Ο ζητιάνος/Γ

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ο ζητιάνος
Συγγραφέας:
Κεφάλαιο Γ' - Τα βότανα


Το φως της ημέρας ήρθεν αργά, λογχίζοντας τ’ ακάρφωτα ξυλοκεράμιδα της σκεπής και τις ορθάνοιχτες αστρέχες και τη σαρακοφαγωμένη χαμηλόπορτα, να χυθή πάναγνο στο βρωμερό κατάλυμα των ζητιάνων. Ο Τζιριτόκωστας έπειτ’ από το άφθονο φαγοπότι, έπεσε ξαπλωταριά γιγάντια επάνω στο μαλακόν αχυρόστρωμα και αμέσως αποκοιμήθηκε. Το σκοτάδι πυκνότατο και υγρό με τη βαρειά οσμή του σάπιου άχυρου και του κατούρου την άχνα, που πολυκαιρινή εκαθόταν εκεί, ερρίχθηκαν κι εσκέπασαν όλον τον στενόμακρον αχυρώνα έως τους νοτισμένους τοίχους και την αραχνιασμένη σκεπή με τύφλα και μυστήριον.

Αλλά το φως χύνεται τώρα κάτασπρο στα μαυρειδερά κουρέλια της φορεσιάς και τα μελαχροινά κρέατα, έως το πρόσωπον επάνω και με το κεφάλι του ζητιάνου, σαν να θέλη περίεργο να ιδή, αν άφησε με τον ύπνο την ψευτιά ή την κρατεί πολυάκριβη επάνω του, όπως και τη φορεσιά του. Αλλά κοιμάται ήσυχος ο Τζιριτόκωστας με τα σκέλια χαυδωτά, τα χέρια ανοιγμένα ζερβόδεξα, λες και πάσχει ν’ αγκαλιάση το άπειρο για να το ρίξη στο σακκούλι του· το πρόσωπο γυρισμένο απίστομα, το σώμα σύψυχα παραδομένο στου ύπνου την χαλυβένια δύναμη. Το δασοτριχωμένο στήθος του γλυκανεβαίνει κανονικά με τους παλμούς της καρδιάς ήσυχους, αχολοτάραχτους, όπως κάθε ακριβοδίκαιου ανθρώπου. Το μέτωπό του λάμπει καθαρό και ασυγνέφιαστο. Το ηλιοψημένο πρόσωπό του, αργυροκυκλωμένο από τα ψαρά μαλλόγενα, με τα φρύδια χοντρά, καμαρωμένα, τα ματόφυλλα κλειστά, τα μουστάκια ήμερα, καλοστριμμένα, τα χείλη μισανοιγμένα στο χαμόγελο, χύνει συμπάθεια και αγιοσύνην αχτινοστεφάνωτη. Και το σύνολόν του, από τα πόδια έως την κορφή, δείχνει πολύπαθον εξωμάχο, που με τον ίδρωτα και την τιμή κερδίζει το ψωμί του, αναπαυμένον από βαρύν τον κάματο.

Στη γωνία παραπέρα, το γαϊδουράκι του διπλοπόδι κατάχαμα, την τραγανή φάκνα του αργομασά και παίζει τ’ αυτιά και ανοιγοκλεί τα μάτια, σαν να τα θαμπώνη το ελάχιστο φως. Και στην άλλη γωνία ο παραγιός, κουβαριασμένος με τα κουρέλια του, βογγά και στενάζει σαν πληγωμένο αγριοδάμαλο, ρίχνοντας θλιβερή και άγρια τη βραχνή φωνή του· – Μα!... Όρε μάννα!...

Ο Μουτζούρης ήταν δεκαπέντε χρονών και θα εφαινόταν βεργολυγερό λεβεντόπαιδο, αν δεν ήταν σακατεμένος. Ο Άγιος Πέτρος, το χωριό του, εγειτόνευε με το χωριό του Τζιριτόκωστα και στη ζητιανική δόξα ήταν εφάμιλλο, αν όχι καλύτερο από εκείνο. Οι κάτοικοί του εσυνήθιζαν συφάμελοι να βγαίνουν στο ταξίδι. Ένα δρόμο έπαιρναν οι γυναίκες, άλλον οι άντρες και άλλον τα όψιμα παιδιά σερνικοθήλυκα. Αν ήσαν και μερικά γεννημένα σακάτικα κι εκείνα δεν έμεναν άεργα. Πολλοί αρχιζητιάνοι τα έπαιρναν μ’ ενοίκιο, τα εδασκάλευαν στο ψυχολόγι κι εγύριζαν εδώ κι εκεί προβάλλοντας το άθλιο πάθημά τους στων θεατών το έλεος.

Αφ’ ότου όμως ο Τζιριτόκωστας άρχισε το διαμετακομιστικό ζητιανοεμπόριό του στο εξωτερικόν και πολλοί τον εμιμήθηκαν, η απαίτησις των γονέων έγινεν ακριβότερη και η υπόληψίς τους εμεγάλωσε. Από δεκαπέντε και είκοσι δραχμές, που έπαιρναν πριν κατά μήνα, τώρα εζητούσαν πενήντα κι εξήντα και ήθελαν να επισημοποιείται με συνάλλαγμα η πράξις τους. Τι άλλο καλύτερο ευτύχημα, παρά να είνε κανείς πατέρας τριών-τεσσάρων σακατεμένων παιδιών; Με αυτά ημπορούσε χωρίς να κινηθή από τον τόπο του, χωρίς το δαχτυλάκι του να σηκώση, να γίνη πλούσιος.

Και, κατά παράδοξη σύμπτωση, από τότε άξηνε και η σακατοπαραγωγή του Αγίου Πέτρου. Τα περισσότερα παιδιά που εγεννιώνταν ήσαν κουτσοκουλόστραβα. Διάφορες συζητήσεις έγιναν για τούτο μεταξύ των αντρών. Άλλοι το απόδωκαν στο νερό, άλλοι στους κόπους, άλλοι στο στραβοπλάγιασμα και το ξεκατίνιασμα των γυναικών τους. Ευρέθηκαν μερικοί που υποστήριξαν πως προέρχεται από γειτονικά μάγια· και άλλοι πολλοί που επίστεψαν στο άτεχνο πιάσιμο της μαμής.

Από τις γυναίκες οι περισσότερες έμειναν εντελώς αδιάφορες. Ήξευραν ότι έπρεπε να γεννήσουν κι εγεννούσαν, χωρίς να φροντίζουν για το βρέφος τους. Οι άντρες με την απάνθρωπή τους πράξη και με τους χρηματιστικούς υπολογισμούς κατόρθωσαν να ξερριζώσουν λίγο κατ’ ολίγον από μέσα τους το μητρικόν αίσθημα, το λαθροκρυμμένο από γενεάς γενεών στα γόνιμα στήθη κάθε γυναίκας και να φυτέψουν άλλο. Και το άλλο αυτό ήταν το συμφέρον. Λίγο ήταν τάχα να συνάζη κανείς δύο και τρεις χιλιάδες δραχμές τον χρόνο από τα παιδιά του; Θα χτίσουν με αυτές σπίτι μεγάλο και θα λογαριάζονται στο χωριό! Έπειτα μήπως θα πάθαιναν τίποτε τα παιδιά! Θα ζούσαν και θα παραζούσαν και θα ήταν εύκολο να βγάζουν χρήματα ό,τι ώρα ήθελαν!...

Ευρέθηκαν όμως και γυναίκες που επίστεψαν αληθινά τα λόγια των αντρών τους. Τα στοιχειά, πού αλλού θα πάνε παρά στα παλιοχώρια και τα παλιόσπιτα; Ποιανούς θα πειράξουν περισσότερο παρά τ’ αδύνατα βρέφη οι καλότυχες νεράιδες; Ευρέθηκαν ακόμη και άλλες, οι πλέον έξυπνες και οι πλέον αναίσθητες, που εγέλασαν μόνον πονηρά και τίποτε περισσότερο.

Η μάννα όμως του Μουτζούρη, η Χαϊδεμένη, δεν εχαμογέλασε. Ούτε των αντρών τα λόγια επίστεψε, ούτ’ έμεινεν αναίσθητη. Επικραναστέναζε σε κάθε νέον εξάμβλωμα που εγεννούσε κι έμενε βυθισμένη σε σκοτεινούς συλλογισμούς μήνες ολάκερους. Κι έπειτα, στη νέα εγκυμοσύνη της, έπαιρνεν όλες τις δυνατές προφυλάξεις κι εκρεμούσεν όλων των ειδών τ’ αβασκαντήρια και τα εκκλησιασμένα μαντήλια επάνω της.

Αλλά και ο Γατσούλης, ο άντρας της, έδειχνε το ίδιο ενδιαφέρον για τη φυσιολογική γέννα της γυναίκας του. Σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου και αν ευρισκόταν επαρακολουθούσε με τον νου την εγκυμοσύνη της Χαϊδεμένης, εμετρούσε τους μήνες κι εφρόντιζε να βρίσκεται κοντά της στην κοιλοπόνια και να δέχεται αυτός στα χέρια του το βρέφος και όχι να το εμπιστεύεται στης μαμής τ’ αγριόχερα!

Δυστυχώς, με όλες τις προφυλάξεις της Χαϊδεμένης και με όλες τις φροντίδες του Γατσούλη, τα παιδιά εγεννιώνταν, ένα με τ’ άλλο, όλα σακατεμένα. Εννιά είχε γεννήση και τα εννιά εβγήκαν με το πάθημά τους. Ο Γατσούλης εθλιβόταν κατάκαρδα για τούτο. Αλλά και δεν έπαυε, μόλις έφτανε καθένα στα τέσσερα-πέντε χρόνια, να το νοικιάζη συμφερτικά στους αρχιζητιάνους. Κι επαρηγορούσε πάντα τη γυναίκα του με φιλοσόφου απάθεια: Ο Θεός τα έδωκε· δεν ημπορούσαν να τα βάλουν με τον Θεό!...

Στην τελευταία της γέννα η Χαϊδεμένη δεν είχε τον άντρα κοντά της και όμως εγέννησε μονόκοιλα δύο παιδιά· τον Μουτζούρη κι ένα θηλυκό. Ήταν όμως τώρα και τα δύο γερά και καλοπλασμένα. Τίποτα δεν τους έλειπε. Η Χαϊδεμένη, όταν τα είδε, λίγον έλειψε να τρελλαθή από τη χαρά της. Τα επήρε κοντά της και ζηλότυπη ούτε την αντραδέρφη, ούτε τη μαμή άφησε να τα πλησιάση είτε και να τα πασπατέψη καθόλου. Όλη την ημέρα ετραγουδούσε και τα εκανάκευε· άστρι και πούλια τα έλεγεν, ήλιο και φεγγάρι, ζωή της και ψυχή της παντοτινή, ελπίδα και χαρά της αβασίλευτη.

Την άλλη την ημέρα ήρθε και ο άντρας της από το ταξίδι. Όταν της έφεραν τα συχαρίκια για το φθάσιμό του, όταν τον είδε στην πόρτα του σπιτιού ψηλόν, μεγαλόσωμο, να πλακώνη με τον γιγάντιον ίσκιο του βαρειά την ολόχαρη αντηλιά του τοίχου, σφάχτη αισθάνθηκε στην καρδιά και αθέλητα έσκυψε στα παιδιά της, λες κι εφρόντιζε να τα προφυλάξη από το βάσκανο μάτι φοβερού δράκοντα. Αλλ’ ο άντρας της έδειξε τόση χαρά, όταν έμαθε πως και τα δύο ήταν τέλεια, τόσα γλυκομιλήματα κι επαίνους είπε σ’ εκείνη, και με τόση τρυφεράδα επήρε τα παιδιά ένα με τ’ άλλο στην αγκαλιά του, ώστε η δύστυχη μάννα ευθύς αναγάλλιασε κι έδιωξε τον σφάχτη και τους φόβους της όλους. Άρχισε μάλιστα να βρίζη μυστικά τον εαυτό της γιατί τον υποψιάστηκε. Και την άλλην ημέρα επήγε στο ρέμμα να πλύνη ήσυχη, αφού επήρε δύο και τρεις φορές τον λόγο του αντρός της πως κατά την απουσία της δεν θα έκανε βήμα έξω από το σπίτι και δεν θ’ άφινε καμμιά, μα καμμιά θηλυκή είτε σερνική ψυχή να πλησιάση τα παιδιά της.

Κατά το κοντόβραδο, όταν η Χαϊδεμένη εγύρισε στο σπίτι, ο Γατσούλης έλειπε. Υποψιασμένη έτρεξεν ευθύς στη γωνία, όπου είχεν αφημένα τα παιδιά. Αλλά μόλις εσήκωσε το μάλλινο σκέπασμά τους, τρανήν έρριξε κραυγή κι ελιποθύμησε. Και όταν εσυνήρθε, ξεμυαλισμένη, με τα μαλλιά ξέπλεκα, τα μάτια αγριεμένα, δέρνοντας τα στήθη της άπονα και θεορίχνοντας τον άντρα της ερροβόλησε πάλι στο ρέμμα κι εχάθηκε για πάντα. – Βρε την κουτή! είπεν ο Γατσούλης, όταν εγύρισε στο σπίτι μεθυσμένος και οι γειτόνοι τού είπαν της γυναίκας του το πάθημα. Τι φταίω εγώ σαν έρχεται το Στοιχειό και πλακώνει τα παιδιά της!...

Την άλλην όμως ημέρα έκλαψε κι επενθοφόρεσεν. Αλλά συγχρόνως άρχισε να λογαριάζη κατά πόσο θ’ άξεναν τα εισοδήματά του έπειτ’ από οχτώ-δέκα χρόνια, όταν θ’ άρχιζε να ενοικιάζη και τα δύο νέα του παραλλάγματα.

Αλλά το θηλυκό, το φρικτότερα στρεβλωμένο, γρηγορώτερα και από τους υπολογισμούς του άρχισε να του δίνη μεγάλα κέρδη. Δίχως να το γυμνάση καθόλου στο ψυχολόγι, το ενοίκιασε στον Αγριόγατον κι εκείνος το έσερνε στους δρόμους του Μεσολογγιού, τυλιγμένο σε μιαν αντρομίδα, καλοδεμένο επάνω σ’ ένα γαϊδουράκι και το έδειχνε παίρνοντας από μία πεντάρα σε κάθε θεατή. Πολλές γυναίκες στην όψη του ελιποθύμησαν και άλλες έγκυες απόρριξαν. Αλλά καμμία δεν αρνήθηκε να δώση την πεντάρα της για να ιδή το φοβερό παράλλαμα.

Αργότερα επαράδωκε και τον Μουτζούρη ο Γατσούλης στον Τζιριτόκωστα με συμφερτικόν ενοίκιο. Και, όσω έπαιρνε το ενοίκιό του ταχτικά, ο Μουτζούρης δεν ήταν πεπρωμένο ν’ αλλάξη κύριο. Τώρα όμως ο παραγιός υπόφερε φριχτούς πόνους. Ο Χαλήλ αγάς τον είχε χτυπήσει αλύπητα. Πρησμένο, καταμελανιασμένον όλο του το πρόσωπο, δεν έχει πλέον εξοχή είτε λάκκωμα, αλλ’ έρχεται και σμίγει με το επίλοιπο κεφάλι, σαν μια μεγάλη και ολοστρόγγυλη σφαίρα. Και, σαν παρασαρκίδα της σφαίρας αυτής, το δεξί μάτι λευκοκόκκινο, θαμπό και ακίνητο, προβάλλει μέσ’ από τα πρησμένα ματόφυλλα, ατενώς κοιτάζοντας και φρίκη προξενώντας με τη νέκρα του. Στα ρουθούνια του αποκάτω και του στομάτου τις γωνίες και στ’ αυτιά το αίμα που άφθονον έτρεξε προχθές, σταματισμένο τώρα, κακαριασμένο, δείχνει πορειά επίφοβη πως ανοίχτηκε στον τροφοδότη του σώματος και της ζωής τον κυβερνήτη. Οι άγριες βουρδουλιές του αγά ζώνουν το μελαχροινό κορμί του με ζωνάρια γαλαζόμαυρα και φουσκαλιασμένα, έτοιμα να πέσουν στη γάγγραινα, παρόμοια με φίδι επίβουλο, που ετύλιξε το σώμα και περισφίγγει για να το παραδώση ασφυχτικό στο θάνατο. – Μα! Όρε μάννα! – Τι βογγομαχάς έτσι, μωρέ!... εφώναξεν έξαφνα ο Τζιριτόκωστας ανοίγοντας τα μάτια. Τ’ έχεις και δε μ’ άφηκες όλη νύχτα να κλείσω μάτι, αναθεματισμένε! – Αχ, δεν μπορώ, αφεντάκη! Θα πεθάνω!... εψιθύρισε μόλις ο Μουτζούρης. – Μωρέ, τι λες; ερώτησε με ράθυμη και ειρωνική φωνή ο ζητιάνος. Μωρέ, δεν πας να μου χαθής, λέω, που πίστεψες πως μπορείς κι εμέ να κοροϊδέψης! Αμ τότε που πήγαινες εσύ, εγώ ερχόμουν, κακομοίρη! – Αχ, αφεντάκη, πεθαίνω και δεν με πιστεύειες, λέω! εξανάειπε με παράπονο ο παραγιός. – Μωρ’ εσένα θα πιστέψω! Δεν πας να μου χαθής, διαβολόσπαρμα. – Αχ, τόσον παρά έβγαλες από μένα και τώρα με βρίζεις; Τι μου είπες και δεν έκανα! Ποιον μου είπες και δεν απάτησα για χατήρι σου!

Αλλ’ αντί να συγκινηθή, σκυλί έγινε ο Τζιριτόκωστας από τον θυμό. – Και τι, μωρέ, κι αν έβγαλα παρά! εφώναξεν αγαναχτισμένος. Μπας και τον έβγαλα χάρισμα; Το ξέρεις καλά· πεντακόσες δραμές έδωκα στον πατέρα σου για το παλιοτόμαρό σου και τσαμπουνάς ακόμη... Δεν σε τρέφω, μωρέ· δεν σε ποτίζω; Αν έχης παράπονο, φωτιά θα ρίξη ο Θεός να σε κάψη! Ήθελα να πέσης σ’ άλλα χέρια και τότε να σε καμαρώσω! Αντί, κακομοίρη, να βλογάς την τύχη που σ’ έρριξε στα δικά μου κάθεσαι και τσαμπουνάς ακόμη! Έλα, σήκω να βγούμε σήμερα να μάσουμε κάνα λεφτό, να μη χάσουμε την ημέρα.

Ο Τζιριτόκωστας εσηκώθηκεν ολόρθος, ανακλαδίσθηκε δυο-τρεις φορές, να διώξη αποπάνω του την κούραση και, ψαχουλεύοντας στο αχυρόστρωμα, έσυρε το μπαστούνι του. Έπειτα, καθίζοντας στα γόνατα και στηρίζοντας δυνατά με τη ράχη του την πόρτα, αναποδογύρισε με δύναμη το μπαστούνι του κι επάνω στο μαλακό χώμα εχύθηκαν ένα με τ’ άλλο πολλά χρυσά νομίσματα.

Ο Τζιριτόκωστας δεν ήταν πλέον ο μικρός και ανυποψίαστος ζητιάνος του πρώτου ταξιδιού, που τον έπαιξεν ο Κλουτσινιώτης σαν αγράμματο. Το πρώτον εκείνο πάθημα του έγινε μάθημα. Δεν εμπιστευόταν πλέον σε κανένα, ούτε σ’ αυτά τα παιδιά του. Για να έχη ασφαλισμένα τα χρήματά του καλύτερα, δεν τα έβαζε πλέον στο κεμέρι, που ήταν εύκολο κάθε ώρα να του λυθή, είτε και να επιθεωρηθή από καμμιάν αστυνομική αρχή. Ούτ’ έρραφτε τα χαρτονομίσματα, όπως άλλοι συντεχνίτες του, στα κουρέλια των φορεμάτων, στα μπαλώματα του βρακιού είτε στις λόξες της φουστανέλλας του. Νεωτεριστής στ’ άλλα θέλησε να νεωτερίση και σ’ αυτό το έθιμο. Με μια αναμμένη τουφεκόβεργα ετρύπησε το μπαστούνι και το έκαμε θησαυροφύλακα βουβόν κι εμπιστεμένον. Ένα παλιομπάστουνο εκεί, κατάλληλο μόνον για τα κεφάλια των μαντροσκύλων, ποιος θα θελήσει να το προσέξη; Ανήσυχος όμως πάντοτε, πάντοτε άπιστος και στον ίδιον εαυτό του, αν και το μπαστούνι το είχε χωμένο καλά και ασφαλισμένο όλη τη νύχτα από κάτω του, ηθέλησε τώρα να βεβαιωθή περισσότερο. Με τρεμάμενα από τη συγκίνηση χέρια και με καρδιά ανήσυχη, επήρεν ένα-ένα τα νομίσματα και τα εμέτρητε πάλι. Ήταν σωστά· τριάντα λίρες τουρκικές. Τις είχε πάρει από τον Κοέν, τον Εβραίο, στη Λάρισα κι έδωκε χαρτονομίσματα. Ανάσανε βαθειά· ήρθεν η καρδιά στη θέση της. Αλλ’ από τη συνήθεια και τη δυσκολοπιστία του, έσυρε το χέρι στο χώμα ο ζητιάνος, πασπατεύοντας, σηκώνοντας και το ελάχιστον άχυρο, μήπως και άλλη καμμιά φανερωθή, ανέλπιστα ζητώντας πράγμα που δεν έχασε. Έπειτα έβαλεν όλες πάλι, τη μια με την άλλη, μέσα στο μπαστούνι, το εσφήνωσε καλά επάνω και κάτω, το εκούνησε δυνατά, το εχτύπησε κατά γης και, εβεβαιώθηκε πως κανένα δεν έβγαζεν ήχο να τον προδώση, εσηκώθηκε, επήρε τα σακκούλια στον ώμο του κι εβγήκεν έξω από τον αχυρώνα. Πριν όμως έβγη, εφρόντισε να συμμαζωχθή με τα κουρέλια του, να συγκεντρωθή μέσα στον εαυτό του, όπως η χελώνα μέσα στο καύκαλό της.

Το χωριό εφαινόταν έρημο απ’ άκρη σ’ άκρη. Καπνοδόχη καμμιά δεν εκάπνιζε· φούρνος δεν έκαιγεν· ανθρώπινη μορφή πουθενά δεν επρόβαλε. Κλώσσες μόνον με τα κλωσσοπούλια τους εγύριζαν εδώ κι εκεί μυτίζοντας τη λάσπη και χοίροι καλοθρεμμένοι και αγριότριχοι εκυλιόνταν μακαρίως στου δρόμου τον βόρβορο. Σκελετωμένα και ψωριάρικα σκυλιά εψαχούλευαν με τη μύτη κολλημένη στη γη, περίγυρα στο κονάκι, μήπως εύρουν από τα περασμένα γεύματα του αγά κανένα παλιοκόκκαλο, και γάτες φιλάρεσκες περισσότερον από τις γυναίκες του χωριού ηλιάζονταν ξαπλωμένες επάνω στις σκεπές κι ένιβαν αδιάκοπα με τη γλωσσίτσα την γυαλιστερή και μαλακή τρίχα τους. Στον στύλο ενός γιαπιού ψαρής σαραντοπληγιάρης και τυφλός, δεμένος μ’ ένα βρώμικο κουρέλι από τον λαιμό, έστεκε νυσταγμένος και ανήμπορος. Η φάκνα του – ένα δεμάτι από ξανθόχρυσο άχυρο–, δεμένη κι εκείνη μ’ ένα κουρέλι από τον στύλο, εκρεμόταν κάτω από το στόμα του, έγγιζε σχεδόν τα ρουθούνια και τα πλαδαρά χείλη του, λες και ήθελε να του θυμίση πως έπρεπε να φάγη. Αλλ’ εκείνος τόσον ήταν άρρωστος, ώστ’ εβαρυνόταν και ν’ ανοίξη το στόμα και να φρυμάξη ακόμη, για να διώξη τ’ άχυρα που τον αγκύλωναν. Οι χαλκόμυγες σύγνεφο εκάθονταν στις κόκκινες και υδρωπικιασμένες πληγές του· αλλά δεν είχε τη θέληση να κουνήση την ουρά και να τις διώξη από πάνω του. Περικυκλωμένος με ράθυμη έκφραση μέσα κι έξω του, έδειχνε πως δεν είχε δύναμη, αλλ’ ούτε και τη θέληση, να ζήση. Όμως, για φυσική αντίθεση του ταλαίπωρου αυτού ζωντανού, επέρασε μια στιγμή τετραποδίζοντας απ’ εκεί πρωτομηνιάτικο γαϊδουράκι, ολόχαρο και παιγνιδιάρικο. Ζωηρό και πηδηχτό με τ’ αυτάκια του ολόσειστα, την ουρά του μισοσηκωμένη, επλησίασε στο παλιάλογο κι εμυρίσθηκε τη φάκνα του. Έπειτα εκίνησε τα χείλη με μορφασμό δυσαρέσκειας, σαν να εταλάνιζε τον ψαρή και την κατάστασή του. Κι έξαφνα, σαν να αισθάνθηκε κανένα πίσω του, επρόγκιξεν ολόκορμο, εφτερνοκόπησε τη γη, ετίναξεν εμπρός το κεφάλι του κι ελάκησε πέρα, τρανολαλώντας με την μεταλλική φωνή του στον αιθέρα την πύρινη ζωή και τη λαχτάρα, που διαδέχεται παντού στη φύση τη ραθυμία και την κακομοιριά κάθε ζωντανού.

Όλα τα σπιτάκια του χωριού ήταν κατάκλειστα. Χαμηλά και συμμαζεμένα και παραπονιάρικα, είχαν απαράλλαχτη την έκφραση των ευτελών ενοίκων τους. Κι εμπρός, αγέρωχο και θρασύ, εψήλωνε το κονάκι του Μπέη, με την αυλή περιμαντρωμένη από μάντρα ψηλή και οδοντωτή, δυναμωμένη από πύργους και πολεμίστρες σαν οχύρωμα· με την μεγάλη του πύλη θριαμβευτική και άξια όλες τις άλλες οικοδομές να καταβροχθίση· με τα μεγάλα του παράθυρα ορθάνοιχτα και με τις πυργωτές γωνίες του, όπου οι πελαργοί είχαν πλέξη τις κοφωτές φωλιές τους κι εσάλπιζαν καθημερινά στους ανάξιους δούλους εξεγερτήριο σάλπισμα.

Τα κιουτσέκια τετράγωνα, με λυγαριά πλεγμένα, ορθά επάνω στα τέσσερα ψηλά ξύλα τους έμοιαζαν ογκώδη και τετράποδα πουλιά, άγνωστα στη ζωολογία, στον επίλοιπον κόσμον ανύπαρκτα, γεννήματα μόνον αποκλειστικά της ποταμιάς εκείνης του βάλτου και της αθλιότητος τρόφιμα. Από τα μεσοπλεύριά τους διαστήματα, τα εντελώς γυμνά, εμπαινόβγαινε του Απριλιού ο κρύος αέρας κι εξέραινε κάθε οργανική σπορά κι έδιωχνε μακράν από τον κλεισμένον καρπό τη μούχλα και τη σαπίλα. Και κάτω το πηγάδι με τα φιλιατρά του σκορπισμένα, χρήσιμα μόνον για πλάκες πλυσίματος στις γυναίκες· και η εκκλησούλα η χαμηλή, με τους λεπριασμένους τοίχους, με το μισοκρεμνισμένο κωδωνοστάσι και τη χαρβαλωμένη σκεπή της· η λεύκα η ψηλή και ολιγόκλαδη σαν φθισικός γίγαντας, όλα είχαν επάνω τους τη σφραγίδα της ερημιάς, σαν να ήταν το χωριό από πολύν καιρόν ακατοίκητο. Η θλιβερή εικόνα έθλιψε κατάκαρδα και τον Τζιριτόκωστα. Ευθύς εσκέφθηκε πως η ημέρα του θα επερνούσε χωρίς να ρίξη τίποτε κέρδος στο σακκούλι του. Επήρεν όμως την προσηλιακή πλευρά του χωριού, όπου τα σπίτια είχαν τις πόρτες και τα παραθύρια τους, τον τοίχο-τοίχο κι έσπρωχνε με τον ώμο του κάθε πόρτα, με την κρυφήν ελπίδα μήπως καμμιά κατά τύχη έμεινεν αμπάρωτη. Τι θα έχανε τάχα μέσα στη μοναξιά εκείνη, αν κατώρθωνε να συμμαζώξη όλο το εσώθεμα ενός Καραγκούνη;

Αλλά τα σπίτια όλα ήσαν καλά μανταλωμένα. Ο Τζιριτόκωστας, απογοητευμένος, εσκέφθηκε να γυρίση πάλι στον αχυρώνα του, όταν άκουσε πίσω από το κονάκι παιδιών φωνές και γυναίκεια χασκογελάσματα. – Μωρ’ έχει κόσμο εδώ! είπεν ευχαριστημένος.

Αληθινά, πίσω από το κονάκι, κάτω από ένα κιουτσέκι, μερικές γυναίκες χαυδοσκελωμένες κατάχαμα εξεφύλλιζαν τ’ αραποσίτι, ενώ τα μικρά παιδιά εκυλιόνταν παρέκει κι έπαιζαν επάνω σε στοίβα κοπριάς. Εκεί ήταν η Κρουστάλλω πρώτη, η γυναίκα του Μαγουλά, και η μάνα της η Σταμάτω, γριά καμπουριασμένη και μονοδοντού· Αγγελική η Κράπαινα, μελαχροινή και ψηλόκορμη· Βασίλω η Τζούμαινα και η παπαδιά με την θλιμμένη θυγατέρα της την Παναγιώτα και η Ρούσα, του παρέδρου η γυναίκα, και η Αννέτα, βεργολυγερή θυγατέρα του Μπιρμπίλη, και η Χαδούλαινα.

Η Παναγιώτα, ξεβραχιονισμένη και γυμνοπόδαρη, μισοκαθισμένη στο κεφαλόσκαλο, έπαιρνε από το κιουτσέκι αγκαλιές αραποσιτόκωνους και τους έρριχνε κάτω ανάμεσα στων γυναικών τον όμιλο. Κι εκείνες, με τη λαχτάρα των Ινδών γυναικών, της Νοκόμυης και της Μινεχάας, με την ίδια ευγνωμοσύνη και στοργή για τον χρυσοντυμένον και πρασινόφτερον Μοντάμη, τον φίλο της ζωής, το γλυκύ δώρον τ’ ουρανού, εξεφύλλιζαν τους κιτρινοκόκκινους κώνους επάνω στις ποδιές και τους έρριχναν σε σωρό παρέκει, έτοιμους, για το χτύπημα. Κι ενώ εδούλευαν πρόθυμα τα χέρια, εδούλευε και η γλώσσα τους ακράτητη. Οι ζητιάνοι και η αφύσικη συμπάθεια, που έδειξαν σ’ εκείνους οι άντρες τους, ήταν το κύριο θέμα της ομιλίας. Η Κρουστάλλω δεν ημπορούσεν ακόμη να κρατήση την αγανάχτησή της για την τρομερή εκείνη πράξη του Μαγουλά. – Ο κουρούνης! έλεγε. Ακούς να μου πάρη το δαυλί για να το δώση στους ψειρήδες! Δεν φτάνει που δεν είν’ άξιος ν’ αντρειέψη το σπίτι του, μόν’ θέλει να συνέμπη και στην κοιλιά μου... Αν φέρη κι άλλο θηλυκό, κάλλιο μπαλαρμάς να τον εύρη! – Και τ’ άφηκες το δαυλί; την ερώτησε γελώντας η Τζούμαινα. – Να τ’ αφήσω! εξεφώνησε η Κρουστάλλω έκπληχτη· δεν άφινα καλύτερα τα μάτια μου! – Δεν έκαμες καλά, καϋμένη, εσυμβούλεψεν η παπαδιά· δεν έκαμες καλά να τους αφήσης στο σκοτάδι φτωχούς ανθρώπους! – Δεν τους έστελνες εσύ, που είσαι πλούσια· είπε θυμωμένη η Κρουστάλλω. – Όχι πως είμαι πλούσια, μα ήταν κρίμα κι από το Θεό· έπεμεινεν η παπαδιά. Έπειτα ξέρεις, αυτοί γνωρίζουν χίλια-δυο μαγικά. – Δε βαρειέσαι που ξέρουν την κακή τους μέρα!... – Άκου που σου λιέω! Έτσι μια φορά στ’ Αμπελάκια ήρθ’ ένας ζητιάνος που δεν έδινες έναν παρά. Μα εκείνος ήξερε, μπάριμ, να κατεβάση τ’ αστέρια. Έβγαλε το ζούδιο της Δημάκαινας από τον Πυργετό. Στην Αίγανη έκανε θάματα· τη Ρουλιού την έκαμε κι απόχτησε σερνικό παιδί. Τι αρρώστια ήθελες να μην ξέρη το γιατρικό της.

Η Κρουστάλλω άκουε της παπαδιάς τα λόγια και άρχισε να χάνη την αγανάχτησή της. Κοιμάμενες ελπίδες ανάζησαν πάλι κι επεριπετούσαν ολόγυρά της χρυσοπράσινες και θαμπωτικές. Το πρόσωπό της, το πλαδαρό και ηλιοψημένο, αγλαόμορφο έγινεν από τη λάμψη τους, όπως από τη θεία λάμψη το τραχύ όρος του Σινά. – Μωρέ, ας ήξερα πως με κάνει ν’ αποχτήσω σερνικό παιδί, είπε· και του δίνω ακόμη και τα ρούχα που φορώ. – Αμ, σώπα δα, θυγατέρα! την έκοψεν η Σταμάτω, σαν να εφοβόταν τον υπερβολικό αυτόν ενθουσιασμό της χωριάτισσας. Τάχα τι κακό είδες από τα κορίτσα και βαργομάς τόσο! Δε λες ας έρθη με καλό κι ας είνε ό,τ’ είνε... Και για τα κορίτσα ο Θεός έχει την έγνοια τους. – Ο Θεός έχει την έγνοια τους, μα εγώ θα τ’ αναθρέψω, είπεν η Κρουστάλλω επιμένοντας στον στοχασμό της. Κι έπειτα σαν μεγαλώσουν, ως που να τα μπερδέψω με κανένα, γύρευε τι φαρμάκια θα πιω. – Σ’ αυτό δε λιέω τ’ όχι· είπεν η γριά Σταμάτω κουνώντας το κεφάλι και χαμογελώντας. Εγώ μια μονάχα είχα, εσένα κοψοζώητη, κι ετράβηξα τον αμάραντο όσο να σε παντρέψω. Ήσουν μια πιπέρω, που δεν είχες συμμαζωμό! Νυχτόημερα δε σ’ άφινα από κοντά μου, αλλοιώς!... Και μ’ όσα κι αν έκανα, λίγο έλειψε να μην πάθω, όταν σας ηύρα πίσω απ’ τη θημωνιά με τον ξάδερφό σου το Χαδούλη... – Μέθυσες, λιέω! εφώναξεν η Κρουστάλλω με αυστηρή φωνή, αγριοκοιτάζοντας τη γριά ενώ εχαιρόταν το πρόσωπό της στην ενθύμηση. Παλάβωσες, λιέω, και δεν ξέρεις τι λιες! Σώπαινε μη μας ακούση ο κόσμος και φρίξη!... – Αμ σώπα, μαρή· επέμεινεν η γριά Σταμάτω· εμείς κι εμείς είμαστε. Τάχα δεν τα ξέρουμε! – Μπα, καλότυχη! επρόσθεσε καθησυχάζοντάς την και η Τζούμαινα· κάνε τη δουλειά σου και μη χολοσκάς!... Εμείς κι εμείς είμαστε...

Εκείνη την ώρα εφάνηκεν εμπρός τους ο Τζιριτόκωστας, χωμένος ολόκορμος μέσα στα κουρέλια του, μικρός και ταπεινός και τόσον ελάχιστος, που έλεγες από την κακοπάθεια μόλις εκρατιόταν στα πόδια του. Ο ζητιάνος αργοκίνητος επλησίασε στον όμιλο των γυναικών και ακουμπώντας στο μπαστούνι του άρχισε με το θλιμμένο ήθος και την κλαψάρικη φωνή του: – Θεός σχωρέσ’ τη μάννα σου και τον πατέρα και τ’ αδερφάκια σου!

Αλλ’ οι γυναίκες ούτε τον επρόσεξαν καθόλου. Επροσπάθησαν να κρύψουν τα γυμνά τους μέλη όσον ημπορούσαν περισσότερο κάτω από τα κοντά φουστάνια τους, να κλείσουν όσον ήταν εύκολο στην λερή τραχηλιά τον ηλιοψημένον κόρφο τους κι εξακολούθησαν να ξεφυλλίζουν τ’ αραποσίτι με την ίδια προθυμία κι επιμονή. Μόνον η Κρουστάλλω εσήκωσε δυο-τρεις φορές λοξά τα μάτια της και είδε το πρόσωπό του, ανυπόμονη να γνωρίση, αν εκρατούσε κακία για την χθεσινή διαγωγή της.

Αλλά και η Παναγιώτα, η κόρη του παπά, αφ’ ότου άκουσεν από της μάννας της το στόμα την τόσην επιδεξιοσύνη και δύναμη των ζητιάνων, δεν ημπορούσε να ησυχάση. Κατώρθωσε να διώξη την παρθενική δειλία της κι εκοίταζε τον Τζιριτόκωστα με λιποψυχισμένη περιέργεια. Αυτός τάχα, που είχε τόσα βότανα για τις αρρώστιες των άλλων, δεν είχε κανένα και για της καρδιάς την αγιάτρευτη πληγή; Και από το κεφαλόσκαλο επάνω έρριχνε τα μαύρα τ’ αστραφτερά μάτια της στα σακκούλια του μέσα, θέλοντας να γνωρίση το μαγικόν εσώθεμά τους με τρόμο και συγκίνηση, αδιάφορη αν ο άνεμος εσήκωνεν υπερύψηλα τα φουστάνια της κι ελεύθερα έδειχνε στο ηλιοπύρι τα κρέατά της. Άλλη όμως καμμία ούτ’ άκουσε, ούτ’ εσήκωσε μάτι να τον ιδή. Ο Τζιριτόκωστας δεν αποθαρρύνθηκε. Εξακολούθησε το ψυχολόγι του και συγχρόνως έφερνεν εδώ κι εκεί τα μάτια σ’ όλα τα πρόσωπα των γυναικών. Εξέταζε τις φυσιογνωμίες τους, την έκφραση του μετώπου και του χείλους την εξόγκωση και του στομάτου τις γραμμές, σαν πολύπειρος φυσιογνώστης, που θέλει να μαντέψη της ψυχής τα πάθη και της καρδιάς τ’ απόκρυφα. Και ψαχουλεύοντας έτσι, έλεγε χωρίς διακοπή. – Θεός σχωρέσ’ τη μάννα σου και τον πατέρα και τ’ αδερφάκια σου! – Ρε άιντε, χριστιανέ μου, στη δουλειά σου και άσε μας ήσυχες! είπεν η Κρουστάλλω, ενώ το χαμόγελό της έδειχνε ψεύτικα τα λόγια της. Πήγαινε να βρης τους άντρες μας, τα ζωντόβολα, να καλοπορέψης και...

Αλλ’ έξαφνα έκοψε τον λόγο της κι έμεινε ακίνητη, κοιτάζοντας τον ζητιάνο με τρόμο κι έκπληξη. Ο Τζιριτόκωστας αναγνώρισε τώρα από τη φωνή και του προσώπου τα χαρακτηριστικά τη χθεσινή χωριάτισσα, που τόσην είχεν απέχθεια στα θηλυκά παιδιά. Μέσα στον αχυρώνα, όταν την είδεν αγριεμένη και τρελλή από τον φόβο, μία σκέψις σαν αστραπή επέρασε από το πνεύμα του, πως η Κρουστάλλω ήταν χωρίς άλλο θεόσταλτο θύμα της μαγγανευτικής του πονηρίας. Η ίδια σκέψις του ήρθε πάλι τώρα, μόλις αντίκρυσε τη χωριάτισσα και αποφάσισε να κάμη αμέσως την αρχή. Το μπαστούνι του έγγιξεν ανάλαφρα τη γυμνή και μεστωμένη κνήμη της, ενώ το πρόσωπό του έπαιζεν ανοιγοκλείοντας τα μάτια και σουφρώνοντας τα χείλη, λες και ήθελε να την κάμη να εννοήση, πως κάτι εμπιστευτικό είχε να της ειπή. Και μία στιγμή, ενώ έσκυβε να πάρη πέτρα, εκεί στα πόδια της ριγμένη, για να διώξη τα σκυλιά, που τον ακολουθούσαν αλυχτώντας, της εψιθύρισε στ’ αυτί: – Έχω και το σερνικοβότανο, αν θες. – Τ’ είπες; εξεφώνησε κατακόκκινη από χαρά και ντροπή η Κρουστάλλω. Τ’ έχεις είπες; – Το σερνικοβότανο, εξανάειπε δυνατώτερα παίρνοντας θάρρος και φέροντας το βλέμμα ερευνητικό σ’ όλες τις γυναίκες. Το σερνικοβότανο, που βρίσκεται στον κάμπο πέρα, εκεί που κατουρεί βαρβάτο άλογο. Κι όποια το πάρη, κάνει σερνικά παιδιά, σερνικά κι αντρειωμένα – και πανώρια σαν κι εμένα!...

Οι γυναίκες, καθώς άκουσαν τα λόγια του, άφησαν η μία με την άλλη το ξεφύλλισμα του αραποσιτού και τον ετριγύρισαν προσέχοντας και στο ελάχιστο κίνημά του. Και η Παναγιώτα, του Παπαρρίζουν η κόρη, αργοκατέβηκεν από το κεφαλόσκαλο κι επήγε κι εκοντοκάθισε πίσω από την Κρουστάλλω. Χωρίς και αυτή να το εννοήση, είχε πάρει μαζί της έναν αραποσιτόκωνο και, ταραγμένη, ολότρεμη, σπασμωδικά εκομμάτιαζε στα δάχτυλά της τη μεταξωτή φούντα του, έτριβεν ένα-ένα τα ξερά του φύλλα, ετσάκιζε το κοτσάνι του, ενώ τα μάτια και ο νους και η ψυχή της ήσαν προσηλωμένα στα χέρια του ζητιάνου.

Ο Τζιριτόκωστας εγνώριζε πολύ καλά τη μαγική επιρροή που έχουν στις γυναίκες τα μυστήρια και τα σύμβολα. Από μακρινή παρατήρηση εγνώριζε πως ο κόσμος αυτός, που άνωθεν εστάλθηκαν οι ζητιάνοι να εκμεταλλεύωνται με την πονηρία τους, έχει διάφορες αδυναμίες και μυριοπρόσωπες ανάγκες. Έπρεπε λοιπόν κάθε ζητιάνος να παίρνη τα μέτρα του, για να κολακέψη τις αδυναμίες αυτές, να συμπληρώση τις ανάγκες, αν ήθελε να κερδίση χρήματα. Έπρεπε να μελετά πρώτ’ από ψηλά το απέραντο βασίλειό του κι έπειτα να κατεβαίνη σ’ αυτό και ν’ αρχίζη το στάδιό του πάνοπλος και απολέμητος. Για τούτο ο Τζιριτόκωστας δεν επεριοριζόταν μόνον στης ζητιανιάς τα καμώματα. Για κάθε άνθρωπον είχε και ξεχωριστήν μέθοδον ενεργείας. Σύμβολό του είχε πάντοτε το ναυτικό ρητό: «κάθε μακαράς και το ξυλοφύλλι του». Ιχνηλατούσεν, εξέταζε κι εύρισκε τέλος την αδυναμία του καθενός. Όπου εκαταλάβαινε πως δεν ωφελούν οι χριστιανικές ευχές, έβανε σ’ ενέργεια διαβολικά παραγγέλματα. Όπου δεν ημπορούσε ν’ απλώση χέρι, ακόνιζε τη γλώσσα του. Όταν δεν εύρισκε τους ελεήμονες, εζητούσε τους δεισιδαίμονες, τους μωρούς. Είχε, ναι, στη γλώσσα του το κλαψάρικο και μονότονο ψυχολόγι· αλλ’ είχε και στη σακκούλα του γαργαλιστικό το φιδόχορτο, το σερνικοβότανο, το σιδερόχορτο και άλλα χίλια μύρια βότανα της γης· είχε στον νου τα ξόρκια και στα μάτια το βάσκαμα. Κι εγνώριζε πολύ καλά, πως η παραμικρή επιτυχία τούτων ήταν αρκετή να συμπληρώση ενός και δύο ταξιδιών ελεημοσύνες. Το ήθος του ζητιάνου έγινεν αμέσως σπουδαίο και σοβαρό. Τα καστανά μάτια του έπεφταν εδώ κι εκεί ράθυμα, αφαιρεμένα, του αφαιρεμένου νου, του πλανημένου στα υπερκόσμια πιστές εικόνες. Τα μαλλιά του κεφαλιού και τα ψαρά γένεια· η έκφρασις του προσώπου και του σωμάτου η στάσις και των χεριών τα κινήματα· τα φορέματά του αυτά, τα ξεσχισμένα και ιδιότροπα, ερχόνταν κι επρόσθεταν το προφητικό τους μεγαλείο στη μυστηριώδη και ακατανόητη δύναμη των λόγων του. Δεν ήταν ο εξευτελισμένος ζητιάνος, ο ψειρής και λιμασμένος, που με κλαψάρικη φωνή ζητεί τα ξεροκόμματα και τ’ αποφάγια των φτωχών. Ήταν παντοδύναμος μάγος, που εσυγκέντρωνε στα στιβαρά χέρια του δυνάμεις της γης και στοιχεία του αιθέρος, άγνωστα στους πολλούς θνητούς. Και ήταν ικανός ν’ αλλάξη όχι μόνον την τύχην, αλλά και αυτή την φύση των όντων.

Η Κρουστάλλω στο ανέλπιστον εκείνο ηύρεμα, πασίχαρη εκόλλησε κοντά του κι ήθελεν αμέσως τώρα να το ιδή και τ’ αγοράση το βότανο, να το καταπιή αμέσως, αν ήταν εύκολο, κι αν ήταν δυνατόν ν’ αλλάξη το έμβρυο που είχε μέσα της πριν το βγάλη στον κόσμο. – Πού είνε το; να το ιδώ· ερώτησεν ανυπόμονη. – Μα είνε ακριβό! είπεν ο Τζιριτόκωστας τονίζοντας τη λέξη. – Ακριβό-φτηνό εγώ το θέλω! απάντησε μ’ επιμονή η Κρουστάλλω. Και το βρακί μου δίνω για ν’ αποχτήσω σερνικό παιδί. – Αμ είχες ποτέ σου; εψιθύρισε πονηρά γελώντας εκείνος.

Κι εκαλοκάθισεν ανάμεσα στις γυναίκες κατάχαμα. Έσυρε το σακκούλι του εμπρός, άνοιξε με τρεμάμενα και αργοκίνητα χέρια τις σούφρες του θέλοντας να κεντήση όσον ημπορούσε περισσότερο την ανυπομονησία των γυναικών κι έβγαλεν έξω ένα μικρό σακκουλάκι. Έπειτα έλυσε με την ίδια πάντοτε άργητα το σακκουλάκι και με προφύλαξη μεγάλη, λες κι έπιανεν άγια λείψανα, έβγαλ’ ένα-ένα χαρτοδέματα μικρά-μεγάλα και τ’ απίθωσε κοντά του φροντίζοντας αέρι να μην τα βαρέση και ήλιος να μην τα ιδή. – Ποιο είναι το σερνικοβότανο; εξαναρώτησεν η Κρουστάλλω.

Αλλ’ ενώ ετοιμαζόταν να δείξη το πολύτιμο βοτάνι στα διψασμένα μάτια της χωριάτισσας, φωνή ολότρεμη από συγκίνηση και χαρά τού εμπόδισε το κίνημα. – Ηύρα! Το ηύρα!... ηύρα το και δεν τ’ αφίνω!...

Η Παναγιώτα, του Παπαρρίζου η κόρη, ολόρθη, αναμαλλιασμένη, με μάτια σπιθοβόλα και αγγελοκάμωτο πρόσωπον εχοροπηδούσε κρατώντας ψηλά, στα έκπληχτα μάτια των γυναικών εμπρός, ένα μαυροκόκκινον αραποσιτόκωνο. Ήταν εκείνος, που είχεν ασυνείδητα πάρει από το κιουτσέκι κι εξεφύλλιζε τόσην ώρα με τα δάχτυλά της. Αλλ’ ο κόκκινος αραποσιτόκωνος είνε σπάνιος και σ’ εκείνον που τον εύρη, αν είνε ανύπαντρος, προλέγει το γρήγορο φθάσιμο λατρευτού συντρόφου. Οι γυναίκες για μια στιγμή άφησαν τα βότανα του Τζιριτόκωστα κι έρριξαν όλη την προσοχή τους στην αξιοζήλευτη παρθένα. Ορθές την επεριτριγύρισαν και άπλωναν τα χέρια κι εψηλαφούσαν τον κώνο με σεβασμό κι επιθυμία μεγάλη, ενώ η Παναγιώτα, ζηλότυπη, ήθελε να προφυλάξη το σπάνιο ηύρεμά της από κάθε αρπαχτική διάθεση. Όλες οι χωριάτισσες έδειχναν ευχαρίστηση για την ευτυχία της παρθένας κι ευχόνταν γρήγορα ν’ αληθέψη η καλοσημαδιά. Από την έκφραση όμως των ματιών εφαινόταν πως άλλα έλεγαν και άλλα επίστευαν οι Καραγκούνισσες. – Μωρέ μάτια μου! Ηύρεμα που τόκαμε! εψιθύρισεν η Αννέτα, η κόρη του Μπιρμπίλη, με παίξιμο των χειλιών κωμικότατο. Εκείνη να βρίσκη τους κούνους κι άλλη να παίρνη τσ’ αγαπητικούς της!... – Δώστο, μαρή, να σ’ το φυλάξω· είπεν η παπαδιά στη θυγατέρα της ολόχαρη κι εκείνη για το ηύρεμα της κόρης. – Μπα, έκαμεν η Παναγιώτα δυσκολόπιστη· δεν το δίνω κανενού.

Και το έκρυψε με λαχτάρα, σαν φιλάργυρος τον θησαυρό του, μέσα στον παρθενικόν κόρφο της.

Ο ζητιάνος από τη θέση του έβλεπε την αναστάτωση εκείνη των γυναικών κι εγελούσε μακάριος. Το εφευρετικό μυαλό του συλλογιζόταν πως και απ’ αυτό το ηύρεμα της Παναγιώτας πολλά ημπορούσε να κερδίση. Και όταν εκατάλαβε πως έπαυσε των γυναικών η συγκίνησις, εφώναξε με φωνή σοβαρή, που έκαμε τις γυναίκες όλες να συμμαζωχθούν πάλι περίγυρά του και να κρεμασθούν από τα χείλη του. – Το σερνικοβότανο; Ετούτο είνε!

Κι εμπρός στα θαμπωμένα μάτια τους εξεδίπλωσεν ένα ξερό σταχτερό χορταράκι. Αλλά σύνωρα πλαγιάζοντας πίσω από την Κρουστάλλω εψιθύρισε προφυλαχτικά δήθεν, αλλ’ αρκετά δυνατά, ώστε ν’ ακουσθή, απ’ όλον τον όμιλο των γυναικών, στο αυτί της Παναγιώτας: – Έχω και τ’ αγαποχόρταρο!

Στον λόγο και το διαπεραστικό βλέμμα του η κόρη εκοκκίνισε σαν τη φωτιά και απιστομήθηκε κατά γης, ανάμεσα στα φουστάνια των άλλων γυναικών, με νευρικό και ακράτητο γέλοιο. Αλλ’ η Αννέτα του Μπιρμπίλη, ψιλομελάχροινη και πυρωμένη λεβεντονιά, τολμηρότερη επρόβαλε κι ερώτησε δυνατά: – Έχεις αλήθεια τ’ αγαποχόρταρο; – Ναι, είπεν ο Τζιριτόκωστας με ακλόνητη βεβαιότητα. Έχω τ’ αγαποχόρταρο, τσ’ αγάπης το βοτάνι – π’ άλλος τόπος δεν το κάνει. Αυτό που τώχουν οι νεράιδες και το φυλάν στο Μαυροβούνι, κάτω στο Μωρηά, σε μια σπηλιά δίκοχη-τρίκοχη, και δεν μπορεί κανείς να το φτάσει ούτε να το ιδή πώς φυτρώνει. Και για να το βρης, πρέπει να πιάσης τρίμερο σκαντζοχεράκι, να το κλείσης σε φράχτη περίγυρα καλή. Η μάννα του η σκαντζοχερίνα, θέλοντας να το λευθερώση, θα περάση κάμπους και βουνά, λαγκάδια και κράκουρα, να φέρη το βοτάνι, να το βάλη στη φράχτη ν’ ανοίξη μονάχη της. Εκεί πρέπει να είσαι κρυμμένος, καθώς θα έρθ’ η σκαντζοχερίνα, να το πάρης από τη μυτίτσα της πριν ’γγίξη το χώμα. Μ’ εκείνο τότε ανοίγεις κλειδαριές και σιδερόπορτες και την καρδιά του καλού σου και τ’ αγαπητικού σου!

Η Παναγιώτα μέσ’ από τα φουστάνια των γυναικών άκουε την παντοδυναμία του βοτάνου και δεν εγελούσε πλέον. Η καρδιά της έπαλλε γοργά και ίδρωτας επερίλουζε το σώμα της και ψιλά, καυτερά, σαν από θερμοκαυτήρα, κεντήματα αισθανόταν στα μάγουλα και την άκρη της μύτης της. Λιποθυμίας συμπτώματα εβάρυναν ασφυχτικά τα ναρκωμένα μέλη της και της έφεραν βαθείς, τετράβαθους αναστεναγμούς. Επίμονος και απαιτητικός ήρθε πάλι στο νου της ο Χαδούλης, του Τρίκα ο γιος, κι έσβησεν αμέσως τη χαρά που της έφερε του αραποσιτόκωνου το ευτυχισμένο ηύρεμα.

Ο Χαδούλης ήταν αρρεβωνιαστικός της πριν. Ο Παπαρρίζος και ο Τρίκας, σε στιγμή κρασοκατανύξεως κι αισθηματολογίας άκρατης, αποφάσισαν να διατηρήσουν παντοτινή, στους αιώνες να την παραδώσουν αθάνατη κι ονομαστή τη φιλία τους. Και για να κατορθώσουν αυτό, δεν ευρήκαν άλλο μέσον παρά ν’ αρρεβωνιάσουν τα παδιά τους, πριν ακόμη αφήσουν καλά-καλά τα σπάργανα. Η κόρη με το πρώτο ψέλλισμα των ονομάτων της οικογενείας έμαθε να ψελλίζη και του αντρός της τ’ όνομα. Πριν ακόμη αισθανθή φόβο και σεβασμό και αγάπη στα πατρικά χτήνη, για τα μεγάλα ευεργετήματα που έκαναν με τη δύναμή τους στην οικογένεια, τα αισθάνθηκε στον Χαδούλη, που έμελλε να γίνη ευεργέτης και ο δεσπότης της. Τα ίδια αισθήματα εκράτησεν η παρθένα στα στήθη της και όταν ακόμη εμεγάλωσε. Ο Χαδούλης όμως ούτε μικρός ούτε όταν εμεγάλωσεν αισθάνθηκε τίποτε απ’ αυτά. Όταν εκατάλαβε πως έγινε στο χωριό ζηλευτός γαμπρός, επάτησε τον αρρεβώνα του δίχως δισταγμό. Λίγα δεμάτια σανού, που επρόσθεσεν ο Μπιρμπίλης στην αρχική προίκα του, τον έπεισαν αμέσως ν’ αρρεβωνιασθή την Αννέτα.

Η Παναγιώτα επικράθηκε κατάκαρδα, όταν το έμαθε. Περισσότερον επικράθηκε για την προσβολή, που της έγινε, παρά γιατί εματαιώθηκεν η ευτυχία της. Εφοβήθηκε περισσότερο την κακογλωσσά των συντοπιτών της, τ’ ανήλεα πειράγματα της αντιζήλου της, παρά που έχανεν αγαπημένο πρόσωπο. Το πάθημά της, αντί να την καταβάλη και να την αποθαρρύνη, την έκαμε περισσότερο τολμηρή. Δεν είχεν άλλη σκέψη παρά πώς να ξαναφέρη στα πρώτα του βήματα τον Χαδούλη. Και τόσον είχε τα αισθήματα συγχισμένα μέσα της, ώστε δεν ημπορούσε να διακρίνη, αν εζητούσε τούτο για ν’ αποχτήση τον άπιστον εραστήν ή για να τιμωρήση μισητήν αντίζηλο. Τώρα μόλις είδε τον Τζιριτόκωστα κι άκουσε του βοτάνου την ακατανίκητη δύναμη, αυτήν τη σκέψη έφερε στο νου της. Ήθελε να είχε λίγο απ’ αυτό, ένα φυλλαράκι μόνον, να ποτίση τον Χαδούλη, να τον κάμη να γυρίση πίσω στην πρώτη του αγάπη, να μην τον χάση για τα λίγα τ’ άχερα. Αλλά ποιος ηξεύρει πόσο θα το πουλή το βοτάνι του ο ζητιάνος!

Όμως εκείνος εδιαλαλούσεν ένα με τ’ άλλο τα βότανά του, έλεγε τη χρήση και την παντοδυναμία τους με τέχνη και υψηλή πλαστικότητα λόγου. Και οι γυναίκες όλες, στριμωμένες περίγυρά του, άκουαν και τον εκοίταζαν κατάμματα, χωρίς να βγάνουν άχνα, χωρίς μιλιά, με συγκίνηση μεγάλη και πόθον άσβηστο. Τα ευεργετικά, τα παρήγορα βότανα της γης, που γιατρεύουν κάθε σωματική πληγή, που καταπαύουν κάθε ψυχικόν πόνο, που ελαφρώνουν κάθε της καρδιάς μαρασμό και την γυρίζουν πάλι στην πρώτη της νεότητα, στην αρχική της ακμή, ήσαν εκεί εμπρός τους, μέσα τα είχε στο σακκούλι του ο ζητιάνος και δεν έμενε παρά να τ’ ανοίξη μόνον, να τα χύση περίγυρα, για να κατασιγάση της ανθρωπότητος τα κρυφά μαρτύρια, θεότης ευεργετική και πολυεύσπλαχνη αυτός. Μυστικούς, λαθροκρυμμένους πόνους· πόθους και βάσανα κι ελπίδες· όλα τα συναισθήματα τα κατασταλλαγμέν’ από τη φύση σε κάθε ανθρώπινη ψυχή, τα κατακαθισμένα στα βάθη της συνειδήσεως από τη ράθυμη της ζωής επιρροή, ο Τζιριτόκωστας με τα λόγια και τα βότανά του τ’ ανασκάλιζε τώρα, τα έφερνε στην επιφάνεια, τα παράδινε στης ψυχής τη γνώση και του ατόμου τη διάθεση. Όλες οι γυναίκες, η μια με την άλλη, εζητούσαν με τον νουν επιμόνως κι εύρισκαν τέλος κάτι τι στη ζωή τους άρρωστο, κάτι στην ψυχή τους παθιασμένο, που εμπόδιζε ν’ απολάψουν αθάνατη τη χαρά και τη γαλήνη του κόσμου. – Στερφοβότανο μπας κι έχεις, αρέ; ερώτησεν έξαφνα η Κράπαινα.

Δώδεκα παιδιά είχε γεννήσει έως τώρα η χωριάτισσα και ήταν μόλις τριανταδύο χρονών. Εκαταλάβαινε και ίδια πως είχε διάθεση να γεννήσει άλλα τόσα ακόμη. Όμως είχεν αποκάμει από τις κοιλοπόνιες κι ήθελε να σταματήση την ανυπόφορη καρποφορία της κοιλιάς της. Αλλ’ η παπαδιά την εμάλωσεν αμέσως για τούτο και είπεν ότι δεν έπρεπε να ζητή με βοτάνια ν’ αντιταχθή στου Θεού το θέλημα. Η Κράπαινα όμως επίμενε γυρεύοντάς το. Δεν βαστάω, έλεγε· βαρέθηκα πια· κάθε χρόνο και παιδί!... – Σα δεν βαστάς, κλείδωσέ το· είπεν η παπαδιά. – Το κακό είνε που δεν κλειδώνεται· είπεν η γριά Σταμάτω, η πολύπειρη. Δεν θυμάστε τι απάντησεν η γριά η εκατοχρονίτρα στα λόγια του σαραβαλιασμένου γέροντά της; «Ε, καϋμένε μύλο, είπεν εκείνος στενάζοντας· πόσες φορές εγριγριλίσαμ’ εφτού μέσα! Και η γριά η εκατοχρονίτρα εμουρμούρισεν: Ανάθεμα την κρέμαση κι απέ ο μύλος ακόμη γριγριλίζει!»

Οι γυναίκες όλες, παντρεμένες και ανύπαντρες, εχασκογέλασαν νευρικά, σαν να εγαργαλίσθηκαν με τον μύθο της γριάς. Ο απριλιάτικος ήλιος που τις επερίλουζε θαλπερός ώρες ολόκληρες· η γοργή βλάστησις, που απλωνόταν περίγυρά τους, και τα γεννητικά μόρια, που επλανιόνταν αόρατα στον αιθέρα κι εσυντελούσαν στης ανοίξεως την αναπλαστικήν ενέργεια, είχαν χύση στο αίμα τους τη ράθυμη εκείνη και ηδονική διάθεση, που φέρνει στα έμψυχα πλάσματα την παράλυση του σωμάτου και των νεύρων τον οργασμό. Κοκκινοπρόσωπες, αγλαομματούσες, με κάποιο βάρος ανάλαφρο στο στομάχι και κάποια στενοχώρια και στέγνωμα στον λάρυγγα· με ανατριχιαστικήν αύρα κινούμενη επάνω στο δέρμα τους από το κεφάλι έως τα πόδια και με δυσθυμία αόριστη άρχισαν οι γυναίκες να πονηροβλέπωνται μεταξύ τους και να σπρώχνωνται, ν’ ανακλαδίζεται η μία επάνω στην άλλη και να χαυνίζεται, με το νευρικό γέλοιο αδιάκοπο, με των βλεμμάτων πονηρή έκφραση ακατανίκητη. Οι γυμνές τους κνήμες επρόβαλαν μελαχροινές και γυαλιστερές, σαν χάλκινες κάτω από τ’ αναστατωμένα φουστάνια τους και τα γόνιμα στήθη επρόβαλαν ελεύθερα έως την μέση και τα μέλη τους όλα από των νεύρων τη μουδιασμένη εξέγερση είχαν τολμηρή και παράξενη στάση σαν στρεβλωμένα. Εγελούσαν και ανακινούνταν στη θέση τους, σαν γάτες που τις δαιμονίζει το σπέρμα. Μωρέ, πόσα ξέρει η γριά Σταμάτω η στρίγγλα!...

Αλλ’ ο Τζιριτόκωστας, αδιάφορος στα λόγια και τα γέλοια τους, αναίσθητος στο γαργάλισμα και τις φλογερές ματιές τους, αφωσιωμένος στη δουλειά του, απάντησεν αμέσως στην ερώτηση της Κράπαινας: – Πώς; Και στερφοβότανο και γαλαχτόπετρα. Εμάζωνε χαλίκια ένας στ’ ακρογιάλι και τα έρριχνε στον κόρφο του. Άξαφνα τον ετάραξε η θέρμη· σφάχτες είχε σ’ όλο του το κορμί· τα βυζά του επρήσθηκαν. Και ώστε να φθάση σπίτι του, άρχισαν να τρέχουν τα γάλατα. Ψάχνουν στα χαλίκια και βρίσκουν εκεί τη γαλαχτόπετρα-μαυρόπετρα· πέτρα του γιαλού του άμμου – με τα στέφανα του γάμου. Όποιος την βάλη απάνω του, το γάλα πάει ποτάμι – μα το πράσινο καλάμι· άντρας είνε για γυναίκα – μα τους άγιους πέντε-δέκα!... Αν θέλτε ακόμη έχω και το θηλυκοβότανο!... – Α! Σπολλάτη σου! Και ποια παίρνει θηλυκοβότανο; Ας το να χαθή και μην το μελετάς! είπαν οι γυναίκες μονόγνωμες. Από τ’ άλλα να μας δώσης. – Όλες να σας δώσω θέλτε· είπεν ο ζητιάνος σοβαρός. Μα δεν ρωτάτε, αν έβαλα ψωμόψυχα μέσα μου από προχτές. Εκείνα, που μου έφεραν οι άντρες σας, εσηκώθηκε τη νύχτα ο παραγιός μου και δεν άφησε ψίχαλο. – Να σου φέρουμε, χριστιανέ! είπε πρώτη η Κρουστάλλω. Δεν τώλεγες τόσην ώρα, παρά σε βασανίζουμε θεονήστικο!...

Κι εσηκώθηκεν, έτοιμη να τρέξη στο φτωχικό της για να φέρη στον ζητιάνο να φάγη. – Στάσου να σου φέρω κι εγώ πώχω λίγο μπλουγούρι· είπε πρόθυμη και η Κράπαινα. – Κι εγώ έχω γαλοτύρι να σου φέρω. – Κι εγώ κάμποση μαμαλίγκα.

Όλες τώρα ήσαν πρόθυμες να περιποιηθούν τον Τζιριτόκωστα, να του προσφέρουν κάτι, χρήσιμες να του φανούν όσον ημπορούσαν, να μην πεθάνη από την πείνα, ο φτωχός! Χριστιανός ήταν κι αυτός· δεν ήταν αλούθηρος! Ημπορούσε να πάθη, θεονήστικος άνθρωπος, και να τον έχουν όλες βάρος στην ψυχή τους!... Μπα, χριστιανέ μου· δεν τον έλεγες τόσην ώρα!...

Αλλ’ ο Τζιριτόκωστας, αφού έρριξε την σπίθα στον ευκολοάναφτο σωρό των γυναικών κι εκατόρθωσε τον σκοπό του, δεν ήθελε να προχωρήση περισσότερον. Ήξευρε καλά τη δουλειά του αυτός. Εσκεπτόταν πως, αν έπιανε καθεμία χωριστά, θα εκέρδιζε περισσότερο την εμπιστοσύνη της και η πονηρία του θα είχε ομαλώτερο στάδιον ενεργείας. – Όχι, χριστιανές μου, είπε· δεν θέλω τίποτα. Τώρα που θα πάτε σπίτι σας, έρχουμαι και μου δίνετε ό,τι προαιρείστε. Κυττάξτε τώρα τη δουλειά σας...

Αλλ’ οι γυναίκες, για να δείξουν προθυμία, έτρεξαν όλες στα σπίτια τους, χωρίς ν’ ακούσουν τα λόγια του. Κι εκείνος, σοβαρός πάντοτε, θλιμμένος και κακοπαθισμένος, επλησίαζεν από πόρτα σε πόρτα κι εδεχόταν τα ελέη τους. Έπειτα, με ακριβόλογη συμφωνίαν, άρχιζε να παζαρεύη τα γιατρικά και τα βότανά του.

Κι επίτυχεν αληθινά στους υπολογισμούς του ο Τζιριτόκωστας. Οι γυναίκες τώρα στην απομόνωσή τους άφησαν την επιφύλαξη κι εξεμυστηρεύονταν κάθε πάθος και κάθε τους επιθυμία. Πολλές τού εζήτησαν τ’ άκακα βότανα. Αλλ’ οι περισσότερες ήθελαν τους εσμάδες και τα καββαλιστικά σημεία· τα παράδοξα σχήματα και τα τερατώδη μονογράμματα, για να διώξουν μ’ εκείνα επίβουλο σκοπόν της γειτόνισσας, είτε να τον τινάξουν καταστρεφτικόν και δακρυοπότιστον σε μισητό συγγενή. Το αμπόδεμα και το λύμα του· το αβάσκαμα και το γήτεμά του· ο αφανισμός ασπόνδου εχθρού και το κρέμασμα στη λεύκα· του αντρόγυνου η σύχασις και των παιδιών από τους γονέους ο αποχωρισμός, είτε των αδερφών η έχθρα· και ακόμη των χτηνών η ψόφος και των αμπελιών το ξέραμα και των χωραφιών η στέρφεψις, όλα τα πάθη, όσα ο άνθρωπος μέσα στην χτηνωδία του εγκυμονεί κατά του συνόμοιου, του εστρώνονταν στυγνά εμπρός στον ζητιάνο κι εζητούσαν απ’ αυτόν σάρκα και ψυχήν επίβουλη. Αυτός ο ίδιος άρχισε να αισθάνεται ψυχικόν ίλιγγον εμπρός στο τόσο μίσος και την αφάνταστη σκληρότητα, που εκυβερνούσε δεσποτική τις χωριάτικες εκείνες ψυχές. Ο νους του ο πολυκάτεχος έμεινε για μια στιγμή κατάπληχτος εμπρός στην εσωτερική ζωή του χωριού, τόσο διαφορετική και τόσον αντίθετη με την ολοπράσινη εξωτερική του όψη, την ναρκωμένη από τις αναθυμιάσεις των βάλτων και βυθισμένη στην ομίχλη σαν σε όνειρο.

Ο Τζιριτόκωστας όμως δεν εκαταντούσε σε τόσους συλλογισμούς, ώστε να λησμονήση την αποστολή του. Πρόθυμα επρόσφερνε στις γυναίκες ό,τι ήθελαν. Όλα τα είχε στο σακκούλι του. Κι εζητούσε για πληρωμή ό,τι έβλεπεν ακριβότερο στο σπίτι μέσα, ρούχο είτε πανί, κάθε τι που η πείρα του εύρισκε κατάλληλο για να μεταπουληθή και να δώση κέρδη.

Οι γυναίκες στην αρχή αντίτειναν πεισματικά στις μεγάλες απαιτήσεις του. Επροφασίζονταν πως ο άντρας τους θα τις σαπίση στο ξύλο. Εκείνος τότε ετοιμαζόταν τάχα να φύγη. Εμάζευε τις πραγμάτειες του ατάραχος και βραδυπατώντας έκανε ν’ αφήση την πόρτα, ενώ σύγχρονα επαινούσε την άσφαλτη χρήση των φαρμάκων του, τα ευεργετικά αποτελέσματά τους. Και οι γυναίκες, απελπισμένες γιατί δεν ημπορούσαν να τον συγκινήσουν, αλλά και ανίκανες να κατανικήσουν τον πόθο τους, έδιναν τέλος ό,τι τους εζητούσε κι έπαιρναν το βοτάνι με λαχτάρα, το εκομπόδεναν στου μαντηλιού την άκρη, στον κόρφο τους το έχωναν ζηλότυπες γιατί το απόχτησαν. Κι άκουαν τις συμβουλές του κι εξαναρωτούσαν τον τρόπο, που θα το μεταχειρισθούν, με λεπτομέρεια μεγάλη.

Ο Τζιριτόκωστας, με παραγεμισμένα σακκούλια, έφθασε τέλος αποσταμένος εμπρός στην πόρτα της Κρουστάλλως. – Έλα, χριστιανέ μου, και σε περιμένω! του εφώναξεν εκείνη ανυπόμονη, μόλις τον είδεν από μακράν. – Τι να κάμω; Μ’ ελέησαν κι άλλες χριστιανές· απάντησε με ήθος μισοκακόμοιρο.

Και ηθέλησε να καθίση στο κατώφλι της πόρτας απ’ έξω. Αλλά η Κρουστάλλω από οικτιρμό δεν τον άφησε. – Έμπα μέσα, δόλιε· είπε. Κάτσε να σου βάλω να φας.

Εμπήκε μέσα διστάζοντας κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Απίθωσε στη γωνία τα σακκούλια του κι εστρώθηκε κατά γης παραφορτώνοντας την Κρουστάλλω μ’ ευχές κι ευλογίες για την τόση καλοσύνη της. Μια στιγμή μάλιστα, που η χωριάτισσα άπλωσε να ρίξη νέα φέτα ψωμιού εμπρός του, άρπαξεν εκείνος και ηθέλησε να φιλήση το χέρι της. Όμως εκείνη το έσυρε βιαστικά, κατακόκκινη από ντροπή. Τι, άγια ήταν! Και μετανοημένη για τις βρισιές που εξεστόμισεν άλλοτ’ εναντίον του, εφρόντισε να δικαιολογηθή. Βλέπεις, καθένας θέλει να κάνη το καλό· αλλά δεν ημπορεί και πάντα. Τι να γίνη. Φτωχοί άνθρωποι ήσαν κι αυτοί!

Αλλ’ ο Τζιριτόκωστας, αργομασώντας, της αντίλεγε. Αυτό είνε κατά τις καρδιές. Είνε πολλοί που έχουν του κόσμου τ’ αγαθά· όμως δεν δίνουν ούτε του αγγέλου τους νερό! Και δεν ηξεύρουν πως εκείνος, που δίνει ένα λεφτό σ’ αυτόν τον κόσμο, στον άλλον θα το λάβη διπλάσιο και τριπλάσιο. Το λέγει κι ο αφέντης ο Χριστός μας. Αλλά οι πλούσιοι δεν τ’ ακούν αυτά. Αν έλειπαν οι φτωχοί, οι ζητιάνοι και οι σακάτηδες θα πέθαιναν στους δρόμους από την πείνα... Όμως η Κρουστάλλω τον επαρηγορούσε με φιλοσοφικά επιχειρήματα. Δεν ημπορούν όλοι οι άνθρωποι να είνε ένα· όλα τα ξύλα δεν βγάζουν τον ίδιο καπνό. Άλλοι καλοί, άλλοι κακοί· έτσι τα έχει ο παλιόκοσμος!... Κι εκείνος εξανάλεγε πως είδε και είδε κόσμο, μα σαν τη δική της ψυχή άλλη δεν απάντησε πουθενά. Η χωριάτισσα, πλέον ενθουσιασμένη από τα κολακευτικά εκείνα λόγια, θέλοντας να τα πιστοποιήση όσον ήταν δυνατόν περισσότερο, εσκάλιζεν όλα τ’ αρμάρια και τους κρυψώνες του φτωχικού της, για να εύρη να του προσφέρη κάτι τι. Κι εκείνος, που με άγρυπνο μάτι ακολουθούσε κάθε κίνημά της κι εμάντευε τους σκοπούς της, όλο κι εψιθύριζεν επαίνους και θαυμαστικά για την καλοσύνη της· ενώ μέσα στο νου του εκλωθογύριζε πάντα την πρώτη του σκέψη. – Μωρέ, θα βγη πράμα απ’ αυτό το ζωντόβολο!

Κι έξαφνα δυνατώνοντας τη φωνή του είπε: – Αχ, εσένα, κυρά μου, δε σώπρεπε να κάθεσαι σ’ αυτό το αχούρι. Σώπρεπε να είσαι αρχόντισσα και να μπαίνης σε παλάτια· να φορής μεταξωτά και να βροντούν τ’ ασημοχρύσαφα στα στήθια σου και να κρέμονται τα μαργαριτάρι’ απάνω σου, σαν τα κεράσια στην κερασιά. Έπρεπε να γεννηθείς σε χρυσή κούνια, όπως ολόχρυση είνε η καρδιά σου. Και σώπρεπε νάχης άντρα τον χρυσόν αητό· να διαβαίνη στο παζάρι και να προσηκώνωνται οι άρχοντες· και να ’χης τον αρχοντογιό, να σ’ τον ζηλεύ’ η χώρα...

Η χωριάτισσα ορθή κοντά του, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, άκουε τους επαίνους εκείνους με χαρά και αγαλλίαση. Το αίμα της έβραζε κι εκατακοκκίνιζε σαν φωτιά τα μάγουλά της κι εσυγκλόνιζεν όλη της [την] ύπαρξη. Η ζωή εκείνη, όπου την ετοποθετούσεν ο ζητιάνος μέσα στα πλούτη και τη δόξα, ελαμποκοπούσεν εμπρός και της εθάμπωνε τα μάτια τόσο, που ήθελε να τα κλείση, να παραδοθή σύψυχη στο γλυκόν όνειρο και ποτέ να μην ξυπνήση! Άρχισε να την παραφέρνη και να την πείθη η γλώσσα του, πως αληθινά αυτή δεν ήταν για να ζήση, όπως τώρα εζούσε, αλλ’ όπως εκείνος της έλεγε. Και ασυνείδητα άρχισε να του λέγη πως αν ήταν αληθινά, όπως της έπρεπε, θα έβλεπε τότε με πόση προθυμία θα έκανε τα ψυχικά της. – Μα την ώρα που μας ακούει, είπε με σοβαρότητα. Αν ήταν αλήθεια, φτωχός δεν θα βρισκόταν σ’ όλο το πρόσωπο της γης.

Αλλ’ επάνω στην έξαλλην αυτή μεγαλοδωρία της, η ενθύμησις του σερνικού την εκρέμνισεν αμέσως στην άθλια πραγματικότητα. Η χρυσόσκονη, που έρριξεν εμπρός στα μάτια της για μια στιγμή, σαν μάγος καλλιτέχνης σε στυγνήν εικόνα, ο ζητιάνος, εσκόρπισεν ευθύς κι είδε περίγυρα το κοπρισμένο σπίτι με τα φτωχικά εσωθέματα· είδε την πολυτρυπημένη σκεπή, απ’ όπου έμπαινε το φως της ημέρας κι εσύρριζε τις χειμωνιάτικες νύχτες παγερός ο βορριάς, κι έσερνε το νερό ρεμματαριά, όταν έβρεχε. Έφερεν εμπρός της τον Μαγουλά, βρωμοχωριάτη ξεθεωμένον από τον κάματο κι είδε τις πέντε θυγατέρες της, πέντε παστρογωνιές κουρελοφορεμένες και ασχημοπρόσωπες! Έπειτα χαμηλοθωρώντας είδε την κοιλιά της, υπέρμετρα εξογκωμένη, να σηκώνη την εμπροσθέλλα του φουστανιού της έως τα γόνατα και στεναγμός βαθύς εβγήκεν από το στήθος της. – Μωρ’ άσ’ τ’ αυτά! είπε κάπως αγαναχτισμένη, ίσως γιατί την ανέβασε σε κόσμους άφταστους, είτε γιατί υποψιάσθηκε την ειρωνεία των λόγων του. Δε θέλω παλάτια και χρυσάφια εγώ!... Θέλω σερνικό παιδί. Μπορείς να μου δώσης σερνικό παιδί!... – Εγώ θα σου δώσω το σερνικοβότανο· είπεν αδράζοντας την ευκαιρία ο Τζιριτόκωστας. Πιέτο, και το πρώτο που θα πιάσης θα είνε σερνικό. – Αμ ετούτο; είπε δείχνοντας την κοιλιά της με αποστροφή; Αν είνε και τούτο θηλυκό;

Ο Τζιριτόκωστας την εκοίταξε κατάματα. Έπειτα εγύρισε στη γριά Σταμάτω, που εκαθόταν στη γωνιά αμίλητη σαν ξόανο. Έπειτα έφερε περίγυρα στους γυμνούς και καπνισμένους τοίχους τα μάτια του, έως την αραχνοκαμένη σκεπή και τα εκάρφωσε τέλος στην άλλην άκρη του σπιτιού αντίκρυ. Εκεί ήταν η θέσις που έμεναν τα ζώα του Μαγουλά, δύο βώδια καματερά και μια αγελάδα. Επροδινόταν ο προορισμός της από τη δυνατήν οσμή του σάπιου άχυρου, που εχυνόταν περίγυρα κι έφθανεν έξω ακόμη από την κατοικία. Τώρα και τα τρία ζωντανά έλειπαν μαζί με τον Μαγουλά στο χωράφι. Μόνον ένα ψιμάρνι ήταν εκεί δεμένο, του σπιτιού θρεφτάρι, μ’ ένα κουδουνάκι στο λαιμό και ανακάτευε κάποτε με τα λεπτά ποδάρια του την ξερή φάκνα. – Να είχαμ’ ένα νεφρό· είπεν ο Τζιριτόκωστας αργά και σοβαρά κοιτάζοντας πάντοτε στον στάβλο. Εγώ ημπορούσα να σου ’πώ τι παιδί έχεις μέσα στην κοιλιά σου. – Τι νεφρό; ερώτησεν αμέσως η Κρουστάλλω πρόσχαρη. – Να, αρνίσο· αν είχα ένα νεφρό, αμέσως θα σας έλεγα. – Νεφρό αρνίσο... ένα νεφρό αρνίσιο! εψιθύρισεν κοιτάζοντας τη μάννα της, σαν να ήθελε να την συμβουλευθεί πώς ημπορούσαν να εύρουν ένα νεφρό αρνίσο. – Πού να βρούμε; είπεν ανασηκώνοντας τους ώμους η γριά.

Και δεν είχεν άδικο. Σπανίως σφάζουν στα χωριά. Το κρέας το τρώγουν οι χωριάτες μόνον τρεις-τέσσερες φορές τον χρόνο· τη Λαμπρή, τα Χριστούγεννα και τις Αποκριές. Τρώγουν κάποτε και σε κανένα γάμο. Και καμμιά φορά, αν αρρωστήση ζωντανό και το ιδούν έτοιμο να ψοφήση, το σφάζουν και το μοιράζονται συναμεταξύ τους. Τις άλλες όμως ημέρες έχουν για προσφάγι τα σκορδοκρέμμυδα και τα οσπριοφάσουλα, το τυρί, το γαλοτύρι, το μπλιγούρι, τον τραχανά και κάποτε τις επίσημες ημέρες τη μαμαλίγκα. Πού να βρεθή λοιπόν νεφρό αρνίσιο μέσα στο χωριό;

Αλλ’ εκείνη την ώρα, λες και ήθελε να τους βγάλη από την αμηχανία, ακούστηκε μέσ’ από τα βάθη του στάβλου τρεμουλιαστή και συγκρατητή, σαν αλυσίδα που σέρνεται μέσ’ από μετάλλινο αγγείο, η φωνή ενός αρνιού. – Μπε!

Της Κρουστάλλως και του Τζιριτόκωστα τα μάτια εσυναπαντήθηκαν ευθύς σπιθοβόλα. Και με την άφωνη αυτή γλώσσα τους εφανέρωσαν πως έτσι εσυναπαντήθηκαν και οι σκέψεις των. – Δεν το σφάζουμε; επρότεινεν ο ζητιάνος δειλά. – Κι έπειτα; ερώτησε θλιμμένη η χωριάτισσα· πού θα πάμε να κρυφτούμε από τον Μαγουλά; Θα παίξη στειλιάρι που θ’ ακουστή στη Λάρσα.

Και ασυνείδητα έφερε τα χέρια πασπατεύοντας το σώμα της εδώ κι εκεί, σαν να επονούσε με την ενθύμηση μόνον παλαιού χτυπήματος. Αλλ’ ο Τζιριτόκωστας άρχισε ν’ αντιτείνη στα λόγια της, να περιγελά τους φόβους της. Αμ τι; Τάχα και ίδιος ο Μαγουλάς δεν θα ήταν περίεργος να μάθη από τώρα τι είδους παιδί είχεν η γυναίκα του στα σπλάχνα της; Κι επί τέλους, αν ήταν τόση ανάγκη να μη μάθη τη θυσία του αρνιού, δεν ήταν και δύσκολο πράγμα. Έλεγαν πως άφησαν μια στιγμή την πόρτα του σπιτιού ανοιχτή κι έφυγε το ψιμάρνι. Σαν έχει όρεξη, ας τρέχη να γυρεύη ο καλονοικοκύρης! – Μπε!... αντήχησε πάλιν μέσα στο σπίτι το βέλασμα του αρνιού. – Σφάχτης, ντε!... εψιθύρισεν η Κρουστάλλω με κίνημα αποστροφής.

Άρχιζε να την ενοχλή, τώρα το αθώο βέλασμα. Της εξέσχιζε τα νεύρα, της εκλόνιζε την ψυχή κι αισθανόταν μίσος ακράτητο στη φωνήν εκείνη που ήταν απαράλλαχτη με τον Πειρασμό. Αχ! Ας ήταν εύκολο ν’ αρρώσταινε τώρα το αρνί, πισοτάντανο κακό να το έπιανε, να το έρριχνε νεκρό κάτω!... – Εμένα δεν με μέλει· επρόσθεσε με αδιαφορία ο ζητιάνος, όταν ενόησε πως άρχισε να κλονίζεται η χωριάτισσα. Λυπάμαι μονάχα που χάνεται τέτοια περίσταση για ένα παλιοπρόβατο... Μα δεν πειράζει· ένα θηλυκό περισσότερο δεν θα χαθή ο κόσμος.

Τ’ αδιάφορα εκείνα λόγια του έγιναν μαχαίρια δίκοπα για την καρδιά της Κρουστάλλως. Μόνον με την ιδέα πως ημπορούσε να γεννήση και άλλο θηλυκό, ήταν ικανός ν’ αναστατωθή ο νους και να την βυθίση σε απελπισία. Η περιέργεια εκόλλησε πλέον στο πνεύμα της αξεκόλλητη κι εγιγάντευε συγκλονίζοντας την ψυχή της, την ύπαρξή της ολόκληρη. Η επιθυμία να γνωρίση από τώρα, πριν ακόμη γεννηθή, το είδος του όντος, που εγκυμονούσε μέσα στα σπλάχνα της· η θέλησις να μάθη πως το χυδαίον σπέρμα του αντρός μέσα στην ακυβέρνητη επιθυμία της και με την άβουλη δύναμη της φλογερής σάρκας εσχηματίσθηκε και ποια στη ζωή της θα είχεν επιρροή, την έσπρωχναν στα έσχατα. Δεν ήθελε πλέον ούτε να συλλογισθή τον Μαγουλά. Οι θυμοί και τα ξυλοκοπήματα ήσαν τίποτε γι’ αυτήν. Το μυστικό, που ήταν εύκολο να μάθη, εγαργάλιζε και της εφτερούγιζε τον νου. – Μπε!...

Το ψιμάρνι εξακολουθούσε τώρα να βελάζη αδιάκοπα. Η βραχνή και συγκρατητή φωνή έβγαινεν από τοίχο σε τοίχο μέσα στο μακρύστενο σπίτι θρηνητική και ανυπόφορη. Την άκουεν η Κρουστάλλω κι επίστευε πως τριβέλι της ετρυπούσε τα μηνίγγια· αναμμένο σίδερο αισθανόταν να περνά στη ραχοκοκκαλιά, ενώ τις πλάτες και τα χεροπόδαρά της ενόμιζε πως είχε σε νερά κατάκρυα. Τώρα έβλεπεν εμπρός της το αθώο πλάσμα να της απλώνει τον λαιμό και να προσφέρεται θεληματικό θύμα της. Μέσα στους παλμούς της φωνής του εύρισκε λέξεις ανθρωπινές που την επαρακινούσαν, την επαρακαλούσαν σχεδόν να πάρη το μαχαίρι και να του κόψη μόνη της τον λαιμό. Δεν το ήξευρε; Δεν το καταλάβαινεν αυτή; Το αρνί ήταν γραμμένο τώρα να σφαγή. Όλος ο κόσμος το λέγει κι εκείνη δεν το άκουσε; Δεν έμαθε πως το σφαχτό, όταν καταλάβη την ώρα της σφαγής του, βλέπει εμπρός του το μαχαίρι αιματοβαμμένο και βελάζει βραχνά και θλιμμένα με φρίκη και αποστροφή! Τρέμει το φριχτό μαρτύριο και παρακαλεί να τελειώση μια ώρα προτήτερα την άχαρη ζωή του... Τι άλλο λοιπόν έκανε τόσην ώρα το ψιμάρνι παρά να προσκαλή τον θάνατο; Προετοιμασμένη στην αυταπάτη της η Κρουστάλλω, επίστεψε τώρα πως ήταν υποχρεωμένη να παραδώση γρήγορα στον θύτη το θύμα του. – Πάρτο· είπε με σταθερή απόφαση, δείχνοντας στον ζητιάνο το θύμα· σφάχτο, ξεκοίλιασέ το· ό,τι θες κάμε! Να μου ειπής μονάχα τι Οξαποδώς είν’ αυτός πώχω στην κοιλιά μου! – Τι λόγια λες, μωρή θεοσκοτωμένη! εφώναξεν η γριά Σταμάτω τραβώντας τα μάγουλά της με φρίκη. Τι κακομενιτεύεις την κοιλιά σου π’ ανάθεμά σε, φόνισσα!...

Και πλησιάζοντας καταφοβισμένη, ανοιγόκλεισε δυο-τρεις φορές τη δεξιά της παλάμη επάνω στην κοιλιά της κόρης της. Την εσταύρωσεν έτσι κι εμάκρυνε κάθε κακό λόγο είτε πάθημα από μέσα της. Ήξευρεν η πολυκάτεχη γριά, πως οι έγκυες πρέπει και από μάτι κακό και από λόγο να είνε προφυλαγμένες. Γιατί πολλές φορές και ο κακός λόγος και το μάτι το κακό πιάνουν στ’ αληθινά και βλέπεις και γεννούν αντί παιδιών παραλλάγματα φριχτά· ζούδια είτε πετούμενα, ψάρια είτε και αυτόν τον Οξαποδώ οι γυναίκες. Αλλά και η Κρουστάλλω, λες κι ενόησε τον κακό λόγο που είπεν, εκιτρίνισεν αμέσως κι επεριμαζεύθηκε, κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά και πίσω της με μάτια φοβισμένα. – Αν δεν τρελλάθηκα, θα τρελλαθώ χωρίς άλλο· εψιθύρισε σφίγγοντας με τα δυο χέρια το μέτωπό της.

Ο Τζιριτόκωστας όμως, μόλις επήρε την άδειά της, έτρεξε στον αχυρώνα κι έσφαξε το αρνί. Έπειτα, μ’ επιτήδειου σφάχτη χέρια, άνοιξε την κοιλιά, επαραμέρισε τα σπλάχνα κι έβγαλε το δεξί νεφρό. Το έσχισε με ψιλό σουγιαδάκι, αφίνοντας μόνον λεπτή πέτσα να συγκρατή τα δύο κομμάτια και το απίθωσε στη φωτιά. – Κοίταξε καλά, είπε στην Κρουστάλλω· αν κλείση, θα ειπή πως έχεις σερνικό παιδί· αν δεν κλείση, τότε βέβαια έχεις κορίτσι.

Κι εξαπλώθηκεν έρριζα στη γωνιά, κοιτάζοντας με περίεργο μάτι αρχαίου σπλαχνοσκόπου, σαν μαύρη κηλίδα επάνω στην αναμμένη θράκα το μαντικό νεφρό. Γύρω τα σκοτάδια ολοένα κι επύκνωναν περισσότερο. Στο βάθος ο αχυρώνας εφαινόταν σαν εμπατή χάσματος σκοτεινού και απεράντου, όπου τρέμει κανείς να πλησιάση, γιατί φαντάζεται τ’ αφύσικα και γλυστερά ερπετά, που το περιτρέχουν. Οι πλαγιανοί τοίχοι ζερβόδεξα, με τη γυμνή, μισοκαπνισμένη όψη τους και την κατάμαυρη από πάνω χαμηλή σκεπή και κάτω το ξερό και χιλιοσκαμμένο έδαφος μέσα στο αβέβαιο φως, που έμπαινεν από τις χαραμάδες της πόρτας, είχαν κάποια πένθιμη μελαγχολία, λες κι έκλαιαν τη μοίρα τους. Ενώ σύνωρα οι χρυσοκόκκινες λάμψεις της φωτιάς, που έλαμπαν στον όρθιον τοίχον εμπρός έως την ανοιχτή καπνοδόχη, επάνω και περίγυρα στα φτωχικά φορέματα και τα σύζαρα πρόσωπα των τριών σπλαχνοσκόπων, με αφοσίωση κι ελπίδα προσηλωμένων στο σκοτεινό έργον τους, έδιναν φριχτήν εικόνα εργαστηρίου των Μαγισσών.

Η γριά Σταμάτω, καθισμένη στο άλλο πλευρό της γωνιά, με τα πόδια συμμαζωμένα εμπρός, επάνω στα γόνατα κρατώντας με τις ξερές παλάμες το ασπρόμαλλο κεφάλι της, ατένιζε με τα μικρά σταχτερά μάτια της την πυρωμένη θράκα, ακίνητη και αμίλητη, λες κι είχε το πνεύμα της αλλού, σε υπερκόσμιες σφαίρες. Αντίκρυ ο ζητιάνος, στηρίζοντας τις πλάτες στον κατάξερο τοίχο και τα πόδια έχοντας ξαπλωμένα πέρα σε μεγάλην ανάπαυση, εγοργόπαιζε τα μάτια του και πότ’ έβλεπε στη θράκα τα καμώματα του νεφρού, πότε στην πόρτα, λες κι εφοβόταν αιφνίδιο φθάσιμο του νοικοκύρη· πότε στις γυναίκες και πότε στη γωνιά, στην άσπρη χόβολη, όπου εχάραζε με μια λεπτή κληματόβεργα κύκλους και πεντάλφες και μονογράμματα καββαλιστικά, δίνοντας μ’ ελαφρά κινήματα των χειλιών και των ματοφύλλων κάτι τι μυστηριώδες και σκοτεινό στη φυσιογνωμία του. Και ανάμεσα στα δύο αυτά ζωντανά σώματα, η Κρουστάλλω, γονατισμένη σχεδόν επάνω στη γωνιά, δεν είχε φωνή, δεν είχε ζωή, μόνον έβλεπε. Τα μάτια της ορθάνοιχτα εκαθρέφτιζαν ανάστροφα μέσα στη μικρούτσικη κόρη τους όλο το μαγικό είδωλο που έστεκεν εμπρός της: τη σκοτεινή και πρασινόμαυρη περιφέρεια της γωνιάς, τη στάχτη και τ’ αναμμένα κάρβουνα με τις γαλαζοκόκκινες κυματιστές φλογίτσες τους και το νεφρό αποπάνω, σπαρταριστό ακόμη, ενώ το επερίγλειφαν εκείνες μ’ επιμονή και βουλιμία. Το πρόσωπό της εκοκκίνιζε ροδοψημένο κι έκαιαν τα μάγουλά της και πολλές φορές τρίχες των μαλλιών της, τολμηρά πεσμένες στο μέτωπο, απελπιστικόν έπιαναν αγώνα κι εψήλωναν απότομα, τσιτσιρίζοντας πολλές φορές στην πεισματικήν έφοδο της αναλαμπής, που ερχόταν κατ’ επάνω τους.

Αλλ’ αδιάφορη σ’ αυτά όλα, ούτε τη λάβρα, ούτε την κούραση, ούτε το επίμονο καρδιοχτύπι αισθανόταν εμπρός στην άφωνη απάντηση, που θα της έδινεν απ’ ώρα σ’ ώρα το μαγικό νεφρό. Άκουσε το ελαφρό τσιτσίρισμά του, όταν επρωτοβάλθηκε στην αναμμένη θράκα – παράπονο πικρό της σάρκας παραδομένης αλύπητα στον αχόρταστο γίγαντα· είδε τα κινήματά του τ’ απελπιστικά, σαν να εζητούσε των νεύρων τη βοήθεια για να πηδήση απ’ εκεί και να λυτρωθή· είδε μικρόν καπνό ν’ ακολουθήση το τσιτσίρισμά του και να τιναχθή επάνω από τις φλόγες· είδε τέλος και τα χείλη του να περιμαζευθούν μέσα, σαν φτερούγια μικρού πουλιού που παραδίνεται σε αμείλικτον εχθρόν, αφού έχασε κάθε σωτηρίας ελπίδα. Η χωριάτισσα μια στιγμή αναγάλλιασε κι επίστεψε πως τα κινήματά του εκείνα θ’ ακολουθούσαν άλλα ισχυρότερα και θα έφερναν τα δύο κομμάτια να γυρίσουν και να ενωθούν, όπως ήσαν στην αρχή, πριν τα διχοτομήση το μαχαίρι. Άμα έσμιγαν έτσι, ήταν βέβαια σερνικό το παιδί, που είχε στην κοιλιά της. Το είπε καθαρά ο Τζιριτόκωστας. Κι αισθανόταν η Κρουστάλλω μέσα στα μέλη κάτι τι σαν σπαρτάρισμα των νεύρων· μιαν άχνα να ξανεμίζεται και να γλιστρά προς το στήθος της, να φθάνη στις άκρες των δαχτύλων και του προσώπου της· κάτι τι σαν προσπάθεια, που ήθελε να τρέξη, να βοηθήση το νεφρό στο απρόθυμο κλείσιμό του. – Α!... έφυγε βραχνό, σαν ενθάρρυνση απελπιστική από τον λάρυγγά της.

Αλλ’ αντίθετα με την επιθυμία της, το νεφρό άρχισε τώρα λίγο κατ’ ολίγο να μαυρίζη και να χύνη παντού τη μυρουδιά του καϊμένου κρεάτου. Έπειτ’ άρχισε να κοκκινίζη, παρόμοιο με τα περίγυρα κάρβουνα· έπειτα λίγο κατ’ ολίγον, από την περιφέρεια πάντοτε στο κέντρο, ν’ ασπρίζη και να γίνεται στάχτη, σαν τη χωνεμένη χόβολη. Έως ότου τη χόβολη εκείνη από τη μία μεριά ο άνεμος και από την άλλη η λάβρα, μ’ ένα ξεφύσημα, σαν τελευταίο ψυχομάχημα, και με λίγον καπνό, την ετίναξε ψηλά στην ανοιχτή καπνοδόχη της σκεπής κι εξαφάνισε κάθε σημάδι του νεφρού. – Άει στο διάβολο, τύχη τζαναμπέτα!... εβρυχήθηκε τότε ακράτητη η Κρουστάλλω.

Κι έπεσε στην αγκαλιά της μάννας της λιμνωμένη από τα δάκρυα. – Καλέ, μην κάνης έτσι, χριστιανή μου! είπεν ο Τζιριτόκωστας γελώντας κάτω από τα δασά μουστάκια του. Μην κάνης έτσι και διορθώνεται το κακό. Σου δίνω γιατρικό· μην κάνης έτσι!... – Έχεις γιατρικό να τ’ αλλάξω; ερώτησεν εκείνη αναπηδώντας και κοιτάζοντάς τον με κόκκινα μάτια. – Έχω και να τ’ αλλάξης και να το ρίξης ακόμα· είπεν ο Τζιριτόκωστας. – Να το ρίξω, όχι· είπε ξαναπέφτοντας στην απελπισία της η χωριάτισσα. Ο Θεός να γλυτώνη! Είνε κρίμα μεγάλο!... Σαν τόδωκε ο Θεός, δεν μπορώ να το διώξω. Κι εσταυροκοπήθηκε καταφοβισμένη και ζητώντας έλεος. Αν είνε να τ’ αλλάξω, ναι· σου δίνω ό,τι θες. Εγώ κι ο άντρας μου να γενούμε σκλάβοι σου... – Α, όχι· είπεν ο Τζιριτόκωστας, σηκώνοντας το κεφάλι αρνητικά· δεν θέλω να ξέρη ο άντρας σου τίποτα. Οι άντρες –τους ξέρω ’γώ– είνε δύσκολοι· δε θέλω μάγγανα!... Αν θέλης να σου δώσω, θα μου κάνης όρκο πως δεν θα το μάθη. – Ναι, σου κάνω όρκο και σταυρό· είπε πρόθυμη η Κρουστάλλω. – Μας κάνεις τέτοιο καλό· επρόσθεσεν η γριά Σταμάτω, και θα κάτσουμε να το τουμπανίσουμε στον κόσμο!...

Ο ζητιάνος έβγαλεν από το σακκουλάκι του κι εξεδίπλωσεν εμπρός στα περίεργα βλέμματα των γυναικών λίγη ψιλή και σταχτερή σκόνη. – Τρεις θα πάρης από τούτες· είπε με σοβαρότητα. Πάσα ημέρα κι από μια.

Αλλ’ έξαφνα εστάθηκε συλλογισμένος. Ήξευρε πολύ καλά αυτός την επικίνδυνη ενέργεια της σκόνης, που έδινε τώρα, για ν’ αλλάξη δήθεν το είδος του εμβρύου μέσα στη μήτρα της χωριάτισσας. Δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά σκόνη εκτρωτική. Συχνά την είχε πουλήση αντί μεγάλης αμοιβής σε κορίτσα κρυφογκάστρωτα κατά το μακρύ ζητιανικό του στάδιο. Πολλών άνομες σπορές ετίναξεν ασώματος έξω από τις μήτρες· αλλά και πολλά σώματα έστειλε πάρωρα στον τάφο. Το ήξευραν· αλλά και τι να κάμη; Ημπορούσε ν’ αρνηθή την υπερεσία του, αφού την εζητούσαν και μάλιστα με τόση πληρωμή!

Με αυτή τη φιλοσοφική σκέψη αποφάσισε και τώρα να δώση την καταστρεφτική σκόνη του στην Κρουστάλλω. Αληθινά δεν εζητούσε ν’ απορρίξη εκείνη· αλλά να μεταλλάξη το είδος του καρπού της. Ο ζητιάνος όμως δεν είχεν ακόμη εφεύρει κανένα τέτοιο γιατρικό. Αλλά δεν ημπορούσε να ομολογήση την αδυναμία του. Η επιστήμη του δεν το επίτρεπε με κανένα λόγο. Κι επί τέλους, αφού εκείνη ήταν πρόθυμη να το πιστέψη κι είχε τη διάθεση, γιατί τάχα αυτός να χάση τα κέρδη κι ίσως-ίσως την υπόληψή του. Αυτός πάει να την γελάση· δεν το αρνείται. Αλλά γιατί και αυτή να μην είνε τόσον έξυπνη, ώστε να μη γελασθή; Έπειτα οι καπάτσοι από τους κουτούς θα ζήσουν. Οι έξυπνοι δεν γελιούνται. Αν δεν ήταν ο κουτόκοσμος, οι ζητιάνοι θα εψοφούσαν της πείνας μέσα στα ξεροβούνια της πατρίδας τους, σαν το μεταξοσκούληκο μέσα στο καρύκι του... Για να έχη όμως από πριν τη συνείδησή του αναπαυμένη σε κάθε καταστροφή, εσκέφθηκεν ο Τζιριτόκωστας ν’ αδυνατίση τη δραστήρια δύναμη της σκόνης του. – Τι μέρα έχουμε σήμερα; ερώτησε ξώντας το μέτωπό του. – Δευτέρα· είπεν η γριά Σταμάτω. – Ε, ν’ αρχίσης από την Πέφτη να παίρνης. Μέρα με την ημέρα θα παίρνης από μια. – Και θ’ αλλάξη; ερώτησεν η Κρουστάλλω ολόχαρη, απλώνοντας το χέρι να πάρη τη σκόνη. – Ακούς! Στοιχειό θα γένη. Θα ιδής ν’ αντρειέψη το σπίτι σου γενιά και γενιά!...

Η Κρουστάλλω αναστέναξε βαθειά, λες κι έβγαλε μεγάλο βάρος από πάνω της. Αλλά τη σκόνη δεν της την έδινεν ο ζητιάνος ακόμη. Την έβλεπε μόνον ατενώς στα μάτια, και από τα μάτια στα χέρια, λέγοντάς της άφωνα που ήθελε πρώτα την αμοιβή του. Εκείνη ενόησε τέλος. Έβγαλεν από την ξυλοκασέλα της ένα ολοκαίνουργο σαλβάρι γαλάζιο, γαϊτανοκεντημένο και τινάζοντάς το εμπρός του: – Να, είπε· το γαμπριάτικο τ’ αντρός μου. Έτσι να τον χαρώ, δεν έχω άλλο! Κοίταξε όμως να μην το ιδή μάτι στο χωριό, γιατί φίδι που μ’ έφαγε.

Τον εφοβόταν πολύ τον άντρα της. Αλλά ποιος ηξεύρει πότε θα το εζητούσε! Οι Καργκούνηδες δεν αλλάζουν εύκολα τα φορέματά τους, παρά τέσσερες-πέντε φορές τον χρόνο. Κι εκείνες ακόμη όχι τακτικά. Έως τότε όμως ημπορούσε να εύρη τρόπο να το δικαιολογήση η Κρουστάλλω. Θα έλεγε πως της το έκλεψαν έξαφνα εκεί που το είχεν έξω στο σκοινί να ηλιαστή. Κι επί τέλους το εμαρτυρούσε, αν έκανε σερνικό παιδί. Όταν έβλεπε σερνικό παιδί ο Μαγουλάς, δεν θα είχε μυαλό να κάτση να συλλογισθή ένα σαλβάρι!

Ο Τζιριτόκωστας το επήρε από τα χέρια της χωριάτισσας και το εψαχούλευεν εδώ κι εκεί με ακριβολογία εμπόρου, που φοβείται μήπως γελασθή στο εμπόριό του. Είχεν έμπειρο μάτι και με το πρώτο βλέμμα ενόησε πως το σαλβάρι ήταν καινούριο και πως ημπορούσεν ακριβά να το πουλήση στον πρώτον αγοραστή. Δεν έπρεπε να το φανερώση όμως. Ήθελε να έχη δικαίωμα σε μεγαλύτερη απαίτηση για να δείξη στη γυναίκα τη δυσκολοπλήρωτη αξία των φαρμάκων του. – Τι παλιοπατσαβούρα μού ήφερες; εψιθύρισε δυσαρεστημένος. Αυτό δεν αξίζει ούτε πέντε γρόσια.

Και συγχρόνως έχωνε το σαλβάρι βαθειά στο σακκούλι του φροντίζοντας να το εξασφαλίση καλύτερα. – Παλιοπατσαβούρα! είπεν η γυναίκα αποσβολωμένη. Μαρέ, δεν ανοίς τα μάτια σου να το ιδής καλά!... Τρεις φορές δεν τόβαλε ακόμα ο δικός μου. – Είνε καινούριο ακόμα, λιέω! επρόσθεσε και η γριά Σταμάτω κάπως ωργισμένη.

Ο ζητιάνος εκίνησε το κεφάλι δισταχτικά. Έπειτα με ύφος αποφασιστικό και χαριστικό είπε: – Ας είνε. Φτωχούλα είσαι και εσύ, ας ζημιωθώ. Δεν πειράζει... Μα δεν έχεις κάνα βρακοπουκάμισο για τον παραγιό μου!...

Η Κρουστάλλω δεν ήθελε να δώση τίποτε πλέον. Αλλά και δεν ήταν ικανή τίποτε να του αρνηθή. Επίστευε τον εαυτό της κατασκλαβωμένον για το καλό που της έκαμε. Να διώξη πλέον τα θηλυκά! Να μην ιδή άλλες παστρογωνιές στο σπίτι της! Ν’ αποχτήση στειλιάρι δεύτερο, έτοιμο να πάρη τη θέση του πατέρα του σε κάθε κακοτυχία! Να βάλη νέον αντρειωμένον καβαλλάρη στη σκεπή του σπιτιού της! Και κάτω από τη σκεπήν εκείνη να καταφύγουν στο αβέβαιο ταξίδι του μέλλοντος, όλα τ’ αδύνατα πλάσματα της οικογενείας, η μάννα με τα θηλυκά για να προφυλαχθούν· τι άλλο τάχα καλό ήθελεν η χωριάτισσα! Ό,τι σκοτεινό, ό,τι απειλητικό και αν έκρυβε τώρα το μέλλον στα κλωθογυρίσματά του, ημπορούσε να το αντιμετωπίση εκείνη άφοβα. Και αν ακόμη –όπως ήταν υποψία– εκέρδιζεν ο Μπέης στα δικαστήρια κι έδιωχνε την οικογένειά της από το χωριό, θα εύρισκε τώρα ευθύς άλλον αφέντη να τους δεχθή, άλλο σπίτι να τους σκεπάση και άλλο χωράφι να τους θρέψη. Άμα έχη κανείς χέρια στιβαρά, βρίσκει εύκολα δουλειά. Και άμα εύρη δουλειά, έχει και στέγη και τροφή και όλα. Αλλοίμονον από την οικογένεια που της λείπει ο άντρας!...

Αλλά τώρα θα είχε τον άντρα η Κρουστάλλω. Ο Τζιριτόκωστας της το υποσχέθηκεν ορθά-κοφτά. Πώς λοιπόν ν’ αρνηθή σ’ εκείνον, τον σωτήρα της οικογενείας της, της τιμής της αυτής και της ζωής, το λίγο παλιόπανο που θα τυλίξη από τα μάτια του κόσμου τη γύμνια του· θα προφυλάξη από τ’ αδρύ ανεμοφύσημα και από το πύρινο ηλιοβόρρι τα κρέατα του παραγιού του;... Η χωριάτισσα πρόθυμη άνοιξε την κασέλα και συχνοζητώντας του Τζιριτόκωστα με κλαψάρικη φωνή κάθε τι καλό και χρήσιμο, που έβλεπε μέσα, σχεδόν άδειασεν ασυνείδητα όλα τα φτωχικά της ρούχα στου ζητιάνου τα λαίμαργα σακκούλια. – Μαρή θύγω!... θύγω μαρή!... εφώναξεν έξαφνα η γριά Σταμάτω κοιτάζοντας έξω από την πόρτα. Ακούω κι έρχονται τα ζα· διώξ’ τον γρήγορα τον ψειρή να μη τον προφτάση ο Μαγουλάς μέσα!...

Τρόμος έπιασεν αμέσως και τους τρεις ενόχους. Στα μάτια τους τ’ ακίνητα και τα πρόσωπά τους τα κατάχλωμα και τα σκοτισμένα κινήματά τους εφαινόταν πως καθένας εφρόντιζε στην εξαφνικήν απειλή ν’ ασφαλίση τον εαυτό του από κάθε ενοχή. Όλων η έκφρασις εμαρτυρούσε πως, αν έξαφνα έμπαινε μέσα ο Μαγουλάς και τους εζητούσε λόγο, θα επρόδιναν δίχως δισταγμό ένας τον άλλον και καθένας θα ήθελε να φανή άκακο και αξιολύπητο θύμα. Ο ζητιάνος εβιάστηκε πρώτος να πάρη τα σακκούλια στον ώμο, ν’ αδράξη το μπαστούνι του και με νεανική γρηγοράδα να πεταχτή έξω. Η γριά Σταμάτω έκρυψε μέσα στ’ άχυρα το σφαχτό, έσυρε κι εσκέπασε με τη στάχτη τη θράκα, ώστε όχι μόνον η μυρουδιά του καϊμένου κρεάτου να χαθή, αλλά και η φωτιά να μη φανή καθόλου. Και η Κρουστάλλω έκλεισε βιαστικά την κασέλα κι εσωριάσθηκεν επάνω, στυλώνοντας τα μάτια της ακίνητα στην πόρτα. Ρίγος τώρα επερνούσε στο σώμα της και κρυάδα μαρμάρου εκυρίευε τα χέρια και τα πόδια της. Τώρα μόλις, στην εξαφνική παρουσία του αντρός της, εσυλλογίσθηκεν η χωριάτισσα την πράξη και την ευθύνη της. Όταν έδινε στον ζητιάνο το ακριβό σαλβάρι και τα μοναδικά τ’ ασπρόρρουχα, κυριευμένη από τον πόθο της και μόνον, η απουσία του Μαγουλά επίστευε πως θα είνε παντοτινή. Επερίμενε, βέβαια, την τιμωρία της μία ημέρα. Αλλά την ημέρα εκείνη δεν την εφανταζόταν τόσο γρήγορη. Τώρα όμως, στην είδηση πως τα ζώα εφάνηκαν στο χωριό, έμεινε κατάπληχτη. Έβλεπε την τιμωρία να καταφθάνη με γρηγοράδα λάμιας ανεμοπόδαρης, να τινάζεται σαρκωμένη στο πρόσωπο του Μαγουλά επάνω της, να την καταπλακώνη και να την καταθλίβη, γεμάτη από άγριες φωνές και φοβερά χτυπήματα. Αχ! Τι της έκαμεν ο ζητιάνος, τι της έκαμεν! Ας ήταν τρόπος να ευρισκόταν πάλι στην κασέλα το σαλβάρι και τ’ ασπρόρρουχα! Ας ήταν δυνατόν ν’ αντηχούσε πάλι μέσα στο σπίτι το τρεμουλιαστό βέλασμα του προβάτου! Ας ήταν εύκολο ν’ άσπριζεν εκεί, μέσα στα σύθαμπα του στάβλου, το κατάργυρο μαλλί του! Ας άκουε το κυπρί του να γλυκοκουδουνίση άλλη μια φορά και ας έλειπαν όλα, όλα τα σπλαχνοσκοπικά τεχνάσματα του ζητιάνου! Ας έκανεν ακόμα όχι ένα, αλλά κοπάδι τα θηλυκά παιδιά! Τάχα τι θα έχανεν αυτή; Μήπως θα της έπαιρναν την προίκα; Τα θηλυκά ημπορεί να τα φοβούνται και να μη τα θέλουν αλλού, εκεί που η προίκα γυμνώνει το πατρικό σπίτι για να ντύση το ξένο. Εδώ όμως στους Καραγκούνηδες η προίκα είνε τίποτα. Θηλυκό είτε σερνικό, τη δουλειά του θα την κάμη. Το θηλυκό μάλιστα είνε αξιώτερο, γιατί δουλεύει στο χωράφι, δουλεύει και στο σπίτι. Τι ζουρλαμάδα την έπιασε να δώση ό,τι και αν είχε, να περιφρονήση τον θυμό του Μαγουλά μόνον και μόνον για ένα σερνικό παιδί!...

Και η Κρουστάλλω έμεινε σωριασμένη επάνω στην κασέλα, χωρίς να έχη δύναμη λέξη να βγάλη, είτε να κινηθή απ’ εκεί. Ένα μόνον έβλεπεν εμπρός της, την άγρια οργή του αντρός και μία ευχή εκλωθογύριζε στο σκοτεινό πνεύμα της: να ήταν δυνατόν να χαλάση ο κόσμος, πριν ο Μαγουλάς μάθη την πράξη της. Να ήταν εύκολο να πέση η σκεπή να πλακώση, να κρύψη από κάτω της την αδειανή κασέλα και τον αδειανό στάβλο κι εκείνη την ίδια ακόμη, πριν ιδή εμπρός της τον θυμό του. Ή να της ήταν εύκολο, καθισμένη εκεί στην κασέλα, να πάρη βάρος ασήκωτο, Κίσσαβος να γένη και Όλυμπος, ώστε ο άντρας της ποτέ στον αιώνα να μην ημπορέση να την ανοίξη, για να ιδή τη γύμνια της!... Εγνώριζεν όμως πως όλοι αυτοί οι πόθοι και οι ευχές της ήσαν ακατόρθωτες. Ανατριχίλα την έπιασε φριχτή και τα δόντια της εχτυπούσαν ακράτητα. – Μαννούλα μου! εψιθύρισε με παράπονο· γιατί μ’ άφησες κι έγδυσα το σπίτι μου!...

Αλλ’ εκείνη την ώρα βαριά βήματα χτηνών εκλόνισαν την αυλή και το σπίτι σύξυλο. Ταυτοχρόνως ακούσθηκε η φωνή του Μαγουλά, με όλη την οργή ενός χωριάτη που γυρίζει κατακοπιασμένος από τη δουλειά. – Ρε γυναίκες· τι διάολο κάνετε μέσα και δεν ξεκουμπιζώστε να πιάστε τα ζα!... – Σήκω, μαρή, και σύρε να του βοηθήσης! είπεν η γριά Σταμάτω στην κόρη της. Μην κάνης έτσι, χαμένη, και φανερωθής και φάω κι εγώ ξύλο. – Αχ, μαννούλα· γιατί να μ’ αφήσης!... εψιθύρισε πάλιν εκείνη.

Κι εβγήκαν και οι δύο έξω να ξεφορτώσουν τα ζώα. Έλυσαν το αλέτρι και το εννί και το σταβάρι· τον ζυγό και την αλετροπόδα· την αξίνα και το τσαπί, όλα τα γεωργικά εργαλεία και τα έσυραν μέσα. Έπειτα εσφούγγισαν σφιχτά με το μάλλινο σκουτί τον ίδρωτα των ζώων, τα εσκέπασαν μ’ ένα σάγισμα, τα επότισαν στο πηγάδι και τ’ άφησαν ένα με τ’ άλλο να περάσουν κι εκείνα την στενή πόρτα του σπιτιού και να πιάσουν τον προσδιορισμένο τόπο τους.

Ο Μαγουλάς δεν έλαβε καθόλου μέρος σ’ αυτή την περιποίηση των ζώων. Ξαπλωμένος ανάσκελα επάνω στο γιαπί, με πόδια και χέρια τεντωμένα ζερβόδεξα, έμενεν ακίνητος σαν νεκρός. Της ημέρας ο κάματος τον είχεν αφανίση. Και για να τον ξεφορτωθή τώρα δεν έκανε τίποτε. Εγύριζε κάποτε από πλευρό σε πλευρό, με όλη τη ραθυμία και τον όκνο κοπροσκούληκου κι έχασκε το στόμα στο άπειρο, στον χρυσογάλαζον αιθέρα ψηλά, λες κι επερίμενε μ’ εκείνον να χορτάση τη βουλιμία του.

Αλλά και στις άλλες αυλές ίδια και απαράλλαχτη ήταν η εικόνα. Επρόβαλλαν απ’ εδώ και απ’ εκεί γυναίκες με τα φτωχικά τους φορέματα, βουτημένες στη λάσπη και τη σκόνη, με ανασηκωμένα τα φουστάνια έως τα γόνατα· άλλες φορτωμένες ξύλα για ν’ ανάψουν τη φωτιά και άλλες κρατώντας στις ποδιές αγριολάχανα για να κάμουν το σπερινό δείπνο τους. Οι άντρες έρχονταν από πίσω με βήμ’ αργό, με ήθος τραχύ και ράθυμο· με τα μέλη του σωμάτου ξεκλειδωμένα από τον βαρύν τον κάματο. Και κοντά έρχονταν τα χτήνη τους, βώδια στριφοκέρατα, κοντοστιβαράτα, με τον βαρύ ζυγό στον ώμο και άλογα φορτωμένα τα γεωργικά εργαλεία και τα χρειαζούμενα καψόξυλα. Και γιαμιάς το πριν έρημο και χαυνισμένο, σαν τεμπελχανάς στον ήλιο της ημέρας, χωριό, τώρα με το ηλιόγερμα, ζωή επήρε και χαρά και θόρυβο. Ακούονταν κάπου φωνές και βλαστήμιες και βρισιές των αντρών στις γυναίκες τους και κάποτε απότομα τ’ αντιμιλήματα εκείνων. Αλλά συχνότερα αντηχούσαν γέλοια παρθενικά, ολόδροσα και πρόσχαρα τραγούδια· γαυγίσματα σκυλιών και βωδιών μελαγχολικά μουγκρίσματα και χλιμιντρίσματα κυματιστά φοράδας που ζητεί το ανήσυχο πουλάρι της. Εδώ φούρνος αναβόταν κι έπειτ’ από το τριζοβόλημα των αναμμένων κλημάτων και το σπιθοβόλημα της θράκας, η ζύμη κάτω από της λάβρας την επιρροή έχυνεν ορεχτικό μοσχοβόλημα. Καπνός καταγάλαζος ανέβαινεν από τις αστρέχες των σπιτιών κι έβγαινε πρόσχαρος ήχος από τα σαγάνια και τα ξυλοκούταλα των παιδιών. Αλλού ετίναζαν τα μουτάφια και τα σκεπάσματα· και πέρα στου Παπαρρίζου την αυλή ένιβε με το ακριβοπληρωμένο νερό του ζητιάνου το πρόσωπό της η Παναγιώτα, ελπίζοντας ν’ αλλαξογνωμιάση του Τρίκα τον υγιό.

Ο ήλιος, βασιλεμένος πίσω από τα στενά των Τεμπών, μόλις ετίναζε στ’ ακροβούνια του Ολύμπου τα χιονισμένα χρυσορρόδινες αχτίνες, διαμάντι ακριβό επάνω στο βασιλικό στέμμα του. Γαλάζια ομίχλη ανέβαινεν από την ποταμιά και λίγο κατ’ ολίγον εγλιστρούσε προς το χωριό ανάλαφρη, έως τις ρίζες του Κισσάβου, να τυλίξη όλα θέλοντας μέσα σε πάναγνη αγκαλιά. Και όταν σε λίγο εξαπλώθηκε πέρα-πέρα κι επυκνώθηκε μυστηριώδης και μεγαλοπρεπής· όταν έλαμψαν επάνω στον ουρανό τ’ αστέρια και κάτω ησύχασαν οι άνεμοι, μέσα στο δουλωμένο χωριό, όλα εξανάπεσαν στη νέκρα και τη σιγή. Ούτε φως πουθενά, ούτε λαλιά. Τα κατακουρασμένα κορμιά, παραδομένα πρώτα στις ανάγκες της ζωής κι έπειτα στα βρόχια του ύπνου, δεν έχουν ούτε πόθους ούτε όνειρο κανένα.

Της Κρουστάλλως ο τρόμος έφυγε κι εκείνος γοργός εμπρός στην αποκαρωτική διάθεση του πνεύματός της.