Ο εστεμμένος σκελετός

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ὁ ἐστεμμένος σκελετός
Συγγραφέας: Ανδρέας Μαρτζώκης
Δημοσιεύθηκε στο Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1889 του Κωνσταντίνου Σκόκου


Ο ΕΣΤΕΜΜΕΝΟΣ ΣΚΕΛΕΤΟΣ[1]
ΥΠΟ
ΑΝΔΡ. ΜΑΡΤΖΩΚΗ


Α. Μαρτζώκης ἐν Ζακύνθῳ

Α′.

Του βασιληᾶ τὸ ἄφωνο,
τὸ ἔρημο παλάτι,
Πὤχει χλωμὸ τὸ μέτωπο,
τὴν ὄψι σκυθρωπή,
Σῄμερο δείχνει ὁλόλαμπρη,
’ς τὸν ἔκθαμβον διαβάτη,
Γηορτάσιμη στολή

’Στοὺς ὑψηλοὺς τοὺς θόλους του ἀδιάκοπ’ ἀντηχοῦνε
ᾙ σάλπιγγες, τὰ τύμπανα, τραγούδι’ ἁρμονικά·
’Σ τὸν ἥλιο ἀστράφτουν τ’ ἅρματα, τὰ ἄτια χλημητοῦνε,

’Ντυμένα ’ς τὰ χρυσᾶ.


Βροντᾶνε οἱ πύργοι· ὁ βασιλῃᾶς προβαίνει ’ς τὸ λαό του
Μὲ πρόσωπο ’περήφανο, μὲ βῆμα σταθερό·
Φορεῖ χλαμύδα, καὶ τ’ ἀχνὸ στολίζει μέτωπό του

Στεφάνι λαμπυρό.


Εἰς τ’ ἄλογό του ὁ βασιλῃᾱς, τ’ ἀράπικο, ἀνεβαίνει·
Πανηγυρίζει σήμερο χαρμόσυνη γηορτή·
Εἶνε γαμπρὸς… τὸ ’κίνησε ’ς τὴν ἐκκλησιὰ ’πηγαίνει·

Τ’ ἀσκέρι ἀκολουθεῖ.


Β′.

Φθάνει, πεζεύει ὁ βασιληᾶς ὀμπρὸς ’ς τὴν ἐκκλησία,
Καὶ ’μπαίνει μὲ χτυπόκαρδο ’ς τὴν ἅγια κατοικία·
Τὸ πλῆθος τὸν ἀκολουθεῖ… τὰ ’μάτι’ ἀναζητοῦνε
Καὶ στρέφονται περίεργα ἐδῶ κ’ ἐκεῖ, νὰ ἰδοῦνε,
Τὴν ὄμμορφη, ποῦ ὁ βασιληᾱς θὰ κάμῃ σύντροφό του,
Ποῦ σήμερο βασίλισσα χαρίζει ’ς τὸ λαό του.

Καταμεσῆς ’ς τὴν ἐκκλησιὰ ὑπάρχει στηλιωμένος
Θρόνος ’ψηλός, μ’ ὀλόλευκο σεντόνι σκεπασμένος.
Τὸ πλῆθος ἀνυπόμονο τὴ νύφη περιμένει —
’Σ τὴν ἐκκλησιὰ ἡ βασίλισσα γιατὶ δὲν κατεβαίνει;…
Τὸ χέρι ὑψόνει ὁ βασιληᾶς, τὸ θρόνο ξεσκεπάζει·

Τ’ ἀσκέρι ἀνατριχιάζει…


Γ′.

Αὐτὸ τ’ ὁλόφωτο, ποῦ βλέπετ’ ἄστρο,
Δὲν μοῦ τὸ ’σβύσατε ’ς τὴν καταχνιά·
— Ξύπνα, βασίλισσα, Ἰνὲς δὲ Κάστρο,
Κύττα, ἡ Λισβόνα σου σὲ προσκυνᾷ!


Τὸ πλῆθος τρέμοντας ὀμπρός σου στέκει,
Ὁποῦ σοῦ ἐσπάραξε τὰ σωθικά,
Καὶ φλόγα ἐγίνηκε κῃ’ ἀστροπελέκι,
Γιὰ σὲ τὸ σκῆπτρο μου, γλυκειὰ κυρά.

Εἰς τὸ λιθάρι σου τὸ ἔρμο, τὸ κρύο,
Λεπίδ’ ἀκόνισα φαρμακερή,
Κ’ ἔστησα ἐπάνω του γιὰ μαυσωλεῖο
Ἀγχόνη ἀχόρταγη καὶ φοβερή.

Τὸ δήμιο ἐκούρασα ’ς τὸ θάνατό σου,
Τὸ χάρο ἐχόρτασα ’ς τὸ σκοτωμό·
’Στὸ αἷμα ἔβαψα τὸ σάβανό σου,
Πορφύρα σήμερο σοῦ τὸ φορῶ.

Τοῦ ᾅδη σ’ ἔκλεψα γιὰ σύντρσφό μου,
Τ’ ἁγνό σου σάβανο πέρνω προικιό·
Τὸ νεκροθάφτη σου παρανυφό μου,
Τὸν μαῦρο τάφο σου γιὰ πεθερό.

Ἐσέν’ ἀγάπησα ’ς τὸν κόσμο μόνη,
Ἐσένα ἐλάτρευσα βαθυὰ ’ς τὴ γῆ·
— Εἰς τὴ βασίλισσα κλίνετε γόνυ,
Σκύφτε τὸ μέτωπο ὀμπρός ’ς αὐτή!

Τὸ ἔρμο κυβοῦρι σου τὤκαμα θρόνο,
Λάβε τὸν στέφανο, ποῦ ἐγὼ φορῶ·
Κυρά, βασίλισσα σὲ στεφανόνω
Ἐμπρὸς ’ς τὸ σκλάβο σου τοῦτον λαό.

Σύ, ποῦ ’κοιμόσουνα δύστυχο θῦμα,
’Στῆς γῆς τὴν ἄχαρη τὴν ἀγκαλιὰ,
’Ξυπνᾷς βασίλισσα μέσ’ ἀπ’ τὸ μνῆμα,
’Ξυπνᾷς βασίλισσα τοῦ βασιληᾱ!

Δ′.

’Στὰ λόγια τοῦτα ὁ βασιληᾶς στρέφει θολὸ τὸ βλέμμα·
Τὸ ὑγρὸ γυμνόνει μέτωπο ἀπ’ τὸ λαμπρό του στέμμα·
’Στὸ θρόνο, πὤχει ἀγνάντια του, μὲ βῆμ’ ἀργὸ σιμόνει…
Ἀσπάζεται τὸ σκέλεθρο… τὴν κάρα στεφανόνει…
Βροντᾶνε οἱ πύργοι· ᾑ σάλπιγγες, τὰ τύμπανα χτυποῦνε,
Τὰ σήμαντρα τῆς ἐκκλησιᾶς χαρμόσυν’ ἀντηχοῦνε,

Ὁ βασιληᾶς δακρύζει.

Δέρνει ἡ καρδιὰ ’ς τὰ στήθια του· ’ς τήν πλάκα γονατίζει.

Τ’ ἀσκέρι, ἀκίνητο, βουβό, ’ς τὴ γῆ γονατισμένο,
Δειλὸ σηκόνει βλέφαρο, τὸ ’μάτι φοβισμένο
’Στὸ θρόνο, ποῦ ἐκδικητικὸς ὑψώνεται ’μπροστά του·
Κῃ’ ἀναγνωρίζει προσκυνᾴ, ’ς τὸ σκέλεθρο, Κυρά του

Τὸ ἴδιο του τὸ θῦμα,

Ποῦ τοῦ τὸ στέλνει σήμερο βασίλισσα τὸ μνῆμα!


  1. Ὁ δὸν Πέτρος, υἱὸς Ἀλφόνσου τοῦ Δ′, βασιλέως τῆς Πορτογαλλίας, ἠράσθη ἐμμανῶς τῆς Ἰνὲς δὲ Κάστρο, γυναικὸς περιφήμου καλλονῆς καὶ ἑλκούσης τὸ γένος ἐξ ἐπιφανοῦς οἴκου τῆς Καστιλλίας. Ὁ βασιλεύς, μὴ κατορθώσας νὰ καταπείσῃ τὸν υἱόν του, ὅπως τὴν ἐγκαταλείψῃ, διέταξεν, ἵνα καταπαύσῃ τοὺς γογγυσμοὺς τοῦ λαοῦ του, νὰ τὴν φονεύσωσιν. Ὁ δὸν Πέτρος, ἀναβὰς τὸν θρόνον, ἀφοῦ δι’ ἀνηκούστων ὠμοπραγειῶν ἐθανάτωσε τοὺς φονεῖς τῆς Ἰνὲς καὶ πάντας τοὺς συνεργήσαντας εἰς τὸν θάνατόν της, διέταξε, κατὰ τὴν παράδοσιν, νὰ ἐκθάψωσι τὸ σῶμα τῆς γυναικὸς, ἣν τοσοῦτον εἶχεν ἀγαπήσει, καὶ ἔστεψεν αὐτὴν πανδήμως βασίλισσαν.