλος ἔβανε στὰ σκέλια τοῦ ἄλλου τὸ κεφάλι· μερικοὶ πάλευαν καὶ ἄλλοι κυνηγιόνταν. Τὸ σῶμά τους μαθημένο στὴ δουλειὰ δὲ μποροῦσε νὰ μείνῃ τόρα ἄδουλο. Εἶδα πῶς ὁ Ἀνέστης εἶχε διάθεση καὶ ἠθέλησα νὰ τὸν σηκώσω ἀποκεῖ.

— Ἔλα, τοῦ λέω, ν’ ἀνοίξουμε τὰ πανιὰ νὰ λιαστοῦνε σήμερα. Τἄφαγε ἡ νοτιὰ τόσες μέρες.

— Τράβα κι’ ἔφτασα· εἶπε πρόθυμος.

Στὴ δουλειὰ δὲν ἔλεγε ὄχι. Τράβηξα ἐμπρός, σκάλωσα στὸ πινὸ καὶ ἄρχισα νὰ λύνω τὰ σχοινιά. Μὰ δὲν πρόφτασα νὰ πάω στὸ τρίτο καὶ ἄκουσα φωνὲς πίσω μου. Ὁ Ἀνέστης παίρνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ τὸ μπλέξιμο τῶν συντρόφων του, θυμήθηκε νὰ εἰπῇ γιὰ τοὺς σαράντα Κεφαλλωνῖτες. Ὅλοι θὰ ἔχετε ἀκουστὰ πῶς σαράντα θεριστάδες κοιμήθηκαν τὴ νύχτα σὰν σαρδέλλες σ’ ἕνα στενὸ ἀχεριῶνα καὶ τὴν αὐγὴ δὲν ἤξεραν πῶς νὰ ξεχωρίσουν τὰ πόδια τους. Ἕνας ἤθελε νὰ πάρῃ τοῦ ἄλλου καὶ φιλονικοῦσαν. Ὥς ποῦ βρέθηκε κάποιος βουκόλος καὶ μὲ τὸ χοντροράβδι του ἔκαμε καθένα νὰ πάρῃ τὰ δικά του καὶ νὰ φύγῃ. Δὲν ἦταν τίποτε. Μὰ ὁ Γεράσιμος, μπορεῖ νὰ ἦταν καὶ πιομένος λιγάκι, ἄρχισε τὶς βλαστήμιες. Φρίξον, ἥλιε! Ὁ Ἀνέστης ἀκούοντάς τον ξαπλώθηκε χάμω ξεκαρδισμένος στὰ γέλια. Καὶ ὅσο γελοῦσε, τόσο ἐκεῖνος ἄφριζε καὶ μάνιζε. Κατεβαίνω νὰ ἰδῶ τί γίνεται· ἀπαντῶ τὸ Γεράσιμο πρασινοκίτρινο σὰν τὴ μπακρίλα.

— Τὶ πάθατε, μωρὲ παιδί;

— Θὰν τοῦ πιῶ τὸ αἷμα, μὰ τὸν Ἅγιο· θὰν τοῦ πιῶ τὸ αἷμα!… λέει ἄγρια.

Καὶ φεύγει κατὰ τὴν πρύμη βιαστικός, μὲ τὰ μαλλιὰ σηκωμένα, μ’ ἕνα βῆμα ἄταχτο, σὰν νὰ τοῦ δόσανε χτυπιὰ στὸ κεφάλι.

— Χριστὸς βοσκρέσια!… Χριστὸς βοσκρέσια!… γροικῶ ἐκείνῃ τὴν ὥρα φωνὲς καὶ γέλια. Τρέχω στὴν κουπαστή· τί νὰ ἰδῶ; Τοῦ διαβόλου πεντέξη Ροῦσες, κολυμποῦσαν στὴν πλώρη μας. Εἶδαν τὴν ἡμέρα ζεστή, ἔπιαν καὶ καμμιὰ βότκα παραπάνω καὶ ρίχτηκαν νὰ παιγνιδίσουν μὲ τὸ κῦμα. Βουτοῦσαν τὸ κεφάλι κι’ ἔπειτα τινάζονταν ὁλόρθες, μὲ τὰ ξανθὰ μαλλιά τους κολλημένα στὰ μαρμαροτράχηλα· μὲ τὰ στήθη ὁλόμεστα· μὲ τὰ χιονᾶτα κορμιὰ στὸ κῦμα σὰν διαμαντόπετρες κλεισμένες στὸ ζαφεῖρι. Ἔπερναν νερὸ μὲ τὶς φοῦχτες τους, τὸ ἔρριχναν ἀπάνω μας καὶ ἀνοιγοσφαλῶντας τὰ χειλάκια τους σὰν μύδια φώναζαν ὁλόχαρες:

— Γόσποντιν! Χριστὸς βοσκρέσια!… Χριστὸς βοσκρέσια σαλιότκοι!…

Ναί, Χριστὸς ἀνέστη!… Χριστὸς ἀνέστη! ποιὸς λέει τ’ ὄχι!…

Εἴμαστε ὅλοι κρεμασμένοι στὴν κουπαστή· τὸ μάτι μας γαρίδα! Ἔβλεπες μέσα στὸ θαμπὸ νερὸ τὰ κορμιά τους κίτρινα σὰν ἐλεφαντοκόκκαλο ν’ ἀργοκινοῦνται καὶ σ’ ἔπιανε ἀνατριχίλα καὶ πεῖσμα. Πεῖσμα καὶ ζήλεια. Μᾶς ἅπλωναν τὰ χέρια· τοὺς δίναμε τὴν ψυχή. Οἱ ραντίδες ποῦ ἔφταναν ἀπάνω μας, λέγαμε πῶς ἦταν κάτι ἀπὸ τὸ κορμί τους καὶ τὶς σφίγγαμε στὸν κόρφο, τὶς φέρναμε στὰ χείλη μὲ ἀχορταγιά. Τοὺς ρίχναμε πορτοκάλια· τοὺς πετούσαμε μεταξομάντηλα. Καὶ κεῖνες θεότρελλες τσαλαβουτοῦσαν ἐδῶ καὶ κεῖ, ἅρπαζαν τὰ χαρίσματα, ἔπιαναν τὴν καρίνα, ἁρπάζονταν στὰ σχοινιὰ ν’ ἀνεβοῦν ἀπάνω τάχα καὶ φώναζαν ὁλογέλαστες:

— Γιὰ βὰς λιουμπλιοῦ!… γιὰ βὰς λιουμπλιοῦ!…

— Ναί, σ’ ἀγαπῶ! καὶ γὼ σ’ ἀγαπῶ!… τοὺς φώναζε ξετρελαμένος ὁ Ἀνέστης.

Ἄξαφν’ ἀκούω πίσω μου βροντή. Εἶπα πῶς κόπηκε ἡ ἄγκυρα, πῶς ἔσπασε κανένα κατάρτι. Γυρίζω τρομαγμένος· ὤχ, ἀλλίμονο! Ὁ ἄθεος Κεφαλλωνίτης ἔκαμε τὸ λόγο του. Καθὼς ἔσκυφτε στὴν κουπαστὴ ὁ Ἀνέστης, μιὰ τοῦ ἔδωκε μὲ τὸν μπαλντᾶ καὶ χώρισε τὸ κεφάλι ἀπὸ τὸ κορμί. Τόση δύναμη ἔβαλε, ποῦ ἔμεινε καρφωμένος πιθαμὴ ὁ μπαλντᾶς στὴ σανίδα. Δὲν πρόφτασα νὰ κινηθῶ ἀπὸ τὴ θέση μου, νὰ καλοϊδῶ τὸ ἀκέφαλο κορμὶ ποῦ σπάραζε στὸ αἷμά του καὶ βλέπω τὸ φονιὰ νὰ πηδάῃ στὸ τσιμποῦκι καὶ νὰ ρίχνεται στὴ θάλασσα, σκούζοντας σὰν τὸ ρύσο.

— Πιάστε τον!… φώναξα.

Μὰ δὲν εἶδα στὰ γελαστὰ νερὰ παρὰ τὶς Ροῦσες, ποῦ ἔφευγαν μὲ φωνὲς στὸ ἀκρογιάλι, σὰν κοπάδι δελφινιῶν ἐμπρὸς στὴ φάλαινα!…»

Καὶ μὲ τὸ λόγο ἔχωσε τὴ βελόνα δυνατώτερα στὸ πανὶ ὁ Μπαρμπαγιώργης ὁ ναύκληρος, σὰν νὰ σούβλιζε τὴν καρδιὰ τοῦ Κεφαλλωνίτη. Κάποια ἀνατριχίλα φάνηκε νὰ κυριεύῃ ὅλους, ναῦτες καὶ θερμαστές. Κοίταξε ἕνας τὸν ἄλλο σοβαρά, σὰν νὰ συνεννοοῦνταν πῶς ἀληθινὰ πρέπει ν’ ἀφήσουν τὰ πειράγματα. Ἔπειτα ὅμως χαμόγελο ἄνθισε στὰ χείλη τους. Μπά! ὅσα πειράγματα κι ἂν εἰποῦν δὲ θὰ φτάσουν ὥς ἐκεῖ. Καὶ ἄξαφνα ὁ Κώστας ὁ θερμαστὴς μὲ φωνὴ παραπονιάρα, βλέποντας τὸν Κιμωλιάτη τὸ μάγερα.

— Κι ἂν μάθῃς πῶς ἔπεσ’ ἀπὸ τὸν κοῦντρο, μὴν τὸ πιστέψῃς, μάτια μου… Κι ἂν μάθῃς πῶς ἔπεσ’ ἀπὸ τὸν παπαφίγγο, μὴν τὸ πιστέψῃς, μάτια μου… Μ’ ἂν ἀκούσῃς πῶς ἔπεσε ἡ καζάνα καὶ μὲ πλάκωσε, πίστεψέ το!… πίστεψέ το!…