Ο πικρός λόγος

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ὁ πικρὸς λόγος
Συγγραφέας: Δημήτριος Κόκκος
Δημοσιεύθηκε στο Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1888 του Κωνσταντίνου Σκόκου


Ο ΠΙΚΡΟΣ ΛΟΓΟΣ
Τῇ Demoiselle H....

Δὲν ἦταν, ὅταν μ’ ἄνοιγες, Ξανθή μου, τὴν καρδιά σου.
Καὶ λυπημένη μοῦ ’λεγες τὰ τόσα βάσανά σου.
Καὶ μοῦ ’λεγες χαρούμενη γλυκὰ λογάκια τόσα,
Δὲν ἦταν, νὰ κρυστάλλωνε στὸ στόμα μου ἡ γλῶσσα.
Παρὰ μιὰ λέξι ποῦ ’τυχε πικρὴ νὰ ξεστομίσῃ,
Καὶ τόση θλίψι μονομιᾶς στὴν ὄψι σου νὰ χύσῃ;

¤

Ἂχ πίστεψέ το, ἂν πονῇς, ὅτι τὴν ὥρα ’κείνη,
Ποῦ εἶδα πῶς ἐδάκρυζαν τὰ μάτια σ’ ἀπὸ μένα,
Μαζῆ σου ἔκλαιγα κ’ ἐγώ, μὰ οἱ δικοί μου θρῆνοι
Ἐσπάραζαν τὰ στήθη μου ποῦ σ’ εἶχαν πληγωμένα!
Καὶ κάθε δάκρυ ποῦ ὕγραινε τὸ μαγικό σου βλέμμα,
Ἀπ’ τῆς καρδιᾶς μου, πίστεψε, πῶς ἔσταξε τὸ αἷμα!..

¤

Συννεφιασμένη μιὰ στιγμὴ σὰν εἶδα τὴν μορφή σου
Κ’ ἐν ᾧ σὲ κύτταζα, μὲ μιᾶς ἐχάθης ἀπ’ ἐμπρός μου,
Καὶ τὴν καρδιά μου νόμισα πῶς ἔπαιρνες μαζῆ σου,
Γι’ αὐτὸ σιμά σου ἔτρεξα.... Ἂχ τὴν καρδιά μου δός μου,
Δόσε μου, Κόρη, τὴν καρδιὰ ποῦ διόλου δὲν σοῦ φταίει,
Τὰ χείλη μου σὲ πίκραναν, μ’ αὐτὴ μαζῆ σου κλαίει.

¤

Τώρα π’ ὁ λόγος ἔφυγε ἀπ’ τὰ χλωμά μου χείλια,
Γιατὶ τὸν εἶπα μὴ ρωτᾷς, κανεὶς δὲν θὰ τὸ μάθῃ·
Ἀγάπη ἂν τὸν ἔφερε στὰ χείλη μου ἢ ζήλια
Θὰ μείνῃ πάντα μυστικὸ στοῦ στήθους μου τὰ βάθη!
Τώρα μιὰ χάρι σοῦ ζητῶ, πρὶν φύγῃς γιὰ τὰ ξένα,
Λησμόνησε τὸ λόγο μου, λησμόνησε καὶ μένα.

¤

Ἂχ ὅταν στὸ ταξεῖδί σοι τοὺς στίχους μου διαβάζῃς,
Θέλω τὰ κύματ’ ἄγρια στὸ πλοῖό σου ν’ ἀφρίζουν·
Κ’ ἐν ᾧ ἀφροστεφάνωτα θὰ τὰ πικροκυττάζῃς,
Τὸν ταραγμὸ τῆς μαύρης μου καρδιᾶς νὰ σοῦ θυμίζουν!
Κι’ ὅταν στὴν ἄγρια θάλασσα τὸν πόνο μου γνωρίσῃς
Μπορεῖ νὰ μὴ μὲ λυπηθῇς, μὰ θὰ μὲ συγχωρήσῃς!

Δημ. Κοκκοσ