Λεξικόν της Ελληνικής Αρχαιολογίας/Ωβαί

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Λεξικόν της Ελληνικής Αρχαιολογίας
Συγγραφέας:
Ὠβαί


Ὠβαί. ’Εν Σπάρτῃ ἡ ὠβὴ ἢ ὠβὰ, δωρικὴ μετάπλασις τῆς λέξεως οἴη (μόνη, μονὰς), ἢ συγγενὴς τοῦ Οἴη, ἐμφαίνουσα ἀγέλην, ἦν τὸ δέκατον τῆς φυλῆς, ἡ φρατρία, περιλαμβάνουσα ἀνὰ 16 γένη . Ἡ ῥήτρα τοῦ Λυκούργου ἔλεγε «Φυλὰς φυλάξαντα καὶ ὠβὰς ὠβάξαντα τριάκοντα» ( Πλουτ. Λυκ. ΣΤ).