Ο θησαυρός της θάλασσας

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ο θησαυρός της θάλασσας
Συγγραφέας: Γεώργιος Σουρής
Φ. 276, 11.11.1889


Φασουλῆς καὶ Περικλέτος - ὁ καθένας νέτος σκέτος

(Ὁ Φασουλῆς κι' ο Περικλῆς μ' ἓνα γερὸ καΐκι
πᾶνε στῆς Ἄνδρου τὰ νερὰ νὰ φέρουν χαρτζιλίκι.)

 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ἐμπρὸς στὴν Ἄνδρο, Περικλῆ...
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Ποῦ πᾶμε, βρὲ γομάρι;
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ἀπὸ αὐτὰ ποὺ γίνονται δὲν πῆρες σὺ χαμπάρι;
Δὲν ξέρεις, ἀφιλότιμε, πὼς τόσοι σφουγγαράδες
βουτοῦν στῆς Ἄνδρου τὰ νερὰ καὶ βγάζουνε παράδες;
Δὲν ἔμαθες, πὼς κατ' αὐτὰς ἐχάλασε ἡ πλάσις,
πὼς θησαυροὶ εὑρίσκονται στὸν πάτο τῆς θαλάσσης,
πὼς καὶ ἡ Ἄνδρος γρήγορα μὲ τούτους θὰ πλουτήσῃ
καὶ κάθε ὑπηρέτρια κυρὰ θὰ καταντήσῃ;
Οἱ παπαφίγκοι μάϊνα καὶ σία ὅλ' οἱ φλόκοι.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Βλέπω μακρὺ σκυλόψαρο νὰ μᾶς καταδιώκῃ.
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Βρὲ μὴ φοβᾶσαι, Περικλῆ, καὶ φώναζ' ἔγια λέσα...
δὲν μπαίνει το σκυλόψαρο εἰς τὸ καΐκι μέσα.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Βρὲ θὰ μὲ πνίξῃς, μασκαρᾶ...
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Σικτὶρ απ' ἐδῶ πέρα...
θὰ φθάσωμεν πλησίστιοι μὲ οὔριον ἀέρα.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Κι' ἂν τοὺς ἀσκοὺς του ἔξαφνα ὁ Αἴολος ἀνοίξῃ
καὶ αὔτανδρον, βρὲ Φασουλῆ, τὸ πλήρωμά μας πνίξῃ;
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Βρὲ μὴ σὲ πάῃ, ἀδερφέ, γιὰ τοῦτο ριπιτὶ
κι' ὁ Αἴολος πρὸς χάριν μας κλειστοὺς θὰ τοὺς κρατῇ,
ὡς ποὺ ν' ἀράξωμε κι' ἐμεῖς στῆς Ἄνδρου τὰ νερὰ
καὶ μπόλικο ψαρέψωμε κι' ἀνέλπιστο παρᾶ.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Τί θησαυροὶ θὰ πέσουνε καὶ στὰ δικά μας βρόχια!
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Μὲ τρεῖς βουτιαῖς στὴ θάλασσα θὰ πῇς ἀντίο φτώχια.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Αὐτὸ ποὺ φαίνεται μακρὰν δὲν εἶναι σὰν βαπόρι;
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ἀλήθεια...
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Κάποιος κάθεται νομίζω εἰς τὴν πλώρη.
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Δός μου ἀμέσως τὰ λορνιόν...
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Καὶ θὰ γνωρίσῃς τάχα;
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ἀμέσως τὸν ἐγνώρισα... ξέρεις ποιός εἶναι, χάχα;
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Ποιός εἶναι, βρέ;
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ὁ Τσάβεριτς...
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Θὰ φᾶς γερὸ σφοντύλι.
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Μᾶς εἶδε καὶ μᾶς χαιρετᾶ μὲ κάτασπρο μαντύλι.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Βρὲ τί μοῦ λές;
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Νά! Κύτταξε...
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Ἀλήθεια λές... μᾶς βλέπει,
καὶ βγάζει κι' ἄλλο, Φασουλῆ, μαντύλι, ἀπ' τὴν τσέπη.
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Καὶ ὁ Κουτούζωφ στέκεται στὸν Τσάρεβιτς ὀπίσω...
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Βρὲ δός μου τὸ μαντύλι σου, γιὰ νὰ τοὺς χαιρετήσω
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Εἶχα συνάχι, Περικλῆ, καὶ εἶναι λερωμένο...
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Καλὸ παιδὶ ὁ Τσάρεβιτς!...
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ἀλήθεια τὸ καϋμένο!
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Θὰ ἔχῃ μέλλον...
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Φαίνεται διάδοχος ἀσίκης.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Πῶς τίποτα δὲν χάρισε κι' εἰς τοῦτον ὸ Μπουλίκης;
καμμιὰ καρφίτσα Ρούσσικη δὲν ἔδωσε καὶ σένα;
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Οἱ ἄλλοι δῶρα δέχονται, γαϊδοῦρι, ἀπὸ μένα,
καὶ τὸν σταυρό μου σκέπτομαι ὡς δῶρον ν' ἀποστείλω
μὲ δυὸ καρφίτσες ἀκριβὲς στὸν Μάϊνιγγεν τὸν φίλο.
Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὅπως σὺ ψευτολιμοκοντόρος.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Σώπα, μωρέ, καὶ φαίνεται κοντὰ ὁ Καβοντόρος.
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Βρὲ μὴ φοβᾶσαι, Περικλῆ, καὶ πἄμε ὅλο πρίμα.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Κυττάζω κατεπάνω μας νὰ ἔρχετ' ἕνα κῦμα.
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ἀπόβαλε τὸ αἴσθημα τῆς ἀπρεποῦς δειλίας.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Ἀλήθεια, πῶς τὰ ἔμαθες τὰ περὶ Βραζιλίας;
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Κάποιος Φουσέκας σήκωσε στὸ πόδι τὸ ἀσκέρι
καὶ τὰ παπούτσια ἔδωσε τοῦ Πέτρου εἰς τὸ χέρι,
καὶ πᾶν τοῦ Αὐτοκράτορος χαμένοι τόσοι κόποι
κι' ἐπῆρε τὰ βρεμμένα του καὶ πάει στὴν Εὐρώπη.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Ἐλύσσαξαν οἱ ἄτιμοι μὲ τῇς δημοκρατίαις.
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Κι' αὐτοὶ θὰ εἶχαν σοβαρὲς γιὰ κούνημα αἰτίες,
γιατὶ κι' οἱ Αὐτοκράτορες αἰώνιοι δὲν εἶναι...
μαραίνονται τῆς δόξης των αἱ ἀνθηραὶ μυρσῖναι
καὶ οἱ Ντελῆ – Φουσέκηδες τοὺς πέρνουν τὸν ἀέρα
καὶ μὲς στοὺς δρόμους βρίσκονται καὶ τοῦτοι μιὰν ἡμέρα.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Καὶ σύ, μωρέ, συντάσσεσαι μὲ τὴν δημοκρατίαν;
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ἐγώ, μωρέ, συντάσσομαι μὲ πᾶσαν πολιτείαν,
κι' ὅταν εὐνοίας Αὐλικῆς κι' ἐγὼ ἀπολαμβάνω
βαπτίζομαι βασιλικὸς καὶ μὲ τὸ παραπάνω.
Ὁπόταν δὲ ὁ Βασιλεὺς ψυχρὸς ἐμπρός μου στέκῃ
κι' οὔτ' ἕνα κἂν δὲν μοῦ πετᾷ μὲ δίλεπτα φυσέκι,
ἀμέσως τότε γίνομαι κι' ἐγὼ Ντελῆ – Φουσέκας
κι' ἐμπνέω μῖσος κατ' αὐτοῦ εἰς ἄνδρας καὶ γυναῖκας,
τοὐτέστι συμμορφόνομαι κατὰ τὰς περιστάσεις
καὶ κἄποτε φαντάζομαι φρικτὰς ἐπαναστάσεις,
καὶ ρητορεύω δι' αὐτὰς κι ἐργάζομαι ἀτρύτως...
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Μοῦ φαίνεται, πὼς ἔρχεται τοῦ Ἰωνᾶ τὸ κῆτος.
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Δὲν εἶναι τίποτα, μωρέ, παρὰ μικρὸ δελφίνι...
ὁ Ποσειδὼν μονάχους μας στιγμὴν δὲν μᾶς ἀφίνει.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Αἰσθάνομαι ναυτίασιν...
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ὑπομονὴ ὀλίγη
κι' ἐντὸς μικροῦ σὲ βεβαιῶ ἡ τύχη μας ἀνοίγει.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Βοήθησον, ὦ Πόσειδον, νὰ εὕρωμεν λιμένα.
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Μὲ ὅλην τὴν πεποίθησιν στηρίξου εἰς ἐμένα.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Ἀλήθεια, πῶς περίσσευμα εὑρέθη κι' ἄλλο τώρα;
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ἀνέλπιστος ἐκ θησαυρῶν ἐπλάκωσε πληθώρα,
καὶ νέων χρεωκοπιῶν ἐπέρασαν οἱ τρόμοι...
τροποποιοῦνται κατ' αὐτὰς πολλοὶ ἀρχαῖοι νόμοι,
τῶν ἀδηλώτων τῶν γαιῶν καὶ τῶν οἰνοπνευμάτων,
καὶ γίνεται ἀπογραφὴ παντοδαπῶν κτημάτων.
Πλὴν καταργεῖται, Περικλῆ, κι' ὁ φόρος ὁ τοῦ οἴνου
χάριν τῶν γάμων, φαίνεται, τοῦ νέου Κωνσταντίνου,
κι' ἂν ὴ κατάργησις αὐτὴ θὰ βλάψῃ στὴν σταφίδα,
ἐν τούτοις ἐλαττώνεται κι' ὁ τῶν ἀροτριώντων
καὶ τὰ μεγάλα σχέδια δὲν πᾶνε εἰς τὸν βρόντον,
καὶ κάθε κτῆνος, ὅπως σύ, πιὸ λίγα θὰ πληρώνῃ
κι' ἂν κάθεται στὸν καφενὲ κι' ἂν ἀροτριώνῃ.
Ἀκόμη ὅμως μιὰ δραχμὴ γιὰ τὸν καπνὸ προσθέτει
καὶ χάνουν τὰ πασχάλια των οἱ τόσοι Περικλέτοι,
γιατὶ ἂς πάψῃ, Περικλῆ, καθένας νὰ φουμάρῃ
δὲν θὰ μπορῇ πολιτικὰ ποτέ του νὰ λιμάρῃ,
καί, ὡς εἰξεύρεις, ὁ καπνὸς μὲ τὸν βαρὺν – γλυκὺν
ὑπάρχει ἀπαραίτητος εἰς τὴν πολιτικήν,
κι' ἄνευ αὐτῶν δὲν εἰμπορεῖ συζήτησις νὰ γίνῃ
καὶ ἄνευ συζητήσεως τὸ ἔθνος ὅλον σβύνει,
κι' ὅταν στεφάνια ὁ καπνὸς τριγύρω μας δὲν κάνῃ
καὶ λόγος δὲν διαβάζεται κανεὶς τοῦ Δεληγιάννη,
καὶ ὅταν δὲν ἀκούεται πατριωτῶν μιλιὰ
κι' οἱ Τούρκοι δὲν γκρεμίζονται στὴν Κόκκινη Μηλιά.
Ἀλλὰ ὡς ἀντισήκωμα τοσούτων συμφορῶν
εὐτυχημάτων βλέπομεν καὶ θησαυροῦ σωρόν,
κι' ἕνας στὸν ἄλλον ρίχνεται, κι' ἕνας τον ἄλλον σφίγγει,
κι' ὅλοι ἀντάμα βγάζομε κι' ἀπὸ τὴ μύγα ξύκι,
κι' ἀμέσως τὸ περίσσευμα φουσκώνει τοῦ Τρικούπη
και τρώγ' ἡ μυίγα σίδερο κι' ἀτσάλι τὸ κουνούπι,
κι' ἡ πίστις μας ἡ ἐθνικὴ αὐξάνει ὁλοένα
μὲ τὰ ἑκατοντάδραχμα τὰ πλαστογραφημένα.
Τοσαῦτα εὐτυχήματα σπουδαῖα θεωρῶν,
καὶ ὁ πολὺς ὁ Μίλησις εἰς τοῦτον τὸν καιρόν,
ζητεῖ ἀπ' τὸ περίσσευμα μερίδια μεγάλα,
μὰ δὲν τοῦ δίνουν τίποτα μὲ ὅλη την τρεχάλα,
κι' ἀρχίζει θλιβερὸ χαβὰ ὡσὰν τὰ ὀργανέττα
καὶ πάει στοὺς ἀριστεροὺς μαζὶ μὲ τὸν Μανέτα.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Ἑφούσκωσε ἡ θάλασσα καὶ γέρνει τὸ καΐκι.
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Βάστα, καϋμένε Περικλῆ, ἂν θέλῃς χαρτζιλίκι.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Τί θησαυροὶ στὴ θάλασσα, τί πλούτη στὴν ξηρά!...
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ἐφέτος πιὰ θὰ δίνωμε κλωτσιαῖς εἰς τὸν παρᾶ.
Ἀλλὰ ἰδού... τὸ Γαύριον τῆς Ἄνδρου διακρίνω...
λίγο κουράγιο, Περικλῆ...
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Ἀλήθεια, εἶν' ἐκεῖνο.
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Νομίζω πὼς ἐφθάσαμεν, βρὲ Περικλῆ, ἐγκαίρως.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Ἐδῶ, μοῦ εἶπαν, βρίσκεται τοῦ θησαυροῦ τὸ μέρος.
Λοιπὸν ἀμέσως μιὰ βουτιά...
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Βοήθησον, ὦ Τύχη,
νὰ βροῦμε θησαυρὸ κι' ἐμεῖς, νὰ λείψουν πιὰ οἱ στίχοι,
νὰ γίνωμε σὰν τὸν Τσιγγρὸ κι' οἱ δυο μας εὐεργέται
καὶ ἄνθρωποι σημαίνοντες καὶ τῶν καλῶν ἡγέται.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Τύχη τυφλὴ καὶ ἄστατος μαζί μας μὴ γελάσῃς!
 
(Ὁ Φασουλῆς κατέρχεται στὰ βάθη τῆς θαλάσσης,
κι' ὁ Περικλῆς τὸν ἐρωτᾶ καὶ ἀπαντᾶ ἐκεῖνος
κι' ἀρχίζει συνδιάλεξις διὰ μακροῦ σωλῆνος.)

 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Εὑρῆκες τίποτα, μωρέ;
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Μὴν ἔχεις τόση φούρια...
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Ψάξε παντοῦ καλὰ καλά...
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Εὑρῆκα δυὸ καβούρια.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Φτοῦ! Νὰ χαθῇς, βρωμόσκυλο!
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ἠβοῖ καὶ ὠχονοῦς!
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Τί βρῆκες;
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Δυὸ νερόφιδα καὶ πέντε ἀχινούς.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Μωρὲ θὰ φᾷς μπαγλάρωμα, σὰν ἀνεβῇς ἀπάνω...
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ἀφοῦ δὲν βρίσκω τίποτα, τί θέλεις νὰ σοῦ κάνω;
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Γιὰ κύτταξε, μωρὲ στραβέ, καὶ λίγο παραπέρα.
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Μὴ μοῦ μιλᾶς, βρὲ Περικλῆ, καὶ κάνε μου ἀέρα.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Εὑρῆκες;
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Βγάλε με, μωρέ, καὶ δὲν ἀντέχω πια...
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Εὑρῆκες ἄλλο τίποτα;
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Εὑρῆκα μιὰ σουπιά.
Ἕνα κταπόδι μὲ τσιμπᾶ στὰ δύο μου ποδάρια.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Γιὰ κύτταξε καλλίτερα...
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Νά! νά! καὶ δυὸ σφουγγάρια.
Τί νὰ σοῦ κάνω, ἀδελφέ;... δὲν βρίσκονται παράδες...
θὰ τοὺς ἐπῆραν, φαίνεται, οἱ ἄλλοι σφουγγαράδες.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Ὦ τύχη, τύχη ἄστατος!...
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ἐλπὶς ψευδὴς καὶ φρούδη!
Πάλι βελλάδες δανεικὲς θὰ βάζω τοῦ Σκουλούδη.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Ἀνέβ' ἀπάνω γρήγορα...
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ὦ! Δάκρυα καὶ πόνοι!
ὅπου πατεῖ τὸ πόδι μας πεντάρα δὲν φυτρόνει.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Γιὰ μᾶς κι' ἡ θάλασσα μπορεῖ ἀκόμη νὰ στειρέψῃ.
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Μὲ ὅλο τὸ περίσσευμα ἡ φτώχια θὰ μᾶς ρέψῃ.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Ἂς φασκελώσωμε κι' οἱ δυὸ τῆς Ἄνδρου τὸ νησί.
 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ἐγὼ τὸ ἐφασκέλωσα, φασκέλωσ' το καὶ σύ.
 
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Ἀδίκως ἐπλανήθημεν εἰς τὴν ὑγρὰν ὁδόν.
 
(Ὁ Φασουλῆς ἀνέρχεται λιπόθυμος σχεδὸν
μὲ δυὸ σφουγγάρια, μὲ σουπιαῖς, μὲ φίδια κι' ἀχινούς,
κι' ὁ Περικλῆς ἀγριωπὸς κυττᾶ τοὺς οὐρανοὺς
καὶ δέρνει τὸν συνέταιρον ἀπ' ὅλες τῇς μεριαῖς
καὶ μὲς στὴ μούρη του πετᾷ καμπόσαις σφουγγαριαῖς.)