Ο Άραψ και η κάμηλος αυτού

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ο Άραψ και η κάμηλος αυτού
Συγγραφέας: Γεώργιος Βιζυηνός
Διασκευή αραβικού μύθου


Ήτο μια φορά ένας μυλωνάς, ο οποίος μετά το γεύμα απεσύρθη εις την σκηνήν του δια να κοιμηθή ολίγον. Αίφνης όμως αφυπνίσθη υπό της καμήλου του, η οποία ημιανοίξασα την θύραν, ήτις έκλειε την σκηνήν, του είπε: «Είναι πολύ κρύο εδώ έξω, αφεντικό· επίτρεψόν μοι να εμβάσω τουλάχιστον την μύτην μου εις την σκηνήν». Ο μυλωνάς, ο οποίος ήτο άνθρωπος φιλεύσπλαγχνος, δεν έφερεν αντίρρησιν, και η ρις της καμήλου έμεινεν εντός της σκηνής. «Ω πόσον ψυχρός είναι ο άνεμος», είπε μετ’ ολίγον η κάμηλος στενάζουσα· «άφες με, σε παρακαλώ, να εμβάσω ολίγον και τον λαιμόν μου».

Επειδή ο μυλωνάς δεν είπε τίποτε, ο λαιμός της καμήλου εισέδυσεν εν τη σκηνή μετά της κεφαλής. «Α! Πώς βρέχει. Θα γίνω μούσκεμα. Δεν μου κάμνεις την χάριν να με αφήσης να εμβάσω και τους ώμους μου, δια να μη βρέχωνται;». Και τέλος πάντων, δια να μη τα πολυλογώμεν, με τα τοιαύτα κατώρθωσεν η κάμηλος, ώστε να εμβάση όλον το σώμα της εντός της σκηνής. Αλλά τότε ο μυλωνάς ευρέθη εις μεγάλην στεναχωρίαν, διότι αληθώς δεν υπήρχε μέρος και για τους δύο. «Για να σου ειπώ», είπεν, «ηξεύρεις όμως ότι εδώ δεν είναι δυνατόν να χωρέσωμεν και οι δύο;».

«Εάν δεν σου αρέση», απήντησεν η αχάριστος κάμηλος, «προτιμότερον είναι να εξέλθης. Όσον δι’ εμέ, εγώ είμαι πολύ καλά εδώ μέσα και θα μείνω».

Δεν γνωρίζομεν καλώς, μικροί μου αναγνώσται και αναγνώστριαι, οποίον είναι το τέλος του μύθου τούτου δια τους Άραβας, αλλ’ όμως εξ όσων είπομεν, δυνάμεθα ευκόλως να διδαχθώμεν το εξής μάθημα. Το αμάρτημα και τα κακά ελαττώματα ζητούσι, καθώς η κάμηλος αυτή, να εισέλθωσι και κατασκηνώσωσιν εν τη καρδία μας. Και κατ’ αρχάς μεν δεν ζητούσιν ειμή ολίγην θέσιν, αλλά εάν τοις την δώσωμεν, μετ’ ολίγον θα θελήσωσι περισσοτέραν, μέχρις ου καταλάβωσιν όλην την διαθέσιμον θέσιν· και τότε δεν είμεθα πλέον ημείς κύριοι του εαυτού μας, αλλά γινόμεθα δούλοι των παθών και των κακών συνηθειών, αι οποίαι μετά τοσαύτης πονηρίας κατέκτησαν την καρδίαν μας και δεν αφήκαν ουδέ τον ελάχιστον τόπον εν αυτή δια την αρετήν, όσον και αν έχωμεν την καλήν θέλησιν να την φιλοξενήσωμεν.

Μη λοιπόν επιτρέψητε ποτέ εις την κακίαν να θέση εν τη καρδία σας έστω και την μύτην της, διότι δεν θα βραδύνη να ριζώση εντός σας και να σας καταστήση δυστυχείς.