Ο χαρτοπαίκτης της Πρωτοχρονιάς

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ο χαρτοπαίκτης της Πρωτοχρονιάς
Συγγραφέας: Γεώργιος Σουρής
Ιανουάριος 1887.


Πρωτοχρονιὰ καὶ πάλι... ἀρχίζουν τὰ χαρτιά!...
ἂς ξαναδοκιμάσω τῆς τύχης τὰ γραμμένα,
ἂς πάω νὰ σκοτώσω στὸν Ἄσσο τὴ νυχτιά,
μήπως τὰ φέρ' ἡ τύχη καὶ βγάλω τὰ χαμένα.

Πέρσυ θαρρῶ στὸ Ρήγα μοῦ φύγαν πεντακόσα,
προπέρσυ στὸ δεκάρι ἀκόμη ἑκατό,
ἀντιπροπέρσυ πάλι στὸ Φάντε ἄλλα τόσα,
καὶ κάθε νέο χρόνο πεντάρα δὲν κρατῶ.

Μὰ τώρα θὲ κερδίσω... γι' αὐτὸ δὲν ἀμφιβάλλω,
μ' ἐκείνη τὴ φαγοῦρα ποὺ νοιώθω μὲς στὸ χέρι
πιστεύω τὰ χαμένα τριπλᾶ πὼς θὰ τὰ βγάλω...
Ἅη Βασίλη, βόηθα ἑνὸς πτωχοῦ κεμέρι.

Πηγαίνω σὲ μιὰ λέσχη, ποὺ παίζουνε χαρτιά,
ἕνας Συνταγματάρχης τὰ κόβει στὰ γεμᾶτα,
ὅλοι μὲ χαρετοῦνε μὲ μιὰ λοξὴ ματιὰ
κι' εὐθὺς γιὰ μὲ προστάζουν νὰ ἔλθῃ τσοκολάτα.

Βάζω κι' ἐγὼ στὸν Ἄσσο καὶ ροδοκοκκινίζω,
στὴ χαρτοσιὰ τὴν τρίτη ὁ Ἄσσος βγαίνει σότος,
πάρολι τὸν πηγαίνω καὶ τὸν ξανακερδίζω,
τοῦ τὸν πηγαίνω σέτε κι' ὁ Ἄσσος πάλι πρῶτος.

Καλὰ ἐγὼ τὸ εἶπα πὼς θὰ κερδίσω φέτος,
καὶ τί καλὰ ποὺ εἶναι κανένας νὰ κερδίζῃ,
νὰ κάθεται ἀπάνω στὸν καναπὲ ἀνέτως,
νὰ πίνῃ τσοκολάτα καὶ ποῦρο νὰ καπνίζῃ!

Κερδίζω χίλια φράγκα καὶ ὅλοι μὲ συγχαίρουν,
μὰ κι' ὁ Συνταγματάρχης μὲ βλέπει καὶ γελᾷ,
καὶ ἄλλη τσοκολάτα προστάζει νὰ μοῦ φέρουν...
Τί χρόνος εἶναι τοῦτος! τί κέρδη! τί καλά!

Ἡ ὥρα εἶναι δύο... θὰ παίζ' ὡς ποὺ νὰ φέξῃ!
Τί μπονομάδες σ' ὅλους τοὺς φίλους θὰ μοιράσω!
ἀλλ' ὅμως παρ' ἐλπιδα σὲ χαρτοσιαῖς πέντ' ἕξη
ὁ κὺρ Συνταγματάρχης μοῦ ἔκοψε τὸν Ἄσσο.

Ἡ ὥρα τρεῖς... μοῦ φεύγουν φράγκα χρυσᾶ διακόσα!
τρεῖς ἥμισυ... μοῦ πέρνει ἑξῆντα κολονᾶτα!
Τέσσαρες... σαβουρόνει ἀκόμη ἄλλα τόσα,
κι' ἀμέσως ἄλλη μία μοῦ φέρνουν τσοκολάτα.

Ἡ ὄψις μου ἀλλάζει, σηκόνομαι, θυμόνω,
ξεσχίζω πέντε Ἄσσους καὶ τοὺς τσαλαπατῶ,
καὶ ὁ Συνταγματάρχης μὲ κάνει καὶ πληρόνω
τὴν κάθε τσοκολάτα πρὸς φράγκα ἑκατό.

Πᾶνε τὰ κέρδη ὅλα, πᾶνε καὶ τὰ δικά μου,
κι' ἐσκόπευα νὰ βγάλω μ' αὐτὰ ἐφημερίδα...
μὰ τώρα; πᾷν στὸ βρόντο τὰ τόσα σχέδιά μου,
καὶ μένω μὲ τοῦ κέρδους μονάχα τὴν ἐλπίδα.

Τύχη καμμιὰ γιὰ μένα θαρρῶ πὼς δὲν ὑπάρχει
οὔτε εἰς τὴν πασσέτα, οὔτε στὸν Λανσχενέ...
Ἀκοῦς ἐκεῖ νὰ παίξω μὲ τὸν Συνταγματάρχη;
δὲν πήγαινα νὰ παίξω εἰς ἕναν καφενέ;

Ἡ μέρα ξημερόνει, παράταις καὶ κανόνια,
καὶ κοῦρκοι μὲς στοὺς φούρνους μυρίζουν καὶ καπόνια.
Καὶ νά! ὁ νέος χρόνος πρωὶ πρωὶ μὲ βλέπει
τὸν Ἄσσο νὰ δαγκάνω χωρὶς λεπτὸ στὴν τσέπη.