Μύθος 16: Τέτιξ και μύρμηγξ

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τέτιξ και μύρμηγξ
Συγγραφέας: Παναγιώτης Σούτσος
Απόδοση του αισώπειου μύθου Τέττιξ και μύρμηκες.


Ἀφ' οὗ ἔψαλεν ὁ τέτιξ μῆνας ἕξ εἰς τὸν λειμῶνα,
δὲν εὑρέθη ἔχων ἕνα κόκκον σίτου τὸν χειμῶνα·
πουθενὰ μικρὴ μυγίτσα, οὔτε σκωληκάκι πλέον·
εἰς τὸ γεῖτόν του μυρμήγκι ἔτρεξεν πεινῶν καὶ κλαίων,
καὶ τὸ ηὗρεν ὅταν ἔχον ἀνοικτὰς τὰς ἀποθήκας
καὶ τὰ συναθροίσματά του στιβασμένα εἰς τὰς θήκας,
εἰς τὰ νύχια του ἐπάτει
καὶ 'ψηλὸν λαιμὸν ἐκράτει.

«Φίλε μου! εἰς τόσην πεῖναν καὶ εἰς ὥραν τόσον κρύαν
δάνεισέ με, εἶπεν, ἕως εἰς τὴν νέαν εἰσοδίαν
διὰ πρόσκαιρόν μου πόρον,
ἕναν κόκκον, ἕναν σπόρον,
καὶ τὸ θέρος ὅταν ἔλθῃ 'ς τὴν τιμήν μου σὲ ὁμνύω
καὶ κεφάλαιον καὶ τόκον σ' ἐπιστρέφω καὶ τὰ δύο.
Καὶ ἂν ὅρκους δὲν πιστεύῃς, εἰς τὸν συμβολαιογράφο
ἢ συμβόλαιον σὲ κάμω, ἢ συνάλλαγμα σὲ γράφω.»

Ἀλλ' ἐκεῖνο ἀπεκρίθη τοῦ Ῥοσίλδου ἔχον ὕφος,
τὸ μερμήγκι δὲν δανείζει καὶ δὲν εἶναι τοκογλύφος,
καὶ αὐτὸ ἐλάττωμά του
ἀπὸ τὰ μικρότερά του·
τί ἐκάμνετε τὸ θέρος σεῖς, ὁπόταν ἀχθοφόρος
ἔφερα ἐγὼ ἀχύρου εἰς τὴν πλάτην μου ἓν ὄρος;
- Μουσικὰ ἐτραγουδοῦσα· - μουσικὰ ἐτραγουδᾶτε;
λοιπὸν τώρα καὶ αὐλεῖτε, τώρα καὶ χοροπηδᾶτε.

Ἐπιμύθιον.
Παριστῶσα ὅτι ὅλα κρέμανται ἀπὸ τὴν φρένα,
ἔπλασεν ὴ ἀρχαιότης δύο ἀδελφοὺς τὸν ἕνα
προνοητικὸν καὶ μέγαν εἰς τὸν νοῦν· τὸν Προμηθέα,
καὶ ἀπρόσκεπτον τὸν ἄλλον τ' ὄνομα Ἐπιμηθέα·
τὴν ἀλληγορίνα ταύτην ἢ τὸν μῦθον ἀγαπᾶτε;
ἀπ' ἐμὲ ὁ λαοτρέχας ἀυτὸς μῦθος προτιμᾶται.