Νέρων

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Νέρων
Συγγραφέας:


ΝΕΡΩΝ
ΧΑΡΑΚΤΗΡ ΕΙΣ ΠΡΑΞΙΝ ΜΙΑΝ


ΠΡΟΣΩΠΑ
Νέρων. Ακτή. Αγριππίνα.
Η σκηνὴ εν Ρώμῃ επὶ της αυτοκρατορίας του Νέρωνος.
Η σκηνὴ εν πολυτελεί επαύλει πέραν του Τιβέρεως, εις αίθουσαν εστολισμένην δι' αρίστων αγαλμάτων και πολυτελών επίπλων.


ΑΚΤΗ. Τι έχεις, Νέρων; Διατί από τινος η ξανθή αυτή κεφαλή πίπτει βαρέως επί της παλάμης σου και το βλέμμα σου οτέ μεν νεκρούται, οτέ δε λαμβάνει όψιν απαισίαν; Δεν με αγαπάς πλέον; Στενοχωρείσαι πλησίον μου; θέλεις ν’ απέλθω; Η προς σε λατρεία μου είναι βαθεία και ήκιστα θορυβώδης. Έσο συ ευδαίμων, περί εμού αδιαφορώ· αν η Ακτή σου δεν σε τέρπη πλέον, διάταξον ν’ απέλθη· μόνη, μακράν σου θα είναι ευτυχής εν τη συμφορά αυτής, διότι θ’ αναλογίζεσαι ότι δεν σε βασανίζει, δεν σ’ ενοχλεί επιμένουσα εις έρωτα όστις εσβέσθη εν τη καρδία σου.

ΝΕΡΩΝ. Και τι θέλεις ν’ αγαπήσω εκτός σού, Ακτή μου; Πού αλλού θέλεις να ζητήσω παραμυθίαν; Όταν μένω πλησίον σου αισθάνομαι ζωογονουμένην την συνήθη αγαθότητά μου· αλλά δεν μένω διαρκώς πλησίον σου· και η πείρα ήρχισε να καταστρέφη την καρδίαν μου. Καταρρέουσιν αι πρώται αρχαί και φοβούμαι ότι θα έλθη ημέρα καθ’ ήν ο κόσμος θα τρέμη όταν ακούη το όνομά μου προφερόμενον.

ΑΚΤΗ. (Μειδιώσα). Εγώ δεν φοβούμαι τοιαύτην μεταβολήν· όταν λέγης ότι μ’ αγαπάς, το λέγεις εξ όλης καρδίας και εξ όλης ψυχής· και όστις προφέρει ειλικρινώς και εν πεποιθήσει την λέξιν ταύτην είναι ευγενής και αγαθός άνθρωπος. Επί του παρόντος η Ρώμη ανέπνευσεν, η Ρώμη είναι ευδαίμων και εύχεται ειλικρινώς υπέρ του αυτοκράτορος, όν λατρεύει. Αι μητέρες εις τα παιδία φέρουσι τον Νέρωνα ως παράδειγμα και δακρύουσι διηγούνται ότι, ότε κατά πρώτον σοι παρουσίασαν να υπογράψης καταδίκην θανάτου ανέκραξας: είθε να μην εμάνθανον ποτέ γράμματα! Το παρόν εγγυάται υπέρ του μέλλοντος.

ΝΕΡΩΝ. Απατηλή εγγύησις! Η ευδία κυοφορεί τας φοβερωτέρας θυέλλας· αλλά τί πταίει ο ουρανός αν η θάλασσα πέμπη προς αυτόν τα νέφη, τον θολοί και τον οπλίζη με κεραυνόν;

ΑΚΤΗ. Η αγαθή φύσις είναι πάντοτε αγαθή.

ΝΕΡΩΝ. Η αγαθή φύσις πίπτει ευχερέστερον· η υψίστη κακία είναι αδελφή της υψίστης αρετής. Ακτή, νομίζεις ότι ζω ζωήν ανθρώπου εγώ; ότι, εκτός όταν αναπαύωμαι πλησίον σου, αισθάνομαι τέρψιν εν τω κόσμω τούτω; Η αγαθότης μου χλευάζεται· καλείται μωρία και ανανδρία. Καταμηνύουσι καθ’ εκάστην ανθρώπους, οίτινες, είμαι βέβαιος, ότι είναι αθώοι και ους συγχωρώ άνευ περαιτέρω ερεύνης. Γνωρίζεις οποία τρικυμία εγείρει τούτο; γνωρίζεις τί λέγουσι περί εμέ; - Καίσαρ, έσο Καίσαρ. - Η Ρώμη δεν αισθάνεται την χείρα σου. Η Ρώμη είναι ευτυχής, λέγεις, Ακτή μου· πιθανόν· αλλ’ εγώ δεν είμαι ευτυχής· και πλησιάζω να πεισθώ ότι δεν είμαι Καίσαρ. Διηνεκώς με το λέγουσι. Έσο Καίσαρ! Επιφωνούσι εις τας στοάς και τα περιστήλια· έσο Καίσαρ, χαράττουσι πάντοτε επί της τραπέζης μου· έσο Καίσαρ! Δηλαδή στιγμάτισον διά παντός το όνομά σου και ρίψον αυτό ως διηνεκές φόβητρον των μελλόντων αιώνων· και διά τί τούτο; διότι έχουσιν οι περί σε εχθρούς, ους επιθυμούσι να εξοντώσωσι, διότι εισί πλεονέκται επιθυμούντες τον πλούτον των άλλων. Οι άθλιοι! Σήμερον το πρωί είς εξ αυτών εκρύβη όπισθεν του παραπετάσματος και με αφύπνισε κραυγάζων: Έσο Καίσαρ. Και έβλεπον κατά την στιγμήν εκείνη γλυκύ όνειρον, το οποίον διέκοψεν η απαισία εκείνη φωνή.

ΑΚΤΗ. Εγώ μόνη σοι λέγω: έσο ήπιος και αγαθός· εγώ σε λατρεύω· ο δε λαός σε αγαπά· δεν αρκεί τούτο;

ΝΕΡΩΝ. Η αγάπη σου με αρκεί· περί του κόσμου ήρχισα ν’ αδιαφορώ· ο άνθρωπος είναι αιωνίως, αιωνίως, αιωνίως αχάριστος. Τι κακόν έπραξα εις τον Σύλλαν και δις επεχείρησε να με φονεύση; αρά γε διότι δις τον εσυγχώρησα; ο λαός επευφημεί όταν διανέμω εις αυτόν τροφήν· αλλ’ αύριον δύναται να με λιθοβολήση.

ΑΚΤΗ. Η μήτηρ σου …

ΝΕΡΩΝ. Σίγα, Ακτή· η μήτηρ μου δύναται εκατόν τέκνα να φονεύση χάριν της αρχής· αγαπώ την δικαιοσύνην και η μήτηρ διδάσκει ότι η δικαιοσύνη είναι λέξις κενή εννοίας· αγαπώ την επιείκειαν, ην εκείνη καλεί αρετήν των ανάνδρων ψυχών. Στοργή δεν υπάρχει περί τον θρόνον. Τρις επεχείρησε να σε φονεύση και το έγκλημά σου είναι ο προς εμέ έρως σου.

ΑΚΤΗ. Αλλ’ ο Σενέκας; ο εύγλωττος της ηθικής διδάσκαλος, ο λάτρης της επιεικείας και της αγαθότητος;

ΝΕΡΩΝ. Έθιξας την καιριωτέραν των πληγών μου. Απορώ τη αληθεία πώς τοσούτον ωραίαι θεωρίαι κηρύσσονται υπό τοσούτον πεπωρωμένης ψυχής. Όταν κορεσθή τροφής και οίνου, ενώ κλονίζεται εκ της μέθης προτρέπει εις εγκράτειαν και λιτότητα· όταν τα κιβώτια αυτού είναι πλήρη χρυσού, ον ουχί λίαν εντίμως κερδαίνει, τότε γράφει περί εντίμου πενίας· και αφού επιτύχη παρ’ εμοί την καταδίκην τινός εχθρού αυτού, τότε αγορεύει περί επιεικείας. Εάν έπραξα κακήν πράξιν, μάρτυρες οι θεοί· αυτός με προέτρεψεν. Ο φιλόσοφος Σενέκας, ο τοσούτον ευγλώττως ομιλών περί αρετής και ο τοσούτον ευγλώττως δια των έργων πολεμών αυτήν, φέρει πολλάκις εις τα χείλη μου την φράσιν του Βρούτου. Και δεν είναι όναρ η αρετή όταν οι κάλλιστοι αυτής ρήτορες είναι οι χείριστοι των ανθρώπων; Ο Σενέκας ο άριστος των φιλοσόφων είναι ο άριστος των προαγωγών. Καθ’ εσπέραν μοι παρουσιάζει κατάλογον των ωραιοτέρων γυναικών της Ρώμης και ψιθυρίζει μειδιών: έκλεξον. Απορεί δε πώς ακόμη δεν σε αηδίασα. Ο Σενέκας με προτρέπει ν’ αγαπώ το φύλον και όχι το άτομον. Ακτή, με αγαπάς;

ΑΚΤΗ. Ερωτάς;

ΝΕΡΩΝ. Ευχαριστώ· η αγάπη γυναικός αναπληροί την έλλειψιν πάσης άλλης ευδαιμονίας, παντός άλλου αγαθού. Ήρχισα ν’ απελπίζωμαι από πάντας και από εμέ αυτόν. Αλλ’ έχω σέ· αν ίδω ότι αδύνατον ν’ ανθέξω εις την περί εμέ κακίαν, εγκαταλείπω τον θρόνον και ζω μακράν της τύρβης μετά σού.

ΑΚΤΗ. Η ποίησις· λησμονείς την ποίησιν ήν τοσούτον αγαπάς.

ΝΕΡΩΝ. Λέγεις αλήθειαν. Μετά την Ακτήν αγαπώ την ποίησιν. Αλλά φέρω την αράν των θεών και εις τούτο. Η καρδία μου πλημμυρεί και είναι στείρον το χείλος. Ενίοτε απαγγέλω έν ποίημά μου και ενώ οι περί εμού χειροκροτούσιν, εγώ οικτείρω και αυτούς και εμέ. Οι μωροί· χειροκροτούσι διότι είμαι αυτοκράτωρ· αν ήμην απλούς Ρωμαίος πολίτης θα μ’ εσύριζον. Διότι είναι αληθώς σκιαί τα έργα μου, σκιαί των όσων αισθάνομαι.

ΑΚΤΗ. Γνωρίζω την καρδίαν σου· γνωρίζω τι κόσμους αισθημάτων εγκλείει και, όταν είμαι πλησίον σου, εννοώ τί αισθάνεσαι χωρίς να εκφράσης αυτό.

ΝΕΡΩΝ. Διότι μ’ αγαπάς· διότι συγκοινωνούσιν αι ψυχαί ημών αοράτως. Ελθέ πλησίον μου, κάθησε επί των γονάτων μου· θες την κεφαλήν σου εις το στήθος μου· θέλω να κατοπτρισθώ εις τους διαυγείς οφθαλμούς σου· νομίζω ότι λούεται η ψυχή μου.

ΑΚΤΗ. (Κλίνουσα την κεφαλήν επί του στήθους του Νέρωνος). Ημείς αι γυναίκες γνωρίζομεν μόνον ν’ αγαπώμεν.

ΝΕΡΩΝ. Όχι· διότι άλλαι επιθυμούσι να άρχωσιν.

ΑΚΤΗ. Εκείναι δεν είναι γυναίκες. Ημείς αγαπώμεν μόνον· επλάσθημεν και αναπνέομεν δια τούτο, ευτυχείς αν αγαπηθώμεν επίσης.

ΝΕΡΩΝ. (Ασπάζεται αυτήν εις τα χείλη). Είσαι θεότης, θα σε θέσω επί του θρόνου.

(Η Αγριππίνα διέρχεται απαρατήρητος το βάθος της αιθούσης).

ΑΚΤΗ. (Ανατινασσομένη). Όχι, Νέρων, όχι· δεν θ’ ανήκω τότε αποκλειστικώς εις σέ· μη το είπης πλέον· μοι το υπόσχεσαι;

ΝΕΡΩΝ. Έχεις δίκαιον. (Η Ακτή επανέρχεται πλησίον του). Επί του θρόνου είναι ευτυχείς οι βλάκες μόνον.

ΑΚΤΗ. (Ρίπτουσα τους βραχίονας αυτής περί τον λαιμόν του Νέρωνος και κρύπτουσα το πρόσωπον εις το στήθος του). Άφες με να αποκοιμηθώ ούτω· είμαι ευτυχής, δεν ηξεύρω διατί με κατέλαβε αθυμία αίφνης. Αν αποθάνω, Νέρων, θα σε βλέπη πάλιν η ψυχή μου; Σε αγαπώ και αισθάνομαι την ανάγκην της αθανασίας της ψυχής. Ο Σενέκας τί λέγει;

ΝΕΡΩΝ. Ο Σενέκας λαλεί λίαν ευγλώττως περί αθανασίας ψυχής· και μόνον όταν εκτελή χρέη προαγωγού έχει ίσην ευγλωττίαν.

ΑΚΤΗ. Πιστεύω το καλόν και δυσπιστώ προς το κακόν.

ΝΕΡΩΝ, (Θωπεύων την κόμην αυτής). Κοιμήσου εις την αγκάλην μου· ω! Είμαι ευτυχής!

(Κύπτει την κεφαλήν και αποκοιμώνται).

ΑΓΡΙΠΠΙΝΑ. (Εμφανίζεται κρατούσα εγχειρίδιον). Τα αρνία! Ιδέ! ο Καίσαρ και η απελευθέρα πωλούσιν αισθήματα· αι τρυγόνες χαριεντίζονται· αλλ’ ο θρόνος δεν είναι φωλεά ερώτων και εγώ δεν ανέχομαι το θέαμα.

ΑΚΤΗ. (Ονειροπολούσα). Δος μοι έν φίλημα, Νέρων.

ΑΓΡΙΠΠΙΝΑ. Λάβε το.

(Φονεύει αυτήν δι’ εγχειριδίου και γίνεται άφαντος)

ΝΕΡΩΝ. (Εγειρόμενος βιαίως). Ακτή, Ακτή! α! την εφόνευσαν, την εφόνευσαν· κατάρα. Ακτή … αλλ’ είναι αδύνατον· το αίμα τούτο … ας πέση λοιπόν το αίμα τούτο επί της οικουμένης … Κοιμήσου, Ακτή, τον αιώνιον ύπνον· εκατόμβας όλας θα θυσιάσω επί του τάφου σου· θ’ αποθάνη ο Νέρων, όν ελάτρευσες και ήδη είμαι Καίσαρ. Α! Μ’ επιέσατε, μ’ εδηλητηριάσατε, μ’ εξυβρίσατε, αλλά δεν μετεβλήθην. Ηγάπησα έν ον θερμώς και αυτό μοι το ηρπάσατε. Έστω· όστις δεν αγαπά κανένα είναι το χείριστον των θηρίων. Ρώμη, χαίρε! Ήδη ο Νέρων είναι μόνος και σύ απέκτησες Καίσαρα.