Κρόνακα/2

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κρόνακα
Συγγραφέας:
Βιβλίο 2ο


§90.-Καὶ ἀλλοῦ ηὗρα γραμμένον, ὅτι μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ρὲ Οὗνγκες ἐστέφθη ὁ ρὲ Πιὲρ τῇ κυριακῇ τῇ κδʹ νοεμβρίου ͵ατνθʹ Χριστοῦ ἀπὸ χειρὸς τοῦ φρὲ Γκὴ τε Ἰμπελήν, ἀδελφὸς τοῦ ἀφέντη τοῦ Ἀρσεφίου, ἐπίσκοπος Νεμεσοῦ, εἰς τὴν Ἁγίαν Σοφίαν, ρήγας τῆς Κύπρου· καὶ διατὶ ἐκρατοῦσαν οἱ Σαρακηνοὶ τὴν Ἱερουσαλήμ, διὰ τὴν ἔχθραν καὶ πολλὰ κακὰ οἱ ρηγάδες ἐδῶκαν τὸ ἀξίωμαν τῆς Ἀμοχούστου καὶ τὰς βούλλας καὶ τὴν χαραγήν, καὶ ὅνταν ἔμελλε νὰ στεφθοῦν οἱ ρηγάδες τῶν Ἱεροσολύμων ἐπηγαῖνναν εἰς τὴν Ἀμόχουστον· διὰ τοῦτον καὶ ὁ ρὲ Πιὲρ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἀμόχουστον καὶ ἐστέφθην ρήγας τῶν Ἱεροσολύμων τῇ εʹ ἀπριλλίου ͵ατξʹ Χριστοῦ.

§91.-Ὁποῦ ἦτον πλῆθος τοῦ πλούτου, οὗλοι ἄρχοντες πλούσιοι, ὡς γοιὸν ἦτον ὁ σὶρ Φρασὲς ὁ Λαχανεστούρης καὶ ὁ ἀδελφός του ὁ σὶρ Νικὸλ ὁ Λαχανεστούρης. Καὶ δὲν μπορῶ νὰ γράψω τὴν πλουσιότηταν τὴν εἶχαν, διατὶ τὰ καραβία τοὺς χριστιανοὺς δὲν ἐτορμοῦσαν ἁποῦ ἔρχουνταν ἀπὸ τὴν δύσιν νὰ πραματευτοῦν ἄλλου παρὰ εἰς τὴν Κύπρον, διατὶ ἤτζου ἦσαν ὡρισμένοι καὶ διαφεντεμένοι ἀπὸ τὸν ἁγιώτατον πάπαν, νὰ ἔχουν τὸ κέρδος οἱ πτωχιοὶ οἱ Κυπριῶτες, διατὶ εἶνε ἀπλικεμένοι ἀπάνω εἰς μίαν πέτραν εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ἀπὸ τὴν μίαν μερίαν εἶνε οἱ ἐχθροὶ τοῦ θεοῦ οἱ Σαρακηνοὶ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην οἱ Τοῦρκοι. Καὶ διατὶ εἶνε κοντὰ ἡ Συργιὰ εἰς τὴν Ἀμόχουστον ἐπέμπαν τὰ καραβία τους καὶ ἐκουβαλοῦσαν τὰ πράματα εἰς τὴν Ἀμό- χουστον· καὶ ἅντα νἆρταν τὰ ξύλα τῆς Βενετίας, τῆς Γενούβας, τῆς Φλουρέντζας, τῆς Πίζας, τῆς Καταλωνίας, καὶ οὕλης τῆς δύσις εὕρισκαν τὰ(ς) σπετζίας, καὶ εἴ τι χρῄζουνταν ἐφορτῶναν καὶ ἐπηγαῖνναν· καὶ διὰ τοῦτον ἦσαν πλούσιοι [οἱ Ἀμοχουστιανοί,] καὶ ἐφθονίστην ὁ τοπος, [ὅτι ἐρημιάστην καὶ τὸ πλοῦτος ἐστράφην εἰς τοὺς Σαρακηνούς.]

§92.-Καὶ νὰ σᾶς εἰπῶ μερτικὸν ἀπὲ τὴν ἀρχοντίαν τὴν εἶχεν [(ὁ) σὶρ Φρασὲς Οὐλαχᾶ. Μέσα εἰς πολλὰ καλέσματα τὰ ἐκάλεσεν τὸν ρήγα καὶ τοὺς ἀφέντες·] ἀληθῶς ὅτι οὗλοι οἱ Συριανοὶ τῆς Ἀμοχούστου τὸν αὐτὸν τρόπον ἐπολομοῦσαν μὲ τοὺς καβαλλάριδες, ἀμμὲ ὁ αὐτὸς σὶρ Φρασὲς πολλὰ ἐξαίσια καὶ μὲ τὸν ρήγαν πολλὲς φορές· μίαν φορὰν ἦρτεν ἔσσω του ὁ ποῖος σιρ Φρασὲς ἀπὲ τὴν χαράν του καὶ νὰ δείξη τὴν ἀρχοντιάν του, ἔβαλεν ξυλαλᾶν γʹ, δʹ γομαρία σαντὶς ξύλα καὶ ἐμαγειρέψαν τὰ φαγητά. Καὶ ἅνταν ἐδείπνησεν ὁ ρήγας μὲ τοὺς παρούνιδες καὶ οὕλους τοὺς ἀφέντες, ἐκάτζαν χαμηλὰ καὶ ἐπαῖζαν τὸ ζάριν· καὶ ἐθέλησε νὰ τοὺς δείξῃ ἕναν μερτικὸν τοῦ θησαυροῦ του· καὶ ὥρισεν καὶ ἐφέραν μίαν μεγάλην σανία, ὁποῦ τὴν ἐβαστάξαν δʹ ἀνομάτοι, γεμάτην μαργαριτάριν χοντρὸν καὶ πέτρες ἀτίμητες, καὶ ἴχια μέσα δʹ λυχνάρια, τουτἔστιν ἀκαρπάνγκουλα, καὶ ἐχένωσεν εἰς τὴν γωνίαν τοῦ σπιτίου, ἐχένωσεν δουκάτα ὡς γοιὸ νἆχεν εἴσταιν σιτάριν, καὶ εἰς τὲς ἄλλες γωνίες γροχία καὶ σεραφία. Ἦτον χειμῶνας καὶ εἶς τὴν τζιμνίαν κορμία ξυλαλᾶς καὶ κανουνία ἀργυρᾶ· καὶ ξυλαλᾶν ἐπυρώννουνταν· καὶ πευκία μεταξωτὰ πʹ, καὶ εἰς μερτικὸν ἐκάθουνταν· καὶ ἦσαν σκεπασμένα τὰ δουκάτα καὶ οί μονέδες· καὶ τότες ὥρισεν καὶ ἐσβῆσαν τὲς φωτίες, καὶ τὴν σανίαν ἔβαλέν την ἴχια μέσα καὶ ἀποσκέπασέν την καὶ ἐφένγκαν τὰ λυχνάρια ὡς γοιὸν τὰ κάρβουνα τὰ ἁπτούμενα· καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς καβαλλάριδες ἀχόρταγοι καὶ πτωχοὶ ἐβάλαν τὰ χέρια τους καὶ πασαεῖς ἐπίασεν ἀππόθεν τοῦ ᾿φάνη, καὶ ἐπῆραν του μίαν μεγάλην καντιτὰν· καὶ ὅ, τι τοῦ ᾿πῆραν δὲι τοῦ ἐφάνην τίποτες.

§93.-Ὁ ποῖος ἐπολόμαν κατὰ τὴν πίστιν του πολλὰ φυσικά, καὶ ἔκτισεν καὶ τὴν ἐκκλησίαν τοὺς Νεστούριδες ἀποὺ γῆς.

§94.-Καὶ μίαν ἡμέραν ἐποῖκεν μέγαν παρτίς, καὶ ἔπεψεν τοῦ ρηγὸς χάρισμα δέκα χιλιάδες δουκάτα, διότι ὁ ρὲ Πιὲρ ἐποῖκεν ἀδελφοσύνην μιτά του. Καὶ ᾿μήνυσέν του: «Ἐκτὲς ἐποῖκεν ἕναν παρτὶς καὶ ἐκέρδεσα λʹ χιλιάδες δουκάτα· καὶ τοῦτα πέμπω τα τῆς ἀφεντιᾶς σου, καὶ μὲν τὸ βαρυθῇς.»

§95.-Καὶ εἰς τοὺς ͵ατνθʹ ἦρτεν εἰς τὴν Ἀμόχουστον ἐνεῖς Κατελάνος μὲ ἕναν καράβιν δικόν του· καὶ ἦτον κουρσάρης. Καὶ ἔφερεν μιτά του μίαν πέτραν πρετζιούσαν, γροικῶντα τὴν πλουσιότητα τῆς Κύπρου, διὰ νὰ τὴν πουλήσῃ. Καὶ τινὰς δὲν ἐπῆγεν νὰ τὴν ἀγοράσῃ· καὶ ἐδισφάμιασεν τὴν Κύπρον. Καὶ ἐπῆγαν καὶ εἶπαν το τοῦ Λαχανεστούρη. Καὶ ἐβγῆκεν καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸ καράβιν καὶ ἐσύντυχεν μὲ τὸν καραβοκύρην, καὶ λαλεῖ του: «Δεῖξε μου τὴν τζόγιαν ὅπου ἔφερες νὰ πουλήσῃς· καὶ εἶπαν μου πῶς ἐριφούτιασες τοὺς Κυπριῶτες, καὶ ἐγὼ εἶμαι ὁ περίτου πτωχὸς καὶ ἦρτα νὰ τὴν ἀγοράσω.» Καὶ θωρῶντα τον ὁ καραβοκύρης μὲ τὰ παπούγκια κατζούφτερνα, εἶπεν του: «Ἄμε ᾿ς τὸ καλόν· καὶ εἶνε ἀντροπή νὰ συντύχω μετὰ σου.» Καὶ ὁ Λαχανεστούρης λαλεῖ του: «Λαλῶ σου, δεῖξε μού την.» Καὶ βιγλίζει ὁ καραβοκύρης καὶ θωρεῖ τον πῶς ἐφόρεν δʹ δακτυλίδια πρετζιόζα. Δείχνει του τὴν πέτραν· καὶ σάζουνται διὰ δʹ χιλιάδες δουκάτα. Καὶ ἐβγάλλει τὰ δακτυλίδια καὶ δίδεῖ του τα διὰ ἀρραβῶνα, καὶ λαλεῖ του: «Δός μου τὴν πέτραν, κʹ ελα μιτά μου νὰ σὲ πλερώσω.» Καὶ παίρνει τὴν πέτραν, καὶ πᾶσιν ἔσσω του. Καὶ λαλεῖ του: «Κάτσε νὰ φᾶμεν.» Καὶ ἦτον Τετράδη, καὶ πέμπει καὶ ἀγοράζει κουκκία. Καὶ πγιάνει τὴν πέτραν καὶ βάλλει την εἰς τὸ γδὶν καὶ κοπανίζει την. Θωρῶντα τον ὁ καραβοκύρης πῶς ἐτσάκκισεν τὴν πέτραν ἔθελεν νὰ τὸ σκοτώσῃ. Λαλεῖ του: «Ἀδελφέ, δὲν τὴν ἐγόρασα; Κάτσε νὰ φᾶμεν, καὶ ἂν δὲν σὲ κουσεντιάσω, ἔχεις δίκαιον νὰ παραπονηθῆς.» Καὶ μοναῦτα ἐποῖκεν τὴν πέτραν ὡς γοιὸν ἀρτύματα καὶ ἔβαλέν την εἰς τὰ κουκκία· καὶ ἐφάγαν. Καὶ ὅσον ἐφάγαν, ἐπῆρεν τον εἰς τὰ μαχαζένια· καὶ θωρῶντα τόσον πλῆθος ἀσήμιν, χρυσάφιν, σπέτζιες, εἶπεν του: «᾿Δέ· ἀπόθεν ἔχεις ἀπλαζίριν νὰ σὲ πληρώσω;» Θωρῶντα ἔμεινεν πολλὰ σπαβεντιασμένος ὁ καραβοκύρης, διότι, θωρῶντα πῶς δὲν ἔθελεν νὰ τοῦ πουλήσῃ τὴν τζόγια, ἐσάστην καὶ ἐπούλησέν του καὶ τὸ καράβιν διὰ Ϛʹ χιλιάδες δουκάτα. Καὶ ὁ καραβοκύρης ἐθάρεν πῶς δὲν ἔχει νὰ τὸν πλερώσῃ, καὶ ἐσάσθην καὶ ᾿πούλησεν τὸ καράβιν, καὶ εἶπεν, κερδαίνει τὴν ἀραβῶνα. Διότι ἂν εἶχεν του πάρειν τὸ καράβιν, ἔθελεν πεθάνειν ἀπὲ τὴν πλῆξιν του, Καὶ λαλεῖ τοῦ Λαχανεστούρη: «Ἀδελφέ, βὲν ἐθάρουν καὶ ἡ Κύπρος ἔχει ἤτζου μεγάλους ἀνθρώπους. Τὴν τζόγιαν ἐποῖκες την ὡς γοιὸν σοῦ ᾿φάνην· νὰ καὶ τὴν ἀραβῶναν ὅπου μου ἔδωκες. Καὶ τὸ καράβιν μὲν μοῦ τὸ σηκώσῃς, διότι εἶναι τὸ κουντέντον μου.» Λαλεῖ του ὁ Λαχανεστούρης: «Ἔξευρε νὰ ξεύρῃς πῶς ἐγὼ εἶμαι ὁ περίτου πτωχὸς εἰς τὴν Κύπρον, καὶ ἐθέλησα νὰ ποίσω τούτην τὴν πρέζαν διὰ νὰ μὲν πάγης νὰ δισφαμιάσῃς τὸ νησσίν.» Καὶ ἐχάσεν τὴν τζόγιαν καὶ ἐπῆρεν τὸ καράβιν καὶ ἐπῆγεν. Καὶ μανθάνοντά το ὁ ρήγας καὶ ὅλοι οἱ καβαλλάριδες ἐπῆραν μεγάλην χαρὰν τὸ ᾿ποῖκεν ὁ Λαχανεστούρης, καὶ ὅσην πλουσιότηταν εἶχεν ὁ Λαχανεστούρης καὶ ὁ ἀδελφός του.]

§96.-[Καὶ ἀπὸ θανάτου του ἐδυστυχέψαν τὰ παιδιὰ τοῦ σὶρ Φρασές, ὁ Τζολὲς κραζόμενος Ἰωσήφ, καὶ ὁ Τζετζίους ὁ λεγόμενος Γεώργος·] ὁ ποῖος Γεώργος ἐσκότωσεν ἄνθρωπον εἰς τὴν Ἀμόχουστον καὶ ἦρτεν εἰς τὴν Λευκωσίαν καὶ [ἔμπηκεν εἰς τὸ σπιτάλλιν,] καὶ τόση-ν ἦτον ἡ πτωχειά του ὅτι ἐσημάνισκε τὲς καμπάνες εἰς τὸ σπιτάλλιν καὶ διδοῦσαν του καὶ ἔτρωγεν, καὶ εἶδα τον μὲ τὰ ᾿μματία μου. Καὶ ὁ Ἰωσὴφ ᾿πραματεύγετον εἰς τὴν Ἀμόχουστον, καὶ κάθα λλίγον ἔρχετον εἰς τὴν χώραν καὶ ἐκάθετον μὲ τὸν ἀδελφόν του πτωχούλλικος, καὶ εἶδα καὶ κεῖνον.

§97.-Ἐπὶ τὸ προκείμενο νὰ συντύχωμεν πῶς ἔλλαξεν ὁ ρήγας τὸ ᾿φίκκιον τοῦ πρώτου του υἱοῦ ἀπὸ κουντάτον εἰς πριντζάτον. Ἅνταν ἦλθεν ὁ ρὲ Τζάκες ἀπὸ τὴν Γένουβαν, ὡς γοιὸν θέλω σᾶς ἐξηγηθεῖν τὸν ξορισμόν του ὡς γοιὸν ὁ καιρὸς νὰ τὸ δώσῃ, διὰ τὴν ἀγάπην ἁποῦ ἀγάπαν τὸν υἱόν του τὸν πρῶτον ὀνόματ(ι) Ἰαννίους, διατὶ ἐγεννήθην εἰς τὴν Γένουβαν, ἐκράξεν τον τὸ ὄνομαν τοῦ τόπου, καὶ διατὶ τὸ κουντάτον ἔδωκέν το τοῦ ἀδελφοτέκνου του τοῦ Τζάκου τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀδελφο(ῦ) του τοῦ πρίντζη, διὰ βίαν ἔδωκεν τὸ πριντζάτον τοῦ υἱοῦ του τοῦ Ἰαννίους. Καὶ διὰ νὰ δουλεύγεται εἰς τὴν ὄρεξίν του μηδὲν ᾖνε εἰς τὴν μούττην τῶν καβαλλαρόπουλλων, τουτἔστιν οἱ βαχλιῶτες τοῦ ρηγὸς ὅνταν ἐθέλαν ἐδουλεῦγαν καὶ ὅνταν ἐθέλαν ἐψεματολογοῦσαν, ἐδιάλεξεν ἀπὲ τὰ παιδία τοὺς πουρζέζιδες καὶ ἐποῖκεν βαχλιῶτες τοῦ κορμιοῦ του καὶ κείνους·

§98.-Ἔκοψεν τὸ κόμμαν τοῦ χεργιοῦ ἐκείνου ὅπου νὰ σηκώσῃ μαχαίριν ἀπάνω εἰς καβαλλάρην ἢ λιζίου. Ἕρισεν εἴ τις νὰ ποίσῃ ἀγανάκτησιν κανενοῦ πουρζέζη οὒ ἄλλου πτωχοῦ νὰ διαφεντέψῃ τὸν καβαλλάρην οὒ τὸν λίζιον ἀποὺ τὴν μεργιὰν τοῦ ρηγὸς παρευτὺς νὰ συρτῇ· εἰ δὲ ἀνὲν καὶ βιάση ὁ λίζιος τὸν πτωχόν, καὶ ὁ πτωχὸς διαφεντεύγοντα τὸ κορμίν του νὰ λαβώσῃ τὸν λίζιον ἢ τὸν καβαλλάρην, νὰ τὸν κρινίσκουν ὡς γοιὸ νἆχεν δώσειν ἄλλου πτωχοῦ ὡς γοιὸν ἐκεῖνον.

§99.-Ὡς ὧδε ἐξηγήθηκά σας πῶς ἐστράφην τὸ ρηγάτον ἀπὲ τοὺς Ρωμαίους καὶ ἐδόθην τοὺς Λατίνους, καὶ πῶς ἐφέραν ξενικοὺς διὰ τὴν βλέπισην τοῦ τόπου, καὶ πῶς ἐποῖκαν τὰς ἀσίζας, καὶ πῶς ἐμόσαν ὁ ρήγας καὶ οἱ καβαλλάριδες νὰ τοὺς κρατοῦν, καὶ πῶς ἐφέραν λογάδες λατίνους καὶ ἐκτίσαν ἐκκλησίες, καὶ πολλὰ πράγματα, καὶ πῶς οἱ ρηγάδες ἐγέννοντο ὡς τοῦ ρὲ Πιέρ· ἀπὲ τὸν ποῖον θέλω ξηγηθεῖν ὅσο νὰ δώσῃ ὁ θεὸς νὰ τὸ ξηγοῦνται εἰς τὸν κόσμον.

§100.-Καὶ ἅνταν ἐστέφθην ὁ ρήγας ὁ ρὲ Πιέρ, καθὼς ἄνωθεν δηλοῖ, ἦρτεν τὸ πρᾶγμαν τῇ κυριακῇ τῇ ιζʹ ὀκτωβρίου ͵ατξʹ Χριστοῦ. Ὁ αὐτὸς ρὲ Πιὲρ ὠρδινίασεν καὶ ἔδωκεν τὰ ᾿φίκκια τοῦ ρηγάτου τὰ χηρᾶτα· τουτἔστιν τὸ πριντζάτον τῆς Ἀντιοχείας τοῦ ἀδελφοῦ του τοῦ σὶρ Τζουὰν τε Λοζουνία· ἀκομὴ ἔδωκέν του καὶ τὸ κοντοσταυλίκιν τῆς Κύπρου· καὶ τοῦ ἄλλου του ἀδελφοῦ τοῦ Τζακὲς τὸ κοντοσταυλίκιν τῶν Ἱεροσολύμων· καὶ τοῦ σὶρ Τουμᾶς τε Ἰμπελήν, κύρης τοῦ Ἀρσεφίου, σινεσκάρδος τοῦ ρηγάτου· καὶ τὸν σὶ(ρ) Ραμοὺν Παπὴν πο(υ)ντουλλιέρην τοῦ ρηγάτου τῆς Κύπρου· καὶ τὸ σὶρ Ὄγγη Ἐνεμπεὲν τὸν ἰατρὸν τζανσελλιέρην τοῦ αὐτοῦ ρηγάτου τῆς Κύπρου· καὶ τὸν σὶρ Πιὲρ Μαλοζέλη τζαμπερλάνον τῆς Κύπρου. Ὁ ποῖος ρὲ Πιὲρ ἁρμάστην μίαν ὀμόρφην κόρην ἀπὸ τὴν Καταλονίαν καὶ ἐκράζαν την Λιενόραν τ᾿ Ἀραγγούν· καὶ ἐστέφθην μετὰ τοῦ ρηγὸς ἡ αὐτὴ ρήγαινα.

§101.-Καὶ πάλιν ἀναφέρομεν γιὰ τὸν ληγάτον τοῦ πάπα τῇ δευτέρῃ τῇ ηʹ δικεμβρίου ͵ατνθʹ ἀνάφανεν εἰς τὸν λιμνιόναν τῆς Κερυνίας ἕναν κάτεργον ἀρματωμένον καὶ ἀπάνω ἦρτεν ἕνας ληγάτος τοῦ πάπα, τὸν ποῖον ἐκράζαν τὸν φρέρε Πιέρην τε Τουμᾶς ἀπὲ τὸν ὄρδινον τοῦ Κάρμε· καὶ ἦρτεν εἰς τὴν Λευκωσίαν. Καὶ ὁ ρὲ Πιὲρ καὶ οὗλοι οἱ ἀφέντες ἐπεριλάβαν τον πολλὰ τιμημένα· ὁ ποῖος ἐθέλησε νὰ ποίσῃ τοὺς Ρωμαίους Λατίνους, καὶ ἐθέλησε νὰ τοὺς κουφερμιάσῃ, καὶ ἐγίνην μέγαν σκάνταλον μὲ τοὺς Ρωμαίους καὶ μὲ τοὺς Λατίνους· καὶ ἔπεψεν νὰ φέρη τοὺς πισκόπους καὶ γουμένους καὶ ἦρταν μίαν ἡμέραν εἰς τὴν Ἀγίαν Σοφίαν, καὶ οἱ πισκόποι δὲν ἔξευραν τὸ θέλημάν του· καὶ ἅνταν ἐπῆκαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἐ(σ)φαλίσαν τὲς πόρτες [καὶ ἐκουφερμιάσαν ἕναν παπᾶν, τὸ παρανόμιν του ὁ Μαντζᾶς· καὶ οἱ ἄλλοι ἐδιαφεντεύγουνταν, καὶ οἱ Φράνγκοι ἐδυναστεῦγαν τους.] Ἐγροίκησεν ὁ λαὸς τὴν ταραχὴν καὶ ἐτρέξα νὰ μποῦν εἰς τὴν Ἀγίαν Σοφίαν καὶ δὲν τοὺς ἀφῆκαν, ἀμμὲ ᾿ρωμανίστησαν. Τότες ἐπῆγαν καὶ ἐφέραν μία νευρίαν μεγάλη νὰ τσακίσουν τὲς πόρτες, καὶ ἄλλοι ᾿βάλαν λαμπρόν. Γροικῶντα τὰ γεννόμενα ὁ ρήγας ἔπεψεν τὸν ἀδελφόν του τὸν πρίντζην, καὶ τὸν ἀμιράλλην, καὶ τὸν βισκούντην τῆς Λευκωσίας, καὶ ὡρίσαν καὶ ἀννοῖξαν τὴν Ἀγίαν Σοφίαν, καὶ ἐδιαφεντέψαν τὸν λαόν, καὶ ἐσύρθησαν εἰς μίαν μερίαν· καὶ μοναῦτα ἐβγάλαν τοὺς ἐπισκόπους καὶ (πα)πάδες τοὺς Ρωμαίους, καὶ ὡρίσαν τους νὰ πολομοῦν κατὰ τὸ ἦσαν συνηθισμένοι· καὶ τὸν ληγάον ὡρίσαν τον νὰ ᾿φκαιρέσῃ τὸ νησσίν· καὶ εἰς τούτην τὴν στράταν ἔπαψεν τὸ σκάνταλον· καὶ ὅσους ἐκουφερμίασεν, ἐρίψαν τὸ πανπάκιν καὶ ἐπτύσαν το.

§102.-Καὶ τῇ ιηʹ σεπτεβρίου ὥρισεν ὁ ρήγας γʹ καβαλλάριδες νὰ πᾶν εἰς τὸν πάπα νὰ τοῦ ποῦν τὸν θάνατον [τοῦ ρηγὸς τοῦ πρώτου] καὶ τὸ στέψιμον τοῦ ρὲ Πιέρ, καὶ νὰ ποῦν τοῦ ἁγιωτάτου πάπα νὰ μὲν πέψῃ τους ληγάτους νὰ γενοῦν σκάνταλα· οἱ πγοὶ καβαλλάριδες ἦτον ὁ μισὲ(ρ) Ραμοὺν Παπ(ὴν) πουντουλιέρης Κύπρου, καὶ ὁ μισὲρ Πιὲρ τε Νουρήν, καὶ ὁ σὶρ Τζουὰν Καρμαὴν Γενουβίσος, καβαλλάρης Κύπρου.

§103.-Τὴν αὐτὴν ἐχρονίαν ἦλθα εἰς τὰ νερὰ τῆς Κύπρου βʹ κάτεργα τοῦ Λουκὲν τοῦ Κατελάνου διὰ νὰ κουρσέψουν, καὶ ἐπῆραν πολλὰ καραβία κυπριώτικα· κα μοναῦτα ὥρισεν ὁ ρὲ Πιὲρ καὶ ἀρματῶσαν βʹ κάτεργα δικά του, καὶ ἦτον καπετάνος Γενουβίσος ὀνόματι Φραντζικὴν Σπινόλας, καὶ ἕτερος Γενουβί(σ)ος ὀνόματι Φράσες Γγατανίε, οἱ πγοὶ ἦσαν μηνιασμένοι τοῦ ρηγός, καὶ ἔπεψέν τους γυρεύγοντά τους· καὶ ᾿πῆγαν καὶ δὲν ἠμπορῆσα νὰ τὰ εὕρουν, καὶ ἐπήγασιν εἰς τὴν Ριγούναν καὶ δὲν τὰ ηὗβραν, καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Παρσαλόναν καὶ εἶπαν τα τ(ο)ῦ ρηγὸς τῆς Ραούνας, ὁ ποῖος ἐπρουμουντίασέν τους, ὅτι ἂν τοὺς βάλῃ ᾿ς το χέριν του νὰ ποίσῃ τοῦ ρηγὸς βεντέτταν ἀπὲ τὰ κρίατά τους. Καὶ ἐστράφησαν εἰς τὴν Κύπρον. Καὶ τοῦτα ἦσαν τὰ πρῶτα κάτεργα τὰ ἔβγαλεν ὁ ρὲ Πιὲρ ἀφ᾿ ὃν ἐστέφθην.

§104.-Καὶ τῇ γʹ, τῇ κγʹ τοῦ μαρτίου μηνὸς ͵ατξʹ Χριστοῦ ἐξέβην ὁ ρὲ Πιὲρ ἀπὲ τὴν Λευκωσίαν νὰ πάγῃ εἰς τὴν Ἀμόχουστον διὰ νὰ στεφθῆ ρήγας τῶν Ἱεροσολύμων· καὶ ἐπῆγεν κυνηγῶντα καὶ τὸ σαββάτον τῇ κζʹ μαρτίου ἐπέσωσεν εἰς τ ν Ἀμόχουστον, καὶ τὴν κυριακὴν τῇ κηʹ μαρτίου ὠρδινίθισεν ἀφιτζιάλλιδες τοῦ ρηγάτου τῶν Ἱεροσο- λύμων εἰς τὸν τόπον ὁποῦ ἐπέθαναν, τὸν σὶρ Φιλίππε τε Μπρεζουΐη τὸν κύρην τῆς γεναίκας τοῦ ἀδελφοῦ του Τζακέτ, ὁποῦ ἦτον κούντης τε Μπρεζουιή, σινασκάρδος Ἱεροσολύμων, καὶ τὸν σὶρ Τζουὰν τε Ἰμπελὴν υἱὸς τοῦ σὶρ Φιλίππε, κοντοσταύλης τῶν Ἱεροσολύμων, τὸν σὶρ Ματὲ τε Μπλεσίε μπουντελλιέρην, τὸν σὶρ Τζουὰν Βισκούντην μαρετζᾶν, τὸν σὶρ Τζουὰν τε Μουντολὶφ εἰς τὸν τόπον τοῦ τζαμπερλάνου τοῦ αύτοῦ ρηγάτου τῶν Ἱεροσολύμων. Καὶ ὥρισε νὰ δηγήσου νὰ στεφθῇ τὴν ἡμέραν τοῦ πασχάτου, ὅπου ἦτον τῆ εʹ ἀπριλλίου ͵ατξʹ Χριστοῦ· καὶ ὅνταν ἦρτεν ἡ ἁγία κυριακή, ἐστέφθην εἰς τὸν Ἅγιον Νικόλαον ὑπὸ χειρὸς τοῦ φρὲ Πιὲρ Τουμᾶς τοῦ λεγάτου τοῦ πάπα ἀπὲ τὸν ὄρδινον τοῦ Κάρμε. καὶ ἔστεψεν καὶ τὴν ρήγαιναν μετά του, καὶ ἐγίνην μεγάλη φέστα, καὶ ἀρχοντικὸν παναγύριν ὀκτὼ ἡμέρες εἰς τὸ κουρουνίασμάν του εἰς τὴν Ἀμόχουστον.

§105.-Παγαίννοντα οἱ μαντατοφόροι ὀμπρὸς τοῦ πάπα, καὶ εἶπαν του τὸν θάνατον τοῦ κυροῦ του καὶ τὸ στέψιμον τοῦ ρὲ Πιέρ. Μανθάνοντα τὸ μαντάτον ὁ σὶρ Οὗνγγε ντε Λουζουνίας ὁ υἱὸς τοῦ Γγὴ ντε Λουζουνία τοῦ πρώτου (υἱοῦ) τοῦ ρὲ Οὗνγκε πρίντζης τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἔφερεν χαρτία ἀπὲ τὸν ρήγαν τῆς Φρανγκίας [τοῦ ἀνιψιοῦ του] εἰς τὸν ἁγιώτατον πάπαν Ἰνοκέντιον, ἀγγαλιῶντα νὰ τοῦ ποίσῃ δίκαιον τοῦ αὐτοῦ Οὑγκὲ ἀπὲ τοὺς παρούνιδες τοῦ ρηγάτου τῆς Κύπρου ἁποῦ ἐστέψαν τὸν ρὲ Πιέρ, καὶ δὲν τοῦ ἔμπαινεν· καὶ ἔδειξεν τὰ στοιχήματα τὰ ἐποῖκεν ὁ παπποῦς του ὁ ρὲ Οὗνγκες μὲ τὸν παπποῦν του τὸν ἄλλον τὸν κύρην τῆς μάνας του ὀνόματι Λογὴς τε Βαλός, λαλῶντα νὰ πέψῃ ὁ αὐτὸς Λοὴε τὴν παρθένον τὴν κόρην του νὰ τὴν ἁρμάσῃ μὲ τὸν υἱόν του τὸν Γγή, ἂν ποίσῃ υἱὸν καὶ πεθάνῃ ὁ αὐτὸς Γγή, κα τἄπισα πεθάνῃ ὁ ρὲ Οὗνγκες, τὸ ρηγάτον νὰ πέφτῃ τοῦ ἄνωθεν υἱοῦ τῆς κόρης τοῦ Λογής, καὶ μὲν τὸ πάρῃ ἄλλον παιδὶν τοῦ ρὲ Ο§νγκε.

§106. Καὶ ἐξέτασεν (ὁ) ἁγιώτατος πάπας τοὺς μαντατοφόρους διὰ τοῦτον, καὶ οἱ μαντατοφόροι οὕτως εἶπαν: «Ἀφέντη, νὰ ξεύρῃ ἡ ἁγιωσύνη σου, ὅτι οἱ γοιεῖς μας δὲν ἀφῆκα τὰ σπιτία τους καὶ τοὺς συνγκενάδες τους καὶ κλερονομιές τους νὰ πᾶ νὰ ἀπλικέψουν εἰς μίαν πέτραν μέσα εἰς τὴν θάλασσαν, ὥς που καὶ ἐποῖκαν στοιχήματα καὶ ἀσίζες νὰ ᾖνε θαρούμενοι· καὶ ἂν ποίσῃ καβαλλάρης, ἧ παρούνης, ρήγας πολλὰ παιδία καὶ ἁρμαστοῦν καὶ πεθάνουν τὰ παιδιά, τὰ ᾿γκονία τους ἀποθαμμένους νὰ μὲν κλερονομίσουν, παρὰ τὰ παιδία τοὺς ἀποθαμμένους τὰ εὑρίσκουνται ζωντανά. Καὶ διὰ τοῦτον ὁ πατέρας του ὁ Γγὴ ἐτελεύτησεν καὶ δὲν ἐκλερονόμισεν τὸ ρηγάτον· πῶς νὰ κλερονομίσῃ ὁ Οὑγκὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ;

§107.-Ὁ πάπας εἶπεν: «Δὲν ταιργιάζουν τὰ λογία σας, ο(ὐ)δὲν ᾿νε πρᾶμαν τοῦτον νὰ τσακκίσουν τὸ δίκαιον τοῦ παιδίου· ἴντα δύναμιν ἔχουν οἱ ἀσίζες σας νὰ πᾶν κατὰ πρόσωπα τῶν ἀστοιχημάτων; καταλύουν τοὺς νόμους!» Πολλὰ ἐδιαφεντεύγουνταν οἱ μαντατοφόροι, ἀμμὲ δὲν ἠμπορῆσαν νὰ ποίσουν τίποτες· ἀμμὲ ἐμήνυσε ὁ πάπας χαρτία, καὶ τὸ ἀγγάλεμαν τοῦ ρηγὸς τῆς Φραγκίας, καὶ ἐτάξεν τον ὡς χρόνο νὰ πάγῃ ὀμπρός του ν᾿ ἀπολογηθῇ.

§108.-Στρεφόντα τους οἱ μαντατοφόροι ἀπὸ τοῦ πάπα ἐδῶκαν τὰς γραφὰς τοῦ πάπα εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ρὲ Πιέρ· καὶ ἅντα τὰ ᾿διάβασεν πολλὰ ἐπικράνθην καὶ ἐννοιάζετον ἴντα νὰ ποίσῃ. Καὶ ἀγρωνίσαν [οἱ ἄρχοντες,] ὅτι δίκαιον ζητᾶ, καὶ νὰ πέψῃ μαντατοφόρους ν᾿ ἀπολογηθοῦν εἰς τὸ καλλίττερον ὅπου νὰ μπορήσουν, καὶ ἅντα νὰ μηδὲν ἠμπορήσου νὰ τὸ νικήσουν, ἂς τοῦ ποίσουν ψουμὶν νʹ χιλιάδες ἄσπρα τῆς Κύπ(ρ)ου. Καὶ ἀπόβγα ἐψηφίσαν βʹ μαντατο φόρους καβαλλάριδες, τὸν σὶρ Τζουὰν τε Μόρφου κούντη τε Ρουχᾶς καὶ μαριτζᾶς τῆς Κύπρου, καὶ τὸν σὶρ Τουμᾶς τε Μουντολὶφ τὸν ἀδετούρην τῆς Κύπρου, οἱ πγοὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ρώμην, καὶ πολλὲς ἀφορμὲς ἐπροσβάλαν καὶ δὲν ἐφελέσαν. Ὅμως ἔπεψέν τους εἰς τὸν ρήγαν τῆς Φρανγ- κίας. Οἱ πγοὶ ἐξέβησαν ἀπὸ τὴν Ἀμόχουστον τῇ θʹ ἀπριλλίου ͵ατξʹ Χριστοῦ, καὶ [πολλὰ ἐπλημελέψαν, καὶ ἐτάξαν του] ψουμὶν κάθα χρόνον νʹ χιλιάδες ἄσπρα τῆς Κύπρου. Καὶ εἰς τοῦτον ἐστράφησαν εἰς τὴν Κύπρον. Τότε ἐποῖκεν συμπεθερίαν ὁ μισὲρ Τζουὰν τε Μόρφου μὲ τὸν πρίντζην τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἐχάρτωσέν τον μὲ τὴν κόρην του.

§109.-Καὶ στρεφόντα [του] εἰς τὴν Κύπρον, ἐμπλάσαν τοῦ Τζουὰν τε Βεροῦνε, τὸν ἔπεψεν ὁ ρήγας νὰ πιάσῃ λᾶς τῶν ἀρμάτων εἰς τὸ μηνίον· καὶ μοναῦτα ἐπεζεῦσαν εἰς τὴν Λουμπαρδίαν, καὶ ἐπιάσαν πολλοὺς λᾶς τῶν ἀρμάτων, καὶ ἦρταν ἀντάμα εἰς τὴν Κύπρον καὶ μὲ τὸν ἄνωθεν Τζουὰν τε Βεροῦνες.

§110.-Καὶ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν ἐπῆγεν ὁ σὶρ Γγαλιώτη Ταπέρες μὲ τὸν σὶρ Μπερτουλάτζε Τράρε, Φλουρουντῖνοι, καὶ ἐπῆραν καὶ τὸν ἀδελφόν του, τὸν σὶρ Πὸλ Μαχαιρᾶ, παιδάκιν βαχλιώτην τους, καὶ ἐγυρίσαν πολλὺν τόπον διὰ δουλεῖες τοῦ ρηγός, καὶ ἐστράφησαν εἰς τὴν Κύπρον.

§111.-Καὶ τῇ κυριακῇ τῇ κβʹ ἀπριλλίου ͵ατξʹ Χριστοῦ, εὑρίσκοντα ὁ ρὲ Πιὲρ εἰς τὴν Ἀμόχουστον, ἐσηκώθην μεγάλη τάραξι καὶ ταραχὴ μεσὸν τοὺς λᾶς τῶν ἀρμάτων [τοὺς νέους μὲ τοὺς παλιούς, τοὺς Κυπριῶτες, τοὺ(ς) Συριάνους,] καὶ ἐσκοτῶσαν ἀπὲ τοὺς ξενικοὺς βʹ ἀνομάτους· καὶ τότε ἐγίνην μεγάλη ταραχὴ μεσόν τους. Θωρῶντα ὁ ρήγας, ὅτι ἦτο νὰ σκοτωθοῦν πολλοί, ὥρισεν καὶ ᾿διαλαλῆσαν νὰ μὲν ᾖνε τινὰς ἀπότορμος νά βαστάξῃ ἄρματα οὒ νὰ ποίσῃ μάλλωμαν, ἀπάνω ᾿ς τὴν κεφαλήν του. Καὶ ἐπῆγεν ὁ βισκούντης μὲ λᾶς πολλοὺς καὶ ηὗρεν ἐκείνους ὅπου ἐποῖκαν τὸ μάλλωμαν καὶ ἐφούρκισέν τους εἰς τὴν φούρκαν. Καὶ εἰς τοῦτον ἐσυμπάψαν οἱ λᾶς καὶ τὸ ριμούριν.

§112.-Τώρα εἶνε χρῆσι νὰ σᾶς πῶ πῶς ἐδόθην τὸ κάστρον τοῦ Κουρίκου μὲ τὸ νησσὶν εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ ρὲ Πιέρ, καθὼς τὸ ηὗρα-ν γραμμένον εἰς τὴν αὐλὴν τὴν ρηγάτικην. Τοῦτον τὸ Κουρίκος ἦτον τοῦ ρηγὸς τῆς Ἀρμενίας, ἡ ἐπισκοπὴ ἀπὸ κάτω τοῦ μητροπολίτου τῆς Ταρσοῦ, καὶ πηγαίνει μὲ τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, καὶ νὰ κατεβῆ εἰς τὸ Ἀρμενάκιν καὶ νἄρτῃ εἰς τὴν Σελευκίαν καὶ νὰ πᾷ ᾿ς τὸ Σίσιν. Τοῦτα οὗλα ἐπῆραν τα διὰ τὰς ἁμαρτίας μας οἱ Τοῦρκοι, καὶ [ἔμεινεν ἡ χώρα τοῦ Κουρικός. Ἀπὲ τὴν ἐκκλησίαν τῆς Ἁγίας Τριάδος ν᾿ ἀγκαλίσῃ πολλὺν τόπον καὶ νἄρτῃ εἰς τὰ Πιλέργια] ὅπου ἦτον τὸ κουμέρκιν, καὶ νὰ τὸ καστέλλιν τοῦ Κουρίκου, καὶ φαίνουνται μέχρι τὴν σήμμερον τὸ τειχόκαστρον καὶ οἱ θεμελοὶ τοὺς πύργους.

§113.-Θωρῶντα οἱ λᾶς τοῦ Κουρίκου, ὅτι καθημερινὸν οἱ Τοῦρκοι ἐκατασφίνγκαν τους, καὶ [ἐφεῦγαν] ἀποὺ τόπον εἰς τόπον, ἐπῆραν τὰ ἔξω σπιτία, καὶ περιβόλαια καὶ ἄλλα πολλά, καὶ ἐπῆραν καὶ τὴν χώραν, οἱ χριστιανοὶ ἄλ(λ)οι ἦρταν εἰς τὴν Κύπρον, ἄλλοι ἐμεῖναν εἰς τὸ καστέλλιν, καὶ ἄλλοι ἔξω ᾿ς τὸ νησσίν, καὶ ἐσφίνγκουνταν, καὶ ἐκρατοῦσαν το διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ. Τὸ ρηγάτον τῆς Ἀρμενίας ἔμπεσεν τοῦ ρὲ Λιβού, καὶ ἦτον πτωχός· εἴχασιν σʹ χῶρες καὶ κάστρη, καὶ ἐχαλάσαν τα καὶ ἐπῆραν τα οἱ Τοῦρκοι· τὰ μὲν ἐχαλάσαν, τὰ δὲ κρατοῦν τα. Θωρῶντα ὁ ρήγας τῆς Ἀρμενίας ἔφυγεν καὶ ἐπῆγεν εἰς τοὺς συνγκενά(δε)ς του εἰς τὴν Φραγκίαν· οἱ πτωχοὶ οἱ χριστιανοί, οἱ Ρωμαῖοι καὶ Ἀρμένιδες, ἐμεῖναν ὀρφανοί, καὶ δὲν εἶχαν ἀποὺ πούποτες βοήθειαν οὐδὲ νὰ ζήσουν· ἐπέψαν μαντατοφ(όρ)ον εἰς τὸν ρὲ Οὗνγγε ζητῶντα νὰ πάρῃ τὸ κάστρον καὶ νὰ τοὺς ἀγιτιάσῃ· καὶ δὲν ἄκουσεν λαλώντα: «Μὲ τὸ θελήσῃ ὁ θεὸς νὰ πάρω τὸ κάστρον τοῦ ἀνιψιοῦ μου!» Καὶ ἐκιντύνευγαν ὡς τὸν καιρὸν τούτου τοῦ ρὲ Πιέρ· ἅνταν ἐστέφθην, καὶ ᾿γροικήθην εἰς ὅλον τὸν κόσμον τὰ καλὰ ἔργα τοῦ ρὲ Πιέρ, ἐπεθυμῆσαν νὰ ππέσουν ε(ἰ)ς τὰ πλάγιά του.

§114.-Τὲς ἡμέρες ἐκεῖνες ἐπέψαν οί Κουρουκιῶτες μαντατοφόρους πρὸς τὸν ὑψηλότατον ρὲ Πιὲρ τῇ ηʹ ἰαννουαρίου ͵ατνθʹ, τὸν Μιχάλην τὸν Ψαράρην καὶ τὸν Κώσταν τὸν Φιλίτζην, Ρωμαῖοι, καὶ ἐρικουμαντιάσαν ὅλους τοὺς λᾶς τοῦ Κουρίκου καὶ το(ῦ) νησσίου εἰς τὸν ρήγα καὶ εἰς τὴν βουλήν του· καὶ διαβάζοντα τὰ χαρτία, γροικῶντα πῶς παραδιδοῦνται εἰς αὑτόν του, καὶ ὁ ρήγας πεθυμημένος νὰ ἔχῃ τόπον εἰς τὴν Τουρκίαν, ᾿προσδέχτην τους πολλὰ μετὰ χαρᾶς καὶ μὲ τιμήν· καὶ τῇ ιεʹ γεννάρη, ͵ατνθʹ Χριστοῦ ὁ ρήγας ἔπεψεν κάτεργα τῆ(ς) Σμύρνης καὶ τὸν σίρε Ρομπέρτο τε Λουζᾶ καβαλλάρης Ἐνγκλέζης, καπετάνον τοῦ αὐτοῦ κάστρου· καὶ ὅνταν ἐπέσωσαν εἰς τὸ Κουρίκος, ὅλοι ἀντάμα ἀνοῖξαν τὲς πόρτες καὶ ἐπεριλάβαν τον πρεπάμενα μὲ τὴν λιτανείαν. καὶ ἅντα(ν ἐ)νέβην ὀ καπετάνος μὲ τοὺς τζα- κρατόρους, τοὺς ἐπῆρεν μετά του δʹ μαστοργιές, εἰς τὴν καθολικὴν καὶ ἔβαλεν εἰς τὸ ἀναλόγιον τὸ Εὐαγγέλιον, καὶ ἐμόσαν ὅλοι πασαεῖς, ὅτι νὰ κρατοῦν τὸ αὐτὸν κάστρον διὰ τὸν ἀφέντην τὸν ρὲ Πιέρ, καὶ πρῶτον διὰ τὸ ὄνομαν τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ σταυροῦ· καὶ τοῦτον ἐγίνετον μὲν τὸ πάρουν οἱ Τοῦρκοι καὶ θέλει ἕχειν τὸ ρηγάτον ἀγανάκτησιν. Καὶ ἐποῖκεν το νῶσιν τοῦ πάπα καὶ ἐζήτησέν του βʹ κάτεργα [τὰ ἦτον τὸ νησσὶν τῆς Κύπρου κρατημένα νὰ πέψῃ εἰς τὴν βλέπισιν τῆς Κυρήνης·] καὶ ἀπὸ τότε ὡς τὴν σήμερον οἱ ρηγάδες καὶ κουβερνούριδες τῆς Κύπρου πέμπουν κάθα χρόνον βʹ κάτεργα καὶ μηνίον τοὺς Κουρουκιῶτες καὶ βιτουγαλία καὶ ἀρματωσίες, καὶ πολεμίζουν καθημερινὸν μὲ τοὺς Τούρκους, καὶ μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς θαυμαστῆς εἰκόνος τῆς Κουρουκιώτισσας εἰκόνος τῆς θε(οτόκ)ου βλέπεται κατὰ πρόσωπα τοὺς Τούρκους.

§115.-Καὶ θέλει εἶσταιν βαρετὸν εἰς ἐκείνους ὅπου γροικοῦσιν νὰ ξηγηθῶ καταληπτῶς τὰ καθημερινὰ θαύματα τὰ πολομᾷ ἡ αὐτὴ εἰκόνα καὶ πῶς εἰς τ᾿ ὅρωμαν τοῦ Καραμάνου τοῦ μεγάλου τοῦ κυροῦ τοῦ Μαχομὲτ Μπαχιὰ καὶ ἐτύφλωσέν τον, καὶ ἔμεινεν στραβὸς ἡμέρες πολλές, καὶ ἑμολόγησεν πῶς μία ἀρχόντισσα ἀπὲ τὸ Κουρίκος ἔδωκέν του κατἄμματα καὶ ἐτυφλῶσεν τον, καὶ ἦτον πληροφορία τῆς εἰκόνος τὰ φοβερὰ θαύματα· ἐσήκωσεν τὸ φουσάτον του καὶ ἐποῖκεν πολλὰς λαμπάδας [κερένας χοντρὲς] καὶ γʹ καντήλες ἀργυρὲς ὁποῦ ᾿κρέμουνταν ὀμπρός τής, καὶ [πολλὲς γέρνες λάδιν,] καὶ ἐποῖκεν λυγχναψίαν καὶ ἐψάλλαν ὅλη νύκτα· καὶ πισαυρίου ἐσυναλεῖψαν πὰνπάκιν ἀπὲ τὴν εἰκόναν καὶ ἔβαλάν το εἰς τὰ ᾿μμάτιά του καὶ παραῦτα ἐγίανεν. Καὶ πολλὰ ἄλλα θαύματα.

§116.-Τὸ λοιπὸν μανθάννοντα ὁ μέγας Καραμάνος τὸν καιρὸν ἐκεῖνον τὸ πῶς [ὁ ρήγας] ἐπῆρεν τὸ Κουρίκος, [ἐφοβᾶτον μὲν ἀρματώσῃ ὁ ρήγας καὶ πάγῃ ἀπάνω του καὶ σηκώσῃ του τὴν ἀφεντίαν· καὶ ἐδήθην μὲ τὸν ἀφέντην τῆς Ἀλλαγίας καὶ μὲ τὸν ἀφέντην τὸν Μονογβάτην, καὶ πασαεῖς ἀρμάτωσεν ξύλα ὅσα ᾿δυνήθην διὰ νὰ ἔρτου εἰς τὴν Κύπρο διὰ νὰ κουρσέψουν, μήπως καὶ φοβηθῇ ὁ ρὲ Πιὲρ πῶς πᾶσα ἀφέντης ἔβγαλε ξύλα.

§117.-Μοναῦτα ὁ ρήγας ὥρισεν ὅλους τοὺς καβαλλάριδες νὰ ᾖνε δηγημένοι ἁντὰν τοὺς τάξου νὰ μποῦ εἰς τὰ κάτεργα, νὰ πᾶν διὰ τοὺς ἐχθρούς τους. Καὶ μοναῦτα ἐμήνυσεν τοῦ μεγάλου μαστόρου εἰς τὴν Ρόδον νὰ τοῦ πέψῃ δʹ κάτεργα, ὅτι εἶνε κρατούμενος νὰ ἐλεμονοῦνται τοὺς πτωχούς. Καὶ ἀρμάτωσεν δʹ κάτεργα καὶ ἔπεψέν τα τοῦ ρηγὸς μὲ τὸν ἀμιράλλην τῆς Ρόδου καὶ τὸν καστελλάνον τῆς Ρόδου καὶ μὲ πολλους φρέριδες.

§118.-Καὶ ἀρμάτωσεν καὶ ὁ ρὲ Πιὲρ ἄλλα μϚʹ μικρὰ μεγάλα ἀπὸ τὴν Κύπρον καὶ ἀπὸ ἄλλους ἀφέντες, ὁμοῦ νʹ· καὶ παραῦτα ὥρισεν πασαέναν νὰ μπῇ ὅπου ἦτον τὸ θέλημαν τοῦ ρηγός. Καὶ ἐπῆγαν ὁ ρήγας καὶ οὕλη ἡ παρουνία εἰς τὴν Ὀμόχουστον τῇ κυριακῇ ιβʹ ἰουλίου ͵ατξαʹ Χριστοῦ, καὶ ὠρδίνιασεν τὰ ξύλα, καὶ ἔβαλεν τοὺς λᾶς καὶ καραβοκυρούς· καὶ ἦρταν καὶ ἕτερα ξύλα, ὁμοῦ ἡ ὁμάδα ρϚʹ, καὶ ιβʹ κουρσάρικα καὶ δύο τοῦ πάπα· ὁμοῦ ὁλότης ριθʹ.

§119.-Καὶ ὁ ρὲ Πιὲρ μὲ τοὺς καβαλλάριδές του καὶ μὲ ὅλην του τὴν παρουνίαν ἀπάνω εὶς τὸ καπετανίκιν, καὶ ἀπάνω εἰς ἄλλον κάτεργον ὁ σὶρ Φιλίππε τε Ἰμπελήν, καὶ εἰς ἄλλον ὁ κύρης τοῦ Ἀρσεφίου, καὶ εἰς ἄλλον ὁ σὶρ Τζὰκ τε Ἰμπελὴν ὁ κοντοσταύλης τῶν Ἱεροσολύμων, -- ~καὶ ἀπὸ θανάτου του ἔδωκεν τὸ κοντοσταυλίκιν τοῦ ἀδελφοῦ του τοῦ μισὲρ Τζάκου τε Λουζουνία, -- ~καὶ ἀπάνω εἰς ἄλλον κάτεργον ὁ αὐθέντης τε Πασέτ, ὁ ποιὸς εὑρέθην εἰς τὴν Κύπρον, καὶ ὁ σὶρ Τζουὰν τε Σοὺρ μὲ τὸ κάτεργόν του καὶ ὁ ἀμιράλλης τῆς Κύπρου εἰς ἄλλον, ὁ πρίντζης ὁ ἀδερφὸς τοῦ ρηγὸς καὶ ὁ σὶρ Σιμοὺν τ᾿ Ἀντιότζες εἰς ἄλλον, καὶ ὁ σὲρ Τζουὰν τε Μόρφους εἰς ἄλλον ὁ κούντη τε Ρουχᾶς, ὁ σὶρ Φιλίππε τε Πρεζουηὴ κούντης τε Πρεζουηὴ εἰς ἄλλον, πεθερὸς τοῦ Τζάκες, (ὁ) υἱὸς τοῦ κούντη τῆς Σαβόγιας, ὁ σὶρ Πιὲρ Λαζὲς εἰς ἄλλον, ὁ σὶ(ρ) Ραμοὺν Παπὴν εἰς ἄλλον πουντουλιέρης τῆς Κύπρου, ὁ σιρ Πατὴν τε Νόρες εἰς ἄλλον,] ... τε Πριές, σὶρ Τζουὰν τ᾿ Ἀντιότζες (ὁ) υἱὸς τοῦ σὶρ Τουμᾶς τε Μουντολὶφ τῆς Κλίρου, [ὁ υἱὸς τοῦ σὶρ Τζουάν, ὁ σὶρ Τζουὰν Βισκούντης,] σίρε Τζουάν τε Πριές, σὶρ Χιοὺν τε Μιμάρτζη, σὶρ Ἀρνὰτ τε Μουντολίφ, σίρε Τζακὲ Λε Πετίτ, σὶρ Πιὲρ τε Κασίν, σὶρ Τζουὰν τε Καρμά, σὶρ Πιὲρ Μαλοζέλ, ὁ ἀδελφότεκνος τοῦ πάπα, ὁ καστελλάνος τῆς Ρόδου, σὶρ Τζὰκ Λαζὲ, ὁ σὶρ Νικολὴ Λαζέ, τὰ βʹ κάτεργα τὰ ἐκράτεν ὁ ρήγας τῆ(ς) Σμύρνης, ὁ σὶρ Τζάκε τε Νόρες ὁ τουρκοπο(υ)λιέρης τῆς Κύπρου, μισὲρ Τζουὰν τε Πλησίε, σὶρ Τζάκε Μουντετζάρ, σὶρ Τζουὰν Μπεντουήν, σὶρ Τζουὰν τε Λη Πάμεν, ὁ σὶρ Τζουὰν τε Σασίους, ὁ σὶρ Ρενιὲρ Λε Πετίτ, σὶρ Οὗνγκε τε Μουντολίφ, σὶρ Τζουὰν τε Λα Φιέρτ, σὶρ Χαρρὴν τε Ζιπλέτ, σἵρ Τζουὰν τε Μουντολίφ ὁ ἀμιράλλης, ὁ σὶρ Τζουὰν τε λ᾿ Ἰγλιζίου ἀπάνω ᾿ς τὸ δεύτερον κάτεργον τῆς Ρόδου, τὰ βʹ κάτεργα τὰ γενουβίσικα ὅπου ἐφέραν τὸν ποδεστάν, τὸ κάτεργον τοῦ ἀρχι(ε)πισκόπου τῆς Κύπρου, καὶ ὁ σὶρ Ἀνσίαν τε Κιβίδες, καὶ πολλοὶ ἄλλοι. Τούτη ἡ ἀρμάδα ἐξέβην τὴν ἄνωθεν ἡμέραν καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἁλικὴν καὶ ἐφορτῶσαν τ᾿ ἄλογα καὶ φαγούραν διὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὰ ἄλογα εἰς τοὺς Μᾁλους.

§120.-Γροικῶντα ὁ ἀφέντης τῆς Ἀταλείας, ὅτι ὁ ρήγας ἀρματωννει, ἔπεψεν μαντατοφόρους, καὶ ἄλλους μαν(τα)τοφόρους (ὅπου ἔ)ρχουνταν συγχνὰ εἰς τὴν Κύπρον καὶ χαρτία παρακαλητικά, νὰ μὲν πέψῃ τούτην τὴν ἀρμάδαν ἀπάνω του, παντέχοντα νὰ ξηλώση τὸν ρήγα ἀπὲ τὸ θέλημάν του· τὸ ποῖον ὀλλίγον τον ἐφέλεσεν. Μανθάνοντα οἱ μανταταφόροι πῶς ὁ ρήγας εἶνε εἰς τοὺς Μύλους, ἐπῆραν τὰ κανισκία μὲ τὸ ξύλον τους, καὶ ἦρταν εἰς τοὺς Μύλους ἀπαντῶντα του· καὶ ἐχαιρετίσαν τον, καὶ ἔδωκάν του τὰ κανισκία καὶ τὰ χαρτία, κατ᾿ ἐπῆρεν τα καὶ ᾿ποῖκεν ἄρμενα· καὶ ἐπῆραν καὶ κεῖνον τὸ ξύλον μετά τους καὶ ἐπῆγαν καταυγοδωμένοι εἰς τὴν Ἀτάλειαν.

§121.-Καὶ τῇ γʹ, τῆ κγʹ αὐγούστου ͵ατξαʹ Χριστοῦ ἐπεσώθην τὸ φουσάτον τοῦ ρηγὸς εἰς τὴν Τουρκίαν εἰς τὰ μέρη τῆς Ἀτάλειας ὅπου κράζουν Τετραμίλιν, κ᾿ ἐκεῖ ἐπεζεῦσαν τ᾿ ἄλογα· καὶ μοναῦτα ὸ ρήγας ἔπεψεν τὸν ἀδελφόν του τὸν πρίντζην μὲ πολλοὺς λᾶς τῶν ἀρμάτων ἀπεζοὺς καὶ καβαλλάριδες νὰ παρακάτζουν τῆς Ἀταλείας, καὶ ἐπῆγεν ὁ λαὸς μὲ τὸν πρίντζην· καὶ ὰν εἶχεν θέλειν ἔπαιρνέν την, ἀμμὲ [᾿ποῖκεν το] μὲν ἀνγκριστῇ ὁ ρήγας. Καὶ τῇ κδʹ αὐτοῦ μηνὸς ἦρτεν ὁ ρήγας καὶ τὸ δελοιπὸν φουσάτον καὶ ἐπαρακάτζαν τοῦ κάστρου ἀποὺ παντόθεν, καὶ τὸ σπερνὸν ἐπῆραν το, καὶ ἐνέβην εἰς τὴν χώραν μὲ μεγάλην χαρὰν καὶ τιμήν, καὶ ἐποῖκαν μεγάλην εὐχαριστίαν εἰς τὸν θεὸν διὰ τὴν πρώτην νίκην.

§122.-Ὁ Τακᾶς ὁ ἀφέντης τῆς χώρας εὑρέθην ἔξω τῆς χώρας εἰς ἕναν τόπον τὸ λέγουν τὸ Στενόν· ὅσον ἐγροίκησεν τοῦτα τὰ πικρὰ μαντάτα ἐπικράνθην, καὶ ἐμήνυσεν κρυφὰ νὰ φέρῃ καμπόσους λᾶς τῶν ἀρμάτων, καὶ ἦλθεν καὶ ἐνέβην μέσα εἰς τὸ κάστρον ἀποὺ ἕναν τόπον κρυφόν, καὶ εἶδεν τὰ φλάμπουρα τοῦ ρηγὸς εἰς τὸν πύργον καὶ εἰς τὸ τειχόκαστρον, καὶ ἐφοβήθην πολλὰ μηδὲν ἀγρωνιστῇ καὶ πιαστῇ· καὶ ἐξέβην καὶ ᾿πῆγεν ᾿ς τὸ Στενόν, ὅπου ἦτον ἀπλικεμένος μὲ μεγάλην λύπην καὶ μεγάλην πικρίαν.

§123.-Ὁ ρήγας ἀρώτησεν τοὺς ἄρχοντες τῆς βουλῆς του, τίντα τοὺς φαίνεται νὰ ποίσῃ· οἱ ἄρχοντες εἶπαν του: «Κράτησ᾿ τὸν τόπον διὰ λλόγου σου, καὶ βάλε καὶ ἄλλους ἀνθρώπους τῶν ἀρμάτω νὰ τὸν βλέπουσιν.» Καὶ ἤτζου ἐποῖκεν. Τότες ὠρδίνιασεν τὸν μισὲρ Τζάκε τε Νόρες τὸν τουρκοπουλιέρην τζιβιτάνον εἰς τὸν αὐτὸν τόπον, καὶ ἀφῆκεν εἰς τὴν συντροφίαν του πολλοὺς καβαλλάριδες καὶ τουρκο- πο(ύ)λλους καὶ πολλοὺς τζακρατόρους νὰ βλέπουν τὸν τόπον· καὶ ὥρισεν καὶ ἐδιαλαλῆσαν: «Εἴ τις θέλῃ ἀπὸ τοὺς Ἀταλιῶτες νὰ μπῇ εἰς τὰ κάτεργα νἄρτῃ εἰς τὴν Κύπρον ἔνι εἰς τὸ θέλημάν του, καὶ εἴ τις θέλῃ νὰ μείνῃ ὰς μένῃ.» Καὶ ἀφῆκεν γʹ κάτεργα ἀρματωμένα εἰς τὴν βλέπισιν τῆς Ἀταλείας.

§124.-Ἅνταν ἐμάθασιν ὁ ἀφέντης ὁ Μονοβγάτης καὶ ὁ ἀφέντης τῆς Ἀλλαγίας πῶς ἐπῆρεν ὁ ρὲ Πιὲρ τὴν Ἀταλείαν, ἐπῆραν μέγαν φόβον εἰς τὴν καρδίαν τους, καὶ πολλὰ ἐπικράνθησαν· καὶ μοναῦτα ἐπέψαν τοὺς μαντατοφόρο(υ)ς τους εἰς τὴν Ἀταλείαν εἰς τὸν ρήγα, παρακαλῶντα τον νὰ ἔχῃ καλὴν ἀγάπην μετά τους, καὶ ἐταχθῆσα νὰ τὸν τολιάζουν κάθα χρόνον πρᾶμαν ὠνοματισμένον, καὶ νὰ βάλη τὰ σημαδία του εἰς τοὺς τόπους τους, καὶ νὰ ᾖνε ἀνθρῶποι του. Θωρῶντα τὰ καλὰ ταξίματα ὁποῦ τοῦ ἐτάξασιν, ἄρεσεν τοῦ ρηγὸς καὶ ἔπεψεν ἀπὲ τὰ φλάμπο(υ)ρά του καὶ ἐβάλαν τα ψηλόττερα τῶν δικῶν τους. Καὶ τῇ ηʹ σεπτέβρη, ͵ατξαʹ Χριστοῦ ἐξέβην ὁ ρήγας ἀπὲ τὴν Ἀταλείαν καὶ ἔφερεν μετά του τὸ δελοιπὸν φουσάτον, καὶ ἦρτεν εἰς τὴν Ἀλλαγίαν.

§125.-Παραῦτα ἐξέβην ὁ ἀμιρᾶς μὲ ὀλλίγους λᾶς καὶ ἐπροσκυνῆσεν τον, καὶ ἔδωκέν του καὶ ἕναν ἀφεντικὸν κανίσκιν. Ὁ ρήγας ὥρισεν καὶ ἐπῆραν τὰ κανισκία καὶ τ᾿ ἀνοικτάρια ἐπαράδωκέν του τα, καὶ ἐποῖκεν στοιχήματα μέσον τους· καὶ ἔμοσεν τοῦ ρηγὸς νὰ ᾖνε δοῦλος του δουλωμένος. Καὶ ὁ ρήγας ἐποῖκεν ἐκεῖ μίαν ἡμέραν, καὶ ἐμίσευσεν καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸν Οὐσγάτην εἰς τὸν ποταμόν. Ὁ ἀφέντης ὁ Μονοβγάτης ξεύροντα πῶς ἔμελλε νὰ πάγη ἐκεῖ, ἦτον πολλὰ περίλυπος, καὶ ἔπεψέν του κανίσκιν καὶ μαντατοφόρους, καὶ εἶπαν του: «Μὲν τὸ βαρυθῇς ὅτι δὲν ἠμπόρησεν [ἀφέντης] νἄρτῃ εἰς τὴν ἀφεντίαν σου.» Ὁ ρήγας ὥρισεν καὶ ἐστρέψαν του τὰ κανισκία καὶ εἶπεν τους. «Χαιρετίσετέ τον, καὶ ἔχω τον διὰ ἐδικόν μου.» Καὶ ἐξέβην καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Κύπρον, καὶ τῆ κβʹ σεπτεβρίου ͵ατξαʹ Χριστοῦ ἐπέσωσεν ὁ ἀφέντης μας ὁ ρήγας εἰς τὴν Κερυνίαν· καὶ τὰ ἄλλα κάτεργα ἐπῆγαν εἰς τὴν Ἀμόχουστον καὶ ἀπαρματῶσαν. Καὶ ὁ ρήγας ἦρτεν εἰς τὴν Λευκουσίαν καὶ ἐπροσεδεκτῆσαν τον μὲ μεγάλην τιμήν.

§126.-Ἅνταν ἐστράφην τὸ φουσάτον εἰς τὴν Κύπρον ὁ ἀμιρᾶς τῆς Ἀταλείας ὁ Τακκᾶς ἐσυμπίασεν φουσάτον καὶ ἦρτεν καὶ ἐπαρακάτζεν τῆς Ἀταλείας· καὶ οἱ λᾶς ἐξέβησαν καβαλλάριδες καὶ ἀπεζοὶ καὶ ἐδῶξαν τους, καὶ ἀπὲ τὴν ἀνάγγην τους ἀφῆκαν τὰς τέντας τους καὶ τὸ δικόν τους· καὶ ἐποῖκεν καιρὸν πολλὺν νἄρτῃ νὰ πολεμίσῃ. Καὶ ἐποῖκεν ὁρισμὸν ὅτι κανένας Τοῦρκος νὰ μὲν φέρῃ καμίαν βιτουαλίαν νὰ πουλήσῃ, καὶ ἔφτασεν ὁ χειμῶνας, καὶ τὰ ξύλα ἀπὲ τὴν σκλεριὰν δὲν ἐπολομοῦσαν ἄρμενα· καὶ οἱ λᾶς ἐπείνασαν, καὶ τὰ ἄλογα δὲν εἶχα νὰ φᾶν παρὰ τὰ κιτρομηλόφυλλα. Ἔμαθεν ὁ Τακᾶς τὸ στενοκοπημὸν τοὺς λᾶς καὶ ἔφερεν φουσάτον πολλὺν τὸ ἅγιο σαμβάτο τῇ ιγʹ, ἀπριλλίου τξβʹ, καὶ ἔπεψεν μαντατοφόρους εἰς τὴν Ἀταλείαν εἰς τὸν τουρκοπουλλιέρην τῆς Κύπρου, ζητῶντα νὰ τοῦ δώσουν τὴν Ἀταλείαν μὲ ἀγάπην, καὶ ἂ δέν ᾿νε, θέλει την πάρει μὲ τὸ σπαθίν του, καὶ δὲν θέλει λυπηθεῖν τινάν, «ὅτι ξεύρω τὴν πεῖναν τὴν ἔχουν ἀπέσσω.» Καὶ γροικῶντα τὰ λογία ὁ τουρκοπουλιέρης ἐμήνυσέν του: «εἶνε ὅτοιμος νὰ πολεμίσῃ μετά του, ἀμμὲ τὸ κάστρον δὲν τοῦ τὸ διδεῖ μὲ τὸ θέλημάν του, οὐδὲ νὰ τὸν ἀφήσῃ νὰ πατήσῃ τὸ πόδιν του μέσα· καὶ ἔδωξεν τὸν μαντατοφόρον μὲ ὕβριν. Καὶ ἐπῆγεν ὁ μαντατοφόρος καὶ ἐξηγήθην τα τοῦ ἀφέντη του Τακκᾶ· καὶ ἦρτεν καὶ ἐπολέμισεν μέγαν πόλεμον, καὶ μὲ τὴν δύναμιν τοῦ θεοῦ ἐνίκησέν τον ὁ λαὸς τῆς Ἀταλείας τὸν Τακκᾶν· καὶ τοῦτον ἦτον γʹ φορὰ ὅπου ᾿τζακκίστην ὁ Τακκᾶς ἀφ ὅν ἐπῆρεν ὁ ρήγας τὴν Ἀταλείαν· καὶ ἀπὸ τὴν πλῆξιν του ὁ Τακκᾶς ἔκοψεν τὸ νερὸν ὁποῦ [ἔπεμπεν] εἰς τὴν Ἀταλείαν. Τότε [ἔπεψεν δύναμιν ἀμπέσσω ὁ καπετάνος] καὶ ἐχάλασεν τὰ παλαιὰ ἀπλικία, καὶ ἔκοψεν τὰ δεντρά, τοὺς γούππους ἐγέμωσεν, διατὶ οἱ Τοῦρκοι ἐκρύβγουνταν καὶ ἀππηδοῦσαν καὶ ἐζημιῶναν τοὺς λᾶς. Καὶ ἕρισεν ὁ καπετάνος καὶ ἐκτίσαν τὸ τειχόκαστρον, καὶ ἐψηλῶσαν καὶ τοὺς πύργους.

§127.-Καὶ τὴν πέφτην τῇ θʹ μαγίου ͵ατξβʹ Χριστοῦ ὁ ρήγας ἔπεψεν δʹ κάτεργα καὶ Ϛʹ ταφουρέτζες καὶ δʹ ξύλα, κουρσάρικα· καὶ ἔ(πε)ψε ν᾿ ἀλλάξῃ τὸν καπετάνον, καὶ ἔπεψεν τὸν σὶρ Τζουὰν Τεσοὺρ τὸν ἀμιράλλην τζιβιτάνον εἰς τὴν Ἀταλείαν εἰς τὸν τόπον τοῦ καπετάνου τὸν ἐκράξαν τουρκοπουλιέρην, καὶ πολλοὺς λᾶς τῶν ἀρμάτων καὶ πολλὴν πουτουάλιαν νὰ ζήσουν· καὶ ἔδωκεν τὰ χαρτία ὁ ἀμιράλης τοῦ καπετάνου. Καὶ ὁ ᾿μιράλλης ἐπῆρεν τὰ ξύλα καὶ ἐπῆγεν εἰς τὰ Μύρα ὁποῦ ἦτον ὁ Ἅγιος Νικόλαος καὶ ἔβαλεν καὶ ᾿παρακάτζαν [τους·] καὶ βοηθῶντος τοῦ θεοῦ ἐπῆρεν τὸ κάστρον καὶ [ἐκούρσεψεν ὅσον ἐμπόρησεν,] καὶ ἐπῆρεν καὶ τὴν εἰκόναν τοῦ μεγάλου Νικολάου καὶ ἔφερέν την εἰς τὴν Ἀμόχουστον καὶ ἔβαλέν την εἰς τὸν Ἅγιον Νικόλαον τους Λατίνους. Καὶ ἐστράφην εἰς τὴν Ἀταλείαν· τότες ἐπέζευσεν καὶ ἐπερίλαβεν τὸ κάστρον ἀπὲ τὸν καπετάνον. Καὶ (ὁ) ἀμιράλλης ἀπὸ τὸ ἔβγα του ἀπὲ τὰ Μύρα ἔβαλεν λαμπρὸν καὶ ἔκαψεν τὸ κάστρον.

§128.-Γροικῶντα ὁ Τακκᾶς τοῦτον τὸ μαντάτον, πῶς ὁ ἀμιράλλης ἐπῆρεν τὸ κάστρον τῶν Μυραίων καὶ αἰχμαλώτισέν τους, καὶ ἐκάψεν το, καὶ ὅτι πῶς ἔμεινεν εἰς τὴν Ἀταλείαν εἰς τὸν τόπον τοῦ ρηγός· καὶ ἐπῆγεν καὶ ηὗρεν τους αἰχμαλωτεμένους, καὶ καμένους τοὺς τόπου καὶ χαλασμένους, πολλὰ ἐλυπήθην· καὶ ἅνταν ἐδιάβην ἡ λύπη, ἀμήνυσεν τοῦ ἀμιράλλη νὰ μηνύσῃ τοῦ ρηγὸς νὰ τοῦ πουλήσῃ τὴν Ἀταλείαν καὶ νὰ τοῦ δώσῃ εἴ τι θέλει· ἂ δὲ κἀν οὔ, θέλει ποίσειν ὄσον κακὸν σώννει διὰ νὰ πάρῃ «τὴν χώραν μου». Ὁ ἀμιράλλης ἐμηνῦσεν του: «Ὁ ἀφέντης μου δὲν χρειάζεται τὰ καρτζά σου νὰ πουλήσῃ τὴν χώραν του, ἀμμὲ ἂν εὔρῃ καὶ ἄλλες ν᾿ ἀγοράσῃ μετὰ χαρᾶς παίρνει τες· ἀπὲ τὸ μὲ φοβερίζει νὰ σφικτῇ νὰ τὴν πάρῃ, τρεῖς φορὲς ἐδικίμασεν καὶ ἔχασεν τὸ κόπον του μὲ σαγίττες καὶ βερετουνία· καὶ πάλε ε(ἰ)ς τὸν ὁρισμόν του, ὅνταν θέλῃ ν᾿ ἀρχέψῃ, καὶ διὰ τοῦ θεοῦ φυλάγω σου καλὰ κανισκία.»

§129.-Τώρα νὰ ξηγηθοῦμεν τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ρηγὸς τῆς Φρανγκίας· δὲν ἦτον κουντέντος εἰς τὸ ψουμὶν τὸ ἐδῶκαν τοῦ ἀνιψιο(ῦ) του τοῦ πρίντζη τῆς Γαλιλαίας, ἀμμὲ ἦρτεν καὶ ἀγγάλεσεν μὲ τοὺς μαντατοφόρους του εἰς τὸν πάπαν νὰ θελήσῃ νὰ δώσῃ τὸ ρηγάτον τῆς Κύπρου τοῦ ὀ πρίντζη· καὶ ἐπέψεν του τὰ στοιχήματα. Θωρῶντα ὁ πάπας πῶς τὸν ἔσφινγκεν ὁ ρήγας τῆς Φρανγκίας καὶ εἶχεν καὶ δίκαιον, ἐμήνυσεν τοῦ ρηγὸς τῆς Κύπρου νὰ πάγῃ σωματικῶς ν᾿ ἀπολογηθῆ. Ὅνταν εἶδεν ὁ ρήγας τὰ χαρτία τοῦ πάπα, παραῦτα ἕρισεν τὸν σὶρ Τζουὰν Καρμαὴν νὰ πάγῃ καπετάνος εἰς τὴν Ἀταλείαν· καὶ ὥρισεν καὶ ἐπῆραν φαγούραν πολλὴν καὶ ὡδήγησεν τὸ κάστρον· καὶ ἐμήνυσεν καὶ ἀρμάτωσεν εἰς τὴν Ἀμόχουστον γʹ κάτεργα καὶ μίαν σατίαν καὶ ἦρταν εἰς τοὺς Μύλους· καὶ ὁ ρήγας ἐπῆγεν κυνηγῶντα καὶ έπέσωσεν εἰς τὴν Ἔμπαν πρὸς τὴν Πάφον· καὶ τὴν δευτέραν τῇ κδʹ ὀκτωβρίου ͵ατξβʹ Χριστοῦ ἐνέβην ὁ ρὲ Πιὲρ καὶ ἐπῆρεν μετά του τοὺς καβαλλάριδες τοὺς κάτωθεν ὠνοματισμένους: τὸν σὶρ Πιὲρ τε Νουρήν, τὸν σὶρ Τζουὰν τε Γαβριάλλε, τὸν σὶρ Τζουὰν τε Φενίου, τὸν σὶρ Νικολὲ Τζεμπελήν, τὸν σὶρ Τζουὰν τε Νουρήν, καὶ πολλοὺς ἄλλους καβαλλάριδες καὶ ἀπὸ τὴν ἀποταγήν του.

§130.-Νὰ ἠξεύρετε καὶ τοῦτον· ὅτι ὁ αὐτὸς ρὲ Πιὲρ ἀγάπαν τὴν ρήγαιναν ὡς γοιὸν ὁρίζει ὁ θεός, τὴν Λινόραν, καὶ ἐβγαίννοντά του νὰ πάγῃ ᾿ς τὴν Φραγγίαν ὥρισεν καὶ ἐδῶκαν τοῦ φαρράση του τῆς τζάμπρας του ἕναν ἀποκάμισον τῆς ρήγαινας, καὶ ὥρισεν τὸν αὐτὸν τζαμπερλάνον ὅπου τοῦ στρώννει τὸ κρεβάτιν του νὰ βάλλῃ τὸ ἀποκάμισον τῆς ρήγαινας εἰς τὸ πλευρόν του· καὶ ὅντα νἄππεσεν ὁ ρήγας νὰ κοιμηθῇ, ἀγγάλιζεν τὸ αὐτὸν ἀποκάμισον καὶ ἐκοιμᾶτον. ὁ μποῖος φαρράσης τῆς τζάμπρας ἦτον Ἰωάννης ἀδελφὸς τοῦ Μπασέτ· καὶ ἤτζου ἐπορεύγετον πολλὺν καιρόν.

§131. Καὶ ἐπῆγεν ὁ ρήγας εἰς τὴν Ρόδον, καὶ ἐμήνυσεν τοῦ σὶρ Πιὲρ τε Σοὺρ καὶ τοῦ σίρε Τζάκε Λε Πετίτ, ὅπου ἦτον εἰς τ ν Ἀταλείαν, 3 Γκαὶ τὸ εἶνε7 3 εἰς τ ν Ρόδον διὰ νὰ μποῦν εἰς τὴν κάτε(ρ)γα εἰς τὴν συντροφίαν τοῦ ρηγός. Καὶ παραῦτα ἐξέβησαν καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ρόδον εἰς τὴν συντροφίαν τοῦ ρηγός. Καὶ παραῦτα ἐξέβησαν καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν ὥραν καὶ ἐπεσῶσαν εἰς τὴν Βενετίαν, καὶ ἐπροσδεκτῆσαν τον μὲ μεγάλην τιμήν. Καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸ Ἀβενίου, καὶ ἐστάθην εἰς τὴν κούρτην τῆς Ρώμης ἔμπροσθεν τοῦ πάπα ὀνόματι Ἰνοκέντιον. Καὶ μανθάνοντα ὁ σὶρ Οὗγκε ντε Λουζουνίας τὸ ἔλα τοῦ θείου του τοῦ ρηγὸς εἰς τὸν πάπαν, ἦλθεν καὶ κεῖνος, καὶ πολλὰ ἀγγαλέστησαν· καὶ ὀπίσω εἰς πολλὲς πλημελεῖες, ὁ πάπας καὶ οἱ γαρδενάλλιδες ἐμπῆκαν μεσόν τους ὁτόσα, ὅτι ἐμπάσαν τους κατὰ τὸν πρῶτον σασμόν. Καὶ ἐγονάτισεν καὶ ἐποῖκεν τον λιζίον τοῦ ὅρκου, καὶ ἐκιτιάσεν τὸν ρήγαν. [Ὁ ρήγας ἐκατάστησε νὰ ἔλθουν οἱ δυσικοὶ ἀπάνω τοὺ(ς) Σαρακηνούς.]

§132.-Ὁ πρίντζης τῆς Ἀντιοχείας ὁ κουβερνούρης τῆς Κᾑπρου ἀρμάτωσεν βʹ κάτεργα νὰ πάρη τὸν σὶρ Τζουὰν Καρμαὴν εἰς τὴν Ἀταλείαν γιὰ ν᾿ ἀλλακτοῦν, νὰ στραφῇ εἰς τὴν Κύπρον τὸ ἄλλον ἀλλάγιν μὲ τὸν σὶρ Τζουὰν τε Σούρ· ὁ ποῖος σὶρ Τζουὰν τε Σοὺρ ἀνάστησεν πολλοὺς τόπους καὶ ἐψήλωσεν καὶ πολλὰ μερτικὰ τὸ τειχοκάστρι καὶ τὸν πύργον. Ἐμάθεν το ὁ Τακκᾶς καὶ ἐσυνπίασεν φουσάτον πολλὺν καὶ ἦρτεν εἰς τὸ κάστρον· καὶ τοῦτον ἐποῖκεν το, διατὶ ἐδήθην μὲ τὸν ἀφέντην τῆς Ἀλλαγίας, καὶ ἐδῶκεν του λόγο νἄρτῃ μὲ τὰ ξύλα του τῆς θαλάσσου, καὶ ὁ Τακκᾶς ἀπὸ τὴν γῆν νὰ τὸ ἀποκλείσουν.

§13.-Μανθάνοντα τὰ αὐτὰ μαντάτα ὁ σὶρ Τζουὰν Καρμές, παραῦτα ἀρμάτωσεν μίαν γριππαρίαν καὶ ἔπεψέν την εἰς τὴν Κύπρον καὶ ἐμήνυσέν το τοῦ κουβερνούρη. Ὁ αὐτὸς κύρης ὁ πρίντζης παραῦτα ἀρμάτωσεν γʹ κάτεργα καὶ ἔβαλεν καπετάνον τῶν κατέργων τὸν σὶρ Τζουὰν τε Πριές· καὶ ἀπεσῶσαν εἰς τὴν Ἀταλείαν πρὶν νὰ φτάσῃ τὸ φουσάτον τους Τούρκους μίαν ἡμέραν. Ὁ Τακκᾶς ἐσυνπίασεν μεʹ χιλιάδες ἀνθρώπους καὶ ἦρταν ὀχτὼ κάτεργα τῆς θαλάσσου. Ὁ καπετάνος ἀρμάτωσεν τὸ καστέλλι καλὰ καὶ ὠρδίνιασεν καλὰ τὲς βίγλες του, καὶ ἕρισε νὰ μηδὲν ἦνε τινὰς ἀπότορμος νὰ ρίψη βερετούνιν οὐδὲ σαγίτταν εὔκαιρα, παρὰ ἅνταν κοτέψῃ τὸ φουσάτον. Καὶ ὁ Τακκᾶς ἐτριγύρισεν τὸ κάστρον ἀππέξω καὶ ἔριψεν μέσα πολλὲς πέτρες καὶ ἄλλα πολεμικά, καὶ μὲ τὴν δύναμιν τοῦ θεοῦ δὲν ἔβλαψεν τινά. Ὁ καπε- τάνος ὁ σὶρ Τζουὰν Καρμαγὴν ὥρισεν καὶ ἐσύραν μίαν πέτραν, καὶ ἐπῆγεν εἰς [τὴν κατούναν] τὴν ἔστησεν ἀππέξω καὶ ἐτσάκκισέν την, καὶ ἐσκότωσεν πολλοὺς ἀνθρώπους. Τἄπισα ἔφερεν σκάλες καὶ ἐκούμπισάν τες εἰς τοὺς τοίχους. Ὁ καπετάνος ἕρισεν καὶ ᾿σημάναν τὲς καμπάνες καὶ τὰ τρουμπετία, καὶ ἕρισέν τους καὶ ἔπαιξεν τὰς τζάκρας καὶ τὰ δοξαρία. καὶ οἱ Τοῦρκοι ὅπου ἦσαν εἰς τὲ(ς) σκάλες ἐππέσαν εἰς τὸ χαντάκιν, καὶ [τοὺς ἄλλους] ἐσκοτῶσαν ἕναν μέγαν ἀμιρᾶν συγγενὴν τοῦ Τακκᾶ. Τότες ἀννοῖξαν τὲς πόρτες τοῦ κάστρου καὶ ἐξέβησαν καβαλλάριδες καὶ ἀπεζοί.

[§134.-Καὶ εἰς τοὺς ͵ατξγʹ ὁ ἀφέντης ὁ πρίντζης ὁ κουβερνούρης τῆς Κύπρου ἔπεψεν δύο κάτεργα ἀπὸ τὴν Ἀμόχουστον εἰς τὴν Ἀτάλειαν, διὰ νὰ πάρουν βιτουάλιαν καὶ βοήθειαν· καὶ ἐβάλαν καπετάνον τὸν σὲρ Νίκολο Λαζέν καὶ εἰς τὸ ἄλλο τὸν σὶρ Ἰγκοὺ τε Πού, πουρζέζην τῆς Ἀμοχούστου. Καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Πάφο. Τὸ κάτεργον ὅπου ἦτον ὁ σὶρ Ἴγκε τε Ποὺ καὶ ἐτσακκίστην, καὶ ἐχάθησαν ηʹ ἀνομάτοι. Καὶ μανθάνοντά το ὁ πρίντζης ἔπεψεν ἄλλα δύο κάτεργα, καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν βοήθειαν τοῦ καπετάνου· καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ἀτάλειαν.

§135.-Καὶ τὴν αὐτὴν ἐχρονίαν ἦτον θανατικὸν εἰς τὴν Κύπρον καὶ ἐπόθανεν πολλὺς λαός· καὶ ἐπόθανεν καὶ ἡ τάμου Τζίβα, ἡ κόρη τοῦ ρὲ Οὗνγκε. Καὶ ἄρχεψεν ἀπὸ ἀρχῆς μαρτίου. Καὶ ὁ μισὲρ Τζουὰν Κάρμες ἠστένησεν· καὶ ἐμῄνυσεν τοῦ κουβερνούρη ἂν ᾖνε ὁρισμός του νὰ πάγῃ εἰς τὴν Ρόδον διὰ νὰ ἰατρευτῆ, ὅτι εἶνε κοντὰ τῆς Ἀτάλειας παρὰ τὴν Κύπρον· καὶ ἐμήνυσέν του, ἂν θέλη, νὰ βάλῃ τὸν υἱόν του εἰς τὸν τόπον του, καὶ ἂς πάγη νὰ ἰατρευτῆ· καὶ εἰς ὀλλίγες ἡμέρες ἀπόθανεν εἰς τὴν Ρόδον. Καὶ μανθάνοντα τὸν θάνατον τοῦ σὲρ Τζουὰν Κάρμε, ὁ κουβερνούρης τῆς Κύπρου ἐστερέωσεν τὸν υἱόν του καπετάνον εἰς τὴν Ἀτάλειαν.]

§136.-Καὶ [ἀντὶ τὸ Βενίου] ἐπόθανεν ὁ πάπας, καὶ ἐχειροτονῆσαν ἕ(ν)αν καλόγηρον ἀπὸ τὴν μονὴν τοῦ ἁγίου Βίκτωρος ἀπὸ τὴν Μαρσιλίαν, καὶ ἦτον γούμενος τῆς Μαρσιλίας, καὶ ἐκράξαν τον πάπα Οὔρπαν πέμπτον· καὶ ὁ ρήγας ἐποῖκεν του μεγάλην χαράν· καὶ τελειώννοντα τὴν δουλειάν του εἰς τὸ Ἀβενίου ὁ ρήγας ἐπῆκεν εἰς τὴν Φρανγκίαν καὶ εἰς τὴν Γενούβαν, καὶ εἰς τὸν ἐμπεραδούρην τῆς Ἀλαμαινίας, καὶ οὗλοι οἱ ρηγάδες καὶ οἱ ἀφέντες ἐποῖκαν του μεγάλην τιμὴν καὶ πολλὰ κανισκία ἀφεντικά.

§137.-Γροικῶντα οἱ Τοῦρκοι πῶς τὸ θανατικὸν ἐξήλειψεν τοὺς ἀνθρώπους τῆς Κύπρου, καὶ ὁ ρήγας ἦτον εἰς τὴν Φραγγίαν, οἱ Τοῦρκοι οὗλοι ἀντάμα ἀρματῶσαν ιβʹ κάτεργα καὶ ἐβάλαν καπετάνον ἕναν ὀνόματι Χαμοὺτ Ραΐς, καὶ ἦλθαν εἴς τὴν Κύπρον, καὶ ἀπεζεῦσαν εἰς τὴν Πενταγίαν, καὶ ἐκουρσεῦσαν πολλοὺς λᾶς, καὶ ἐπῆρεν τους καὶ ᾿πῆγεν. Καὶ γροίκῶντα το ὁ πρίντζης ἔπεψεν ἀπὲ τὴν Λευκωσίαν ἀνθρώπους ἀπεζοὺς καὶ τῶν ἀρμάτων καὶ καβαλλάριδες, καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Πενταγίαν, καὶ ἐμάθαν πῶς ἐπῆγαν.

§138.-Καὶ μοναῦτα ὁ πρίντζης ἅρμάτωσεν βʹ κάτεργα διὰ νὰ πάρουν βιτουαλίαν καὶ ν᾿ ἀλλάξῃ τὸν καπετάνον, τὸν μισὲρ Πατὴ τε Πρίες· καὶ ἐξέβην τῇ βʹ, τῇ ιʹ μηνὸς ἰαννουαρίου ͵ατξγʹ Χριστοῦ καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Πάφον καὶ ηὗραν τους σκλερίες, καὶ ἐποῖκεν ἐκεῖ ἡμέρες μγʹ· καὶ εἰς τὲς ιγʹ τοῦ φεβρουαρίου ἐποῖκεν γαλήνην ἡ θάλασσα, καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἀταλείαν, καὶ ἔφερεν τοὺς λᾶς τῶν ἀρμάτων μετά του, καὶ τὸν σὶ(ρ) ραφὲ ντε Καρμαγήν.

§139.-Ὅνταν ἐπῆγεν εἰς τὴν Τουρκίαν ὁ Μαχουμὲτ Ραΐς, ἐξηγήθην πῶς ἡ Κύπρος εἶνε εὔκαιρη καὶ δὲν πολομοῦν καμίαν βίγλαν· καὶ ᾿χάρησαν πολλά, καὶ ἀρματῶσαν Ϛʹ κάτεργα καὶ ἦρταν εἰς τὸ Καρπάσιν καὶ ἐκουσέψαν το καὶ ʹπῆραν πολλὰ χωρία καὶ ἀνθρώπους, καὶ ἀπ᾿ ὀλλίγον ἐπαῖρναν τὴν κυρὰν τοῦ Καρπασίου, γεναῖκαν τοῦ σὶρ Ἀφρὸτε Λα Ρότζε· καὶ ἐστράφησαν εἰς τὴν Τουρκίαν. Καὶ [ὁ πρίντζης ἔμαθεν τὰ μαντάτα καὶ] ἐμήνυσεν εἰς τὴν Ἀμόχουστον καὶ ἀρματῶσαν δʹ κάτεργα, καὶ ἔβαλεν καπετάνους τὸν μισὲρ Φραντζικὴν Σπινόλαν, τόν σιρ Τζακὲ τε Μιτρέ, τὸν σὶρ Σαβὲν Τετέ καὶ καβαλλάρην τὸν σὶρ Χαρρὴν τε Λα Κουροῦνε, καὶ ἔπεψέν τους νὰ βλέπουν τὸ παραγιάλιν· τὰ βʹ κάτεργα ἐπῆγαν ἀπὲ τὴν μερίαν τῆς[Τουρκίας] τοῦ Καρπασίου, καὶ τ᾿ ἄλλα βʹ ἐπῆγαν τὴν μερίαν τῆς Πάφου.

§140.-Καὶ παγαίννοντα τὰ κάτεργα ἀπὲ τὸ Καρπάσιν τα ἤτον ο σὶρ Φραντζικὴς Σπινόλας καὶ ὁ σὶρ Χαρρὴν τε Λα Κουροῦνε πρὸς τὸν Κορμακίτην, ηὗραν βʹ ξύλα τούρκικα, τὸ ἕναν ἀπεζεῦσεν εἰς τὴν γῆν καὶ ἐπῆγεν κουσεύγοντα, καὶ Κυπριῶτες ἐβάλαν λαμπρὸν καὶ κάψαν το· καὶ θωρῶντα οἱ ἀθρῶποι ὅπου ἦτον εἰς τὴν γῆν ἀπεζεμένοι τὸ πῶς ἐκαύγετον τὸ ξύλον τους, ἐνέβησαν εἰς ἕναν βουνάριν καὶ ἐθέλα νὰ διαφεντευτοῦν. Καὶ μανθάνοντα τὸ μαντάτον ὁ κουβερνούρης, ἔπεψεν λᾶς τῶν ἀρμάτων, καὶ ἐπιάσαν τους καὶ ἐφέραν τους εἰς τὴν Λευκωσίαν καὶ ἐκωλοσύραν τους εἰς τ᾿ ἄλογα καὶ ἐκρέμμασάν τους. Τὸ ἄλλον κάτεργον τὸ τούρκικὸν το ν᾿ ἀποσκεπάσῃ τὰ βʹ κάτεργα τὰ κυπριώτικα, ἐξέβην καὶ ἔφυγεν· καὶ ἐφτάσεν το τὸ κάτεργον τοῦ σὶρ Φραντζικὴ Σπινόλα, καὶ ἐπῆγεν ἀπάνω του ἀξαρμάτωτον καὶ μοναῦτα οἱ Τοῦρκοι ἐπαραδόθησαν, καὶ ἐδῆσαν το καὶ ἐπῆραν το μετά τους. Τὸ ἄλλον κάτεργον τοῦ σὶρ Χαρρὴν τε Λα Κουρούνα ἔμεινεν εἰς τὴν Κύπρον διὰ νὰ ᾿δοῦν πῶς καύγεται τέλεια τὸ κάτεργον τὸ τούρκικον.

§141.-Θωρῶντα οἱ Τοῦρκοι τοὺς λᾶς τοῦ κατέργου τοῦ σὶρ Φραντζικὴ Σπινόλα ἀξαρμάτωτους, εἶπαν μεσόν τους: «Θωροῦμεν πῶς οἱ χριστιανοὶ κωλοσύρνουν καὶ φουρκίζουν μας, καὶ δὲν γλυτώννομεν· ἂ σταθοῦμεν εἰς τ᾿ ἄρματά μας ν᾿ ἀποθάνωμεν, παρὰ νὰ μᾶς κωλοσύρουν!» Καὶ μοναῦτα ἐκόψαν τὸ παλαμάριν, καὶ γεμώννουν τὰ δοξάρια καὶ ᾿σύραν τὲς σαγίττες, καὶ ἐσκοτῶσαν τὸν καπετάνον τὸν σὶρ Φραντζι- κὴν Σπινόλαν, καὶ ἐλαβῶσαν καὶ πολλοὺς τοῦ κατέργου. Θωρῶντα οἱ προδέλοιποι τὴν ἀντρείαν τοὺς Τούρκους, ἐππέσαν κάμποσοι εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἐπῆγαν πλέοντα εἰς τὸ ἄλλον κάτεργον τοῦ σὶρ Χαρρὴν τε Λα Κουροῦνε, καὶ εἶπαν τού το, ὅτι δὲν τὸ ἀποσκέπαζεν. Καὶ μοναῦτα ἐποῖκεν τοὺς ἀνθρώπους του καὶ ἀρματώθησαν, καὶ ἐτρέξαν ὀπίσω του καὶ ἐφτάσαν το. Καὶ ἀπὸ τὸν θυμόν τους οἱ Κυπριῶτες ἀππηδῆσαν εἰς τὸ τούρκικον, καὶ ὁ σὶρ Χαρρὴν τε Λα Κουρούνα ὁ καπετάνος· καὶ ὁ λαὸς ἦτον πολλύς, καὶ τὸ ξύλον ἐπλαγίωσεν, καὶ ἐππέσαν πολλοὶ λᾶς εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ὅλοι ἦσαν ἀρματωμένοι καὶ [ὁ καπετάνιος ὁ Σπινολᾶς ἐπνίγησαν.]

§142.-Καὶ ἐνέφανεν καὶ τὸ κάτεργον τοῦ Τζουὰν τε Μιτρὲ ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Πάφου, καὶ ἐπιάσαν τοὺς Τούρκους, ὅπου ἐμεῖναν ζωντανοὶ καὶ ἐσιδόρωσάν τους· καὶ ἦρταν τὰ δʹ κάτεργα καὶ ἐφέραν τὸ ξύλον τούρκικον καὶ τὸ μισοκαμένον καὶ μὲ τοὺς Τούρκους, καὶ ἦλθαν εἰς τὴν Κερυνίαν· καὶ ὁ κουβερνούρης πολλὰ ἐλυπήθην τὴν ζημίαν καὶ τὸν θάνατον τοὺς βʹ καπετάνους, καὶ ἕρισεν καὶ ἐκωλοσύραν τοὺς Τούρ- κους καὶ ἐκρέμμασάν τους εἰς τὲς φούρκες.

§143.-Καὶ ὁ πρίντζης ἐμήνυσεν εἰς τὴν Ἀμόχουστον καὶ ἀρματῶσαν ἄλλα δʹ κάτεργα καὶ ἦλθαν εἰς τὴν Κερ(υν)ίαν εἰς τὴν συντροφίαν τῶν ἄλλων δʹ, καὶ ηὗραν κάτι σατίες μὲ τὰ δʹ κάτεργα· καὶ ἔβαλεν καπιτάνον τὸν σὶρ Τζουὰν τ᾿ Ἀντιότζε, τὸν υἱὸν τοῦ σὶρ Τουμᾶς, καὶ τὸν σὶρ Τζουὰν τε Σοὺρ τὸν ἀμιράλλην εἰς τὴν συντροφίαν του, καὶ ἄλλους πολλοὺς καβαλλάριδες, νὰ πᾶν εἰς τὴν Τουρκία νὰ τὴν ζημιώσουν. Τὸ λοιπὸν ἐξέβησαν τὰ ηʹ κάτεργα καὶ οἱ σατίες, καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν τουρκίαν καὶ ἀπεζέψαν εἰς τὸ Ἀνεμούριν καὶ ἐκουρσέψαν το· καὶ ἐπολεμίζαν τὸ κάστρον, καὶ μὲ τὴν δύναμιν τοῦ θεοῦ ἐπῆραν [τοὺς] Τούρκους καὶ ἔφεράν τους εἰς τὴν Κύπρον, καὶ ἐβάλαν λαμπρὸν καὶ τὴν χώραν ἐκάψαν την. Καὶ τότε ἐπῆγαν εἰς [τὸ Σὶ] καὶ ἐπαρακάτζαν του· καὶ δὲ ἠμπόρησα νὰ τὸ πάρουν, διατὶ ἀναγκάζουντα νὰ πᾶ νὰ εὕρουν τὸν Μαχομὲτ Ραῒς, ὅτι ἐμάθαν πῶς ἦλθεν εἰς τὴν Κύπρον καὶ ἐποῖξεν πολλὴν ζημίαν· καὶ ἦλθαν εἰς τὴν Κύπρον γυρεύγοντα τὸν (Μα)χομὲτ Ραῒς.

§144.-Καὶ γροικῶντα ὁ Ραῒς πῶς τὸν γυρεύγουν τα καὶ ᾿πῆγει ἀπὸ τὺν Κύπρον, χωρὶς νὰ ποίσῃ ζημίαν, καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Συρίαν καὶ ἐχώστην εἰς τὸν λιμνιόναν τῆς Τρίπολις. Ὁ ἀμιράλλης ἐμήνυσεν τοῦ Μελὲκ ἀμιρᾶ ὅπου ἦτον εἰς τὴν Τρίπολιν νὰ μὲν καρεντιάσῃ τὸν Μαχομὲτ Ραῒς ὅτι εἶνε ἐχθρὸς τῆς Κύπρου, καὶ ἡ Κύπρος ἔχει καλὴν ἀγάπην μὲ τὸν σουλτάνον τοῦ Καργίου. Ὁ Μελὲ ἀμιρᾶς ἔδειξέν του καλὸν φανὸν καὶ ἐμήνυσέν τους πῶς, «Ἐγὼ ἀπὸ ᾿ξ αὑτῆς μου δὲν δύνομαι νὰ τὸν διώξω, χωρὶς νὰ μοῦ μηνύσῃ ὁ σουλτάνος τοῦ Καργίου.» Καὶ εἰς τοῦτον ἔστειλεν ὁ ἀμιράλ- λης αʹ ἀπὸ τὰ κάτεργα καὶ ἔδωκέν του ὁ Μὲλ ἀμιρᾶς δύο Σαρακηνοὺς καὶ ἐπῆραν τον εἰς τοῦ σουλτάνου, καὶ πρὶ νἀβγοῦν ἔπεψεν κανισκία εἰς τὰ κάτεργα· καὶ θεωρῶντα τοὺς Τούρκους τοῦ Ἀνεμουρίου κλαππωμένους ἀπάνω, ὁ Μελὲκ ἀμιρᾶ ἐνγκρίστην καὶ δὲν αφῆκεν τινὰν νὰ πάγῃ εἰς τὸν σουλτάνον. Θωρῶντα ὁ ἀμιράλλης πῶς τίποτες δὲν ἠμπορεῖ νὰ ποίσῃ, ἐστράφην εἰς τὴν Κύπρον καὶ ἐξαρμάτωσεν.

§145.-Μοναῦτα ἐμήνυσεν ὁ κουβερνούρης νʹ ἀρματώση δʹ κάτεργα ὁ ἀμιράλλης ἀπὸ τὴν Ἀμόχουστον διὰ φύλαξιν τοῦ νησσίου, κατὰ τὸ συνήθιν. Καὶ ὅνταν ἐπλερώθησαν οἱ ναῦτες, ἐφύγαν βʹ ἀπὸ ᾿ξ αὑτῆς τους· ἐγύρεψέν τους καὶ ηὗρεν τους καὶ ᾿κιβέντισέν τους μὲ τὸ τρουμπέττιν, καὶ ἔκοψεν πασανοῦ τὸ φτίν του τὸ δεξιόν· οἱ ποῖγοι ᾿διαφεντεύτησαν διὰ Γενουβίσον· καὶ διότι εὐρίσκετον εἰς τὸν λιμιόναν ἕναν κάτεργον γενουβίσικον τὸ ποῖον ἐναύλωσέν το ὁ κουβερνούρης νὰ πάρῃ βιτουάλιαν εἰς τὴν Ἀταλείαν, καὶ θωρῶντα πῶς ἐκιβέντισεν τοὺς συντρόφους τους, ἐππηδῆσαν εἰς τὸ κάτεργον καὶ ἐκόψαν πολλοὺς Κυπριώτες, ὅπου ἐπαῖρναν τὴν βιτουαλίαν εἰς τὴν Ἀταλείαν, καὶ ἐπῆραν τὴν βιτουαλίαν, καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Χιόν. Καὶ μοναῦτα ἐμήνυσεν ὁ κουβερνούρης καὶ ἐκρατῆσαν ὅλους τοὺς Γενουβίσους καὶ νὰ πιάσουν καὶ τοὺς ἐγκυτάδες [τῶν αὐτῶν κατέργων ὁ ἀμιράλλης, καὶ νὰ τοῦ μηνύσουν νὰ στρέψῃ τὰ πράγματα τὰ ἐπῆρεν.]

§146.-Καὶ μοναῦτα ὁ ποδεστᾶς τοὺς Γενουβίσους, ὅπου ἦτον εἰς τὴν Ἀμόχουστον, ἐρμάτωσεν ἕναν γρίππον καὶ ἔπεψέν τον γυρεύγοντα τοῦ κατέργου, εἰ δὲ τὰ δʹ κάτεργα ὅπου ἐφυλάγαν τὸ νησσὶν ἐστράφησαν εἰς τὴν Κύπρον μὲ τὸν σὶρ Νικὸλ τε Ἰμπελὴ τὸν καπετάνον, καὶ ἐστέκουνταν εἰς τὸν λιμιόναν, ἐγδέχοντα ὁρισμὸν τοῦ πρίντζη. Καὶ θωρῶντα τὸ κάτεργον τοὺς Γενουβίσους ὅπου ἐστρέφετον ἀπὸ τὴν Χιόν, καὶ κατὰ τὸν ὁρισμὸν τοῦ ποδέστα, ἐποῖκαν ἄρμενον καὶ ἐπῆγαν ἀπάνω του, καὶ μερτικὸν σολδάτοι τοῦ ρηγὸς Σιτζιλιανοὶ ἀππηδῆσαν ἀπὸ τὸ κάθεργον τοῦ ρηγὸς εἶς τὸν γενουβίσικον, καὶ ἐσκοτῶσαν καπόσους Γενουβίσους. Γροικῶντα ὁ ποδεστᾶς ὀνόματι σὶρ Γιλιάμε Λερμὴν τὴν ζημίαν τὴν τοὺς ἐποῖκαν καὶ τὸν φόνον, ὥρισεν καὶ ἐπιάσαν ἕναν Πιζάνην ὅπου ἦτον εἰς τὸ κάτεργον τοῦ ρηγός, καὶ ηὗρεν τον ἀφορμὴν πῶς ἦτοι Γενουβίσος, καὶ ἀρνᾶται πῶς δὲν εἶνε· ὥρισεν καὶ ἐκόψαν τὴν γλῶσσαν του. Γροικῶντα ὁ σὶρ Τζουὰν τε Σασούν ὁ ἐμπαλῆς τῆς Ἀμοχούστου τούτην τὴν παράξενην κρίσιν τὴν ἐποῖκεν εἰς ξένην χώραν, ἐποῖκεν το νῶσιν τοῦ ἀμιράλλη ὅπου ἦτον ὁ σὶρ Τζουὰν τε Σούρ. Καὶ ἀγκρίστην πολλά, καὶ ἐκαβαλλίκευσσεν μὲ τὸν ἐμπαλὴν καὶ ἦλθαν εἰς τὴν λότζαν τοὺς Γενουβίσους, καὶ ηὗραν ταραχὴν μεσὸν τοὺ(ς) Σιζι(λι)ανοὺς καὶ τοὺς Γενουβίσους· καὶ ἐκεῖ ἐκατηγόρησεν ὁ ἀμιράλλης τὸν ποδεστᾶν πολλὰ ὅταν ἐθέλησεν καὶ ἐποῖκεν τὴν κρίσιν εἰς τὴν [λότζαν του· καὶ εἶπεν του: «Ὅρισε τοὺς Γενουβίσους νὰ πᾶν ἔσσω τους νὰ ᾿ξαρματώσουν· εἰ δὲ μή, ὁρίζω καὶ κατακόβγουν τους.» Καὶ ὁ ποδεστᾶς εἶπεν του: «Μηδὲν σοῦ φαίνεται, ἀφέντη, ὅτι ἂν τοὺς κατακόψῃς τοὺς Γενουβίσους ὅπου εὑρίσκουνται εἰς τὴν Ἀμόχουστον καὶ σκοτώννεις ὅσους ἔχει εἰς τὸν κόσμον· ἔχει ἄλλους πολλοὺς εἰς τὸν κόσμον ἀπὲ τὸ αἷμαν μας ἁποῦ θέλουν πάρειν βεντέτταν ἀπὸ ᾿ξ αὑτῶν τοὺς φονιάδες· καὶ μηδὲν σοῦ φαίνεται καὶ εἴμεστεν χωργιάτες σου.»

§147.-Καὶ μέσα εἰς τοῦτον ἐσκοτώθησαν πολλοί, καὶ ὁ ἐμπαλὴς τῆς Ἀμοχούστου καὶ ὁ ἀμιραλλὴς ἐπέψαν χαρτιὰ τοῦ κουβερνούρη καὶ ὁ ποδεστᾶς τὸ τίντα ἐγίνην. Καὶ μοναῦτα ἕρισεν δʹ καβαλλάριδες νὰ πᾶν νὰ ποίσου ἐξέτασιν. τὸν σὶρ Τουμᾶς τε Μουντολὶφ ὁ ἀδετούρης, καὶ ὁ σὲρ Τζουὰν ντε Νόρες ὁ τουρκοπουλλιέρης, [καὶ ὁ κούντη τε Ρουχᾶς ὁ σὶρ Τζουὰν τε Μόρφους, καὶ ὁ μαρίτζας τῆς Κύπρου] ὁ σὶρ Τζὰκ τε Σφάντα Μικέλ. Καὶ πεσώνοντα εἰς τὴν Ἀμόχουστον ἐπῆγαν εἰς τὸν Ἅγιον Νικόλαον, καὶ ἐμηνύσαν εἰς πᾶσα μοναστήριν τοὺς Λατίνους, καὶ ἐπέψαν ἀπὸ πᾶσα μοναστήριν δύο καλογήρους, καὶ ἐμηνύσαν καὶ τοῦ ποδεστᾶ νὰ πᾷ νὰ συντύχῃ μετά τους. Καὶ ἦλθεν καλὰ συντροφιασμένος· καὶ έσυντύχαν πολλὰ καὶ ἀργῆσαν νὰ μουλλώσουν. Τἄπισα ἐστράφην ὁ ποδεστᾶς καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν λότζαν του· καὶ ἔριψεν τὸ βεργὶν ἀπὲ τὸ χέριν του καὶ ἐποῖκεν διαλαλημὸν ὅτι ὅλοι οἱ Γενουβίσοι νὰ ᾿φκαιρέσουν τὴν Κύπρον ὅλον ὀκτώβριν ͵ατξδʹ.

§148.-Καὶ οἱ ἄνωθεν δʹ ἄρχοντες, ἔξηγήθησαν τὴν ὑπόθεσιν τοῦ κουβερνούρη· καὶ ὁ κουβερνούρης ὥρισεν νὰ γενῇ νας διαλαλημός, ὅτι πᾶσα Γενουβίσος ὁποῦ θέλει νὰ μείνῃ εἰς την Κύπρον νὰ μείνῃ χώρις φόβον τὸ κορμίν του καὶ τὸ δικόν του, καὶ νὰ ᾖνε εἰς τὸ θέλημάν του κατὰ τὸ συνήθιν; τους. Καὶ ὁ αὐτὸς ποδεστᾶς ἐμπῆκεν εἰς ἕναν καράβιν καὶ πολλὰ ἐβάρυνεν τοὺς ἀφέντες τῆς Κύπρου εἰς τὸ κουμούνιν.

§149.-Καὶ ὁ ἀφέντης ὁ πρίντζης ἐμήνυσέν το τοῦ ρηγὸς εἰς τὴν Φραγκίαν τὸ πρᾶμαν τὸ ἐγίνην μὲ τοὺς Γενουβίσους. Καὶ οἱ Γενουβίσοι ἐπέψαν εἰς τὴν Κύπρον ἕναν Γενουβίσον διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὸ πρᾶμαν· καὶ ἐπέσωσεν εἰς τὸ νησσὶν τῇ βʹ σεπτεβρίου ͵ατξδʹ, καὶ ὥρισεν τοὺς Γενουβίσους νὰ εὐκαιρέσουν τὴν Κύπρον διὰ οὗλον Φεβρουάρην. Καὶ ὁ ρήγας ἐμήνυσεν τοῦ ἀδελφοῦ του τοῦ Τζάκου τε Λουζουνία νὰ πάγῃ ἐκεῖ ἁποῦ εὑρίσκεται ὁ ἀδελφός του ὁ ρήγας· καὶ κατὰ τὸν ὁρισμόν του ἐπῆγεν μὶ τὰ κάτεργα τὰ βενέτικα.

§150.-Καὶ ὁ κουβερνούρης ἀρμάτωσεν δʹ κάτεργα διὰ νὰ πέ-]-ψῃ τὸ ἀλλάγιν τῆς Ἀταλείας, τὸν σὶ(ρ) Λίουμε ντ᾿ Ἀτιαμέ. Καὶ τῇ λʹ σεπτεβρίου ͵ατξδʹ Χριστοῦ ἐβάλαν καπετάνον εἰς τὰ κάτεργα τὸ σὶρ Πὸλ τε Πούν· καὶ ἐβγῆκαν τὰ αὐτὰ κάτεργα καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ἀταλείαν. Καὶ ἔμεινεν τὸ κάτεργον ὅπου ἦτον ὁ καπετάνος ὁ σὶρ Πὸλ τε Πούς, καὶ ἔμεινεν εἰς τὴν Ἀταλείαν διὰ νὰ σηκώση τὸν καπετάνον τὸν σὶρ Μπατί τε Πρίες. Καὶ ἐπῆγαν τὰ γʹ κάτεργα εἰς τὴν ριβιέραν διὰ νὰ ζημιώσουν τοὺς Τούρκους, καὶ ἦλθαν εἰς τὴν Ἀλλαγίαν καὶ ἐποῖκαν μεγάλην ζημίαν, καὶ ἐνέβησαν εἰς τὸν λιμιόναν διὰ νὰ πολεμίσουν τὸ κάστρον· καὶ ἐξέβησαν γʹ καραβία τούρκικα καὶ ἐπολεμίσαν· καὶ ὡς γοιὸν ἐπολεμίζαν, ἀναφάναν ἄλλα βʹ καραβία τούρκικα καὶ ἐγίνησαν εʹ, καὶ ἕρισεν ὁ σὶρ Νικὸλ Λαζὲς τὸν σὶρ Τζουὰν Γουνέμε νὰ βιστιρίσῃ τὸ ἕναν καράβιν ὡς γοιὸν ἐμπαίννει· καὶ κεῖνος δὲν ἐθέλησεν νὰ τὸ βιστιρίση, καὶ ἐξέβην ἔξω νὰ πάγῃ· καὶ ἐξέβην καὶ τὸ ἄλλον κάτεργον καὶ ἀκλούθησέν του, καὶ ἦλθαν εἰς τὴν Κύπρον καὶ ἐσμίκτησαν μὲ τὰ ἄλλα δύο· καὶ πρὶ νὰ μποῦν ἐσηκώθην μία σκλερία μεγάλη, καὶ ἐχωρίστησαν· τὰ γʹ ἐπῆγαν εἰς τὴν Κερυνίαν, καὶ τοῦ καπετάνου τοῦ σὶρ Πατὴ τε Πρίες ἐπῆγεν εἰς τὴν Πάφον, καὶ ἐκεῖ εὗρεν τὰ κάτεργα τὰ βενέτικα, ὅπου ἦτον ὁ σὶρ Τζάκε τε Λουζουνίας, καὶ τὸν σὶρ Πιὲρ τα Μοῦντε ὅπου [᾿πήγαιννεν πέρα,] καὶ ἐρικουμαντιάστην τους καὶ ἐπαρακάλεσέν τους νὰ τὸν ρικουμαντιάσουν εἰς τὸν ρήγα· καὶ ἐγύρισεν καὶ ᾿πῆγεν εἰς τὴν Ἀμόχουστον καὶ ἀπέζευσεν. Καὶ ἦλθεν ὁ σὶρ Νικὸλ Λαζὲς εἰς τὴν Λευκωσίαν καὶ ἐξηγήθην τοῦ πρίντζη τὴν ὑπόθεσιν τοῦ σὶρ Τζόρτζε· ὁ κύρης ὁ πρίντζης ἀνκρίστην καὶ ἔπεψεν καὶ ἀρεστίασεν τὸν ἄνωθεν Τζόρτζε Γόννεμε εἰς τὴν Κερυνίαν.

§151.-Τότες ἐμήνυσεν τοῦ ἀμιράλλη, καὶ ἀρμάτωσεν βʹ κάτεργα νὰ πᾶν εἰς τὴν συντροφίαν τῶν ἄλλων γʹ κατέργων ὄπο(υ) ἦσαν εἰς τὴν Κερυνίαν, νὰ πᾶ νὰ γυρέψουν τὰ εʹ τούρκικα, καὶ ἔβαλεν καπετάνον εἰς τὰ ἄνωθεν κάτεργα τὸν καβαλλάρην τὸν σὶρε Ροτζὲρ τε Λα Κολθέ, καὶ ἔπεψέν τον εἰς τὴν Κερυνίαν διὰ νὰ ἐμπῇ ἀπάνω εἰς τὸ κάτεργον. Κατὰ τὸν ὁρισμὸν ὁ ἀμιράλλης ἀρμάτωσεν τὰ βʹ κάτεργα εἰς τὴν Ἀμόχουστον, καὶ ἔβαλεν καπιτάνον εἰς τὰ δύο ὥς που ν᾿ ἀπεσώσῃ εἰς τὴν Κερυνίαν τὸν σὶρ Νικὸλ Μανσέλ· καὶ ἦλθαν εἰς τὴν Κερυνίαν καὶ ἐγυρέψαν τὰ γʹ κάτεργα, καὶ εἶπαν τους πῶς ἐπῆγαν εἰς τοὺς Μύλους· καὶ μοναῦτα ἐποῖκαν ἄρμενα καὶ ἐπῆγαν καὶ ἐφτάσαν τους· καὶ κείνην τὴν ὥραν ἀναφάναν γʹ τούρκικα, καὶ δὲν τ᾿ ἀποσκεπάσασιν [τὰ εʹ τὰ ρηγάτικα,] καὶ ἐπεζεῦσαν καὶ ἐπῆγαν καὶ ἐκουρσεῦσαν τὴν χώραν, καὶ ἐπῆραν ροῦχα καὶ λαὸν πολλύν, καὶ ἐφέραν τα εἰς τὰ ξύλα τους.

§152.-Ὁ σὶρ Πατὴ τε Μόρφου ὁ τζιβιτάνος τῆς Πόλις ἐποῖκε νῶσιν τοῦ καπετάνου τῶν κατέργων τοῦ σὶ(ρ) Ροτζὲρ τε Λα Κολίε, καὶ πρὶ νὰ ἔλθουν τ᾿ ἄλλα βʹ, ἐβγῆκαν τὰ γʹ καὶ ἐπῆγαν καὶ ηὗραν τὰ τούρκικα. Καὶ ὥρισε νὰ βιστιρίσουν, καὶ ὅπου ἦτον τῆς βουλῆς του εἶπαν του: «Μὲν τὰ βιστιρίσῃς, ὅτι εἶνε φορτωμένα χωργιάτες, καὶ θέλουν πνιγεῖν,» ἀμμὲ νὰ τὰ πολεμίσουν. Οἱ Τοῦρκοι θωρῶντα τὰ γʹ κάτεργα, μοναῦτα ἐπῆραν καρδίαν καὶ ἐστάθησαν καὶ ᾿πολεμίζαν· καὶ τὸ ἕναν κάτεργον ἀπὲ τὸν θυμόν του ἐπῆγεν καὶ ᾿βιστίρισεν τὸ ἕναν τούρκικον καὶ ἐτζάκκισέν το, καὶ ᾿τζάκκισεν οὕλην τὴν μίαν μερίαν, καὶ ἔσφιξεν ὁ πόλεμος· καὶ εἰς τοῦτον ἀναφάναν καὶ τὰ ἄλλα δύο, καὶ [εἶδαν τὰ Ϛʹ κάτεργα καὶ φοβήθησαν,] θαρῶντα καὶ εἶνε καὶ τὰ Ϛʹ τούρκικα, καὶ ἐπῆγα νὰ πιάσουν εἰς τὴν γῆν διὰ νὰ γλυτώσουν τοὺς ἀνρώπους· καὶ ἡ βιγλα ἔδωκέν τους ἀβὶς πῶς τὰ γʹ εἶνε τούρκα μόνον· καὶ μοναῦτα ἦρταν εἰς τὴν βοήθειαν τοὺ(ς) συντρόφους τους, καὶ ηὗραν ὅτι ἐσκοτῶσαν τόσους Τούρκους, καὶ δὲν εὑρήθησαν ζωντανοὶ παρὰ ξʹ μόνον. Καὶ μοναῦται ἐπέψαν τους εἰς τὴν Λευκωσίαν καὶ ἐκωλοσύραν τους καὶ ἐκρεμμάσαν τους· καὶ αἰχμαλώτους ἐφῆκαν τα καὶ ᾿πῆγα εἰς τοὺς τόπους τους· καὶ τὰ ηʹ κάτεργα ἦλθαν εἰς Κερυνίαν. Ἐμήνυσεν (ὁ) ἀφέντης ὁ πρίντζης νὰ στραφοῦν τὰ κάτεργα εἰς τὴν Ἀμόχουστον ν᾿ ἀπαρματώσουν· καὶ τῆ γʹ, τῇ κγʹ νοεμβρίου ͵ατξδʹ Χριστοῦ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ἀμόχουστον. Εἰ δὲ οἱ παρανομοι Τοῦρκοι ἐμάθαν τὰ πικρὰ μαντάτα, πῶς ἐχάσαν τὰ γʹ ξύλα καὶ τοὺς λᾶς τους, ἐλυπήθησαν πολλά, καὶ ᾿ποῖκαν ὄρκον πίον μηδὲ ν᾿ ἀρματώσουν νὰ ἔλθουν νὰ κουρσέψουν.

§153.-Τὸ λοιπὸν τὸ σουπέρπιον γένος τῶν Γενουβίσων καὶ παράβουλον, ὁποῦ πάντα ᾿πλημελοῦσα νὰ πάρουν τὴν Κύπρον καὶ ἀφορμολογοῦσαν, ηὗραν ἀφορμὴν τοῦ μαλ- λωμάτου καὶ ἐπέψαν χαρτία εἰς τὴν Γένουβαν, ὅπου ἦτον ὁ ρὲ Πιέρ, καὶ ἀγγαλέσαν ἀπὸ τὸ ἀδικον ὁποῦ τοὺς ἐγίνετον εἰς τὴν Κύπρον. Καὶ ὁ ρήγας ἐπερίλαβέν τους μὲ μεγάλην χαράν, καὶ διότι εἶχεν ὄρεξιν νὰ φέρῃ δύναμιν νὰ πάγῃ νὰ κατακόψῃ τοὺς ἄπιστους Σαρακηνούς, δὲν ἐθέλησε νὰ τοὺς ἀγκρίσῃ, [διὰ νὰ μηδὲν ξηλωθοῦν οἱ λᾶς.] Τότες ὠρδινίασεν γʹ καβαλλάριδες ἀπὸ τὴν συντροφιάν του [νὰ πᾶσιν εἰς τὴν Γένουβαν] διὰ νὰ σάσουν τὴν διαφοράν· οἱ ποῖγοι ἦσαν ὁ μισὲρ Φιλίππε τε Μανζιέρες ὁ ταντζιλιέρης τῆς Κύπρου, καὶ ὁ μισὲρ Σιμοὺν Τενόρες, καὶ τὸν μάστρε Γκὴ τὸν ἰατρόν, καὶ ἔδωκέν τους πογέρι νὰ ποίσουν στοιχήματα, εἰς τὸ καλλιώττερον ὁποῦ νὰ μπορήσουν, διὰ νὰ γενῆ ἀγάπη μεσόν τους, διὰ νὰ μηδὲν ἔχῃ κώλυμαν εἰς τὸ ταξείδιν του. Οἱ μαντατοφόροι ἐπῆγαν εἰς τὴν Γένουβαν καὶ μέσα εἰς πολλὲς διαφορὲς καὶ ζητήματα τὰ ᾿ζητοῦσαν οἱ Γενουβίσοι, ἐσυντύχα καὶ ἐκαταστῆσαν νὰ γενοῦν τὰ κεφάλαια τοῦτα, τὰ ποῖα εἶνε κʹ, καὶ ᾿γράφησαν λατίνικα εἰς χαρτὶν μένπρινον. Καὶ πρῶτον:-

§154.-Πρῶτον, ζητᾶ ὁ ρήγας τῆς Κύπρου τὴν ἀγάπην, ἡ ποῖα ἀγάπη νὰ ᾖνε ἀληθινὴ καὶ στερεωμένη, καὶ ὁ θεὸς νὰ τὸ ποίσῃ εἰς καλὴν ὥραν. Ἀπὸ τὴν ζημίαν ἁποῦ έγίνην εἰς τὴν Κύπρον νὰ τὸ σάσουν, καὶ τὸ μάλλωμαν τῆς Ἀμοχούστου νὰ διαφεντέψουν, νὰ μὲν τοὺς πολομοῦν ἀγανάκτησιν· διὰ τοῦτον ἐπέψαν μαντατοφό- ρους νὰ συνπάψουν τὴν ἀγάπην. Τὰ ὀνόματα τῶν βʹ ὑπογεγραμμένων συνβουλατόρων τοῦ δουκάτου οἱ ποῖγοι ἐσμίκτησαν νὰ γινῇ ἀγάπη, καὶ εῖνε (τὸ) γʹ κεφάλαιον:

Πρῶτον ὁ τούζης σὶρ Γαβριὲλ Τανουρνέ, καὶ ὁ σὶρ Λεβροὺν Λιαδοὺς πιούρ, Τζακὲ ντε Φραντεκήν, καὶ εἶνε ὁ δεύτερος· ὁ τρίτος μισὲρ Ἕκτορ Βισεής, ὁ δʹ μισὲρ Πιὲρ τε Συνγκαστέρς, ὁ εʹ Παρτολομαῖος Πορτονάρη, ὁ Ϛʹ μισὲρ Τζουλίαν τε Καστρό, ὁ ζʹ μισὲρ Τζουάνε τε Φουτάνε νοτάριος, ὁ ηʹ Τουμᾶς τε Ἀγγαρήν, θʹ Τζάκες τε Πουνέτ, ιʹ Πανπελοὺς δε Καζάλε, ιαʹ Τελαλητοὺς τε Κορδερής, ιβʹ Βαρθολομαῖος τε Βιαλής.

Τὸ τέταρτον, νὰ καθαρίσουν ποῖγοι εἶνε Γενουβίσοι καὶ ποῖγοι εἶνε ὅπου κράζουνται Γενουβίσοι, ἀνισῶς καὶ ᾖνε [ἀπουλεύθεροι τῶν Γενουβίσων,] καὶ ὅλοι ὅπου εἶνε εἰς τὸν τόπον τοὺς Γενουβίσων.

Τὸ πέμπτον, νὰ ᾿δοῦ ν᾿ ἀποσκεπάσουν τὸ κουμέρκιν, ἀνισῶς καὶ ποττὲ ἐπλέρωσεν Γενουβίσος κουμέρκιν· κατὰ τὴν καθάρισιν, νὰ πορευτοῦν ὡς γοιὸν τὸν περασμένον καιρόν.

Τὸ Ϛʹ, οἱ κραζομένοι Γενουβίσοι νὰ ἔχουν σωστὴν ἐλευθερίαν τῶν Γενουβίσων.

Τὸ ζʹ, οἱ κρίσες τῶν Γενουβίσων νὰ γινίσκουνται μὲ τὸν ποδεστᾶν κατὰ τὸν πρῶτον καιρόν.

Τὸ ηʹ, ἀποὺ τοὺς Γενουβίσους ὅπου εἶνε ἀνθρῶποι τοῦ ρηγός, καὶ ἔχει πολλοὺς ἁποῦ σφίνγκουνται νὰ γενοῦν ἀπὸ τὴν πτωχιάν τους, νὰ μηδὲν τοὺς δέχουνται [καὶ κανενεὶς Γενουβίσος.] Τὸ θʹ, νὰ μὲν τοὺς σφίξουν οἱ ἐφφικάτοροι τοῦ ρηγὸς διὰ νὰ γενοῦν τοῦ ρηγὸς δυναστικῶς.

Τὸ ιʹ, ὅλοι οἱ Γενουβίσοι καὶ οἱ λεγομένοι Γενουβίσοι νὰ ἔχουν ἐξουσίαν νὰ πᾶν καὶ νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Κύπρον θαρούμενα ἀπάνω εἰς ὁποῖον καράβιν θέλουν.

Τὸ ιαʹ, ἀνισῶς ὅτι κάτεργα! ἀρματωμένα γενουβίσικα νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Κύπρον καὶ νὰ μηδὲν ἔχουν πραματεῖες, νὰ μηδὲν ᾖνε κρατούμενοι νὰ ἐμποῦν εἰς τὴν Ἀμόχουστον.

Τὸ ιβʹ, ὅτι οἱ Γενουβίσοι, ἢ λεγομένοι Γενουβίσοι, νὰ ἔχουν πογέρι νὰ πεζεύσουν ὅπου θέλουν εἰς ὅλον τὸ νησσίν.

Τὸ ιγʹ, ὅτι οἱ καραβοκυροὶ οἱ Γενουβίσοι, ἢ λεγομένοι Γενουβίσοι, νἄχουν πογέρι νὰ βγαίννουν ἀποὺ ὁποῖον τόπο νὰ θέλουν ἀπὸ τὴν Κύπρον νὰ πᾶσιν εἰς τὸ ταξείδιν τους.

Τὸ ιδʹ, ὁ ρήγας καὶ ὀφιτζιάλιδές του νὰ μηδὲν ἔχουν πογέριν νὰ κωλύσουν τοὺς Γενουβίσους ἢ τοὺς λαλημένους Γενουβίσονς, οὐδὲ τὰ καραβία τους, οὐδὲ τὲς πραματεῖες τους.

Τὸ ιεʹ, τὰ ζυγία τοὺς Γενουβίσους καὶ τὰ μέτρη τους ὅπου ἔχουν χανουτία νὰ ᾖνε εἰς τὴν ἀφεντιάν τους, τουτἔστιν τοῦ ποδεστᾶ τους, καθῶς τὸ λαλεῖ τὸ προβιλίζιν τοῦ ρὲ Οὕκ, καὶ ᾿δεῖξαν το καὶ εἶνε γεγραμμένον τῇ ιʹ ἰαννουαρίου ͵ασλβʹ Χριστοῦ.

Τὸ ΙϚʹ, τὸ κουμούνιν τους Γενουβίσους νἄχουν τόπον καὶ ἐξουσίαν νὰ ποίσουν λότζαν τῶν Γενουβίσων.

Τὸ ιζʹ, ὁ ρήγας καὶ οἱ ἀβιτζιάλιδές του νὰ ποίσουν κρίσιν καὶ δικαιοσύνην τοὺς Γενουβίσους ἀποὺ τὰ πράγματα τὰ ἐπήρασιν.

Τὸ ιηʹ, νὰ ποίσουν κρίσιν τοὺς Τζιτζιλιάνους καὶ τοὺς ἄλλους ὅπου ἦτον εἰς τὴν λότζαν τοὺς Γενουβίσους εἰς τὴν Ἀμόχουστον.

Τὸ ιθʹ, νὰ ᾿δοῦν τὸ προβιλίζιν τοῦ μακαριωτάτου ρὲ Οὔκ, καὶ πᾶσα πρᾶμαν ὅπου ἐγκίζει εἰς τὸ αὐτον προβιλίζιν διὰ τοὺς Γενουβίσους κατὰ κεῖνον νὰ γροικοῦνται καὶ νὰ πορεύγουνται· νὰ ξορίσουν ἀπὸ τὴν Κύπρον τὸν σὶρ Τζουὰν Σασούν, ὁκαποτὲ ἐμπαλὴς τῆς Ἀμοχούστου, νὰ ποίσουν ἔξω τῆς Κύπρου καιρόν.

Τὸ κʹ, ὅσοι θέλουν ν᾿ ἀποβγοῦν διὰ Γενουβίσοι οἱ ποῖγοι νὰ ᾖνε ἀπὸ τόπους γενουβίσικους, καὶ δείχνοντα βʹ μαρτυρίες, νὰ τοὺς δεκτοῦν μετὰ χαρᾶς.

§155.-Καὶ τελειώνοντα οἱ μαντατοφόροι τὰ ἄνωθεν κεφάλαια καὶ τὴν ἀγάπην, ἐστράφησαν εἰς τὸν ρήγα καὶ ἐμεταγράψαν φράνγκικα ἀπεζὰ τὰ στοιχήματα καὶ ἐδεῖξαν τα τοῦ ρηγός. Καὶ ὅλα ἐστερέωσέν τα, χωρὶς νὰ ξορίσουν τὸν ἀμιράλλην καὶ τὸν σὶρ Τζουὰν Σασιούν. Καὶ ἐξαναμήνυσεν εἰς τὴν Γένουβαν καὶ ἐποῖκαν του τὸ χαρτὶν τῆς ἐλευθερίας του, τουτἔστιν σάλβο κουντοῦτον.

§156.-Καὶ μοναῦτα ἀρματῶσαν γʹ κάτεργα εἰς τὴν Γένουβαν καὶ ἦρταν εἰς τὴν Κύπρον, καὶ ἐφέραν ποδέσταν μετά τὴν ἀγάπην, καὶ ἀφῆκαν τον εἰς τὴν Ἀμόχουστον.

§157.-Νὰ μηδὲν μείνῃ νὰ μηδὲν σᾶς πῶ ἀπόθεν ὁ ρήγας ἐλικουβρίασεν τόσον λογάριν καὶ ἐποῖκεν τιτοίους ὀξόδους καὶ τόσον καιρόν. Ὁ αὐτὸς ρὲ Πιὲρ πρὶ νὰ πάγῃ ὠρδινίασεν ἕναν πουρζέζην ὀνόματι σὶρ Τζουὰν τε Σταθία Λατῖνον καὶ ἐποῖκεν τον τζαμπερλάνον τοῦ ρηγάτου, καὶ εἶχεν ἀπὸ τὸν ρήγα πογέριν νὰ σωρεύγῃ τοὺς εἰσσόδους τοὺς ἀτάκτους καὶ χρέη παλαιὰ καὶ ὅσα φέρει ὁ καιρὸς χρόνον πρὸς χρόνον εἰς τὴν ρηγάδα, καὶ νὰ πολομᾷ καὶ τοὺς ἐξόδους τοὺς ἀπρέπους ἁποῦ δὲν ἦσαν ταμένοι καὶ γραμμένοι εἰς τὸ σύνγκριτον. Ὁ ποῖος ἔππεσεν εἰς μεγάλην ἔννοιαν ἅνταν εἶδεν τὸ θέλημαν τοῦ ρηγὸς νὰ γυρέψῃ νὰ πάγῃ πέρα· τότες ἐβουλεῦσαν τον οἱ συνγκριτικοὶ νὰ συντύχῃ μὲ τὸν ρήγα, καὶ νὰ καταστήσῃ νὰ ἐλευθερώσῃ τοὺς λᾶς τοὺς περπεριάριδες, [ὅπου ἦσαν οἱ περίτου περπεριάριδες,] οἱ περίτου τοῦ συνγκρίτου καὶ οῦλον τὸ ἀρχοντολόγιν τοὺς πουρζέζιδες τῆς Λευκωσίας· ὅτι οἱ Συριάνοι ἐκρατοῦσαν εἰς τὴν πλουσίαν χώραν τὴν Ἀμόχουστον, καὶ διατὶ τοὺς ἐψεματολογοῦσαν οί Συριάνοι λαλῶντα τους, ὅτι εἶνε παροῖκοι· «Καὶ νὰ δώσῃ ὁ πασαεῖς πολλὰ τίποτες, ἀνισῶς καὶ θέλεις νὰ ὁρίσῃς, διότι καὶ ἡ ἀρ(χον)τία τοῦ πατρός του ρὲ Οὗτζε τίντα ἐγίνετον, ἐξωδιάστην μὲ τὰ ἄρματα τὰ ἠκούσετε τὰ γενόμενα εἰς τὴν Τουρκίαν. Καὶ διὰ τὴν χρείαν τοῦ ρηγὸς τοσαῦτα ἔξευρε νὰ τὸν καταστήσῃ, ὅτι ἐσυνγκατέβην ὁ ρήγας νὰ λευτερώση ἀπὸ τοὺς περπεριάριδες εἴ τὶς νὰ θελήσῃ, μὲ τοιοῦτον, ὅτι νὰ δώσῃ πασαεῖς διὰ τὸ κορμίν του καὶ διὰ τὴν γυναῖκαν του καὶ διὰ τὰ παιδιά του τ᾿ ἀνήλικα χιλιάδες βʹ ἄσπρα τῆς Κύπρου· καὶ ἐσυμπάψαν πολλοί, καὶ ἐσυμπίασεν λογάριν πολλύν· καὶ ἅντα δὲν εἶχα νὰ δώσουν δύο χιλὀιάδες ἐπαρκατέβασεν τὰ ͵αώ, καὶ ἐκατέβαιννεν ὀλλίγον του κατʹ ὀλλίγου ὥς τὰ ὀνομίσματα ͵α πασαεῖς μὲ τὴν συμβίαν του καὶ μὲ τὰ παιδιά του τʹ ἀνήλικα. Καὶ εἰς τούτην τὴν τάξιν ἐλευθερώθησαν ὅλοι οἱ πλουσίοι περπεριάριδες ὅπου ἐπλερῶνναν κάθα χρόνον περισσὸν βίον ἀποὺ δύο χιλιάδες ὀνομίσματα τὸν χρόνον.

§158.-Καὶ διατὶ δύο φυσικοὶ ἀφέντες εἶνε εἰς τὸν κόσμον, ὁ ἕνας κοσμικὸς καὶ ὁ ἄλλος πνευματικός, τοὺς εἶχεν τὸ νησσάκιν τοῦτον, τὸν βασιλέαν τῆς Κωνσταντινόπολις καὶ τὸν πατριάρχην τῆς μεγάλης Ἀντιοχείας, πρὶν τὴν πάρουν οἱ Λατῖνοι· δἱὰ τοῦτον ἦτον χρῆσι νὰ ξεύρωμεν ρωμαῖκα καθολικά, διὰ νὰ πέψουν γραφὲς τοῦ βασιλέως, καὶ συριάνικα σωστά, καὶ οὕτως ἐμαθητεῦγαν τὰ παιδιά τους, καὶ τὸ σύνγκρίτον οὕτως ἐδιάβαινεν μὲ τὰ συριάνικα καὶ ρωμαῖκα, ὥς που καὶ ᾿πῆραν τὸν τόπον οἱ Λαζανιάδες, καὶ [ἀπὸ τότες] ἀρκέψα νὰ μαθάνουν φράνγκικα, καὶ ᾿βαρβαρίσαν τὰ ρωμαῖκα, ὡς γοιὸν καὶ σήμερον, καὶ γράφομεν φράνγκικα καὶ ρωμαῖκα, ὅτι εἰς τὸν κόσμον δὲν ἠξεύρουν ἴντα συντιχάννομεν.

§159.-Τώρα νὰ ξηγηθῶ τὴν μάχην ὅπου ἐγίνην μὲ τους Σαρακηνοὺς μὲ τὴν Κύπρον· ὅταν ἐπῆγαν τὰ κάτεργα καὶ ἐπῆραν τὴν Ἀταλείαν, εὑρέθην ἕνας Σαρακηνός, τὸν ἐκράζαν Χατζιάνην καὶ ἐπιάσαν τον καὶ ᾿φέραν τον σκλάβον εἰς τὴν Κύπρον καὶ ᾿βάλαν τον εἰς τὴν Κερυνίαν καὶ ἦλθεν ἕνας Τοῦρκος νὰ πραματευτῇ· ὅσον ἐμπαίννει εἰς τὴν Κερυνίαν, ἀγρώνισέν τον καὶ παρακάλεσέν τον νὰ συντύχῃ τους λᾶς του νὰ πέψουν νὰ τον ἀποσπάσουν ν᾿ ἀποβγῇ ἀπὲ τὰ σίδερα· καὶ ἔδωκέν του καὶ χαρτὶν καὶ ἐπῆρεν το εἰς τὴν Δαμασχόν. Γροικῶντα οἱ Σαρακηνοὶ πῶς οἱ συνγκενεῖς τους εἶνε εἰς τοιοῦτον κακὸν εἰς τὴν Κερυνίαν, ἐπῆγαν εἰς τὸν ἀφέντην τῆς Δα(μα)σχοῦ καὶ ἀγγαλέσαν, λαλῶντα, ὅτι «ἡ ἀγάπη ὅπου εἶνε [ἀνάμεσα τοῦ σουλτάνου καὶ τοῦ ρηγὸς τῆς Κύπρου] ἐποντίστην, ἐπειδὴ ἐπιάσαν τὸν ἄνθρωπον τὸν σουλτανικὸν καὶ ἔχουν τον εἰς τὴν φυλακὴν εἰς τὴν Κύπρον εἰς τὴν Κερυνίαν» Γροικῶντα ὁ ἀφέντης τῆς Δαμασχοῦ ἔπεψεν καὶ ἐπίασεν οὕλους τοὺς πραματευτάδες τοὺς Κυπριῶτες, καὶ ὥρισέν τους νὰ γράψουν χαρτία εἰς τὴν Κύπρον νὰ ξαπολύσουν τὸν ἄνθρωπον τοῦ σουλτάνου· καὶ ᾔτζου ἐποίκασιν, καὶ ἐπέψαν γραφὲς τοῦ κουβερνούρη, ὁ ποῖος ἐπέψεν τους ἀντίλογον, πῶς δὲν θέλει νὰ τὸν δώσῃ· καὶ στρέφοντα ὁ ἀντί λογος εἰς τους πραματευτάδες ἐποῖκαν το νῶσιν τοῦ ἀφέντη τῆς Δαμασχοῦ. Καὶ ὁ αὐτὸς ἀμιρᾶς Μέλι Μπέχνα ἦτον τόσον σουπέρμιος, καὶ γροικῶντα τὰ μαντάτα ἐπολογήθην τους τόσον σκλερὰ καὶ ἀντροπιασμένα· τότες ἕρισεν καὶ ἐγράψεαν χαρτία εἰς τους πουρζέζιδες τῆς Κύπρου πολλὰ χοντρόν· καὶ ὁ ἀμιράλλης εὑρέθην εἰς τὴν Ἀμόχουστον καὶ ἐφέραν τὸ χαρτίν, καὶ ἐμεταγλώττισέν το φράνγκικα, καὶ ἐπέψαν το τοῦ κουβερνούρη, καὶ ἔπεψέν του καὶ τὰ στοιχήματα, καὶ ἐμήνυέν το τοῦ ρηγὸς πέρα. Ἀκομὴ ὁ πρίντζης ἔπεψεν χαρτίν τοῦ ρηγὸς διὰ πολλὲς ἀφορμὲς καὶ ἔγραψεν καὶ διὰ τοῦτον, καὶ ἔπεψέν τα τοῦ ρηγὸς εἰς τὸ Ἀβενίου.

§160.-Θωρῶντα ὁ ρήγας τὰ φοβερίσματα καὶ τὰ ἀναπειλήματα τοῦ αὐτοῦ Μέλε Πέχνα τόσον σκλερά καὶ τόσον ν᾿ ἀναπειλᾶτον τὸ νησσίν, πῆρεν καὶ ἔδειξέν το τοῦ ἁγιωτάτου πάπα καὶ τοὺς ἀφέντες ὁποῦ εὑρίσκουνταν εἰς τὸ Ἀβενίου, καὶ οἱ ἀφέντες ὁποῦ ἐλεῖπαν ἐμήνυσέν το μὲ τὰ γράμματά του· τότες ἐθυμώθησαν δυνατὰ καὶ ἐβάρτησαν νὰ ἔλθουν ἀππὦδε νὰ πᾶν εἰς τὴν Συρίαν νὰ ζημιώσονν καὶ νὰ κουρσεύ- σουν τὴν γῆν τοῦ σουλτάνου τοῦ Καργίου. Θεωρῶντα ὁ ρήγας τὸ καλὸν θέλημαν τοὺς ἀφέντες, ἐμήνυσεν τοῦ ἀδελφοῦ του εἰς τὴν Κύπρον ν᾿ ἀρματώσῃ ὅσα ξύλα ἔχει εἰς τὸ ἀρσινάλλιν τῆς Ἀμοχούστου καὶ ὅσα ἄλλα εὑρίσκουνται εἰς τὸ νησσίν, καὶ νὰ ποίσῃ ἄλλα ὅσα νὰ μπορήσῃ, νὰ ταὔρῃ ὅτοιμα εἰς τὸ ἔλα του, καὶ νὰ ποίση ποξαμάτιν πολλὺν καὶ σιτάριν πολλὺν διὰ τὸ ἄνωθεν ἀρμάτωμαν· καὶ ἅνταν τὰ δηγήσῃ νὰ πέψῃ εἰς τὴν Ρόδον νὰ ἐγδεκτοῦν τὸν ρήγα, καὶ διὰ τοῦτον νὰ μηνύσῃ ἀντίλογον.

§161.-Καὶ ὁ κουβερνούρης ἀρμάτωσεν ὅλον τὸ στόλος καὶ ὡδήγησεν πᾶσα πρᾶμαν διαλεκτὰ καὶ διωρθωμένα· καὶ τὸν ἰούνιον μῆναν τξεʹ Χριστοῦ ἀρμάτωσεν ὁ κουβερνούρης μίαν σατίαν καὶ ἔβαλεν ἀπάνω τοὺς σὶ(ρ) Χαρρὴν τε Ζιπλὲτ καὶ ἔπεψέν τον εἰς τὸν ρήγα, λαλῶντα του πῶς τὸ στόλος εἶνε δηγημένον. Ὁ ρήγας ἐξέβην ἀπὸ τὸ Ἀβενίου καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Βενετίαν, καὶ ηὗρεν τον ὁ αὐτὸς σὶρ Χαρρὴν τε Ζιπλὲτ καὶ εἶπεν τὰ μαντάτα· καὶ ἐχάρην χαρὰν μεγάλην ὁ ρήγας, καὶ ἐπερίλαβέν τον πολλὰ μετὰ χαρᾶς καὶ ἐσύντυχέν του κρυφὰ τὸ ἤθελεν. Καὶ ἐμήνυσεν τοῦ πρίντζη νὰ πέψῃ τὴν ἀρμάδαν εἰς τὴν Ρῲδον.

§162.-Καὶ τῇ π(έφ)τῃ τῇ κεʹ ἰουνίου ͵ατξεʹ Χριστοῦ ὁ αὐτὸς κουβερνούρης ὠρδινίασεν εἰς τὸν τόπον του [τοῦ ρηγάτου] τὸν σὶρ Τζάκε τε Νόρες τὸν τουρκοπουλιέρην, καὶ κεῖνος καὶ οἱ λοιποὶ ἀφέντες οἱ κάτωθεν ὠνοματισμένοι ἐνέβησαν εἰς τὰ κάτεργα. Καὶ ἦσαν λγʹ σατίες ὅπου εἶχαν τ᾿ ἄλογα, καὶ καραβία ιʹ, καὶ ἕτερα τὰ λέγουν περιστιρία κʹ καὶ ᾿ξέβησαν ἀπὸ τὸν λιμιόναν τῆς Ἀμοχούστου ρηʹ ἄρμενα· καὶ ἡ νοματολογία τῶν ἀρχόντων ὅπου ἐμπῆκαν εἰς τὰ ξύλα, εἶνε οἱ κάτωθεν, χωρὶς τοὺς ἀνονῦμους καὶ πασαεῖς ἦτον μὲ τὴν ὑποταγήν του, καὶ ὁ πρίντζης ἦτον καπιτάνος εἰς ὅλα τὰ ξύλα.

§163.-Πρῶτος ὁ μισὲρ Τζουὰν τε Λουζουνίας, πρίντζης τῆς Ἀντιοχείας καὶ κουβερνούρης τῆς Κύπρου καὶ καπιτάνος φυσικὸς τῆς ἀρμάδας, μισὲρ Τζουὰν τε Ἰμπελὴ κούντης τοῦ Γιάφα, μισὲρ Τζουὰν τε Μόρφου καὶ κούντη τε Ρουχᾶς, μισὲ(ρ) Ραμοὺν Παπὴς πουντουλλιέρης τῆς Κύπρου, ὁ σὶρ Οὗγγε τε Μουντολίφ, ὁ σὶρ Τζουὰν τε Σοὺρ ὁ ἀμιράλλης, ὁ σὶ(ρ) Ροτζιὲρ τε Μουντολίφ, ὁ σὶρ Τουμᾶς τε Βερνή, ὁ σὶρ Τζουὰν τ᾿ Ἀντιότζε, ὁ σὶρ Τζουὰν τε Λα Φιέρτε, ὁ σὶρ Πατὴ τε Πρίες, ὁ σὶρ Τζουὰν τε Πρίες, ὀ σὶρ Τζάκε τε (Ἰ)πελήν, ὁ σὶ(ρ) Ρ(ε)νιὲ Λ(ε) Πεντίτ, ὁ σὶρ Οῦγγε Πεζουήν, ὁ σὶρ Παλίαν τε Νεβρέ, ὁ σὶρ Τζουὰν τε Ζιπλέτ, ὁ σὶρ Γὴ ντε Μιμάρς, ὁ σὶρ Τζακὲς τε Μουντεζάρτ, ὁ σὶρ Χαμερὴν τε Μουντεζάρτ, σὶρ Παλία τε Πλεσίε, σὶρ Τουμᾶς τ᾿ Αντιότζε, σὶρ Νικὸλ τε (Ἰ)μπελήν, σὶρ Λογὴς τε Νόρες, ὁ σὶρ Ὀτὲτ τε Ζιπλέτ, ὁ σὶρ Γιλιάμε Βισκούντης καὶ ἡ συντροφία τοῦ σὶρ Τζάκε τε Νόρες τοῦ τουρκοπουλιέρη, καὶ ἡ συντροφία τοῦ ἀρχιεπισκόπου τῆς Λευκωσίας, καὶ ἡ συντροφία τοῦ ἐπισκόπου τῆς Λεμεσοῦ. Τότες ἐξέβησαν καὶ ἦλθαν εἰς τὴν Ἀλικήν, καὶ ὁ κουβερνούρης ἦτον ἀστενὴς καὶ έστράφην εἰς τὴν Λευκωσίαν, καὶ τὸ στόλος τῆς ἀρμάδας ἐπῆγεν εἰς τοὺς Μύλους καὶ ἐφορτῶσαν τ᾿ ἄλογα. Θεωρῶντα ὅτι ὁ πρίντζης ἄργησε νὰ στραφῇ, ἀφῆκαν τὸ κάτεργόν του καὶ ἄλλα γʹ εἰς τὴν συντροφιάν του, καὶ ἡ ἀρμάδα ἐπῆγεν εἰς τὴν Ρόδον. Θωρῶντα ὁ κύρης ὁ πρίντζης, ὅτι δὲν ἐκαλλιτέριζεν ἀμμὲ περίτου ἐχειροττέριζεν, ἐμήνυσεν τῶν δʹ κατέργων νὰ πᾶν εἰς τὴν Ρόδον.

§164.-Καὶ τῇ κεʹ αὐγούστου εἰς τοὺς τξεʹ Χριστοῦ ἐπέσωσεν ἡ ἀρμάδα εἰς τὴν Ρόδον· ὁ ποῖος ἐπῆρεν μεγάλην χαρὰν ὅταν τὴν εἶδεν.

§165.-Καὶ πρὶν νὰ βγῇ ὁ ρήγας ἀπὸ τὴν Βενετίαν ἕπεψεν ἕναν κάτεργον μὲ τὸν σὶρ Χαρρὴν τε Ζιπλὲτ καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Γένουβαν καὶ ἐσυμπάψαν τὴν ἀγάπην. Καὶ ἐσυντροφίασεν τὸν ποδεστᾶν ὅπου ἔρχετον εἰς τὴν Κύπρον μὲ τρία κάτεργα ὁ μισὲρ Τζάκομου Σαλβάγω, καὶ ἦλθαν τὰ δʹ κάτεργα καὶ ηὗραν τὸν ρήγα εἰς τὴν Ρόδον, καὶ ἔπεψέν τον εἰς τὴν Κύπρον· καὶ ἅνταν ἐπεσῶσαν εἰς τὴν Πάφον ἀφῆκεν τὸ ρηγάτικον κάτεργον καὶ τὰ γʹ τὰ γενουβίσικα, καὶ ἐγύρισεν εἰς τὴν Κερυνίαν· καὶ ὁ μισὲρ Χαρρὴν ἐπέζευσεν καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Λευκωσίαν καὶ ἐδιαλάλησεν τὴν ἀγάπην τοὺς Γενουβίσους, καὶ εἶπεν τοῦ κουβερνούρη τὸν ὁρισμὸν τοῦ ρηγός· καὶ πάλιν ἐστράφηκεν καὶ ηὗρεν τὰ γʹ κάτεργα καὶ ἐσυντροφίασέν τα καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ἀμόχουστον, καὶ πάλε ἐδιαλαλῆσαν τὴν ἀγάπην είς τὴν Ἀμόχουστον· καὶ ὁ σὶρ Χαρρὴν ἐνέβην εἰς τὰ κάτεργα καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ρόδον, καὶ ηὗρεν τὴν ἀρμάδαν.

§166.-Εἰς τὴν Ρόδον τὸ λοιπὸν οἱ μεθυστάδες οἱ ναῦτες εἶχα λογία εἰς τὴν μέσην τους καὶ ἐποῖκαν μάλλωμαν καὶ ἐσκοτώθησαν πολλοὶ Κυπριῶτες καὶ Ροδίτες· ὁ ρήγας ὥρισεν καὶ ἐδιαλαλῆσαν νὰ μὲν ᾖνε τινὰς ἀπότορμος νὰ ποίσῃ μάλλωμαν ἀπάνω εἰς τὴν κεφαλήν του· ὁμοίως καὶ ὁ μέγας μάστρος τὸ ὅμοιον ἐποῖκεν· καὶ ἔπαψεν τὸ σκάνταλον. Καὶ ὁ μέγας μάστρος καὶ ὅλοι οἱ φρέριδες ἐπαρακαλέσαν τὸν ρήγα νὰ στερεώσῃ ἀγάπην μὲ τὸν Ἅγιον Ἴωάννην καὶ μὲ τὰ Παλατία· καὶ ὁ ρήγας ἐστερέωσεν τὴν ἐζήτησίν τους· ὁ ἀμιράλλης τῆς Ρόδου ἐποῖκεν το νῶσιν εἰς τὰ Παλατία, ὅτι ἐφοβοῦνταν καὶ γροικῶντα το ἐχάρησαν πολλά, καὶ ἐπέψαν μαντατοφόρους καὶ μεγάλα κανισκία τοῦ ρηγὸς εἰς τὴν Ρόδο, καὶ ἐποῖκεν στοιχήματα καὶ ἔγραψέν τα.

§167.-Ὁ μέγας μάστρος ἀρμάτωσεν δʹ κάτεργα καὶ ἔπεψεν ρʹ φρέριδες καὶ ἄλογα καὶ κάτεργα· καὶ ὁ ρήγας ἔφερε μετά του ιεʹ κάτεργα καὶ τὸ κάτεργον τὸ ἐστράφην ἀπὸ τὴν Γένουβαν, ὅπου εἶνε ιϚʹ:-ὁ ρήγας εἰς τὸ κάτεργόν του, ὁ λεγάτος, ὁ πρίντζης, ὁ κύρης τοῦ καστελλίου, ὁ κύρης τῆς Βάσας, ὁ Χεττὲ Κυπριώτης, ὁ κύρης τοῦ Ροκιαμοφόρτ, ὁ μαριτζᾶς τῆς Τζαμπανίας, ὁ βισκούντης τοῦ Τούρου, ὁ Τουνκέτ, καὶ ὁ Πρεζουηὴ καὶ ἡ συντροφιά του, ὁ μισὲρ Πιὲρ τε Γριμάνη, σὶρ Τζουὰν τα Μάρ, ὁ μισὲρ Χαρρὴν τε Τζιπλέτ· ὁμοῦ οἱ ἄνωθεν ιϚʹ, καὶ τοῦ Σπιταλλίου δʹ, καὶ ἕτερα πολλὰ καραβία. Καὶ εὑρέθησαν ὅλα ἄρμενα ρξεʹ.

§168.-Ὁ ρήγας ἔπεψεν τὸ κάτεργον τοῦ σὶρ Τζουὰν τα Μὰρ εἰς τὴν Κύπρον καὶ εἶπεν τὰ μαντάτα τῆς ρήγαινας καὶ τοῦ πρίντζη καὶ ᾿μήνυσέν του νὰ διαφεντέψῃ νὰ μὲν πάγῃ κανένα ξύλο εἰς τὴν Συρίαν διὰ νὰ μηδὲν μάθουν τὸ ἄμε τοῦ ρηγός, ὅτι κρυφὰ ἐθέλε νὰ πεζεύσῃ εἰς τὴν γῆν τοῦ σουλτάνου νὰ τὸν ζημιώσῃ· καὶ νὰ ἀβιζιάσουν τοὺς Κυπριῶτες νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν Συρίαν.

§169.-Ὁ λεγάτος ἐκατήχησεν εἰς τὴν Ρόδον τὸ ἄμε ὅπου ἔθελεν νὰ πάγῃ ὁ ρήγας εἰς τὴν Συρίαν, καὶ πασαεῖς μὲ προθυμίαν καὶ πίστιν νὰ συντρέξῃ νὰ πᾶσιν [κατάδικα τοὺς ἐχθρούς τους.]

§170.-Γροικῶντα τὰ μαντάτα οἱ Ἀμουχουστιανοὶ ἐπικράνθησαν πολλά, διὰ πολλὰ πράματα τὰ εἶχαν ἀγορασμένα εἰς τὴν Συρίαν καὶ δὲν ἦτον μόδος νὰ σηκωθοῦν εὔκολα.

§171.-Ἤτζου εἰς ὀλλίγον καιρὸν ὁ ρήγας μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ θεοῦ ἐβγῆκεν καὶ πηγαίνει ʹς τὸ Ραοῦζε καὶ ἀπεκεῖ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν· καὶ τῇ πέμπτῃ τῇ θʹ ὀκτωβρίου ͵ατξεʹ ἐπεσῶσαν εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν· καὶ ὅνταν οἱ Σαρακηνοὶ εἶδαν τὸ φουσάτον τοῦ ρηγὸς τῆς Κύπρου πολλὰ ἐτρομάξαν, καὶ ἐξέβην καὶ ἔφυγεν πολλὺν πλῆθος. Τἄπισα ἐκατέβησαν οἷ Σαρακηνοὶ κοντὰ δέκα χιλιάδες, καβαλλάριδες καὶ ἀπεζοί, νὰ διαφεντε(ύ)σουν τὸν λιμιόναν, καὶ δὲν ἠμπορῆσαν. Τὸ πρῶτον κάτεργον ἀποχωρίσθην καὶ ἐπίασεν γῆν τοῦ σὶρ Τζουὰν τε Σούρ, καὶ ἀπεκεῖ ἕναν ὀπίσω τοῦ ἄλλου, καὶ ἀπεζεῦσαν ὅλοι μὲ κατευόδωσιν. Οἱ Σαρακηνοὶ εἶχαν χαράν, λαλῶντα: «Δὲν ἔχουν ἄλογα εἰς τὸ φουσάτον!» Καὶ έκατέβησαν καὶ ἐσυντύχαν πολλὰ ἄπρεπα λογία καὶ σουπέρπια ὅλην ἐκείνην τὴ νύκταν ἀπὸ τὸ τειχόκαστρον. Καὶ βαθεῖαν αὐγὴν ὥρισεν ὁ ρήγας καὶ ἀπεζεῦσαν τ᾿ ἄλογα εἰς τὴν γῆν· καὶ ἄνταν εἶδαν τ᾿ ἄλογα οἱ Σαρακηνοὶ ἐπίασέν τους μέγας φόβος, καὶ ἐφύγαν πολλοὶ Σαρακηνοί. Καὶ πισαυρίου ὄπου ἦτον παρασκευγὴ τῇ ιʹ μηνὸς ὀκτωβρίου, οἱ Σαρακηνοὶ ἐνέβησαν εἰς τὰ τειχόκαστρα τῆς Ἀλεξάνδρας μὲ θάρος νὰ τὴν διαφεντέψουν. Ἀμμὲ ὁ θεὸς ἐποῖκει χάριταν τοὺς χριστιανούς, καὶ ὅσον ἐκαβαλλικεῦσαν εἰς τ᾿ ἄλογα, ἦλθαν καὶ τὰ κάτεργα καὶ ἐνέβησαν εἰς τὸν παλιὸν λιμιόναν, καὶ τὸ φουσάτον τῆς γῆς ἐπῆγεν εἰς τὴν χώραν· καὶ ἐπαίνοντά τους εἰς τὴν πόρταν τῆς χώρας ὅμως οἱ χριστιανοὶ ἐκάψαν τες πόρτες τῆς χώρας καὶ ἐδῶκαν ἔσσω, καὶ τὰ κάτεργα ἀπὸ τὴν πόρταν τοῦ λιμιόνος τοῦ παλαιοῦ, καὶ μὲ τὴν χάριν τοῦ θεοῦ ἐπῆραν τὴν Ἀλεξάνδραν, ὅπου εἶνε περίτου δυνατὴ παρὰ οῦλες τὲς ἔχουν οἱ Σαρακηνοὶ κοντὰ εἰς θάλασσαν. Τοῦτον ἐγίνετον τῇ δʹ τὶς δʹ ὥρες· καὶ παίρνοντά την οὗλοι οἱ χριστιανοὶ ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην, καὶ εὐχαρίστησαν πολλὰ τοῦ θεοῦ.

§172.-Ὁ δὲ ληγάτος μοναῦτα ὥρισεν καὶ ἐποῖκαν παρακάλεσες εἰς τὸν θεόν, καὶ ἐλειτουργῆσαν εἰς τὸ ὄνομαν τῆς ἁγίας τριάδος, καὶ ἐμακαρίσαν καὶ τοὺς χριστιανοὺς ὅπου ᾿σκοτώθησαν εἰς τὸν πόλεμον. Καὶ ὁ ρήγας ἐποῖκεν καβαλλάρην τὸν Τζάκε τε Λουζουνίαν τὸν ἀδελφόν του, καὶ τὸν σὶρ Τουμᾶς, τ᾿ Ἀντιότζε, καὶ πολλοὺς ἄλλους, καὶ ἔδωκεν τοῦ ἀδελφοῦ του τοῦ σὶρ Τζάκε ἐφφίκιν τὸ σινεσκαρδίκιν· καὶ τὸν σὶρ Τζουὰν τε Μόρφου ἐποῖκεν τον κούντη τε Ρουχᾶς· τὸ δὲ πριντζάτον τῆς Γαλιλαίας ἔδωκέν το τοῦ μισὲρ Οὗγκε τε Λουζουνία τοῦ ἀδελφοτέκνου του. Τὸ λοιπὸν ὁ ρήγας καὶ οὕλη ἡ ἀρμάδα ἐμεινίσ(κ)αν εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν μετὰ γʹ ἡμέρες καὶ ἐνέβησαν ἔσσω· καὶ ηὗραν ἕναν πύργον γεμάτον ἀξαζόμενα πράγματα καὶ ἀρκοντίες, καὶ πολλὲς πραματεῖες, καὶ πλοῦτον ἀσήμιν καὶ χρυσάφιν. Ὁ λαὸς τῶν κατέργων ἐξέβην καὶ ἐνέβην εἰς τὴν χώραν, καὶ ἐπῆραν πολ- λὺν πλοῦτον καὶ ἐφέραν τον εἰς τὰ κάτεργα. Καὶ ὁ ρήγας δὲν ἐπῆρεν τίποτες, μὲ θάρος ὅτι θέλειν κρατήσειν τὴν χώραν διὰ λλόγου του.

§173.-Τότες ἐσυνβουλεύτην μὲ τὸν ληγάτον καὶ μὲ τοὺς καβαλλάριδές του, καὶ ὅλοι εἶπαν του: «Ἀργεῖ ἐκεῖ, καὶ δὲν εἶνε διὰ κανέναν διάφορος, ἀμμὲ νὰ πᾶμεν [εἰς τὸν τόπον μας».] Καὶ ὅλοι ἀντάμα μίαν βουλὴν ἐποίκασιν. Καὶ ὥρισεν ὅ ρήγας καὶ ἐστραφην τὸ φουσάτον εἰς τὰ κάτεργα, καὶ ἐποῖκαν ἄρμενα καὶ ἦρταν εἰς τὴν Λεμεσόν, καὶ ἀπεζεύγοντα μὲ χαρὰν μεγάλην. Καὶ ἀπέζευσεν ὁ ρήγας καὶ ὅλοι οἱ καβαλλάριδες καὶ οἱ παρούνιδες εἰς τὴν γῆν, καὶ τὰ κάτεργα ἐγυρίσαν εἰς τὴν Ἀμόχουστον καὶ ἐξηφορτῶσαν τὰ ροῦχα, καὶ ἀποαρματῶσαν ὅλα τὰ ξύλα, ἐβγάλλοντα τοῦ μισὲρ Τζουὰν τε Σοὺρ τὸν ἀμιράλλη, ὅτι ὥρισέν τον ὁ ρήγας νὰ μὲν ἀπεζεύση, ἀμμὲ νὰ ᾖνε ὅτοιμος νὰ πάγῃ τὰ μέρη τῆς δύσις, κατὰ τὸ ἀστοίχημαν τὸ ἐποῖκεν μὲ τοὺς Γενουβίσους, καὶ νὰ πάρῃ καὶ τὰ ξύλα τὰ γενουβίσικα μετά του, καθὼς τὸ ἐξηγήθηκα ὀπίσω.

§174.-Ὁ ρήγας ἔγραψεν γραφὲς εἰς τὸν πάπαν καὶ ἔδωκέν τες τοῦ ἀμιράλλη, καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς ἀφέντες τῆς δύσις, νὰ ᾖνε ρικουμαντιασμένος εἰς αὑτῆς του, καὶ νὰ τοὺς πῇ τὴν ὑπόθεσιν τῆς Ἀλεξάνδρας. Καὶ ἐβγαίννοντά του ὁ ἀμιράλλης ἀπὸ τὴν Ἀμόχουστον ἦλθεν εἰς τὴν Ἁγία Νάπαν, κ᾿ ἐκεῖ ἐπῆγαν ὅλοι οἱ δικοί του καὶ ἐπαράγκειλέν τους καὶ ἐδῶκεν πασανοῦ τὴν δουλείαν του νὰ τὴν πολομᾷ ὥς που νὰ στραφῇ. Καὶ ἐπῆρεν μετά του τὸν σὶρ Τουμᾶς Ἄρα καὶ τὸν σὶρ Φρασὲς Κμάδα καβαλλάριδες εἰς τὴν συντροφιάν του· καὶ ἀπεκεῖ ἐπῆγεν εἰς τὴν Πάφον καὶ ἔμεινεν μίαν ἡμέραν. Ὁ ρήγας ὥρισεν γʹ κάτεργα κουρσάρικα καὶ ἐποῖκαν του συντροφίαν καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ρόδον, καὶ ἐκεῖ ηὗραν τὸν σὶρ Τζουὰν Σασίουν κακοψυχημένον, καὶ ἐπέθανεν [καὶ ἐθάψαν τον. Καὶ ἐγδέχετον τὸν ληγάτον ἐκεῖ ἕως τὸν μάρτην ͵ατξεʹ Χριστοῦ κατὰ τὸν ὁρισμὸν τοῦ ρηγός· καὶ ὁ ληγάτος ἐπῆγει εἰς τὴν Ἀμόχουστον διὰ νὰ ἐμπῇ εἰς τὸ κάτεργον νὰ πάγῃ εἰς τους ὁρισμοὺς τοῦ ρηγός, καὶ ἐκεῖ ἐκακοψύχησεν καὶ ἀπόθανεν τῇ Ϛʹ ἰουνίου τξϚʹ Χριστοῦ.]

§175.-Καὶ γροικῶντα τὰ μαντάτα ὁ ἀμιράλλης ἐσηκώθην ἀπὸ ᾿κεῖ κα ἐπῆγεν εἰς τὴν Γένουβαν· ὀμπρὸς ἐπῆγεν εἰς τὴν Ρώμην, καὶ ἅνταν ἐγροίκησεν ὁ πάπας [τὰ μαντάτα ἀπὸ τὸν ἀμιράλλην, ἐχάρην χαρὰν μεγάλην καὶ ὅλη ἡ Ρώμη. Καὶ ᾿μάθαν τὴ νίκην τοὺς χριστιανοὺς τοὺς Κυπραίους, ἐζηλέψαν οἱ ἄρχοντες τῆς δύσις καὶ ἐβάλαν βουλὴν ν᾿ ἀρματώσουν νἄρτουν εἰς τὴν μερίαν τῆς Κύπρου πρὸς τὴν βοήθειαν τοῦ ρηγὸς διὰ τὴν Συρίαν· ὁμοίως καὶ ὁ κούντης τῆς Ἀσαβογίας, ὁ ποῖος ἔμελλε νἄρτῃ μὲ πολλὰ φουσάτα· ὁμοίως καὶ ὁ ρήγας τῆς Φραγγίας ἔπεψεν γιὰ τοῦτον ἕναν μέγαν καβαλλάρην ὀνόματι σὶρ Τζουὰ τε Λαβιέρ, καὶ εἶπεν το τοῦ ρηγὸς τῆς Κύπρου, πῶς μέλλει ὁ ἀφέντης ὁ ρήγας τῆς Φραγγίας νὰ πέψη πολλὺν φουσάτον εἰς τὴν Κύπρον νὰ καταλύσουν [τους Σαρακηνούς.] Καὶ μέσα εἰς τοῦτον ἐπῆγεν τὸ κάτεργον τὸ βενέτικον καὶ ἐπῆρεν μαντάτον πῶς γίνεται ἡ ἀγάπη μὲ τὸν σουλτάνον καὶ μὲ τὸν ρήγαν τῆς Κύπρου· καὶ γροικῶντα οἱ ἀφέντες τῆς δύσις, ἐκόπην ἡ ὄρεξι τους νὰ ἔλθουν εἰς τὴν βοήθειαν τοῦ ρηγὸς τῆς Κᾁπρου.

§176.-Τὸ λοιπὸν γροικῶντα τὸ κουμούνιν τῆς Βενετίας τὰ μαντάτα τῆς Ἀλεξάνδρας, ἐπικράνθησαν πολλά, διότι τὸ περίτου διάφορος τῶν πραματείων ἦτον ἐκεῖ καὶ ἀπ᾿ ὅλην τὴν Συρίαν· μοναῦτα ἐπέψαν μαντατοφόρους καὶ παρακαλητάδες εἰς τὸν σουλτάνον καὶ εἶπαν πῶς ἡ ἀρμάδα ὅπου ἦρτεν εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν δὲν ἦτον μὲ τὴν βουλήν τους, οὐδὲ ᾿ξεῦραν το, οὐδὲ ᾿βοήθησάν [τους, καὶ θέλου νὰ ἔχουν τὴν ἀγάπην τους καθὼς τὸ πρότερον·] καὶ δὲν ὠφελήθησαν. Τὸ κάτερ γον ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν, καὶ τὸν ἀποκλισιάρην ἐπῆραν τον εἰς τὸ Κάργιος, καὶ μὲ μεγάλην ταπείνωσιν καὶ παρακάλεσιν ἐποῖκεν τὴν μαντατοφορίαν του· καὶ ἅνταν ἐδιαβάσαν τὰ χαρτία ὀμπρός του, ἐπολογήθην καὶ εἶπεν: «Δὲ θέλω νὰ ποίσω ἀγάπην μὲ τινάν, χωρὶς νὰ ποίσω πρῶτα μὲ τὸν ρήγα τῆς Κύπρου, διατὶ δὲν πρέπει ἐκεῖνος νὰ ᾖνε εἰς μάχην μετά μας, καὶ μεῖς νἄχωμεν ἀγάπην μετά σας.» Τότες ἐστράφην ὁ μαντατοφόρος καὶ ἐνέβην εἰς τὸ κάτεργον, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Κύπρον, καὶ ἐπέζευσεν εἰς τὴν Ἀμόχουστον.

§177.-Τῇ κεʹ ἀπριλλίου τξεʹ Χριστοῦ ὁ ρὲ Πιὲρ ἐστρέφοντά του εἰς τὴν Κύπρον, ὥρισε νὰ τοῦ ποίσουν κάτεργα καὶ σατίες, καὶ ἄλλα πολλὰ ξύλα διὰ νὰ πάγῃ εἰς τὴν Συργιὰν νὰ πάρουν τὸ Βερούτιν, ὅπου εἶνε κοντὰ εἰς τὴν Κύπρον ροʹ μιλία τῆς θαλάσσου· καὶ ὠρδινίασεν καπιτάνον τὸν μισὲρ Πιὲρ Μουσ(τ)ρήν, καὶ ἦτον ὅλη ἡ ἀρμάδα εἰς τὸν λιμιόνα τῆς Ἀμοχούστου. Καὶ στρέφοντα τὸ κάτεργον τὸ βενέτικον ἀπὸ τοῦ σουλτάνου εἰς τὴν Ἀμόχουστον, καὶ θωρῶντα τὴν ἀράδαν ὅτοιμη νὰ ἐβγῇ, πολλὰ ἐπικράνθησαν· καὶ μοναῦτα ἐπεζεῦσαν οἱ μαντατοφόροι εἰς τὴν γῆν καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Λευκωσίαν εἰς τὸν ρήγα καὶ εἶπαν του τὴν ἀπολογίαν τοῦ σουλτάνου, καὶ λαλοῦν του καὶ τοῦτον: «Ἀφέντη, ἔπαρε σκοπόν, καὶ ξηλοθρεύγεις μας, διότι ὅ, τι καὶ ἂν ἔχωμεν εἰς τὸν κόσμον εἶνε εἰς τὴν Συργιάν, καὶ ἐμεῖς ὅλοι εὑρισκούμεθα εἰς τοὺς ὁρισμούς σου· καὶ ἀνισῶς καὶ ἡ μεγάλη σου βασιλεία πᾷς νὰ τοὺς ποίσῃς ἀγανάκτησιν, [κρατοῦν ἐκεῖνοι τὸ ἐδικόν μας,] καὶ θέλομεν γινεῖν ἔρημοι εἰς τὸν κόσμον τοῦτον· διὰ τοῦτον παρακαλοῦμεν σε καὶ εἰς τὸ βάπτισμαν τὸ εἶναι βαπτισμένος, νὰ κωλύσῃς τὴν ἀρμάδα νὰ μὲν πάγη εἰς τὴν Συρίαν, παροὺ νὰ γενῇ ἡ ἀγάπη τὴν ζητᾷ ὁ σουλτάνος, καὶ τὸ νὰ σηκώσωμεν τὸ δικόν μας, ποῖσε ὡς θέλεις. Καὶ ἀνισῶς καὶ χρήζεσαι καρτζὰ διὰ τὴν αὐτὴν ἀρμάδαν ὅπου ἐπλέρωσες τοὺς λᾶς καὶ ἐξοδίασες, ἡμεῖς νὰ τὰ πλερώσωμεν οὗλα καὶ οὕλην τὴν ζημίαν, καθὼς ἐδουλεύτης καὶ ἄλλην φορὰν ἀξ αὑτῶν μας.»

§178.-Γροικῶντα ὁ ρήγας τὰ καλά τους λογία καὶ τὴν παρακάλεσίν τους καὶ τὲς πολλὲς δούλεψες ὁποῦ ἐδουλεύτη ἀξ αὑτῆς τους, ἐκώλυσεν τὴν ἀρμάδαν καὶ δὲν ἐπῆγεν· καὶ εἶπεν τους καὶ τοῦτον, πῶς: «Ἄρχοντες, καλλίων φίλος εἰ(ς) στράταν παρὰ λογάριν εἰς τὴν ζωήν· ὁμοίως ἀθυμῶντα τὲς πολλὲς δούλεψες τὲς ἔχω ἀξ αὑτῶν σας, δὲν θέλω νὰ ἔχετε ζημίαν ἀπὸ τὴν ἀφορμήν μου· καὶ διὰ τοῦτον πολομῶ ἀργὰ τὴν ἀρμάδαν· καὶ ἐπειδὴ καὶ ὁ σουλτάνος θέλει νὰ ἔχῃ ἀγάπην μετά μου, διὰ τὴν ἀγάπην σας ἀρέσκει μου, μόνο νὰ ποίσετε νὰ μοῦ πέψῃ τὸν μαντατοφόρον του.»

§179.-Οἱ μαντατοφόροι εὐκαρίστησάν του πολλὰ ἀπὸ τὸ καλόν θέλημαν ὅπου τοὺς ἐποῖκεν, καὶ ἐπῆραν ὁρισμὸν καὶ ἐπῆγαν εἰς τὸ Κάργιος, καὶ ἐζητῆσαν τοῦ σουλτάνου νὰ πέψῃ μαντατοφόρον εἰς τὴν Κᾁπρον.

§180.Ὁ ρήγας ἔπεψεν χαρτὶν τοῦ σὶρ Πιὲρ Μουρσὴ τοῦ καπιτάνου τῆς ἀρμάδας: «Ἕξευρε, ὅτι διὰ τὴν ἀγάπην τοὺς ἠγαπημένους μας φίλους τοὺς Βενετίκους, δὲν θέλω νὰ βλάψωμεν τὸν σουλτάνον τοῦ Καργίου· διὰ τοῦτον ἔβγα, ἄγωμε εἰς τὰ μέρη τῆς Τουρκίας, καὶ ποῖσε ὅσην ζημία νὰ μπορήσῃς νὰ ποίσῃς τοὺς Τούρκους.» Ἐπῆρεν τὰ κάτεργα καὶ ἐπῆγεν εἰς τοὺς Μύλους, καὶ ἐσηκῶσαν ἄλογα, καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἀλλαγίαν· καὶ ἐπολεμίσαν τὸ κάστρον, καὶ ἐζημιῶσαν τὸν λιμιόναν, καὶ τὸ ἐξώκαστρον δὲν ἠμπορῆσα νὰ τὸ πάρουν διατὶ ἀναγγάζουνταν. Καὶ ἐπῆγαν τριγύρου ὅλον παραγιάλιν καὶ ἐζημί(ω)νέν τους ὡς τὸν ποταμὸν τὸν Μονοβγάτην· καὶ ᾿κεῖ ἦτον πολλὰ ξύλα τούρκικα καὶ ἐκάψαν τα οὗλα μὲ τοῦ θεοῦ τὴν βοήθειαν. Καὶ ἀπὸ ᾿κεῖ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ἀταλείαν, καὶ ἐποῖκαν πολλὲς ἡμέρες, καὶ ἐστράφησαν εἰς τὴν Ἀμόχουστον.

§181.-Τὸ κάτεργον τὸ βενέτικον ἐστράφην εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν, καὶ ἐπῆγαν οἱ μαντατοφόροι εἰς τὸ Καργίος καὶ ἐσυντύχαν τοῦ σουλτάνου, καὶ εἶπαν του πῶς ἐποῖκαν τὸν ρήγα καὶ ἐξηρμάτωσεν νὰ μὲν πάγῃ κοῦντρα του, καὶ νὰ τοῦ πέψῃ μαντατοφόρους νὰ τελειώσουν τὴν ἀγάπην· «διατὶ δὲν πιστεύγει πῶς θέλεις τὴν ἀγάπην του, ὡς γοιὸν μᾶς εἶπες τὲς διαβοῦσες ἡμέρες, καὶ διὰ νὰ τελειώσωμεν τοὺς ὁρισμο(ύ)ς σου [ἐποίκαμεν τὸ αὐτὸν πρᾶγμαν.»] Καὶ γροικῶντα ὁ σουλτάνος εἰς τιτοίαν λογήν, ἄρεσέν του πολλά, καὶ ἕρισεν καὶ ἐποῖκαν μεγάλα κανισκία, καὶ μεγάλους ἀφέντες διὰ μαντατοφόρους, καὶ ἔπεψεν εἰς τὴν συντροφιὰν τοὺς Βενε- τίκους. Καὶ τῇ κζʹ μηνὸς μαγίου τξϚʹ Χριστοῦ ἔραξεν τὸ κάτεργον τοὺς Βενετίκους εἰς τὴν Ἀμόχουστον καὶ ἐπέζευσε, καὶ ἐξέβησαν οἱ μαντατοφόροι τοῦ σουλτάνου, καὶ [ἐπερίλαβέν τους τιμημένα.] Ὁ ρήγας ὥρισεν καὶ ἐπῆραν ἄλογα καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ἀμόχουστον, καὶ καβαλλάριδες καὶ ἐσυντροφεῦσαν τους καὶ ἐφέραν τους εἰς τὴν χώραν τῆ βʹ μηνὸς ἰουνίου τξϚʹ Χριστοῦ· καὶ ἐνέβησαν ἔμπροσθεν τοῦ ρηγὸς καὶ ἔδωκάν του τὰ κανισκία καὶ τὰ χαρτία ὁποῦ τοῦ ἔπεψεν ὁ σουλτάνος· καὶ ὁ ρήγας ἐπερίλαβέν τους μετὰ χαρᾶς καὶ ἔπεψέν τους ἐκεῖ ὅπου ἦτον δηγημένα εἰς τὸ σπίτιν τοῦ κυροῦ τοῦ Στύρου· καὶ ᾿πῆγαν πολλοὶ καβαλλάριδες καὶ ἐπῆραν τους μὲ πολλὴν τιμήν, καὶ ἐδουλεῦσαν τους πολλὰ τιμημένα εἰς ὅλες τους τὲς χρῆσες.

§182.-Καὶ ὁ ρήγας ὥρισεν καὶ ἐκράξαν τοὺς ἄρχοντες τῆς βουλῆς, καὶ ὤρισεν καὶ ἀναγνῶσαν τὰ χαρτία ὀμπρός τους· καὶ μοναῦτα ἐζήτησέν τους βουλὴν τὸ τίντα νὰ ποίσῃ. Εἰς τοῦτον οἱ ἄρχοντες εἶπαν: «Ἐπειδὴ καὶ ὁ σουλτάνος [τιτοίως παιδεμένος] καὶ ζητᾶ ἀγάπην, καὶ διὰ τὴν μίαν μερίαν καὶ διὰ τὴν ἄλλην ἔνι καλόν· ὅτι τὸ κοῦρσος δὲν εἶνε τινὸς διάφορος παρὰ τοῦ φουσάτου, εἰ δὲ ὁ ἔξοδος ἔνε δικός σου.» Γροικῶντα ὁ ρήγας τοῦτον, ἕρισεν καὶ πολομᾷ μαντατοφόρους καὶ ἔπεψέν τους εἰς τὸ Κάργιος· οἱ ποῖγοι ἦτον Καταλάνοι, ὁ Τζὰν τ᾿ Ἄλφους καὶ ἦτον Ἑβραῖος καὶ ἐβα- πτίστην, καὶ τὸν σὶρ Τζόρτζε Σεττίκα, καὶ τὸν σὶρ Πὸλ τα Μπελονία τὸν νοτάριον· καὶ ἔδωκέν τους πρεπάμενα κανισκία νὰ δώσουν τοῦ σουλτάνου, καὶ ἄλλα πολλὰ ὅπου ᾿δῶκαν τους μαντατοφόρους τοῦ σουλτάνου· καὶ ἔδωκέν τους καὶ ἀντίλογον τῶν γραφῶν τοῦ σουλτάνου εἰς τὰ χέργια τοὺς μαντατοφόρους τοῦ σουλτάνου, καὶ ἄλλες γραφὲς ὅπου ἔδωκεν τοὺς μαντατοφόρους τοὺς δικούς του. Καὶ ἕρισεν καὶ ἀρματῶσαν ἕναν κάτεργον ἀπὸ τὴν Ἀμόχουστον, καὶ ἐνέβησαν οἱ μαντατοφόροι μέσα· καὶ οἱ μαντατοφόροι τοῦ σουλτάνου ἐνέβησαν εἰς τὸ βενέτικον ὄπου τοὺ ἔφερεν. Καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν ἀντάμα, καὶ ἐπῆγα εἰς τὸ Καργίος, καὶ ἐπῆγαν ὀμπρὸς τοῦ σουλτάνου· καὶ ὁ σουλτάνος ἐπροσδέκτην τους μὲ καλὸν πρόσωπον· καὶ ἐδιαβάσαν τὲς γραφές, καὶ ὥρισεν καὶ ἐγράψαν τους ἄλλες καὶ ἔπεψέν τους εἰς την Κύπρον.

§183.-Θωρῶντα οἱ Βενετίκοι πῶς ἀρχέψα νὰ γενῇ ἡ ἀγάπη, ἐνέβησαν εἰς τὸ κάτεργόν τους καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Βενετίαν, καὶ εἶπαν τὰ μαντάτα. Καὶ γροικῶντα οἱ ἄρχοντες [ὅπου ἐθέλα νὰ κατεβοῦν εἰς τὸ παζάριν,] ἐξηλώθησαν καὶ δὲν ἦλθαν, καὶ ἐγίνην μεγάλη ζημία εἰς τοὺς χριστιανούς. Καὶ ὁ κούντης τῆς Σαβογίας, ὅπου ᾿τον δηγημένος νὰ ἔλθη διὰ τοὺς Σαρακηνούς, γροικῶντα τὴν ἀγάπην [ἐπῆγεν εἰς τὴν Ρωμανίαν] εἰς βοήθειαν τοῦ βασιλέως τῆς Κωνσταντινόπολις τοῦ ἀνιψιοῦ του. Καὶ διὰ τῆς χάριτος τοῦ παντοδυνάμου θεοῦ ὁ βασιλεὺς [ἐτζάκκισεν τὸν Τοῦρκον] καὶ ἐπῆρεν πολλὲς χῶρες ὅπου τοῦ ἐκράτεν.

§184.-Καὶ ὅνταν ἦλθαν οἱ μαντατοφόροι ἀπὸ τὸν σουλτάνον εἰς τὴν Κύπρον, καὶ ἐδιαβάσαν τὲς γραφές, ἐζήτησεν ὁ σουλτάνος νἄχη τοὺ(ς) Σαρακηνοὺς τοὺ(ς) σκλάβους τοὺς ἐσήκωσεν ὁ ρήγας ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδραν, καὶ τότες νὰ τελειώσῃ τὴν ἀγάπην. Ὁ ρήγας δὲν ἐννοιάσθην τὴν παραβουλίαν, ἀμ(μ)ὲ ὡς καλὸς ἐπίστευσέν του, καὶ μὲ καλὴν καρδίαν ὥρισεν ὅσοι σκλάβοι εὑρίσκου(ν)ται νὰ δηγηθοῦν [νὰ ἦνε] τοῦ σουλτάνου καὶ νὰ συνπιαστοῦν ἔμπροσθεν ἑνοῦ καπετάνου τὸν ὠρδινίασεν ὁ ρήγας διὰ λλόγου τους· καὶ ὅλους ἔπεψέν τους τοῦ σουλτάνου εἰς τὸ Κάργιος, καὶ ἔπεψεν καὶ τὸν σὶρ Γιλιὰμ τε Ρρὲς νὰ πᾷ μαντατοφόρος, καὶ νοτάριον τὸν σὶρ Πὸλ τα Πολονίαν, καὶ ἔδωκέν τους ὅλα τὰ μάλωτα ὅπου ἐλευθερώθησαν εἰς τὸ νησσίν, καὶ ἀρμάτωσεν ἕναν κάτεργο νὰ τοὺς πάρῃ εἰς τὸ Κάργιος· Καὶ [παγαίνοντά τους] εἰς τὴν Πάφον, ὁ αὐτὸς σὶρ Γιλιὰμ τε Ρρᾶς ἐκακοψύχησεν καὶ ᾿μήνυσέν το τοῦ ρηγός· καὶ ὁ ρήγας ἐμήνὑσέν του νὰ πάγῃ, ὅτι εἶνε τὰ μάλωτα τὰ παραδομένα ᾿ς τὸ χέριν του καὶ χαρτία, καὶ μὴὺἐμπορῶντα νὰ πάγη, νὰ τὰ δώσῃ εἰς τὸ χέριν τοῦ σὶρ Πὸλ τα Πελονία νὰ πάγῃ, καὶ κεῖνος νὰ στραφῆ εἰς τὴν Λευκωσία διὰ νὰ γιατρευτῇ. Καὶ ὁ ἄνωθεν ἐπῆρεν τὰ μάλωτα καὶ τὰ χαρτία καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸν σουλτάνον.

§185.-[Καὶ ἅνταν ἐπῆρεν τὲς γραφὲς ὁ σουλτάνος καὶ ἐκουντεντιάστην, καὶ τὸ ἀρμάτωμαν τοὺς ἀφέντες τῆς δύσις ἐξηλώθην καὶ πασαεῖς ἐπῆγεν ἔσσω του, καὶ τὰ μάλωτα ἐπῆγαν εἰς τὸ Κάργιος,] ηὗρεν ἀφορμὴν ὅτι ὁ ρήγας ἐγέλασέν του καὶ δὲν τοῦ ἔπεψεν μαντατοφόρους τιμημένους, μεγάλους ἀφέντες, ὡς γοιὸν ἦτον μαθημένος, καὶ διὰ τοῦτον δὲν θέλει νὰ ποίσῃ ἀγάπη· καὶ ἐκράτησεν τὸν μαντατοφόρον, καὶ ὥρισεν καὶ μοναῦτα εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν νὰ κρατήσουν τὸ κάτεργον. Εἰ δὲ ὁ καραβοκύρης ἦτον φρένιμος καὶ δὲν ἐπιστεύθην νὰ μπῇ εἰς τὸν λιμιόναν, ἀμμ᾿ ἔστεκεν ἔξω ἐγδέχοντα τὸν μαντατοφόρον νὰ ἔλθῃ, καὶ ἐκολακεῦγαν τον νὰ μπῇ εἰς τὸν λιμιόναν· ἐκεῖνος θωρῶντα τὰ ψουψουρίσματα, ἐποῖκεν ἄρμενα καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Κύπρον, καὶ ἐξηγήθην τὰ μαντάτα τοῦ ρηγός.

§186.-Θωρῶντα ὁ ρήγας πῶς ἐκονπώθην καὶ ἐγελάστην πολλὰ ἀπὸ τοὺς Βενετίκους, καὶ κεῖνοι ἦτον ἡ ἀφορμὴ καὶ ᾿ξηλώθην τὸ ἀρμάτωμαν τὸ ἔμμελλε νὰ κατεβῆ ἀπὸ τὴν δύσιν, τὸ ποῖον ἦτον ἀκανιτὸν νὰ σηκώση πολλὲς χῶρες τοῦ σουλτάνου, ἐπικράνθην πολλά. Τὸ λοιπὸν ὁ ρήγας, φρένιμος καὶ ἀπότορμος, ἐμήνυσεν εἰς τὴν Ἀμόχουστον νὰ βάλουν εἰς ὁδηγίαν οὗλα τὰ κάτεργα καὶ ὅσα ξύλα ἔχει μικρὰ καὶ μεγάλα διὰ νὰ πάγῃ εἰς τὴν Συρίαν. Καὶ μοναῦτα ἔπεψεν ἕναν κὰτεργον μὲ τὸν σὶρ Πιὲρ τε Λεβὰτ καβαλλάρην Φραντζόρτζην νὰ πάγῃ εἰς τὴν Κωνσταντινόπολιν νὰ ποίσῃ νῶσιν τοῦ κούντη τε Σαβογία, νὰ ἔλθῃ νὰ πᾶσιν εἰς τὰ ροῦχα τοῦ σουλτάνου· τὸν ποῖον ἐγυρέψαν τον καὶ δὲν τὸν ηὗραν ἐκεῖ, καὶ ἐγδέχουν τον, καὶ εἶπεν του τὰ μαντάτα. Καὶ εἶπεν του: «Καλὰ ἤμουν δηγημένος νὰ ἔλθω, ἀμμὲ οἱ Βενετίκοι εἶπαν μου πῶς γινίσκεται ἡ ἀγάπη, καὶ δὲν εἶχα ἴντα νὰ ποῖσω· ἦλθα εἰς τὴν βοήθειαν τοῦ ἀν(ι)ψιοῦ μου καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸν ἀφήσω.»

§187.-Γροικῶντα ὁ ἀφέντης τῆ(ς) Σπάρας ἑδήγησεν τὸ κάτεργον καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Κύπρον καὶ τὸν ἔξοδόν του μὲ τὸν σὶρ Πρίουν. Ὅνταν ὁ ρήγας ἔμαθεν τὸ ἔλα τοῦ ἀφέντη τῆ(ς) Σπάρας εὐχάρην χαρὰν μεγάλην καὶ ἐδέκτην τον πολλὰ ἔντιμα. Καὶ ἐπῆγεν ὁ ρήγας εἰς τὴν Ἀμόχουστον, καὶ μοναῦτα ἀνάφανεν ἕναν κάτεργον ἀπὸ τὴν δύσιν, ὁ ποῖος ἧτον ὁ ἔντιμος καβαλλάρης ὁ μισὲρ Τζουὰν τε (Ἰ)μπελή, σινε- σκάρδος τῶν Ἵεροσολύμων, ἀνεψιὸς τοῦ ρηγός, ὁ ποῖος ἤθελεν πάγειν εἰς τὴν δύσιν μὲ τὸν ρήγαν· καὶ ἀφῆκεν τὸν ρήγαν καὶ ἐπῆγεν εἰς βοήθειαν τοῦ Ἐνγκλετέρρα κατὰ πρόσωπα τοῦ ρηγὸς τῆς Φραγκίας. Καὶ ἀνγκρίστην ὁ ρήγας πολλὰ μετά του, διατὶ τὸ ἀφῆκεν καὶ ᾿πῆγεν κατὰ πρόσωπα τοῦ ἠγαπημένου του φίλου τοῦ ρηγὸς τῆς Φραγγίας· καὶ ἅντα ἐστράφην εἰς τὴν Κύπρον, δὲν τὸν ἐγύρεψεν· τώρα ἐμετάνωσεν καὶ ἀγρώνισεν τὸ πταῖσμαν του, καὶ ἦλθεν ζητῶντα συμπάθειον ἀπὸ τὸν ρήγα. Καὶ ὁ ρήγας, ὡς ἐκεῖνος ὅπου εἶχεν τὸ θέλημα νὰ πάγῃ κατὰ πρόσωπα τοῦ σουλτάνου, θωρῶντα τον ἐσυγχώρησέν του καὶ ἐπροσδέκτην τον πολλά μετὰ χαρᾶς.

§188.-Καὶ ξεύροντα οἱ Βενετίκοι θαρῶντα, ὅτι ἐγίνετον ἡ ἀγάπη ἀνάμεσον τοῦ σουλτάνου καὶ του ρηγός, καὶ ὡς ἐκεῖνοι ὁποῦ δὲν ἔχουν ἀλλοῦ νὰ πραματευτοῦσιν τόσον πλούσια παρὰ εἰς τὴν Συργιάν, ἐρματῶσαν γʹ κάτεργα καὶ ἐβάλαν ἀπάνω οʹ πραματευτάδες, καὶ ἐπέψαν τους εἰς τὴν Συρίαν μὲ πολλὺν πλοῦτον καὶ μὲ μεγάλες χρήσιμες πραματεῖες· καὶ ἐπεσῶσαν εἰς τὸ Βερούτιν καὶ ἐδίκτησάν τους οἱ Σαρ - κηνοὶ μὲ καλὸν πρόσωπον, ὅτι εἶχαν καὶ πολλὴν προθυμίαν οἱ πραματευτάδες οἱ Σαρακηνοὶ νὰ πουλήσουν τὰ ἀρτυματικά τους καὶ πᾶσα ἄλλην πραματείαν· καὶ ὅταν ἀπεζεῦσαν, ὥρισεν ὁ ἀμιρᾶς καὶ ἐπῆραν τὸν λαὸν καὶ τοὺς πραματε(υ)τάδες καὶ οὗλες τὲς πραματεῖες καὶ ἐβάλαν τους εἰς φύλαξιν. Γροικῶντα ὁ λαὸς ὁποὔμεινεν εἰς τὰ κάτεργα τὴν ἀπιστίαν τοὺς ἄπιστου(ς) Σαρακηνούς, μοναῦτα ἐπῆραν τὰ κάτεργα καὶ ἦλθαν εἰς τὴν Ἀμόχουστον καὶ εἷπαν το τοὺς λᾶς τους ὅπου ἢτον εἰς τὴν Κύπρον καὶ τοῦ ρηγός, καὶ ἐπικράνθησαν ὅλοι τους πολλά.

§189.-Θεωρῶντα οἱ Καταλάνοι οἱ πραματευτάδες πῶς ἐπάψαν οἱ πραματεῖες τῆς Συρίας, ἐπαρακαλῆσαν τὸν ρήγα νὰ πέψῃ μαντατοφόρους εἰς τὸν σουλτάνον ἀνισῶς καὶ θέλει νὰ ποίσῃ τὴν ἀγάπην, [ἔχοντα καὶ θέλου νὰ κάμου νὰ ζιοῦν.] Καὶ μοναῦτα ἀρμάτωσεν ἕναν κάτεργον δικόν του καὶ ἔβαλεν πολλὰ φρονίμους εἰς τὴν συντροφίαν τοὺς ἄνωθεν καὶ ἔπεψέν τους εἰς τὸν σουρτάνον, ζητῶντα του νὰ πάψῃ τὸν θυμόν του καὶ νὰ ποίσῃ ἀγάπην, νὰ μὲν θελήσῃ τὴν ζημιάν του καὶ τὴν ζημίαν τοὺς χριστιανούς, καὶ ἂς λεμονηθῇ τοὺς δικούς του, καὶ ἂς κοιμήσῃ τὴν κακοσύνην του. Καὶ ὁ θεὸς ἐσκλήρωσεν τὴν καρδιάν του ὡς γοιὸν τοῦ Φαραῶ, καὶ δὲν ἔθελε νὰ ποίσῃ ἀγάπην. Θεωρῶντα οἱ σοφοὶ ἄνδρες οἱ Κατελάνοι ὅτι οὐδὲν ὠφελοῦν, μᾶλλον μάλλωμαν γινίσκεται, ἐξέβησαν καὶ ἦλθαν εἰς τὴν Ἀμόχουστον τῇ κϚʹ νοεμβρίου ͵ατξϚʹ Χριστοῦ καὶ ηὗραν τὴν ἀρμάδαν τοῦ ρηγὸς τῆς Κύπρου ἕτοιμη νὰ ἐβγῇ.

§190.-Τὸ λοιπὸν ὁ ρήγας τῆς Κύπρου ὡς φρόνιμος ἐμήνυσεν πρὶν τὸν καιρὸν εἰς τὴν Ρόδον νὰ τοῦ πέψουν δʹ κάτεργα, καὶ ὅσα ἄλλα ξύλα εὑρεθοῦν εἰς τὸν λιμιόναν νὰ τοῦ τὰ πέψουν εἰς τὸν ἔξοδόν του. Καὶ γροικῶντα ὁ μέγας μάστρος ἔπεψέν του δʹ κάτεργα καὶ ὅσα ἄλλα ξύλα εἶχεν δηγημένα εἰς τὸν ἔξοδόν του, καὶ ιβʹ σατίες εἰς τὸν ἔξοδον τοῦ Σπιταλλίου, καὶ ἐπεσῶσαν εἰς τὴν Κύπρον τῇ ιαʹ νοεμβρίου τξϚʹ Χριστοῦ. Θεωρῶντα ὁ καλὸς ρὲ Πιὲρ τὴν άρμάδαν ὅλην πῶς ἦτον δηγημένη, τουτἔστιν ἄρμενα ριϚʹ-, κάτεργα νϚʹ, νάβας καὶ ἄλλα ξύλα ξʹ, καὶ ἔβαλεν καβαλ- άριδες καραβοκυροὺς τοὺς κάτωθεν ὠνοματισμένους:-τὸ πρῶτον καπετανίκιν τὸ κάτεργον τοῦ ρηγός, ὁ πρίντζης [τῆς Ἀντιοχείας] ὁ μισὲρ Φιλιπποὺν τε Ἰμπελὴ κύρης τοῦ Ἀρσεφίου, μισὲρ Τζουὰν τε Ἰμπελὴ σινεσκάρδος τῶν Ἱεροσολύμων ὁ σὶρ Τζουὰν τε Ἰεμπελὴν κούντης τοῦ Γιάφ, σὶρ Τζουὰν τε Μόρφου κούντη τε Ρουχᾶς, ἡ συντροφία τοῦ λεγάτου, ἡ συντροφία τοῦ ἀρχιεπισκόπου, ἡ συντροφία τῆς ὑπερα- γίας Θεοτόκου, ἡ συντροφία τοῦ σὶρ Τζουὰν τε Λα Λιβιέρε, ὁ σὶρ Λογὴς τε Ροκεφόρτου, ὁ σὶρ Σιμοὺν Τενούρη, [μόρτζος] Ἱεροσολύμων, ὁ σὶρ Τζάκο τε Νόρες καὶ τουρκοπουλιέρης Κύπρου, σὶρ Τουμᾶς τε Βερνή, σὶρ Τζάκε τε Μουζάρτ, σὶ(ρ) Ραμοὺν Βισκούντης, μισὲρ Τζουὰν Πεντιήν, σὶρ Φιλίππε Δουκίζες, τὸ κάτεργον τὸ Ἀναπολιτάνικον, σὶρ Τζουὰν τε Πρίες, σὶ(ρ) Ροτζὲρ τε Μουντολίφ, ὁ σὶρ Γιλιὰμ Βισκούντης, σὶ(ρ) Ρ(ε)νιὲρ τε Πενετίτ, ὁ σὶρ Τζουὰν τε Μουντολίφ, ὁ σὶρ Τζουὰν Λάσκαρης, ὁ σὶρ Τζουὰν Μουστρή, ὁ σὶρ Τζουὰν τε Ζιπλέτ, ὁ μισὲρ Μάρκο Κορνέρ, σὶρ Πιὲρ Μαλολές, σὶρ Τζουὰν τα Μουρής, σὶ(ρ) Ρὰφ τε Καρμαή, σὶρ Τζουὰν τε Ραφιέρ, σὶρ Τζουὰν τ᾿ Ἀντιότζε, σὶρ Ἀρνὰτ Σοσίους, σὶρ Πιὲρ Γριμάνης, σὶρ Τζουὰν τε Γριμάντε, ὁ καβαλλάρης τοῦ ρὲ τε Ραγούνα καὶ ἡ συντροφιά του, ὁ σὶρ Ἐμπριμὼν τα Λα Βότε, σὶρ Λαφοὺν Φαρράντος, σὶρ Ὀτὲτ Παντουήν, σὶρ Φλερμοὺντ κύρης τῆς Κουμπαρίας, ὁ σὶρ Ὀγκὲ τῆς Μιμάρης, σὶρ Χαρρὴν τε Μουζεζάρτ, σὶρ Πιὲρ τε Κασίν, σὶρ Νικὸλ Λαζές, σὶρ Γγὲ τῆς Μιμάρς, σὶρ Τζουὰν τε Μουντολίφ· καὶ τὰ κάτεργα τὰ ἐκράτησεν ὀ ρήγας εἰς τὴν ρόγαν του τοῦ Σπιταλλίου, κάτεργα δʹ καὶ σατίες ιβʹ, ὁ σὶρ Τουμᾶς τε Μουντολὶφ τῆς Κλίρου, σὶ(ρ) Ραμοὺν Παπή, σὶρ Τζουὰν τε Λα Πάμε· καὶ ἀπάνω εἰς τὰ καραβία ἦτον καραβοκυροὶ χαμηλοὶ καὶ δὲν ἐγράφησαν· τὰ ξύλα ὁμάδα μηʹ, καὶ (ἡ) ἀπάνω σοῦμα πεντῆντα δύο· ὅλα ρʹ.

§191.-Καὶ τῇ κυριακῇ τῇ ζʹ ἰ(α)ν(ν)ου(α)ρ(ίου) τῆς αὐτῆς ἐχρονίας τξϚʹ Χριστοῦ, ἐξέβην ἡ ἄνωθεν ἀρμάδα τοῦ ρηγὸς Ἱεροσολύμων καὶ Κύπρου, καὶ πηγαίννοντα εἰς τὸ πέλαγος ἐσηκώθην ζάλη καὶ μεγάλη σκλερία, καὶ τὰ ξύλα ἐχωρίστησαν μεσόν τους καὶ δὲν εἶδεν ἕναν τ᾿ ἄλλον ποῦ ᾿πῆγεν. Τὸ κάτεργον τοῦ ρηγὸς καὶ ἄλλα ἐπῆγαν εἰς τὸ Καρπάσιν καὶ εἰς τὴν Ἀκροτίκην· τὸ κάτεργον τοῦ ἀφέντη τῆ(ς) Σπάρας καὶ ἄλλα ιδʹ εὑρέθησαν εἰς τὴν Τρίπολιν καὶ ἐπολεμίσαν τὸν πύργον καὶ ἐπῆραν τὸν καπετάνον ὀνόματι Μεκεντὰμ Νταούτ· καὶ ἐμεῖναν τὰ αὐτὰ ιεʹ κάτεργα εἰς τὴν Τρίπολιν ιβʹ ἡμέρες (καὶ) ἐγδέχουνταν τὴν ἀρμάδαν. Ὁ ρήγας ἀπὸ τὴν σκλερίαν τὸ ἕναν ἀπέσωσεν εἰς τὸ Καρπάσιν, καὶ ἐπέζεψεν καὶ ἦρτεν εἰς τὸ χωργιὸν τὸ Τρίκωμον, καὶ ἕρισεν τὰ δελοιπὰ ξύλα νὰ πᾶν εἰς τὴν Ἀμόχουστον. Θωρῶντα ὁ ἀφέντης τῆ(ς) Σπάρας πῶς τὸ δελοιπὸν στόλος δὲν ἐφάνην, αἰμαλώτευσεν τὴν Τρί- πολιν, καὶ ἐστράφησαν εἰς τὴν Κᾁπρον.

§192.-Ἅνταν ἔμαθεν ὁ σουλτάνος τὸ ἀρμάτωμαν καὶ τὴν ζημίαν τὴν ἐποῖκαν οἱ Κυπριῶτες, πολλὰ ἐπικράνθην καὶ ἐμετάνωσεν διατὶ δὲν ἐτελείωσεν τὴν ἀγάπην· καὶ μοναῦτα ἔβγαλε ἀπὸ τὴν φυλακὴν τὸν σὶρ Τζάκο τε Πολονία τὸν νοτάριον, ὁποὖχεν πέψειν ὁ ρήγας διὰ μαντατοφόρον εἰς τὸν σουλτάνον καὶ ἐφυλάκισέν τον ὡς ὧδε. Ἐβγάλλοντά τον ἀπὸ τὴν φυλακὴν ἔδωκέν του ἕναν μαντατοφόρον εἰς τὴν συντροφιάν του καὶ χαρτία καὶ πρεπάμενα κανισκία εἰς τὸν ρήγα διὰ νὰ τελειώσῃ τὴν ἀγάπην. [Ὁ ρήγας ἦλθεν εἰς τὴν Ἀμόχουστον, καὶ τὸ κάτεργόν του ἔραξεν εἰς τὸν Ἅγιον Γεώργιον τῆς Δαδᾶς,] καὶ ἐμηνύσαν το τοῦ ρηγός, καὶ ὁ ρήγας ἔδωκεν ὁρισμὸν νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Ἀμόχουστον, καὶ ἤτζου ἐγίνην. Καὶ ἐλθόντος τους εἰς τὴν Ἀμόχουστον, ὁ ρήγας έπερίλαβέν τους μὲ πολλὴν τιμὴν καὶ ἔδωκέν τους ἕναν ὄμορφον ἀπλίκιν καὶ ἐμπῆκα ν᾿ ἀναπαυτοῦσιν. Καὶ πισαυρίου ἔπεψεν καὶ ἔφερέν τους ὀμπρός του· οί ποῖγοι ἐδῶκαν του τὰ χαρτία τοῦ σουλτάνου καὶ ἐδιαβάσαν τα ὀμ- πρός του. Ὅμως ὁ ρήγας έπεθύμαν τὴν ἀγάπην τοῦ σουλτάνου: «Διὰ τὴν παρακάλεσιν τοὺς Βενετίκους καὶ τοὺς Γενουβίσους καὶ τοὺς Καταλάνους.» Ἐρώτησεν τοὺς ἄρχοντες τῆς βουλῆς του καὶ εἶπαν του πῶς: «Καλὸν εἶνε νὰ ποίσῃς ἀγάπην, ὅτι ὁ σουλτάνος εἶνε πολλὰ ἄρχος καὶ ἀπομεινίσκει ὥστη ν᾿ ἀγανακτήσης τὸν ὄξοδον, καὶ ν᾿ ἀπολογιάσης τοὺς ξένους νὰ πᾶσιν καὶ νὰ μείνῃς μοναχὸς καὶ ἀδήγητος, καὶ θέλει σηκωθεῖν καὶ θέλει-ν ἐρτεῖν καὶ ἀππηδᾶ σου ἀξάφνου καὶ θέλει σὲ ζημιώσειν πολλά.» Καὶ γροικιῶντα τούτην τὴν καλὴν βουλήν, ἐπρουμουτίασεν νὰ ποίσῃ ἀγάπην μὲ τὸν σουλτάνον· καὶ οὕτως ἐλαλήθην ἔμπροσθεν τοῦ μαντατοφόρου τοῦ σουλτάνου τῇ κυρι(α)κῆ τῇ ιʹ μηνὸς φεβρουάρη ͵ατξϚʹ Χριστοῦ.

§193.-Καὶ ἔπεψεν ὁ ρήγας τὸν σὶρ Τζάκε τε Νόρες τὸν τουρκοπουλιέρην τῆς Κύπρου, τὸν σὶρ Πιὲρ τε Κάμπη, τὸν σὶρ Τζὰκ τε Λε Πεσὶτ καὶ τὸν σὶρ Οὗνγκε Λα Πάμε, νὰ πᾶσιν εἰς τὸ Καργίος νὰ στερεώσῃ τὴν εὐλογημένην ἀγάπην, καὶ νὰ ποίση τὸν ὅρκον ὁ σουλτάνος κατὰ τὸ συνήθιν. Καὶ ἐμήνυσεν εἰς ὅλον τὸ νησσὶν τῆς Κύπρου ὁποῦ ἔχει [Σαρακηνοὺς ἄπιστους] νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Ἀμόχουστο μοναῦτα ἢ εἰς τὴν Λευκωσίαν καὶ ἦλθαν ὅτοιμα περισσοί, καὶ ἐπαράδωκέν τους τοῦ τουρκοπουλιέρη νὰ τοὺς πάρη μετά του εἰς τὸ Κάργιος· ἀκομὴ ἐδιαλάλησεν ὅσους ἔχει Σαρακηνοὺς βαπτισμένους ὅπου ἦτον μὲ τὸ θέλημάν τους καὶ θέλου νὰ πᾶν εἰς τὸ Κάργιος μέ τοὺς μαντατοφόρους νὰ πᾶσιν, καὶ εἴ τις ἦλθεν καὶ ἀπὸ τὴν Συρίαν καὶ θέλει νὰ πάγῃ ἂς πάγῃ. Καὶ μοναῦτα ἀρμάτωσεν αʹ κάτεργον ὁ ρήγας καὶ μίαν σατίαν, καὶ μία νάβαν, νὰ ἐμπῇ ὁ μαντατοφόρος καὶ τὰ μάλωτα νὰ πᾶν εἰς τὸ Κάργιος.

§194.-Καὶ κατὰ τὴν ὥραν ἐφέραν γραφὲς ἀπὲ τὸν καπετάνον τοῦ Κούρικος καὶ ἀπὲ τὸ Κονίος, λαλῶντα πῶς ὁ μέγας Καραμάνος ἐμήνυσεν εἰς τὸ Κούρικος πῶς τοῦ ἔδωκεν ὁρισμὸν ὁ σουλτάνος νὰ παρακάτζη τοῦ Κούρικος, καὶ ἦλθεν μὲ πολλὺν φουσάτον καὶ ᾿παρακάτζεν τοῦ κάστρου. [Ἔπεψεν ὁ ρήγας καὶ] ἔφερεν τὸν μαντατοφόρον τοῦ σουλτάνου ἔμπροσθέν του καὶ ἐδιαβάσαν του τὰ χαρτία· καὶ γροικῶντα ὁ μαντατοφόρος εἶπεν: «Μὲν τ᾿ ὁρίσῃ ὁ θεός, ὅτι ἐγίνετον τοῦτον ἀπὸ τὸν ἀφέντην μου.» Καὶ μοναῦτα ὥρισεν καὶ ἀρματῶσαν δέκα κάτεργα, καὶ ἔπεψέν τα εἰς βοήθειαν τοῦ κάστρου, καὶ ἔβαλεν καὶ καραβοκυροὺς τιμημένους ἄρχοντες, καὶ τὸν πρίντζην τὸν ἀδελφόν του· καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἀρχόντων εἶνε τοῦτοι: σὶρ Φιλίππε τε Ἰνπελήν, σὶρ Τζουὰν τε Ἰμπελήν, σὶρ Φιλίππε τε Πρεζουή, τὸν σὶρ Φιλήμων τὸν ἀφέντην τῆ(ς) Σπάρας, τὸν μισὲρ Σιμοὺν Τενόρες, καὶ τὸν σὶρ Τουμᾶς τ᾿ Ἀτιότζε, τὸν σὶρ Τζουὰν Μουρσή, τὸν σὶρ Τζουὰν Λάσκαρην καβαλλάρης Ρωμαῖος ἀπὲ τὴν Κωνσταντινόπιλιν, καὶ τὸν σὶρ Τζάκες τε Μουντεζάρτ, καὶ πολλοὺς ἄλλους καβαλλάριδες τῆς συντροφιᾶς τους, καὶ πολλοὺς λᾶς τῶι ἀρμάτων.

§195.-Καὶ τῇ κϚʹ φεβρουαρίου τξϚʹ Χριστοῦ ἡ αὐτὴ ἀρμάδα ἐξέβην ἀπὸ τὴν Ἀμόχουστον καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸ Κούρικος· καὶ ηὗραν τὸ κάστρον ἀποκλεισμένον καὶ πολλὺς λαὸς τῶν Τουρκῶν, καὶ εἶχαν πάρειν καὶ τὸν πύργον ὅπου ἦτον κτισμένος ἀπάνω τῆς πέτρας πλησίον τοῦ πηγαδίου ἔξω τοῦ κάστρου κατὰ πρόσωπα τοῦ πύργου τοῦ λεγομέ(ν)ου τοῦ Ὀρνιθαρείου. Καὶ ἅνταν [οἱ Κουρουκιῶτες] ἀποσκεπάσαν τὴν ἀρμάδαν, ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην καὶ ἐσημάναν τὲς καμπάνες καὶ ἐπαῖξαν τὰ τρουμπέττια. Καὶ ἅνταν ἐπέζευσεν ὁ πρίντζης καὶ ἐνέβην εἰς τὸ κάστρον μὲ τὴν συντροφιάν του, ἐποῖκεν τρεῖς ἡμέρες καὶ δὲν ἐξέβην ἀπὸ τὸ κάστρον, ἀμμὲ ἐπολεμίζαν ἀπὸ πάνω μὲ τοὺς Τούρκους. Καὶ ὀπίσω εἰς γʹ ἡμέρες ὤρισεν ὁ κύρης ὁ πρίντζης καὶ ἐξέβησαν ἔξω οἱ Κουρουκιῶτες καὶ ἐποῖκαν μέγαν πόλεμον, καὶ ὁ θεὸς ἔδωκεν τὸ νῖκος τοὺς χριστιανοὺς καὶ ἀτσακκίσαν τοὺς Τούρκους καὶ ᾿φύγαν· καὶ ἐπιάσαν ἀπὸ ᾿ξ αὑτῆς τους πολλοὺς ζωντανούς, καὶ ἐσφάγησαν πολλοὶ Τοῦρκοι, καὶ ἐπῆραν τους οἱ χριστιανοὶ πολλὰ πολεμικὰ καὶ τὲς τέντες τους καὶ πολλὰ ροῦχα, καὶ ἐλαβῶσαν καὶ τὸν μέγαν Καραμάνον πολλοὺς κόρπους, καὶ ἐπῆραν καὶ τὸν πύργον τὸν εἶχαν πάρειν οἱ Τοῦρκοι. Καὶ ὁ πρίντζης ἔμεινεν ιβʹ ᾿μέρες εἰς τὸ Κούρικος, ἐγδέχετον μήπως καὶ στραφοῦν οἱ Τοῦρκοι· καὶ ἔμαθεν πῶς πλεῖον δὲν ἔρκουνται, διατὶ ἐτσακκίστησαν καὶ πασαεῖς πῆγεν ἔσσω του. Ἐποῖκεν το νῶσιν τοῦ ρηγός, καὶ ἐχάρην χαρὰν μεγάλην, καὶ ᾿μήνυσέν του καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Κύπρον εἰς τὴν Ἀμόχουστον τῇ ιδʹ μηνὸς μαρτίου τξζʹ Χριστοῦ.

§196.-Τὸ λοιπὸν εὑρισκομένου τοῦ ἀφέντη τοῦ πρίντζη εἰς τὸ Κούρικος, ἐνέβησαν πολλοὶ Τοῦρκοι Βαρσαχίδες φίλοι τοῦ τόπου καὶ ἐδῶκαν του νὰ γροικήσῃ πῶς εἰς τὸ Κάργιος ἦτον μεγάλη φιλονεικία μὲ τὸν σουλτάνον καὶ ὀ [ἀνάμεσα τοὺς ἀμιράδες,] καὶ ἐσκοτῶσαν τὸν μέγαν ἀμιρᾶν ὅπου ᾿κουβερνίαζεν τὸ γένος τῶν Μουσθλουμάνων, ὀνόματι Υἱοπέχνα ἐλλ Ἀζεζή, διότι ἦτον εἰς τὸ θέλημάν του, καὶ ἐσυνβούλεψεν τὸν σουλτάνον νὰ ποίσῃ τὴν ἀγάπην μὲ τὴν Κύρρον, καὶ ἔβαλεν εἰς τὸν τόπον του ἄλλον ἀμιρᾶν, ὀνόματι Χασὰτ Νταμούρ. Καὶ τοῦτον εἶπεν το ὁ πρίντζης τοῦ ρηγός· καὶ ὁ ρήγας ἔπεψεν τοὺς μαντατοφόρους, καὶ ἐστράφην εἰς τὴν Λευκωσίαν· καὶ μανθάνοντα τὰ μαντάτα, διότι οἱ μαντατοφόροι ἀκομὴ ἦτον εἰς τὴν Ἀμόχουστον, ἐπεψεν κ᾿ ἔφερέν τους [ὀμπρός του] καὶ ἐρώτησέν τους διὰ τοῦτον· καὶ κεῖνοι εἶπαν του: «Ἀφέντη, ἐμεῖς ξεύρομεν πῶς ὁ ἀφέντης μας ὁ σουλτάνος καὶ οὗλοι οἱ ἀμιράδες θέλου νὰ ποίσουν ἀγάπη μὲ τὴν ἀφεντίαν σου, καὶ διὰ τοῦτον μᾶς ἐπέψασιν ὧδε εἰς τὴν ἀφεντίαν σου, διὰ νὰ τελειωθῆ χωρὶς κώλυσιν ἡ ἀγάπη· καὶ ἄλλην ἔννοιαν μηδὲν ἔχης.» Καὶ μοναῦτα ἔδωκέν τους ὁρισμὸν νὰ στραφοῦν εἰς τὴν Ἀμόχουστον καὶ νὰ ποίσουν τὸ ταξείδιν τους.

§197.-Οἱ Γενουβίσοι θωρῶντα πῶς ἄργε νὰ τελειωθῇ ἡ ἀγάπη, ἔπεψεν ἕναν κάτεργον εἰς τὸ Κάργιος μὲ τὸν σὶρ Πιὲρ τε Κανές, ἕναν φρόνιμον πραματευτήν, καὶ ἐζήτησέν του τὴν ἀγάπην. Καὶ ὁ σουλτάνος εἶπεν του: «Δὲν πολομῶ ἀγάπην μὲ κανέναν χριστιανόν, χωρὶς νὰ ποίσω μὲ τὸν ρήγα τῆς Κύπρου, καὶ ἐγδέχομαι τὸν μαντατ(οφ)όρον του. Καὶ εἶχαν πολλὴν πικρίαν.

§198.-Θωρῶντα ὁ ἄνωθεν σὶρ πιέρ, ἐξέβην καὶ ἦλθεν γυρεύγοντα τοὺς μαντατοφόρους, καὶ ἐπαρακάλεσεν τὸν ρήγα νὰ τοὺς ξηφτειάσῃ γλήγορα. Καὶ μοναῦτα ὁ ρήγας ἐμήνυσεν τοῦ τουρκοπουλιέρη εἰς τὸ ὄνομαν τοῦ Χριστοῦ νὰ πάγῃ εἰς τὸν σουλτάνον τὸ γληγορόττερον τὸ νὰ μπορήσῃ. Καὶ ἀρμάτωσεν αʹ κάτεργον, καὶ ἦτον καὶ τὸ κάτεργον τοῦ ρὲ δε Ραούνα, καὶ μίαν σατίαν, καὶ βʹ νάβες νὰ σηκώσουν τοὺς λᾶς τοὺς ἔπεψεν εἰς τὸν σουλτάνον, καὶ τὸ κάτεργον τὸ γενου- βίσικον τὸ ἔφερεν ὁ ἄνωθεν ὁ σὶρ Πιέρου Κανέλ, καὶ ἐπῆγαν ὅλοι (εἰς) συντροφίαν εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν· καὶ [ἐνέβησαν ἔξω] τὸ σαμβάτο τῇ ιδʹ μαρτίου τξζʹ Χριστοῦ, καὶ ἐπῆγαν ἀπὸ τὴν Ἀμόχουστον, καὶ ἐπροσδέκτησάν τους μὲ μεγάλην τιμήν, καὶ ἐδῶκαν τους συντροφίαν ἀμιράδες ἔντιμους, καὶ ἐπῆραν τον εἰς τὸ Κάργιος εἰς τὸν σουλτάνον· καὶ εἶχεν ὁρισμὸν. ἀπὸ τὸν ρήγα ὅ,τι ποίσῃ νὰ τοῦ πέψῃ ἀντίλογον ἀπὸ τὸ Καργίος μὲ τὴν σατίαν μοναῦτα διὰ νὰ ξεύρη.

§199.-Ὁ ρήγας ἀρμάτωσεν πολλὰ κάτεργα νὰ πάρουν τὸ πλέρωμαν τοὺς λᾶς εἰς τὴν Ἀταλείαν τοὺ(ς) σολδάτους καὶ βιτουάλιαν. Θωρῶντα ὁ ρήγας πῶς δὲν ἦλθεν ἡ σατία ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδραν, ἦτον πολλὰ περίλυπος, καὶ ὥρισεν τὸν μισὲρ Τζουὰν Μουστρή, τὸν εἶχεν βάλειν καπετάνον εἰς τὴν αὐτὴν ἀρματωσίαν, νὰ μὲν σκαλέψη ὥστη νὰ τοῦ μηνύσῃ ὁ ρήγας.

§200.-Θεωρῶντα ὁ λαὸς τῆς Ἀταλείας, ὅτι ὁ ρήγας δὲν ἔπεψεν τὸ πλέρωμάν τους καὶ βιτουάλιαν κατὰ τὸν καιρόν, εἶπασιν: «Ὁ ρήγας ἐλησμόνησέν μας.» Καὶ ε(ἰ)ς τοῦτον ἔππεσεν ἔχθρα εἰς τὸ μεσόν τους. Ὁ σὶρ Λίουνκεν (τ᾿ Ἀ)τιαμὲς ὁ καπετάνος ἐκουβερτίαζέν τους μὲ γλυκεῖα λογία ν᾿ ἀπομείνουσιν καὶ δὲν ἠμπόρε νὰ τοὺς ταπεινώσῃ· Καὶ ἦτον ἕνας μάστρος ὀνόματι Πιὲρ Κανὲλ καὶ ἐπονηρεῦγε τους εἰς τὴν τοιούτην λογήν, ὅτι ἐρεβελιάσαν καὶ ἐπῆραν καὶ τὸ ἀνοικτάριν ἀπὸ τὸ χέριν τοῦ καπιτάνου, λαλῶντα νὰ τὸ στρέψουν τοὺς Τούρκους· καὶ ἐδιάβασαν μεγάλον φόβον καὶ ἔννοιαν. Καὶ ὁ καπετάνος ἐποῖκεν τόσον καὶ ᾿κρατῆσεν τους, καὶ ἐβαστάξαν ἕως τὸν καιρὸν καὶ ἐμήνυσεν τοῦ ρηγὸς μοναῦτα ν᾿ ἀναγκαστῇ νὰ πέ(ψῃ) τὸ πλέρωμάν τους. Καὶ μανθάνοντά το ὁ ρήγας πολλὰ τὸ ἐπικράνθη, καὶ [πάλε ἐννοιάζετον διὰ τὴν σατίαν διὰ νὰ ξεύρῃ μαντάτον ἀπὸ τὸν σουλτάνον.] Ἐμήνυσεν ὁ ρήγας τοῦ ἀμιράλλη νὰ μηνύσῃ τοὺς λᾶς ν᾿ ἀρματώσῃ ὅσα ξύλα ἐμπορήσῃ· καὶ μοναῦτα ἀρμάτωσεν κηʹ κάτεργα, χωρὶς τὰ δʹ τῆς Ρόδου τὰ εὑρέθησαν εἰς τὴν Ἀμόχουστον, καὶ εἶχεν καὶ πολλὰ ἄλλα μικρά, καὶ ἐβάλαν καραβοκυροὺς τοὺς κάτωθεν δηλημένους: πρῶτον τὸ κάτεργον τοῦ ρηγός· βʹ, τοῦ πρίντζη· γʹ, τοῦ μισὲρ Τζουὰν τε Ἰμπελή· δʹ, τοῦ μισὲρ Φιλίμπο Ταπεργή· εʹ, τοῦ κούντη, μισὲρ Τζουὰν τε Ἰμπελή· Ϛʹ, τοῦ μισὲρ Τζουὰν τε Μόρφου, κούντξ τε Ρουχᾶς· ζʹ, μισὲρ Ὀνγγὲτ τε Λουζουνία, πρίντζης· ηʹ, ὁ μισὲρ Φρεραμοῦντες, ἀφέντης τῆ(ς) Σπάρας· θʹ, ὁ μισὲρ Σιμοὺν Τενόρες, μαριτζᾶς Ἱεροσολύμων· ιʹ, μισὲρ Τζουὰν τε Πριές· ιαʹ, μισὲρ Τζουὰν Πετουὴ Λουζουνίας· ιβʹ, σὶρ Γιλιὰμ Βισκούντης· ιγʹ, σὶρ Τζουὰν τε Λαφιέτ· ιδʹ, σὶρ Τουμᾶς τε Μουντολὶφ τῆς Κλίρου· ιεʹ, Τζουὰν τ᾿ Ἀντζιότζε· ιϚʹ, σὶρ Τουμᾶς τε Βερνή· ιξʹ, σὶρ Ρογὲρ δε Μουντολίφ· ιηʹ, σὶρ Τζάκε τε Μουντεζάρ· ιθʹ, σὶρ Χαρρὴν τε Μουζεζάρτ· κʹ, σὶρ Τζουὰν τα Μουστρή· καʹ, σὶρ Πιὲρ Μαλοζὲ· κβʹ, σὶρ Τζουὰν τα Μάρ· κγʹ, σὶρ Μαρρὴν Κορνέρ· κδʹ, σιρ Λιοὺν Σπινόλα· κε, σὶρ Τζουὰν Λασκάρης· κϚ, σὶρ Πρίμου τε Λα Βότα· κζʹ, σὶρ Ἀλφοὺν Φαρράντ· κηʹ, τὸ κάτεργον τοῦ ἐπισκόπου τῆς Κᾁπρου· κθʹ, ἡ συντροφία τοῦ σὶρ Τζουὰν τε Λαβίες.

§201.-Καὶ τῆ κϚʹ μαγίου ͵ατξζʹ Χριστοῦ ἐξέβην ὁ ρὲ Πιὲρ μὲ οὕλην τὴν ἀρμάδαν καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἀταλείαν· καὶ ὅσον ἀπεσῶσαν ἔκοψεν τὴν κεφαλὴν τοῦ μάστρε Πιὲρ Κανὲλ ὅπου ἔτον ἡ ἀφορμὴ τοῦ σκαντάλου, καὶ ᾿ποῖκεν πλέρωμαν τοῦ λαοῦ· καὶ ἀπʹ ἐκεῖ ἐξέβην καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ρόδον διὰ νὰ μάθη μαντάτον ἀπὸ τὸ Κάργιος· καὶ ἄλλαξεν τὸν καπετάνον τῆς Ἀταλείας καὶ ἔβαλεν τὸν σὶρ Τουμᾶς τε Μουντολὶφ τῆς Κλίρου.

§202.Πηγαίνοντα ὁ σὶρ Τζάκες τε Νόρες ὁ τουρκοπουλιέρης καὶ ἐμπαίνοντα ἔμπροσθεν τοῦ σουλτάνου, ἐσύντυχέν του πολλὰ ἀπότορμα καὶ ἀτζίππωτα, λαλῶντα του, ὅτι δὲν πρέπει οἱ ἀφέντες οί καθολικοὶ νὰ προμουτιάζουν νὰ πολομοῦν ἀγάπην καὶ πάλε νὰ μεταγνώθουν· «καὶ νὰ πλημελοῦμεν μὲ πολλὺν κόπον καὶ πειρασμόν καὶ ν᾿ ἀποδιαβάζης ἀποὺ μίαν ἡμέραν εἰς ἄλλην.» Καὶ πολλὰ ἄλλα λογία σκλερὰ καὶ ἄπρεπα, καὶ ἐφουμίζετον εἰς τὴν εὐγενείαν του πῶς ὁ ἀφέντης του εἶνε καθολικὸς ἀφέντης. Γροικῶντα ὁ σουλτάνος, θυμώθην πολλὰ καὶ ὥρισε νὰ τὸν ἁπλώσουν χαμαὶ νὰ τὸν παιδεύσουν. Καὶ ἐσηκώθην ἕνας ἀμιρᾶς καὶ λαλεῖ τοῦ σουλτάνου: «Δός μου ὁρισμὸν ἐμὲν τοῦ δούλου σου νὰ σοῦ συντύχω· παρακαλῶ πολλὰ τὴν μεγάλην σου ἀφεντίαν ἔμπροσθεν τοὺς ἀμιράδε(ς) σου νὰ μοῦ ἀκούσῃς.» Ὁ δὲ σουλτάνος ἑρίσεν τον νὰ συντύχη. Καὶ κεῖνος εἶπεν: «Ἀφέντες, δότε μου νὰ γροικήσω πόθθεν εἶνε θαρούμενοι οἱ χριστιανοὶ καὶ πέμπουν τόσον λογάριν καὶ πραματεῖες εἰς τὸν τόπον σου, καὶ τόσοι πρα(μα)τευτάδες ὅπου στέκουνται εἰς τὲς χῶρες σου;» Καὶ ὁ σουλτάνος εἶπεν του, [εἰς τὸν ὅρκον τοῦ σουλτάνου καὶ εἷς τὸν ὅρκον τὸν διδεῖ ἔμπροσθέν τους.] Ἀπολογᾶται του: «Οἱ μαντατοφόροι τοὺς χριστιανοὺς στέκουν ὀμπρός σου, καὶ θωρῶ ὥρισες νὰ τὸν ἁπλώσου νὰ τὸν παιδεύσουν· πολομῶντα τοῦτον, τίς ἔνι ἐκεῖνος ὅπου νὰ πέψῃ πλείον μαντατοφόρον εἰς τὴν ἀφεντίαν σου; καὶ θέλει γινεῖν μεγάλη μάχη εἰς τὸ μέσος· διὰ τοῦτον ἡ ἀφεντιά σου ἄνοιξε τὰ βιβλία τὰ σουλτάνικα καὶ ψηλάφησε ἀνισῶς καὶ ποττὲ κανένας σουλτάνος διαβαιννομένος σου ἐποῖκεν τίτοῖον πρᾶμαν· ποττὲ μαντατοφόρος οὐδὲ ᾿τιμάζεται, οὐδὲ παιδεύγεται· ἐμπορεῖ νὰ τὸν κατηγορήσουν ἂν συντύχῃ ἄπρεπα λόγια, καὶ νὰ τὸ μηνύσουν τοῦ ἀφέντη του νὰ παίρνῃ σκοπὸν ἴντα ἀνθρούπους πέμπει μαντατοφόρους, καὶ ὄχι νὰ τὸν θανατώσουν· καὶ ἀνισῶς καὶ τοῦτον γινῇ, [οἱ Μουσθλουμάνοι δὲν ἔχουν πίον καμίαν ζωήν.»] Καὶ τόσον ἐσύντυχεν ὁ ἀμιρᾶς, ὅτι ἔκοψεν τὸν σουλτάνον ἀπὸ τὴν κακὴν ὄρεξιν ὅπου εἶχεν εἰς τὸν μαντατοφόρον. Λαλεῖ του ὁ σουλτάνος: «Αρωτοῦ- μέν σε ὡς παλαιὸν καὶ ἐμπιστὸν τοῦ σπιτιοῦ μας, τίντα πρέπει τοῦ χοιριδίου τούτου τοῦ μαντατοφόρου ὅπου ᾿σύντυχεν τόσον ἀντροπιασμένα ἔμπροσθεν τοὺς ἀμιράδες μου;» Ἐἶπεν του: «Μηδὲν τοῦ κάμης κακόν· ἄφησ᾿ το νὰ πᾷ [τὴν δουλειάν του.»] Καὶ ἐσυνκατέβην ὁ σουλτάνος.

§203.Καὶ ὅνταν ἐγροίκησεν ὁ τουρκοπουλιέρης τὰ λογία τοῦτα, εἶχεν ἕναν φίλον Γενουβίσον ὅπου ἐμουσθλουμάνισεν, καὶ ἐκράζαν τον σίρε Λουσίερ τε Λόρτ, καὶ σαρακηνὸν ἐκράζαν τον Νασὰρ ελ Τήν· ἔπεψεν καὶ ἔκραξέν τον καὶ ἔδωκέν του πρεπάμενα κανισκία νὰ τοῦ δώσῃ καὶ [τοὺς ἀμιράδες τοὺς φελέσιμους,] καὶ ᾿παρακαλέσεν τον νὰ ποίσουν κοντὸ τὸ ξήφτειασμάν του ἀπὸ τὸν σουλτάνον. Ὁ ποῖος ἐπῆγεν καὶ ἐδήθην μὲ τὸν ἀμιρᾶν ἁποῦ ἐξήλωσεν τὸ σουλτάνον νὰ μὲν ποίσῃ τὴν ἀγάπην· καὶ ἐπῆγεν ὁ ἕνας ἀπὸ τὴν μίαν μερίαν καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην ἐκεῖνος, καὶ ὁτόσα ἀποτζακκίσαν τὸν σουλτάνον, καὶ τόσα τοῦ εἴπασιν, ὅτι: «Ὁ θεὸς θέλει πέψειν μεγάλην παίδευσιν εἰς αὑτῆς μας, ἂν δὲν ποίσῃς ἀγάπην, ὅτι ἐμάθαμεν καὶ ὅλοι οι χριστιανοὶ μέλλει νὰ σωρευτοῦσιν νὰ ἔλθουν κατάδικά σου νὰ σὲ ξηλείψουν, καὶ νὰ καταλύσουν καὶ τὸν σουλτανικὸν λαόν· καὶ φαίνεταί μας καὶ ἀναγγάζεις τους νὰ τὸ ποίσουν.» Εἰς τοῦτον ἐσυνγκατέβην ὁ σουλτάνος νὰ τελειωθῇ ἡ ἀγάπη, καὶ ὥρισεν μαντατοφόρους νὰ ἔλθουν μὲ τὸν τουρκοπουλίζην εἰς τὴν Κύπρον. Τότε εἴπεν τοῦ σουλτάνου ὁ Νασὰρ Ἐλιτίτι: «Ἀφέντη, οἱ Φράγκοι λαλοῦσιν, ἁποῦ διδεῖ γλήγορα διδεῖ δεύτερον· πρῶτον ὅτι δείχνει πῶς ἔχει θέλημα νὰ τὸ δώσῃ, καὶ τὸ δεύτερον διδεῖ τὸ πρᾶμαν ὅτοιμα. Τὸ λοιπὸν καὶ ἡ ἀφεντιά σου ἐκεῖνον τὸ μέλλει νὰ ποίσῃς ἢ νὰ δώσῃς ἂς γενῇ γλήγορα, διὰ νὰ ἐβγαίννῃ ἡ ἀκουή σου καὶ νὰ ἔρχουνται οἱ πραματεῖες, καὶ ν᾿ ἀννοίξῃ ὁ τόπος καὶ τὸ καλὸν τοῦ θεοῦ.»

§204.-Ἑμέρωσεν ὁ λύκος ἄγριος, καὶ μοναῦτα ἔπεψεν καὶ ἐξηφτείασεν (τὸν) τουρκοπουλιέρην καὶ τοὺς μαντατοφόρους μὲ τὰ κανισκία τὰ συνειθισμένα καὶ μὲ καλὸν πρόσωπον· ἐξέβησαν καὶ ἦλθαν εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν, καὶ ηὗραν τὰ κάτεργά τους, καὶ ἐνέβησαν καὶ ἦλθαν εἰς τὴν Κύπρον. Καὶ τὴν παρασκευὴν τῇ ιδʹ ἰουνίου ͵ατξζʹ Χριστοῦ ἔμαθεν πῶς ὁ ρήγας εὑρίσκεται εἰς τὴν Ρόδον. Τότες ἐγδέχτην τοὺς μαντατοφόρους καὶ ἐποῖκεν τους μεγάλην ἀπόλαυσιν εἰς τὴν Ἀμόχουστον καὶ ἐμήνυσέν το τοῦ ρηγός· [καὶ ἄφηκέν τους νὰ τοὺς δηγοῦν εἰς τὴν Ἀμόχουστον. Καὶ κεῖνος ἐπῆγεν νὰ ᾿δῇ τὴν ρήγαινα. Καὶ τῆ δευτέρα τῇ κδʹ ἰουνίου τῆς αὐτῆς ἐχρονίας τελει(ώ)ννοντα τὲς δουλειές τους, ἐξέβην ἀπὸ τὴν Λευκωσίαν καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἀμόχουστον, καὶ ὡδήγησεν τὰ κάτεργά του, καὶ ἔμπασεν τους μαντατοφόρους, καὶ ἐνέβην καὶ κεῖνος, καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ρόδον· καὶ ἐξέβην ἀπὸ τὴν Ἀμόχουστον τῇ παρασκευὴν κηʹ ἰουνίου τῆς ἄνωθεν ἐχρονίας. Καὶ πεσώννοντά τους εἰς τὴν Ρόδον, εὑρέθην ὁ ρήγας εἰς τὸ κυνήγιν, καὶ μανθάννοντα ὁ ρήγας πῶς ἦρτεν ὁ τουρκοπουλιέρης καὶ οἱ μαντατοφόροι τοῦ σουλτάνου, ἐχάρην πολλά, καὶ ἀφῆκεν τὸ κυνήγιν καὶ ἦλθεν μοναῦτα εἰς τὴν Ρόδον.

§205.-Γροικῶντα πῶς δὲν ἐτελειώθην ἡ ἀγάπη τοῦ σουλτάνου, παρὰ ἐξανάπεψεν μαντατοφόρους νὰ τοῦ συντύχουν, ὥρισε ν᾿ ἀπεζεύσῃ ὁ τουρκοπουλιέρης μὲ τὴν συντροφίαν του καὶ ν᾿ ἀφήσουν τοὺς μαντατοφόρους τοῦ σουλτάνου εἰς τὰ ξύλα τους, ἕως ὅπου νὰ ἰδοῦν ἄλλον ὁρισμὸν ἀπὲ τὸν ρήγα. Καὶ μοναῦτα ἐσύντυχεν μὲ τὸν τουρκοπουλιέρην καὶ ἔμαθεν τὰ γεννόμενα· καὶ μοναῦτα ἔπεψεν ἕναν κάτεργον εἰς τὴν Κύπρον, καὶ ἀπάνω ἔπεψεν τὸν σὶρ Λιοῦνκεν τ᾿ Ατιαμὲ νὰ δηγήσῃ ὅσα ἄλογα ἐμπορεῖ νὰ τὰ πάρῃ μετά του, καὶ νὰ δηγήσῃ καραβία ταφουρέντζες καὶ λουσέργια νὰ σηκώσουν τὰ αὐτὰ ἄλογα, ὁμοίως καὶ πολλὲ(ς) σατίες, καὶ πᾶσα ἄλλα ξύλα ὅπου νὰ βρεθοῦν είς τὸν λιμνιόναν τῆς Ἀμοχούστου, καὶ νὰ τὸ ἐγδεχτοῦν. Ὁ ἄνωθεν σὶρ Λιοῦνκεν τ᾿ Ἀτιαμὲ μοναῦτα ἐποῖκεν [τον καὶ ἦλθεν καὶ] ἐπλέρωσεν τὸ μηνιόν τους καὶ ᾿δήγησεν πᾶσα πρᾶμαν κατὰ τὸν ὁρισμὸν τοῦ ρηγός, καὶ ἀπομεῖνεν τὸ νὰ ἔλθῃ.

§206.-Καὶ τότες [ἐνέβην εἰς λόγια ὁ κύρης σὶρ Λιοῦνκεν τ᾿ Ἀτιαμὲ μὲ τὸν κύρην τοῦ Ροκεφόρτ, μὲ τὸν σὶρ Τζουάν Μουστρή. Ὁ ρήγας ἀνγκρίστην μετά του.] Τότες ἐσάστην ὁ κύρης τοῦ Ροκεφὸρτ μὲ τὸν ἀφέντην τῆ(ς) Σπάρας ν᾿ ἀφήσουν τὸν ρήγα καὶ νὰ πᾶσιν εἰς τὴν δύσιν· καὶ (μο)ναῦτα ἀρματῶσαν αʹ κάτεργον ἀπὸ τὴν Ρόδον, καὶ ᾿τάξαν τὸν ρήγα τῆς Κύπρου νὰ εὑρεθῇ ἔπροσθεν τοῦ πάπα τῆς Ρώμης εἰς τέρμενον τὴν ἡμέραν τῶν Γεννῶν νὰ τοὺς ἀπολογηθῇ γιὰ τὸ ἀγγάλεμαν τὸ ἔχουν μεσόν τους καὶ νὰ δικαιωθοῦν ἀπὸ τὸ ζήτημάν του.

§207.-Καὶ τότες ἀνάφανεν ὁ μέγας μάστρος τῆς Ρόδου ἀπάνω εἰς δύο κάτεργα ἀπὸ πέρα, καὶ ᾿κράζαν τον φρὲ Ραμοὺν Μπελινγκιέρ, ὁ ποῖος ἦτον εἰς τὸν πάπαν· καὶ ἐδεκτῆσαν τον πολλὰ πρεπάμενα καὶ ἀπὸ τὸν ρήγα καὶ ἀπὸ τοὺς λᾶς του καὶ ἀπ᾿ οὕλην τὴν Ρῲδο.

§205.-Ὁ ρήγας ἐξέβην ἀπὸ τὴν Ρόδον καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἀταλείαν, καὶ ἔπεψεν τὸν μισὲρ Τζουὰν Μουσ(τ)ρὴ εἰς τὸν Τακᾶν, καὶ εἶπεν τους νὰ ἔλθουν νὰ συντύχουν μὲ τὸν ρήγα. Καὶ ὁ αὐτὸς Τακκᾶς ἦλθεν καὶ ἐπέζευσεν, καὶ ἐπερίλαβέν τους πολλὰ τιμημένα, καὶ ἐπροσδέκτην τους πολλὰ τι(μη)μένα, καὶ ὁ ἄνωθεν Τακκᾶς ἐποῖκεν μεγάλην τιμὴν τοῦ ρηγός, καὶ ἀξιῶσεν τον, καὶ ἐπροσκύνησέν τον μὲ πίστην· καὶ ἐσυντύχαν ὥραν πολλήν, καὶ ἀποχαιρετῆσεν τον, καὶ ἐπῆγεν ὁ Τακκᾶς τὴν δουλείαν του, καὶ ὁ ρήγας ἐμπῆκεν εἰς τὸ κάτεργόν του καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἀταλείαν. Καὶ οἱ ἀμιράδες τοὺς τόπους ἐκείνους ἐπέψαν τοῦ ρηγὸς κανισκία ἄξια μὲ τοὺς μαντατοφόρους τους κατὰ τὸ συνήθιν, ζητῶντα νὰ ξαναστερεώσῃ τὴν ἀγάπην τὴν εἶχεν ἡ Ἀταλεία [μετά του.] Καὶ ὁ ρήγας ἐκήρυξέν την.

§209.-Καὶ μετὰ ταῦτα ὁ ρήγας ἐξέβην ἀπὸ τὴν Ἀταλείαν καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Κύπρον εἰς τὸ Κίτιν, καὶ ἐπέζευσεν μὲ τοὺς λᾶς του, ἐγδέχοντα τὸν σὶρ Τζουὰν τε Σιοὺρ τὸν ἀμιράλλην νὰ ἔλθῃ ἀποὺ πέρα, ὅτι ὁ μέγας μάστρος εἶπεν τους εἰς τὴν Ρόδον τὸ πῶς εἶχεν ποίσειν τὴν ἀγάπην μὲ τοὺς Γενουβίσους, καὶ ἦτον ἕτοιμος νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Κύπρον. Ὁ ρήγας ἀρρώστησεν καὶ ἔβαλεν τὸν ἀδελφόν του τὸν πρίντζην εἰς τὸν τόπον του, καὶ κεῖνος ἦλθεν εἰς τὴν Λευκωσίαν· καὶ ἅνταν ἐκαλλιττέρισεν ἐστράφην εἰς τὸ Κίτιν. Καὶ τἄπισα ἦλθεν εἰς ἀστένειαν ὁ κύρης ὁ πρίντζης, καὶ ἐφέραν τον μὲ τὸ τζάριν εἰς τὴν Λευκωσίαν. Καὶ τῆ κβʹ σεπτεβρίου εὑρισκόμενος ὸ ρήγας εἰς τὸ Κίτιν ἀνάφανεν τὸ κάτεργον τοῦ μισὲρ Τζουὰν τε Κριμαντέ καὶ ἦτον μέσα ὁ πίσκοπος τῆς Ἀμοχούστου ὁ σὶρ Ἐράτ, καὶ ὁ σὶρ Τζουὰν τε Σιοὺρ ὁ ἀμιράλλης. Ὁ ρήγας καὶ οὗλοι οἱ ἀφέντες ἐδεκτῆσαν τους μὲ μεγάλην τιμήν· καὶ μοναῦτα ὥρισεν ὁ ρήγας τὸν ἀμιράλλην νὰ πάρῃ τὸν ἐπίσκοπον εἰς τὴν Ἀμόχουστον, καὶ κεῖνος νὰ στραφῇ εἰς τὸ Κίτιν, καὶ ἀνισῶς καὶ τὸν ρήγα δὲν τὸν εὕρῃ εἰς τὸ Κίτιν, νὰ πάγῃ εἰς τὴν Τρίπολιν.

§210.-Ὁ ρήγας ἐξέβην ἀπὸ τὸ Κίτιν τῇ κζʹ σεπτεβρίου ͵ατξζʹ Χριστοῦ· καὶ ἐπέσωσεν οὕλη ἡ ἀρμάδα εἰς τὸν λιμιόναν τῆς Τρίπολις, καὶ τῇ κυριακῇ τῇ κηʹ σεπτεβρίου ἐνέβην εἰς τὴν Τρίπολιν ἔσσω εἰς τὴν χώραν. Τὸ λοιπὸν ἐμπαίνοντα ὁ λαὸς οὗλος ἐσκολίστην εἰς τὸ κοῦρσος, καὶ ἐσθρέφοντα νὰ ἐμποῦν εἰς τὰ κάτεργά τους [οἱ Σαρακηνοὶ] ἐσφάζαν τους, ὅτι ἀξαπολύθησαν καὶ δὲν εἶχαν καπετάνον νὰ τοὺς ὀρδινιάζῃ· καὶ ἔρχουνταν δύο τρεῖς κ᾿ ἐθαροῦσαν καὶ εἶνε ἔσσω τους. Καὶ εἶχεν ἕναν μίλιν ἀπὸ τὴν χώραν ὡς τὸν λιμιόναν, καὶ ἐκεῖ ὁ τόπος εἶνε γεμάτος περιβολία καὶ πολλὺν καλάμιν τοῦ ζαχάριτος, καὶ οἱ Σαρακηνοὶ ἔτον χωσμένοι ἐ(ι)ς τοὺς φραμοὺς καὶ εἰς τὰ καλαμερὰ τῶν περιβόλαιων, καὶ ἐδόξευγάν τους καὶ ἐσκοτῶσαν πολλούς. Γροικῶντα ὁ ρήγας καὶ θωρῶντα, ὅτι ἐμεῖνα μοναχοί, καὶ ἡ χώρα τειχόκαστρον δὲν εἶχεν, ἐφοβήθην μὲν τοῦ ἀππηδήσῃ φουσάτον καὶ σκοτώσουν τον· ὥρισεν καὶ ἔπαιξεν ἡ τρουππέττα νὰ συνπιαστῇ ὁ λαός, καὶ συνπιάζοντα ἐνέβησαν εἰς τὰ κάτεργα. Καὶ διὰ τούτην τὴν ἀφορμὴν ἀπόλυσεν ὁ ρήγας τὴν Τρίπολιν γλήγορα διὰ τὸν ἀπαίδευτον λαόν, ὅτι διὰ ὀλλίγον κέρδος νὰ παρπατοῦν ἀξαπόλυτοι, καὶ οἱ ἐχθροὶ εὑρίσκουνταν εἰς χῶστρες καὶ ἐσφάζαν τους. Καὶ ἐπῆρεν τὴν πόρταν τήν σιδερένην τοῦ καστελλίου καὶ ἐβάλεν την εἰς τὸ νησσὶν τοῦ Κουρίκου.

§211.-Καὶ ἐξέβην καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ταρτούζαν, καὶ τὸ στόλος τοῦ ρηγὸς ἐξέβην ἀπὸ τὴν χώραν· καὶ θεωρῶντα ὁ λαὸς τοῦ χωργιοῦ τοῦ σουλτάνου τῆς ἄνωθε Ταρτούζας τόσον πλῆθος λαοῦ, ἔφυγεν καὶ ἐπῆγεν ἀπάνω εἰς τὸ ὄρος. Τὰ κάτεργα ἀπεζεῦσαν καὶ ἐξέβησαν καὶ ἐκουρσέψαν τὴν χώραν καὶ τὸ χωρίον, καὶ ηὕρασιν κουπία πολλὰ καὶ πίσσαν καὶ στουππίν, ἑδηγίαν τῶν κατέργων τὰ ἐθάρεν ὁ σουλτάνος νὰ ποίσῃ· καὶ ῆτον ἔσσω εἰς τὴν καθολικὴν τῆς χώρας τὴν παλαιὰν τῶν χριστιανῶν. Καὶ ὥρισεν ὁ ρήγας καὶ ἐβάλαν λαμπρὸν καὶ ἐκαῦσαν τα, τὰ δὲ σίδερα καὶ καρφία, τὰ δὲν ἔκαυσεν τὸ λαμπρόν, ἐρίψαν το εἰς τὴν θάλασσαν· καὶ ἐποῖκεν περίτου μίαν ἡμέραν διὰ νὰ τὰ καύσῃ ὅλα. Καὶ ἐπῆρεν τὴν πόρταν τὴ σιδερένην τῆς Ταρτούζας καὶ ἔπεψέν την εἰς ὸ Κουρίκος.

§212.-Καὶ ἐξέβην καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Βαλίναν καὶ ἔβαλεν λαπρὸν καὶ ἔκαυσέν την. Καὶ ἐξέβην καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Λαδικίαν, καὶ ἔχει δυνατὸν λιμιόναν, καὶ διὰ τὴν μεγάλην σκλερίαν καὶ φουρτούναν δὲν ἠμπόρησα νὰ πιάσουν γῆν· καὶ ἀπ᾿ ἐκεῖ ἦλθαν εἰς τὸν Μάλον, κ᾿ ἐκεῖ ἐποῖκαν βʹ ἡμέρες· καὶ ἔξέβην καὶ ἦλθεν εἰς τ᾿ Ἁγιάσιν· καὶ ἡ ἄνωθεν χώρα ἦτον Τοῦρκοι τῆς Αρμενίας, καὶ ἐπῆραν την οἱ Σαρακηνοί, καὶ ἔχει βʹ κάστρη, τὸ πρῶτον πλησίον τῆς θαλάσσης καὶ τὸ ἄλλον εὑρίσκεται εἰς τὴν γῆν τὴν στεργιάν, καὶ ἦτον καὶ τὰ δύο γεμάτα Σαρακηνούς· καὶ ὁ ρήγας ἀπέζευσεν τὸ φουσάτον μὲ ἄλογα καὶ ἐκαβαλλίκευσεν καὶ ἐπῆρεν καὶ πολλὺν λαὸν ἀπεζόν· καὶ ἐβούθησεν ὁ θεός, ὅτι πολεμίζοντά τους ἐπέφταν [οἱ Σαρακηνοὶ ἀπὸ τὰ τειχόκαστρα] ἀπὸ τὸν φόβον τους, ἄλλοι ἐφεῦγαν καὶ ἐγλυτῶνναν· καὶ ἐπῆραν τὴν χώραν καὶ ἐσκοτῶσαν πολλοὺς Σαρακηνούς, καὶ κεῖνοι ὅπου ᾿γλυτῶσαν ἐπῆγαν εἰς τὸ κάστρον τῆς γῆς. Καὶ ὁ ρήγας ἔμελλε νὰ πάρῃ τὸ φουσάτο νὰ πάγῃ ἀπάνω τους, ἀμμὲ ἦτον πολλὰ ἀργά, καὶ ἔμεινεν διὰ νὰ πᾶσιν ταχία. Καὶ οἱ Σαρακηνοὶ ἐτρέξαν ἀπὸ παντοῦ καὶ ἐπῆγαν διὰ νὰ φυλάξουν τὸ κάστρον, καὶ τὸ πωρνὸν ἐπῆγα νὰ δοκιμάσου νὰ βάλουν σκάλες καὶ ηὗραν το γεμάτον ἀνθρώπουςο ἐβάλαν βουλήν, ὅτι καλλίττερο νὰ στραφοῦν, παρὰ νὰ βάλῃ τοὺς λᾶς του εἰς τόσον κίντυνον καὶ νὰ κοπιάσῃ χωρὶς διάφορος· καὶ ἤτζου ἐγίνετον, καὶ ἔπαιξεν ἡ τρουμπέττα νὰ ἔρτη ὁ λαὸς ὅλος εἰς τὰ ξύλα· καὶ οὕτως ἐξέβησαν τιμημένα.

§213.-Τῇ τετράδῃ τῇ εʹ ὀκτωβρίου ἐπέσωσεν ὁ ρήγας μὲ τὴν ἀρμάδαν εἰς τὴν Ἀμόχουστον, καὶ ἐβγῆκεν ὁ ρήγας ἀπὸ τὴν Ἀμόχουστον καὶ ἦρτεν εἰς τὴν Λευκωσίαν, καὶ ὥρισεν νὰ πάρουν τονς μαντατοφόρους τοῦ σουλτάνου καὶ μερτικὸν ἀπὸ τοὺς λᾶς του εἰς τὲς φυλακὲς τῆς Κερυνίας· τοὺς δελοιποὺς ἐφυλάκισέν τους εἰς τὸ ἀπλίκιν τοῦ κυροῦ τοῦ Στύρου. Καὶ μοναῦτα ὥρισεν καὶ ἐδιαλαλῆσαν, ὅτι εἴ τις θέλει νὰ πάγῃ εἰς τὴν γῆν τοῦ σουλτάνου νὰ κουρσέψῃ, νὰ πάγῃ, καὶ πάλιν νὰ στρέφουνται εἰς τὴν Κύπρον διὰ ν᾿ ἀ(να)παύγουνται καὶ πάλιν νὰ πηγαίννῃ, καὶ ὅτι χρῆσιν ἔχουν ἀπὸ τὸ τρασινάλλιν νὰ τοὺς διδοῦν εἰς τὴν Ἀμόχουστον. Γροικῶντα τὸν διαλαλημὸν τὰ δύο κάτεργα τὰ γενουβίσικα τὰ ἦτον εἰς τὴν Ρόδον τοῦ ρηγός, ὁ Περρὴν τε Γριμάντε καὶ ὁ ἀδελφός του ὁ σὲρ Τζουὰν τε Γριμάντε, ἐπῆραν ὁρισμὸν καὶ ἀρματῶσαν τα καὶ ἐπῆγαν εἰς τὸ Σαΐτην, καὶ ηὖραν γʹ καραβία φορτωμένα εἰς τὸν λιμιόναν γεμάτα ψιλὴν πραματείαν, καὶ ἐπῆραν τα καὶ ἦλθαν πρὸς τὴν Κύπρον, καὶ ἐμπλάζουν ἄλλον ξύλον σαρακήνικον, καὶ ἐπῆραν τα καὶ ἐφέραν τα οὗλα εἰς τὴν Ἀμόχουστον, εἰς τὴν δόξαν τοῦ τιμίου σταυροῦ.

§214.-Τώρα νὰ στραφοῦμεν εἰς τὸ ἀγγάλεμαν τὸ ἀγγάλεσεν ὁ ἀφέντης τῆ(ς) Σπάρας καὶ ὁ ἀφέντης τοῦ Ρεκιφὸρτ τὸν ρήγα, διὰ νὰ πάγη εἰς τὸν πάπαν ν᾿ ἀποδικῃωθῆ τὴν ἡμέραν τοῦ Χριστοῦ γεννῶν. Ὁ ρήγας νὰ δείξη πῶς ἦτον καθαρός, ὥρισεν καὶ ἀρματῶσαν τὸ κάτεργόν του νὰ πάγῃ εἰς τὴν Πάφον, κ᾿ ἐκεῖ νὰ τὸν ἐγδεχτῇ διὰ νὰ μπῇ νὰ περάσῃ ὁ ρήγας· καὶ ἀφῆκεν εἰς τὸν τόπον του τὸν ἀδελφόν του τὸν πρίντζην, καὶ ἐπῆρεν μετά του τὸν γνήσιον του υἱὸν τὸν Περρὴν τὸν Λουζουνίαν τὸν κούντη τε Τρίπολις, καὶ τὸν μισὲρ Ὀτὲτ τὸν ἀδελφότεκνόν του τὸν πρίντζην τῆς Γαλιλαίας, ὁ ποῖος ἁρμάστην εἰς τὴν Κύπρον μὲ τὴν τάμε Μαρίαν θυγατέραν τοῦ μισὲρ Τζουὰν τε Μόρφου κούντη τε Ρουχᾶς, καὶ τὸν σὶρ Τζάκε τε Νόρες τὸν τουρκοπουλιέρην, καὶ τὸν σὶρ Σιμοὺν Τενούρη, καὶ τὸν σὶρ Πιὲρ τ᾿ Ἀντιότζε, καὶ τὸν σὶρ Τζουὰν Μουστρή, τὸν σίρε Τιπὰτ Πελφανάντζα, καὶ ἄλλους πολλοὺς καβαλλάριδες καὶ πολλοὺς ἀπὸ τὴν ἀποταγήν του· καὶ ἀφῆκεν νὰ παίρνῃ σκοπὸν τὸ σπίτιν του ἕναν πολλὰ ἀντρειωμένον καβαλλάρην, ὀνόματι σὶρ Τζουὰν Βισκούντην.

§215.-Καὶ ὁ ρήγας ἐχρήζετον δουκάτα διὰ τὸν ἔξοδόν του· τὸ βάρος ἦτον ἀπάνω τοῦ σὶρ Τζουὰν τε Καστία, ὅπου ἦτον τζαμπερλάνος τοῦ ρηγάτου τῆς Κύπρου, καὶ εἶχεν οὕλους τοὺς εἰσσόδους τοῦ ρηγάτου τῆς Κύπρου· καὶ [ἐξωδιάστησαν] καὶ δἐν εἶχεν ἀππόθεν νὰ τανύσῃ. Βιγλίζοντα ὅτι ἂν δὲν εἶχεν ποίσειν τρόπον νὰ τοῦ εὕρῃ καρτζά, ἔθελεν ἔχειν ζημίαν καὶ ἐντροπὴν ἀπὸ τὸν ρήγαν, ἐδιαλάλησεν ἀπὸ τὴν μερίαν τοῦ ρηγός, εἴ τις θέλει νὰ ἔλθῃ νὰ λε(υ)θερωθῇ, καὶ ἁποῦ ἔχει ἀμπελία καὶ ἑτέρας κληρο(νο)μίες καὶ θέλει νὰ τὲς λευτερώσῃ, ἂς ἔλθῃ εἰς τὸν τζαμπερλάνον· καὶ ἀρχέψαν οἱ πουρζέζιδες καὶ ἦλθαν καὶ ἐσάσαν ἀποὺ χίλια ὀνομίσματα [εἰς ἄσπρα] τὸ πᾶσα ἀντρόγυνον καὶ μὲ τὰ παιδιά τους τ᾿ ἀνήλικα, καὶ εἰς ὀλλίγον ἐποῖκαν τα ὀνομίσματα ὀκτακόσια, καὶ τόσον ἐγυρέψασιν καὶ εἰς τὸ ὕστερον ἐποῖκαν τους ὀνο- μίσματα διακόσια τὴν φαμιλίαν, καὶ εἰς τοῦτον ἐλευθερώθησαν πολλοὶ οὗλοι οἱ περίτου, καὶ ἐσυνπιάσαν πολλὺν λογάριν.

§216.-Τότες ἐπῆγεν ὁ ρήγας εἰς τὴν Πάφον, καὶ ἐνέβην εἰς τὸ κάτεργον, καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ρόδον καὶ εἰς τὴν Ἀνάπολιν. Καὶ ἡ κυρὰ ἡ Τζουάνα ἡ ρήγαινα τῆς Ἀνάπολις ἐπροσδέκτην τον πολλὰ σπλαγχνικά, καὶ ἐκεῖ ἐποῖκεν πολλὲς ἡμέρες, καὶ τὸ ἀποκάμισον [τῆς γυναίκας του τῆς ρήγαινας ἐστρῶνναν το εἰς τὸ κρεβάτιν του,] ὡς γοιὸν τὸ εἶπα ὀπίσω. Καὶ ἐξέβην καὶ έπῆγεν εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ πάπα, καὶ ἐπέψαν καὶ ἐτάξαν τὸν ἀφέντην τῆ(ς) Σπάρας νὰ ἔλθῃ ὅτι ἦλθεν ὁ ρήγας καὶ εἶνε ἕτοιμος νὰ [τοῦ] ἀπολογηθῇ ἀποὺ πᾶσα ζήτημαν [ὅπου νὰ τοῦ ζητήσῃ,] καὶ εἶνε καὶ ὅτοιμος νὰ κατεβῇ καὶ εἰς τὸν πόλεμον [μετά τουο]. Γροικῶντα ὁ ἀφέντης τῆ(ς) Σπάρας πῶς ἦλθεν ὁ ρήγας τῆς Κύπρου, καὶ ἐννοιάζετοι πῶς δὲν θέλει ἔρτειν, καὶ ἦλθεν ὁ ἀφέντης τῆ(ς) Σπάρας καὶ ἐπῆγεν εἰς τοὺς ἀφέντες καὶ ᾿παρακάλεσέν τους νὰ καταδεκτοῦ νὰ ἐμποῦσιν μέσον τοῦ ρηγὸς καὶ ἐκείνου νὰ τοὺς ποίσουν ἀγάπην, ὅτι ἐμετάνωσεν ἀπ᾿ ἐκεῖνον τὸ εἶπεν τοῦ ρηγός. Καὶ ἅνταν ἐπαρακαλέσαν τὸν ρήγα τοῦτο νὰ γενῇ, ἀτζετίασεν μὲ τοιοῦτον, νὰ ἔλθῃ ὀμπρὸς τοῦ πάπα ν᾿ ἀποπῇ ἐκεῖνον τὸ εἶπεν. Ὁ σὶρ Φιλιμοὺν τε Ρεσπάρε ἦλθεν ἔμπροσθεν τοῦ πάπα καὶ ἀπόπεν ἐκεῖνον τὸ ἔβαλεν ἀπάνω τοῦ ρηγός, καὶ ἑμολόγησεν πῶς ὁ ρήγας εἶνε καλὸς καὶ ὀρθόδοξος χριστιανὸς καὶ κυνηγὸς τῆς ἁγίας ἐκκλησίας, καὶ παίρνει βεντέτταν τοὺς χριστιανούς, καὶ ἄλλες πολλὲς τιμὲς καὶ πολλὲς καλὲς μαρτυρίες ὅπου τοῦ ἐπῆρεν. Καὶ εἰς τοῦτον ὁ ρήγας ἔμπροσθεν τοῦ πάπα ἐσυμπάθισέν του· καὶ ὁ πάπας ἐχάρην πολλὰ διὰ τούτην τὴν ἀγάπην καὶ ἐκάλεσέν τους νὰ φᾶσιν μετά του. Καὶ ὅνταν ἐποφάγασιν, ἐσηκώθην ὁ μισὲρ Φιλίμουν τῆ(ς) Σπάρας καὶ ἐπίασεν τὸ κουφέττον καὶ ἐδούλευσεν τοῦ πάπα καὶ τοῦ ρηγὸς τῆς Κύπρου· καὶ οὕτως ἐγινετον ἡ ἀγάπη τοῦ ρηγὸς καὶ τοῦ ἀφέντη τῆ(ς) Σπάρας.

§217.-Χαρίσματα καὶ προυμουτιάσματα τὰ τοῦ ἐτάκτησαν τοῦ ρηγὸς τῆς Κύπρου οἱ ἀφέντες τῆς δύσις νὰ ἔλθουν· εἰς τὴν συντροφιάν του μὲ πολλὺν φουσάτο νὰ ξηλείψουν [τὴν Συρίαν·] καὶ ὁ ἀφέντης τῆ(ς) Σπάρας πολλὰ ἀνάγγαζεν τὸν πάπαν καὶ τοὺς ἀφέντες τοὺς ἄλλους διὰ νὰ γένῃ τὸ πασάντζιν τοῦτον νὰ τὸ ἀναγγάσῃ διὰ νὰ ἔλθουν, καὶ δὲν ἠπόρησεν ὁ πάπας νὰ τὸ ἀναγγάσῃ διὰ τὴν ἄγκρισιν τὴν εἶχεν μὲ τὸν ἀφέντην τοῦ Μιλᾶ. Καὶ ὁ ρήγας ἐπῆγεν εἰς τὴν Φλουρέντζαν, καὶ ἔμαθεν πῶς ὁ ἐμπαραδούρης τῆς Ἀλαμανίας ἦτον εἰς ἐκείνην τὴν μερίαν, καὶ ἦλθε νὰ διαφεντέψῃ τοὺς ποταμοὺς τοῦ Μιλᾶ· [καὶ ὁ ἀφέντης τοῦ Μιλᾶ ἐποῖκεν του κάλεσμα καὶ κανισκία μεγάλα, καὶ τόσα ἐποῖκεν, ὅτι ἐποῖκεν τους ἀγάπην μὲ τὸν πάπαν.]

§218.-Ἂς ποῦμεν καὶ [περὶ τῶν κουμουνίου τῶν Γενουβίσων καὶ Βενετίκων.] Εἰς ἐκεῖνον τὸν καιρὸν ἐπέψαν μαντατοφόρους εἰς τὸν πάπαν καὶ ἀγγαλέσαν τὸν ρήγα, λαλῶντα, ὅτι διὰ τὴν μάχην τὴν ἔχει μὲ τὸν σουλτάνον, καὶ πῶς ἔνι καὶ πιασμένοι εἰς τοὺς τόπους του ὅλοι οἱ χρι(στι)ανοί, καὶ ἔχουν μεγάλην ζημιάν, «καὶ ταπεινὰ καὶ δουλικὰ παρακαλοῦμεν καὶ προσπίπτομεν εἰς τοὺς πόδας σου νὰ τοῦ πῇς νὰ κλίνῃ διὰ νὰ γενῇ ἡ ἀγάπη, διὰ νὰ ἐλευθερωθοῦν οἱ χριστιανοὶ καὶ ν᾿ ἀννοικτοῦν οἱ στράτες.» Καὶ ἐπέψαν δόκιμα κανισκία τοῦ πάπα [καὶ τοῦ ρηγός.] Ὁ πάπας ἐπαρακάλεσεν τὸν ρήγα νὰ κλίνῃ νὰ ποίσουν ἀγάπην διὰ τὴν χρῆσιν τους χριστιανούς, καὶ νὰ ἐβγοῦν καὶ οἱ χριστιανοὶ ἀπὸ τὲς πρεκιὲς καὶ σκοτεινὲς φυλακές. Γροικῶντα ὁ ρήγας τοῦ πάπα ἐπρουμούτιασέν του νὰ ποίσῃ ἀκωλύτως.

§219.-Ἐζηλέψαν οἱ Γενουβίσοι τὰ δύο ἀδελφία ὁ περρὴν τε Κριμάντε καὶ ὁ Τζουὰν ὁ ἀδελφός του διὰ τὴν πολλὴν σουπ(ε)ρπίαν τοῦ σουλτάνου· ἐπῆραν τὰ βʹ τους κάτεργα, ὅπου ἦτον εἰς τὸ μηνίον τοῦ ρηγός, καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν, κ᾿ ἐκεῖ ηὗραν μία νάβαν σαρακήνικην ἀπὸ τὴν Τρίπολιν τῆς Βαρβαρίας φορτωμένην ἀκριβὰ πράματα. Θωρῶντα οἱ κλέφτες οἱ Σαρακηνοὶ τὰ δύο κάτεργα ἐβάλαν ἀπάνω πολλοὺς ἄλλους Σαρακηνοὺς διὰ νὰ βοηθιστοῦσιν, καὶ ψέματα ἐκοπιάσαν· τὰ αὐτὰ κάτεργα ἐντικτῆσαν τους καὶ τόσον τὴν ἐπολεμίσαν, ὅτι βοηθῶντος τοῦ θεοῦ μὲ πολλὺν σκοτωμόν καὶ λαβωμοὺς ἐπήραν την καὶ ἐφέραν την εἰς τὴν Ἀμόχουστον τῇ αʹ ἀπριλλίου ἀτξηʹ Χριστοῦ. Καὶ τῇ θʹ ἀπριλλίου [φῶς ἡμῖν ἔλλαψεν τῇ ἁγία καὶ μεγάλῃ κυριακῇ τοῦ πάσχα τῆς ἐχρονίας ͵ατξηʹ Χριστοῦ.]

§220.-Καὶ τὸν αὐτὸν μῆναν ὁ σὶρ Τζουὰν τε Σοὺρ ἀρμάτωσεν βʹ σατίες ἀπὸ τὴν Ἀμόχουστον καὶ ἀφῆκεν κεφάλιν τὸν σὶρ Τζουὰν τε Κολιές, καὶ ἐπῆγεν τὴν αὐτὴν ἡμέραν τῆς ἁγίας κυριακῆς εἰς ἕναν χωρίον ὀνόματι Σαρφὲς καὶ ἐπῆρεν ὅσους λᾶς εἶχει τὸ χωργιόν, καὶ ἐκουρσέψαν το· καὶ ὀφωνάξαν οἱ Σαρακηνοὶ καὶ ἀναφάναν ἄλλοι Σαρακηνοὶ ἀπὸ πολλὰ Κωρία· καὶ [θωρῶνταν] (ὁ) Κολλίες μήπως καὶ φράξουν τὸ διάβαν καὶ χάσουν τοὺς λᾶς, καὶ μοναῦτα ἔπεψεν τοὺς αἰχμάλωτους εἰς τὰ κάτεργα, καὶ ἧλθαν κατευοδωμένοι εἰς τὴν Κύπρον εἰς τὴν Ἀμόχουστον. Τὸ λοιπὸν γροικῶντα τον ὁ σουλτάνος ἐδέκτην (μὲ) μεγάλην χολὴν τὴν ζημίαν ὅπου τοῦ ἐποῖκαν τὰ κάτεργα τῶν Γενουβίσων καὶ διὰ τὲ(ς) σατίες, καὶ ὅτι ἔχουν [τοὺς μαντατοφόρους εἰς τὴν φυλακὴν εἰς τὴν Κύπρον· καὶ μοναῦτα ἀρμάτωσεν βʹ κάτεργα μαγραπίτικα καὶ ἐπέψεν τους νὰ κουρσέψουν τὴν Κύπρον· καὶ ἡ σκλερία ἐπετάξεν τους εἰς τὸ Καστέλλο Ρούζου, καὶ ηὗραν ἕναν καράβιν βενέτικον, καὶ ἐπῆραν το· ὁμοίως ηὗραν καὶ ἕναν γρίππον καὶ εἷχεν γʹ χριστιανούς, καὶ ἐπῆραν το, καὶ ἐστράφησαν εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν.

§221.-Εἰς τὲς ἡμέρες ἐκεῖνες ἐστράφησαν τὰ ἄνωθεν βʹ ξύλα τὰ μαγραπίτικα εἰς τὴν Κύπρον νὰ κουρσέψουν. Καὶ ἔδωκεν ὁ θεὸς καὶ ἦτοι μία σατία ἀρματωμένη εἰς τὴν Ἀμόχουστον διὰ νὰ πάγῃ εἰς τὸ Κούρικος, καὶ ἐξέβην ἔξω τοῦ λιμιόνος, διατὶ τὰ ταχία ἔμελλε νʹ ἀρμενίσῃ· καὶ ἔνωσεν τὸ λάμνημαν τῶν κουπίων τῶν βʹ κατέργων τῶν μαγραπίτικων, καὶ ἦρτεν εἰς τὸν Πύργον τῆς Τζαΐνας, τῆς ἀλύσου, καὶ εἶπεν το τῆς βίγλας καὶ ἐποῖκαν το νῶσιν τοῦ ἀμιράλλη· καὶ μοναῦτα ὁ ἀμιράλλης ὥρισε νὰ ἐβγοῦν τὰ βʹ κάτεργα τα γενουβίσικα καὶ μιὰ σατία, νὰ δηγηθοῦν,-καὶ ἦσαν καλὰ δηγημένα, καὶ ἦτοι καραβοκύρης τῆς σατίας ὁ μισὲρ Τζουὰν τε Πούς,-νὰ ἐβγοῦ νὰ πᾶ νὰ γυρεύσουν τὰ αὐτὰ κάτεργα, ὥς ὅπου ν᾿ ἀννοίξ᾿ ἡ πόρτα, νὰ συνπιαστοῦν οἱ λᾶς. Τὰ κάτερ(γα) ἦτον δηγημένα καὶ ἐπῆγαν γυρεύγοντά τα, καὶ ἔφτασέν τα καὶ ἡ σατία καὶ ἐπῆγαν γυρεύγοντά τα. καὶ δὲν τὰ ἐφτάσαν, καὶ ἐστράφησαν εἰς τὴν Ἀμόχουστον.

§222.-Καὶ τὰ βʹ κάτεργα τὰ γενουβίσικα ἐπῆγαν εἰς τὸν Δαμιάτην καὶ ηὖραν δύο νάβες σαρακήνιες, οἱ ποῖες ἡ μία ἐνέβην εἰς τὸν ὁλιμιόναν, καὶ ἐνέβησαν ἀπὸ τοὺς λᾶς τῆς γῆς. καὶ ἐδιαφεντέψαν την, ὅτι δὲν ἠμπορῆσαν τὰ κάτεργα νὰ τὴν πάρουν· ἀμμὲ τὴν ἄλλην ὅπου ἦτον ἔξω ἐπῆραν την μὲ πολλὲς πραματεῖες, καὶ ἐφέραν την εἰς τὴν Ἀμόχουστον. Ἀμμὲ ὅταν ἐστράφην ἡ σατία καὶ ἀφῆκεν τὴν συντροφίαν τῶν βʹ κατέργων, πολλὰ ἀνγκρίστην ὁ ἀμιράλλης καὶ ἐφοβήθην μήπως καὶ ἐμπλαστοῦν τὰ κάτεργα μὲ τά μαγραπίτικα, καὶ ἔχουν δισπλαζέριν· τὸν μισὲρ Τζουὰν τε Ποὺν εἰς τὴν φυλακήν, καὶ ἐπρουμουτίασε νὰ μὲν τὸν ἐβγάλουν ὥς που νἄρτουν τὰ βʹ κάτεργα μὲ καταυγ(ό)διον εἰς τὴν Ἀμόχουστον, ἀλλοίως νὰ κόψῃ τὴν κεφαλήν του. Καὶ τῇ ιʹ μηνὸς μαγίου ͵ατξή ἐποῖκεν ὁ θεὸς τὸ θέλημάν του ἀπὲ τὸ σὶρ Τζουὰν τε Σοὺρ τὸν ἀμιράλλην τῆς Κύπρου εἰς τὴν Ἀμόχουστον. Τὸ λοιπὸν ἂ(ς) στραφοῦμεν εἰς τὸν ρήγα.

§223.-Ἐστάθην κουντέντος ἔμπροσθεν τοῦ πάπα διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ σουλτάνου· ὥρισεν ὅτι οἱ μαντατοφόροι τῶν Γενουβίσων καὶ τοὺς Βενετίκους νὰ πᾶν εἰς τὸν σουλτάνον. Καὶ παραῦτα ἀρματῶσαν οἱ Γενουβίσοι βʹ κάτερ(γα) καὶ ἐβάλαν· μαντατοφόρον ἀπάνω τὸν Καζὰ Ζεγγαρέ· ὁμοίως καὶ Βενέτικοι ἀρματῶσαν βʹ κάτεργα καὶ ἐπέψαν μαντατοφόρον τὸν κύρην Νικολάον Τζουστουνίαν· καὶ ὁ ρήγας ἐμήνυσεν εἰς τὴν Κύπρον τοῦ ἀδελφοῦ του τοῦ πρίντζη νὰ ἐβγάλῃ τους μαντατοφόρους τοῦ σουλτάνου ἀπὸ τὴν Κερυνίαν καὶ νὰ τοὺς δώσῃ τοὺς μαντατοφόρους τῶν κουμουνίων νὰ τοὺς πάρουν εἰς τὸ Κάργιος, ὅνταν τοῦ ζητήσουν· καὶ νὰ τελειώσουν τὴν ἀγάπην οἱ ἄνωθεν μαντατοφόροι ὡς γοιὸν τοῦ ἐπρουμουτίασαν ὀπρὸς τοῦ ἁγιωτάτου πάπα.

§224.-Καὶ τῇ κδʹ μηνὸς ἰουνίου ͵ατξηʹ Χριστοῦ ἀρματῶσαν τὰ δʹ κάτεργα τῶν κουμουνίων, καὶ ἐνέβησαν καὶ οἱ ἀνωθεν μαντα(το)φόροι, καὶ ἀρματῶσαν καὶ μίαν σατίαν καὶ ἐπέψαν την εἰς τὴν Κύπρον διὰ νὰ φέρῃ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ ρηγὸς εἰς τὸν κουβερνούρην· καὶ ἐξέβησαν ἀπὸ τὴν Ρόδον τῇ κεʹ ἰουνίου καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν. Καὶ οἱ μαντατοφόροι τῶν κουμουνίων ἐπήγασιν ἔμπροσθεν τοῦ σουλτάνου εἰς τὸ Κάργιος, καὶ ἐποῖκαν τὴν μαντατοφορίαν, καὶ ἐσυμπάψασιν μὲ τὸν σουλτάνον, καὶ ἐπέψαν εἰς τὴν Κύπρον νὰ φέρουν τοὺς μαντατοφόρους τοῦ σουλτάνου. Καὶ μοναῦτα ὁ σουλτάνος νὰ ἐβγάλῃ τοὺς χριστιανοὺς ἀπὸ τὲς φυλακάδες καὶ νὰ τοὺς δώση τὸ δικόν τους, καὶ νὰ ποίσῃ τὸν ὅρκον, κατὰ τὸ συνήθιν τῆς ἀγάπης. Καὶ ὅνταν ἐσυμπάψαν οἱ ἄνωθεν μαντατοφόροι, ἐμεῖναν εἰς τὸ Καργίος, καὶ ἐπέψαν ἀπὸ τὴν συντροφίαν τους δύο κάτεργα, ἕναν γενουβίσικον καὶ αʹ βενέτικον εἰς τὴν Κύπρον νὰ πάρουν τοὺς μαντατοφόρους τοὺς Σαρακηνοὺς εἰς τὸ Καργίος· καὶ ἐξέβησαν ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδραν τῇ ηʹ μηνὸς αὐγούστου ͵ατξηʹ Χριστοῦ. Καὶ ἐπέψαν χαρτία τοῦ ποδεστᾶ τοὺς Γενουβίσους καὶ τοῦ μπ(α)λίου τοὺς Βενετίκους νὰ σμικτοῦ νὰ πέψουν γλήγορα τοὺς μαντατοφόρους τοὺς Σαρακηνοὺς εἰς τὸ Κάργιος· καὶ ὁ πάγιλος καὶ ὁ ποδεστᾶς ἐνέβησαν εἰς τὴν Λευκωσίαν ζητῶντα τοὺς μαντατοφόρους. Καὶ ὁ κουβερνούρης ὡς εἶχεν τὸν ὁρισμὸν τοῦ ρηγός, μαναῦτα ὥρισεν καὶ ἔδωκέν τους εἰς τὰς χεῖρας τους, καὶ ἑμολογῆσαν ἔμπροσθεν τοῦ νοτάρη πῶς τοὺς ἐπεριλάβασιν, καὶ γιὰ τοῦτον ἐποῖκαν προβιλίζιν. Τῇ παρασκευῆ τῇ κδʹ αὐγούστου ͵ατξηʹ Χριστοῦ ἐξέβησαν ἀπὸ τῃν Ἀμόχουστον τὰ ὄνωθεν δύο κάτεργα καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν, καὶ ἐπῆραν τοὺς μαντατοφόρους τοὺς Σαρακηνοὺς εἰς τὸν σουλτάνον.

§225.-Καὶ ἄνταν ἀπεσῶσαν τὰ αὐτὰ κάτεργα εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν, ἐμηνύσαν τοῦ σὲρ Καζὰ Σεγκαρὴ καὶ τοῦ σὶρ Νικὸλ Ζουστουνία τοὺς μαντατοφόρους τῶν κουμουνίων τὸ ἔλα τους. Οἱ πγοὶ μαντατοφόροι τῶν κουμουνίων ἐποῖκαν το νῶσιν τοῦ σουλτάνου, καὶ κεῖνος εἶπεν: «Ἀπεζᾶτε τοὺς μαντατοφόρους μου εἰς τὴν γῆν.» Οἱ μαντατοφόροι εἶπαν του: «Ἀφέντη, ὡρισμένοι εἴμεσταν ἀπὸ τὸν ρήγα τῆς Κύπρου νὰ μὲν βάλωμεν τοὺς μαντατοφόρους σου εἰς τὴν γῆν, ὥς που νὰ τελειώσῃς τὴν ἀγάπην, καὶ νὰ ἐβγάλουν καὶ οὕλους τοὺς χριστιανοὺς ἀπὸ τὴν φυλακήν, μηδὲν μετανώσῃς ὥς γοιὸν ἐποῖκες καὶ τὲς ἄλλε(ς) φορές.» Γροικῶντα ὁ σουλτάνος ὁ ὑπερήφανος τὴν συντυχίαν τους μαντατοφόρους, πολλὰ ἐθυμώθην· καὶ εὑρέθην ἐκεῖ ὁ ἀμιρᾶς ὀνόματι Μεχλὶν Πέχνα, ὅπου ἦτον ἀφορμὴ καὶ ἀρχεύτην ἡ μάχη καὶ πάντα ἐμπόδιζεν τὴν ἀγάπην· καὶ ἦτον φουσκωμένος ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Καζὰ Τζεγκαρή, ὄπου ἐκολάκευγεν τὸν σουλτάνον νὰ μαλακτιάνῃ τὸν θυμόν του διὰ νὰ τελειωθῆ ἡ ἀγάπη, καὶ σηκώννεται ἔμπροστεν τοῦ σουλτάνου καὶ ἔδωκεν τοῦ αὐτοῦ σὶρ Καζὰ βʹ φούσκιες, καὶ λαλεῖ του: «Χοιρίδιν δετιποτένον, κομπώννεις τὸν ἀφέντην μου τὸν σουλτάνον! καὶ τότε ζητᾶτε τὴν ἀγάπην μὲ γελοῖον, καὶ νἄρτη ὁ ρήγας τῆς Κύπρου νὰ μᾶς ποίσῃ, ὡς γοιὸν μᾶς ἐποῖκεν καὶ τὲς ἄλλες φορές!» Καὶ πιάννει τον ἀπὸ τὰ γένεια νὰ κόψῃ τὴν κεφαλήν του. Θωρῶντα ὁ ἄνωθεν Καζὰς τὴν ἀντροπὴν ὅπου ἔπαθεν, εἶπεν του: «Ἀφέντη ἀμιρᾶ, δὲν κομπώννω τον σουλτάνον. ἀμμὲ λαλῶ τὸ μοῦ παράγγειλα νὰ πῶ, καὶ σοὺ ἐδέρες με· γειά σου ἂν ἐπεθάναν ὅλοι οἱ Γενουβίσοι, καὶ θέλει ἔρτειν καιρὸς καὶ ὁ δαρμένος θέλει δέρειν!» Τότες εἶπεν τοῦ σουλτάνου: «Ἀφέντη, τάσσομαί σου εἰς τὴν πίστιν μας, ἂν δὲν τελειώσῃς τὴν ἀγάπην, θέλουν ἔρτειν ἀπάνω σου τόσον φουσάτον, καὶ θέλουν σὲ ξηλοθρεύσειν καὶ τοὺς πτωχοὺς τοὺς πραματευτάδες.»

§226.-Ἀπάνω εἰς τοῦτα τὰ λογία, ἐσηκώθην ὁ παλαιὸς ἀμιρᾶς καὶ εἶπεν τοῦ σουλτάνου: «Ἀφέντη, μηδὲν γροικᾷς ἐκείνου ὅπου σοῦ λαλεῖ διὰ τὸ δικόν του διάφορος, παρὰ γροίκα ἐκείνου ὅπου σοῦ λαλεῖ διὰ οὕλους τὸ διάφορος· οἱ λᾶς τῶν ἀρμάτων θέλουν νὰ ᾖνε πάντα μάχη, διὰ νὰ κλέψουν καὶ νὰ σκοτώσουν· καὶ γιὰ κείνους μόνον θέλεις ὅλον τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ σου νὰ κουρσεύεται καθημερινόν; Ἔξευρε πῶς ὁ ρήγας τῆς Κύπρου εἶνε εἰς τὴν δύσιν καὶ συνπιάζει φουσάτον ἀπό τοὺς ἀφέντες τοὺς χριστιανοὺς, καὶ ἔρχουνται νὰ ξηλοθρεύσουν τὴν γῆν σου· καὶ ἀνισῶς καὶ μάθῃ πῶς ἐτελείωσες τὴν ἀγάπην, θέλει ἔρτειν χωρὶς ἀρμάδαν, καὶ μεῖς θέλομεν εἶσταιν ἀναπαμένοι· καὶ ἂν δὲν μοῦ γροικήσῃς πολλοὶ θέλουν φύγει ἀπὸ τοὺς τόπου(ς) σου καὶ θέλουν πᾶν [εἰς τόπους ἐλεύθερους καὶ στερεωμένους καὶ θαρούμενους, καὶ ἄλλους θέλουν πάρειν αἰχμάλωτους.] Αρώτα καὶ μάθε πῶς τὰ μακζενία εἶνε γεμάτα πραματεῖες, καὶ δὲν εὑρίσκεται τινὰς ν᾿ ἀγοράσῃ. Ποῦ εἶνε τὰ δουκάτα τοὺς Γενουβίσους; Δὲν θωρεῖς πῶς ἦρταν παρκάτω τὰ κουμερκία σου, καὶ οἱ πραματευτάδες δὲν ἔχουν τίντα νὰ ποίσουν; Καὶ ὡς γοιὸν ἐκεῖνος ὅπου εἴμαι δοῦλος σου καὶ κρατούμενος νὰ εἰπῶ τοῦ ἀφέντη μου ὅλην τὴν ἀλήθειαν· διὰ τοὺς γονεῖς μου καὶ διὰ τὸ διάφορος τοῦ μουσθλουμανίου, εἴπουν σοῦ το· προυμουτιάζω σου, τὸ κρίμαν τοῦ αἴματος ὅπου νὰ χενωθῆ καὶ τοὺς αἰχμαλώτους ὅπου νὰ αἰχμαλωτευτοῦσιν, ὁ θεὸς γιὰ κείνους θέλειν τὸ ζητᾶν ἀπὸ ᾿ξ αὑτόν σου, καὶ ἀπὸ κείνους ὅπου σὲ κωλύουν νὰ μηδὲν ποίσῃς ἀγάπην.» Ὁ σουλτάνος εἶπεν του: «Καλὰ λαλεῖς, καὶ ἀρέσκει μου νὰ τελειωθῇ ἡ ἀγάπη!»

§227.-Τότες ἐσηκώθην ἄλλος ἀμιρᾶς πολλὰ θυμωμένος καὶ λαλεῖ τοῦ σουλτάνου: «Ἀφέντη, ἔχε ἀπομονήν, μήπως καὶ ὁ ρήγας στραφῇ χωρὶς φουσάτον, γροικῶντα πῶς ἡ ἀγάπη ἀρχεύτην, καὶ τότε θέλει-ν γινεῖν ἡ ἀγάπη εἰς τὴν ὄρεξίν σου.»] Ὁ σουλτάνος ἐπεθύμαν εἰς τοῦτον, καὶ ὄχι νὰ τε(λει)ωθῇ, καὶ ἀπομάκριζεν· καὶ γροικῶντα τοῦ ἀμιρᾶ ἀπόμεινεν ὀλλίγες ἡμέρες καὶ ἐφέραν του μαντάτον, πῶς ὁ ρήγας ἐστράφην χωρὶς καμίαν βοήθειαν· καὶ μοναῦτα ἐξαναλόγισεν, καὶ δὲν ἄκουσε νὰ ποίσῃ τὴν ἀγάπην, ἀμμ᾿ ἔδωκεν πάλε γραφὲς τοῦ Καζὰ Τζινγκάρε καὶ ἔστρεψέν τον εἰς τὴν Κύπρον εἰς τὸν ρήγα. Ὁ αὐτὸς σὶρ Καζὰς διὰ ν᾿ ἀποβγῇ καὶ νὰ πῇ καὶ τὰ ἄπρεπά τους λογία, ἐξέβην καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Κύπρον, ὁ ποῖος έξηγήθην τοῦ ρηγὸς ὅλην τὴν ἀφορμήν. §228.-Καὶ ὁ ρήγας ἐξαναγράψεν του χαρτὶν καὶ ἐπέψεν του τἀμπρὸς ὀπίσω, καὶ ηὗραν καὶ δύο σκλάβους σαρακηνοὺς ὅπου εὑρέθησαν εἰς τὴν Κύπρον καὶ ἔπεψέν τους τοῦ σουλτάνου, ὁ ποῖος ἐποῖκεν το διὰ τὴν ἐλευθερίαν τοὺς χριστιανούς, καὶ πάλε ἐστράφην εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν. §229.-Καὶ ἐβγαίννοντα ὁ ρήγας ἀπὸ τὴν Ἀμόχουστον νὰ πάγῃ εἰς τὴν Κερυνίαν, ἐκακούχισεν καὶ ᾿ποῖκεν κἄποσες ἡμέρες· καὶ ὅνταν έκαλλιττέρισεν, ἐγύρεψε νὰ μάθῃ τὸ πρᾶμαν πῶς ἐδιάβην· καὶ εἶπαν τοῦ το καταληπτῶς. Καὶ [ὁ φρενιμώ(τα)τος ρήγας] μοναῦτα ἐμήνυσέν το τοῦ πάπα, πως ἐγίνην γ-ἡ δουλεία, καὶ πῶς τοῦ ἐδῶκαν οἱ ἀφέντες πολλὰ ξύλα, καὶ γροικῶντα πῶς θέλει νὰ γενῆ ἡ ἀγάπη, ἀπολογιάσεν τα ἀπὸ τοὺς ἀφέντες, καὶ εἶπαν καὶ ἡ ἀγάπη εἶνε τελειωμένη, «καὶ τώρα εὑρισκούμεθαν κομπωμένοι.» Ὁμοίως ἐπῆρεν βουλὴν ἀπὸ τοὺς ἄρχοντές του, καὶ ἐπέψαν χαρτία μὲ μίαν σατίαν καὶ ἐπῆραν τα εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν, καὶ ἐδῶκαν τα εἰς τὴν γῆν, καὶ ἡ σατία ἐστράφην. §230.-Θεωρῶντα ὁ σουλτάνος πῶς ἐστράφην ὁ σίρε Καζὰ Τζινγκαρέ, καὶ ἔφερεν ἔντιμον κανίσκιν καὶ ταπεινὸν χαρτίν, εἶπεν εἰς τὸν ἐμαυτόν του: «Φαίνεταί μου πολλὰ ἐταπεινώθην ὁ ρήγας καὶ πολλὰ πεθυμᾷ τὴν ἀγάπην ἀπὸ τὸν φόβον του.» Καὶ ἐννοιάζετον, ὅνταν δὲν εἶδεν τὰ χαρτία ὅπου ἔριψεν ἡ σατία εἰς τὴν γῆν, ἡ ποία γραφὴ ἐλάλεν οὕτως. «Πρὸς τὸν ἠγαπημένον μας φίλον τὸν σουλτάνον Βαβυλωνίας, ὁ δικός σου φίλος ὁ ρήγας τῆς Κύπρου πολλὰ χαιρετίσματα. Γίνωσκε ὅτι γνώθομαι πολλὰ βαρυμένος ἀξ αὑτόν σου, ὅτι ἐσοὺ μὲ τὴν ὄρεξίν σου καὶ εἰς τὴν ἐζήτησιν τὴν δικήν σου ἔγραψες νὰ ποίσῃς ἀγάπην· τὸ ποῖον ἐγίνετον εἰς τὴν ζήτησιν τοὺς Γενουβίσους καὶ τοὺς Βενετίκους μὲ τοὺς Καταλάνους, καὶ [πολλὰ μὲ ᾿παρακαλῆσαν] διὰ νὰ στερεώσω τὴν ἀγάπην· καὶ ἅνταν ἦλθαν οἱ μαντατοφόροι μου ἔμπροσθέν σου, [τοὺς δὲ ἐθέλησες νὰ τοὺ(ς) στρώσης, τοὺς δὲ ἐδέραν τους ὀμπρός σου, καὶ ἐβάσταξές το·] καὶ μίαν ζητᾷς τὴν ἀγάπην καὶ ἄλλην μετανώθεις, καὶ μακρυνίσκεις· τοῦτον δὲν εἶνε τοὺς καλοὺς ἀφέντες, δείχνεις πῶς εἶσαι ἕνας ἀφέντης ὅπου σ᾿ ἐψήλωσεν ἡ τύχη. Καὶ ἐπειδὴ καὶ ὁ θεὸς ἐσυγχωρῆσεν το διὰ τὰ κρίματά μας καὶ ἐδῶκεν σου τούτην τὴν ἀφεντίαν, πρέπει νὰ πολομᾶς ὡς γοιὸν πολομοῦν οἱ ἀφέντες οἱ ρηγάδες, ὅπου ἔχουν τὴν ἀφεντίαν ἀπὸ γεννήσεώς τους. Πρῶτον συμβουλεύτουν μὲ τὴν βουλήν σου καὶ μὲ τοὺς ἐδικο(ύ)ς σου, καὶ μόνος καὶ μοναχός σου καὶ ᾿δὲ τὸν νοῦς σου, καὶ ἀνίσως καὶ ἔχεις ὄρεξι νὰ τελειώσῃς τὴν ἀγάπην, τότε τὴν γύρευγε καὶ ζήτα την· εἰ δὲ νὰ τὴν ζητᾷς καὶ νὰ τὴν ἀξαπολᾷς. Τάσσω σου εἰς τὴν πίστιν μου ὡς χριστιανὸς ὅπου εἶμαι, ὅτι οἱ ἀφέντες τῆς δύσις ἐποῖκαν ὁρισμὸν εἰς τοὺς ἐφφικατόρους τους νὰ ποίσουν μεγάλην ἀρριάδαν νὰ κατεβοῦν ἀπάνω σου, καὶ ἐγὼ ἐκομπώθηκα ἀπὸ τοὺς Βενετίκους καὶ ἐκόμπωσα τοὺς καλούς μου συνγγενάδες τοὺς ἀφέντες, λαλῶντα τους ὅτι ἔχομεν καλὴν ἀγάπην μεσόν μας· καὶ εἰς τοῦτον ἐμεῖναν καὶ δὲν ἦλθαν. Καὶ ἐπίστευσα εἰς τὰ λογία σου ὡς λογία ἀφέντη, καὶ ἔβγαλα τοὺς σκλάβους μου τοὺ(ς) Σαρακηνοὺς ἀπὸ τὲς φυλακὲς καὶ ἔπεψά σου τους, καὶ σοὺ κρατεῖς τοὺς χριστιανοὺς εἰς τὲς φυλακές. [Διὰ τοῦτον, ἂν τὸ δώσῃ ὁ θεὸς ὡς θέλω, κατεβαίννω ἀπάνω σου καὶ θέλω σοῦ δώσει νὰ γρωνίσῃς ἴντα ἄνθρωπος εἶμαι,] κ ἔχω θάρος εἰς τὸν θεὸν νὰ μοῦ δώσῃ τὸ νίκος. Καὶ πλημελεᾶς με, καὶ περίτου δὲν σοῦ γράφω χωρὶς νὰ ᾖνε καιρὸς καὶ τόπος.»

[§231.-Καὶ ὁ ρήγας ἑδήγησεν τὸ κάτεργόν του καὶ πολλοὺς καβαλλάριδες, καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Φράτζα.ὺ

§232.-Καὶ ἐλησμόνησα νὰ σᾶς ξηγηθῶ πῶς ἀλλάξαν τὸ κουντάτο ἀπὲ τὸ πριντζάτο· καὶ πολομῶ νὰ τὸ ξεύρετε, καὶ θέλετε τὸ μάθειν εἰς τὸ στέψιμον τοῦ Τζάκου τε Λαζανία.

§233.-Καὶ ἁντὰν ἐστέφθην ὁ ἀφέντης ὁ ρὲ Πιέρ, ὠρδίνιασεν καὶ τὰ ᾿φφίκια τοῦ ρηγάτου τὰ χηράτα. Τὸ πριντζάτον τῆς Ἀντιοχείας ἔδωκέν το τοῦ ἀδελφοῦ του τοῦ σὲρ Τζουὰν τε Λουζουνία καὶ (τὸ) κοντοσταυλίκιν τῆς Κύπρου, καὶ σταυλον τῶν Ἱεροσολύμων, καὶ τὸν σὶρ Τουμᾶς τε Ἰμπελὴ σινεσκάρδον τοῦ ρηγάτου. καὶ τὸν σὶρ Σιμοὺν Παπὴν πουντουλιέρην τοῦ ρηγάτου τῆς Κύπρου, καὶ τὸν σὶρ Ὀγκὲ Ἐμπεὲ τὸν ἰατρὸν τζασιλιέρην τοῦ ρηγάτου, καὶ τὸν σὶρ Πιὲρ Μαλοζὲ τζαμπερλάνον τῆς Κύπρου. Καὶ ὁ ρὲ Πιὲρ ἁρμάστην μίαν ὄμορφην κόρην ἀπὸ τὴν Καταλονίαν, τὴν Λιονόραν τε Ραού. Καὶ ἐστέφθην μὲ τὸν ἄνωθεν ρὲ Πιὲρ ἀντάμα.]

§234.-Τὸ λοιπὸν ἀφίννομεν τὴν ἐξήγησιν τοῦ σκύλλου τοῦ σουλτάνου, καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς ἄλλην τῆς ρήγαινας, ὀνόματι Λινόρας, γυναῖκα τοῦ ἄνωθεν ρὲ Πιέρ. Ὁ καλὸς ρήγας, ὡς γοιὸν ἠξεύρετε καὶ ὁ δαίμων τῆς πορνείας ὅλον τὸν κόσμον πλημελᾶ, τὸν ἐκόμπωσεν τὸν ρήγαν, καὶ ἔππεσεν εἰς ἁμαρτίαν μὲ μίαν ζιτὶλ ἀρχόντισσα ὀνόματι Τζουάνα Λ᾿ Αλεμά, γυναῖκαν τοῦ σὶρ Τζουὰν τε Μουντολὶφ τοῦ κυροῦ τῆς Χούλου, καὶ ἀφῆκεν την ἀγκαστρωμένην μηνῶν ηʹ. Καὶ πηγαίνωντα ὁ ρήγας τὴν δεύτερην φορὰν εἰς τὴν Φρανγγίαν, ἔπεψεν καὶ ἔφερέν την εἰς τὴν αὐλὴν ἡ ρήγαινα· καὶ τὸ νὰ ἔλθῃ ὀμπρός της, ἐτίμασέν την ἀντροπιασμένα λογία, λαλῶντα της: «Κακὴ πολιτική, χωρίζεις με ἀπὸ τὸν ἄντρα μου!» Καὶ ἡ ἀρχόντισσα ἐμούλλωσεν· καὶ ἡ ρήγαινα ὥρισεν τὲς βάγες της καὶ ἔριψάν την χαμαί, [καὶ ἕναν γδὶν] καὶ ἐβάλαν το ἀπάνω εἰς τὴν κοιλιάν της καὶ ἐκουπανίσαν [πολλὰ πράματα,] διὰ νὰ ρίψῃ τὸ βρέβος· καὶ ὁ θεὸς ἐγλύτωσέν το καὶ δὲν ἔππεσεν. Θωρῶντα πῶς τὴν ἐτυράνιζεν ὅλην τὴν ἡμέραν καὶ δὲν ἔππεσεν, ὥρισεν καὶ ἐσφαλίσαν την εἰς ἕναν σπίτιν ὡς πισαυρίου· καὶ ὅνταν ἐξημέρωσεν, ὥρισεν καὶ ἐφέραν την ὀμπρός της, καὶ ἐφέραν καὶ ἕναν χερομύλιν, καὶ ἁπλῶσαν την χαμαὶ καὶ ᾿βάλαν το είς την κοιλίαν της καὶ ἀλέσασιν [αʹ πινάκιν] σιτάριν ἀπάνω εἰς τὴν κοιλιάν της, καὶ ἐκρατοῦσαν την, καὶ δὲν ἔππεσεν τὸ παιδίν. Καὶ ᾿ποῖκεν της πολλὰ κακά, καὶ μυρίσματα, τζίκνες, βρώμους, καὶ ἄλλα κακά, καὶ ὅσα ὠρδινιάζαν οἱ γιλλοῦδες, γ-οἱ μαμμοῦδες· καὶ τὸ παιδὶν περίτου ἐδυνάμωννεν εἰς τὴν κοιλιάν της. Ὥρισέν τη νὰ πάγῃ ἔσσω της, καὶ [ἐπαράγκειλεν τῆς ὑποταγῆς της, ὅσον γεννήσῃ τὸ παιδὶν νὰ τὸ φέρουν τῆς ρήγαινας· καὶ ἤτζου ἐγίνην, καὶ δὲν ἠξεύρομεν τίντα ἐγίνην τὸ βρέφος τὸ καθαρὸν καὶ ἄπταιστον.]

§235.-Καὶ μοναῦτα ὥρισεν ἡ κακὴ ρήγαινα καὶ ἐπῆραν τὴν κακότυχην τὴν λειχοῦσαν εἰς τὴν Κερυνίαν, καὶ ἐβάλαν την εἰς τὴν γούφαν ἤτζου ματωμένην, καὶ ἐκεῖ ἐστεντίασεν πολλά, ἀπὸ πᾶσα πρᾶμαν στερε(υ)ομένη ἀπὸ τὸν καπετάνον, διὰ νὰ τελειώση τὸν κακὸν ὁρισμὸν τῆς ἄθεης καὶ κακῆς ρήγαινας. Καὶ διαβαίννοντα ζʹ ἡμέρες ὁ πρίντζης ἔπεψεν καὶ ἄλλαξεν τὸν καπετάνον καὶ ἔβαλεν ἄλλον καπετάνον, τὸ(ν) σὶρ Οὗνγκε τ᾿ Ἀτιαμέ, [ὁ ποῖος] ἦτον συνγκενὴς τῆς ἀρχόντισσας· καὶ ὁ κουβερνούρης ὥρισέν τον κρυφὰ νὰ τὴν ἀναπαύσῃ διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ ρηγός· ὁ ποῖος σὶρ Λουκὲς ἐγέμωσεν τὴν γούφαν [μίαν κάνναν χῶμαν] καὶ ἔβαλεν κάτω πελεκάνον καὶ ἐκάρφωσάν την μὲ τὰ σανιδία, καὶ ἔδωκέν της ροῦχα καὶ ἐκοιμάτον· καὶ ᾿δῆγαν καλὰ καὶ τὸ φᾶν της καὶ τὸ πγεῖν της. Τοῦτα οὗλα τὰ μαντάτα έφτάσαν εἰς τὴν Φραγγίαν εἰς τ᾿ αὐτία τοῦ ρηγός τῆς Κύπρου.

§236.-Ὁ ρήγας ἔγραψεν τῆς ρήγαινας πολλὰ θυμωένα: «Ἔμαθα τὸ κακὸν τὸ ἐποῖκες τῆς ἠγαπημένης μας κυρὰ Τζουάνας Λ᾿ Αλεμά· διὰ τοῦτον τάσσομαί σου, ὅτι ἀνισῶς καὶ ἔλθω εἰς τὴν Κύπρον με καταυγόδιον βοηθῶντος θεοῦ, θέλω σοῦ ποίσειν τόσον κακὸν ὅπου νὰ τρομάξουν πολλοί διὰ τοῦτον πρὶ νὰ ἔλθω ποῖσε τὸ χειρόττερον τὸ νὰ μπορήσῃς.»

§287.-Καὶ [ἄνταν ἐπερίλαβεν ἡ ρήγαινα τὰ χαρτία,] ἔμήνυσεν τοῦ καπετάνου τῆς Κερυνίας νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Λευκωσίαν, καὶ ἐμηνῦσεν του νὰ φέρῃ καὶ τὴν γεναίκαν του κρυφὰ νὰ τὴν ζητήση τῆς ρήγαινας τὴν ἄνωθεν ταμὲ Τζουάνα νὰ τὴν ἐβγάλῃ ἀπὸ τὴν γούφαν. Καὶ οὕτως ἐγίνετον, καὶ ἐβγάλαν την ἀπὸ τὴν γούφαν, καὶ εἶπαν της: «Ἐμεῖς ἐπήγαμεν εἰς τὴν ρήγαιναν καὶ ἐπαρακαλέσαμέ την [καὶ ἐβγάλεν σε, καὶ εὐχαρίστου της.»] Καὶ ἐπέψαν την εἰς τὴν χώραν. Ἡ ρήγαινα ὥρισεν καὶ ἐφέραν την ὀμπρός της, καὶ ἕρισεν καὶ ἐστρέψαν της ὅ,τι τῆς ἐπῆραν ἀππέσσω της· καὶ εἶπεν της ἡ ρήγαινα: «Ἂν θέλῃς νὰ ᾔμεστεν φίλαινες καὶ νἄχῃς τὴν ἀγάπην μου, ἔμπα εἰς κανέναν μοναστήριν.» Ἡ πγοιὰ κυρὰ Τζουάνα εἶπεν της: «Εἰς τὸν ὁρισμόν σου, κυρά μου· ὅρισ᾿ με εἰς ποῖον μοναστήρι νὰ πάγω.» Καὶ ὥρισέν τη νὰ πάγῃ εἰς τὴν Ἁγίαν Φωτεινήν, ἡ λεγομένη Σάντα Κλέρα. Ἡ ἄνωθεν καβαλλαρία ἐποῖκεν χρόνον ἕναν εἰς τὴν γούφαν τῆς Κερυνίας καὶ εἰς τὸ μοναστήριν, καὶ ἡ ὀμορφία δὲν ἐπαρκατέβην.

§238.-Ἠξεύρετε, ὅτι ὁ αὐτὸς ρὲ Πιὲρ εἶχεν ἄλλη μίαν καύχαν τὴν τάμε Τζίβαν τε Στααντιλίου, γυναῖκαν τοῦ σὶρ Γρινιὲρ Λε Πεντίτ· καὶ διατὶ ἡ ἄνωθεν τάμου Τζίβα ἢτον παντρεμένη δὲν ἠμπόρησεν νὰ τῆς ποίσῃ δισπλαζίριν. Καὶ εἶπεν μοῦ το ἡ πεθθερὰ τοῦ Γεωργίου, ἡ Μαρία, τοῦ Νούζη τοῦ Καλογήρου, τοῦ γερακάρη τοῦ σὶρ Γχαρρὴν τε Ζιπλὲτ εἰς τὸ χωρίον τὴν Γαλάταν, ὅτι ἀγρωνίζετον καὶ ᾿δουλεῦγεν του, καὶ ἔξευρέ το.

§239.-Πάλε νὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ ἐτραβενίασεν διὰ τὸ πταῖσμαν τῆς ρήγαινας. Ὁ ἀρχέκακος διάβολος τῆς πορνείας ἐμπῆκεν εἰς τὴν καρδίαν τοῦ μισὲρ Τζουὰν τε Μόρφου τοῦ κούντη τε Ρουχᾶς, καὶ ἐπίασέν τον πολλὴ καὶ μεγάλη ἀγάπη ἀπάνω τῆς ρήγαινας, καὶ ἐποῖκεν πολλοὺς τρόπους καὶ τόσα ἔδωκεν τῶν μαυλιστρίων, ὅτι ἀρχεύτην καὶ ἐτελειώθην, καὶ εὑρέθησαν ἀντάμα· καὶ ἐφανερώθην τὸ πρᾶμαν εἰς ὅλην τὴν χώραν πῶς ἐγίνην τίτοια παρανομία, καὶ οὗλος ὁ λαὸς δὲν έξηγᾶτον ἄλλον, τόσον ὅτι ἐξηγοῦνταν το καὶ τὰ κοπελλία. Τὸ λοιπὸν ἐμάθαν το τ᾿ ἀδελφία τοῦ ρηγὸς καὶ ἐπικράνθησαν πολλά, καὶ ἐννοιάζουνταν πῶς νὰ διαβῇ τὸ μέγαν κακὸν τοῦτον, [διὰ νὰ μηδὲν γεννηθῇ ἄλλον, ὡς γοιὸν ἐγίνην.]

§240.-Μέσα εἰς τοῦτον ἦλθεν ὁ μισὲρ Τζουὰν Βισκούντης ὀμπρός του(ς), τὸν ὥρισεν εἰς τὸ ἔβγα του νὰ παίρνη σκοπὸν τὸ σπίτιν του, καὶ ἀρχέψαν οἱ ἀφέντες νὰ τὸν ἀρωτοῦν περὶ τῆς ἀφορμῆς τῆς κυρᾶς τῆς ρήγαινας, καὶ ἐρωτῆσαν τον ἀνισῶς καὶ εἶνε ἀλήθεια. Καὶ ὁ καλὸς καβαλλάρης εἶπεν τους: [«Ὄχι.»] Καὶ εἶπεν: «Ἀφέντες, τίς ἐμπορεῖ νὰ κρατήσῃ τὰ στόματα τοὺς λᾶς; οἱ ποῖγοι εἶνε ὅτοιμοι νὰ (λα)λοῦν κακὸν διὰ τὸν πασἄναν, καὶ τὸ καλὸν τοὺς ἄλλους νὰ τὸ κρύψουσιν.» Καὶ λαλεῖ πάλε: «Ὁ θεὸς τὸ ξεύρει, ὅτι τὴν ὥραν ὅπου τὸ ἐγροίκησα ἔφτασα νὰ ππέσω χαμαὶ ἐλλιγωμένος, καὶ δὲν ἠξεύρω ἴντα νὰ ποίσω. Ὁ ἀφέντης μου ὁ ρήγας ἔδωκέν μου τὸ βάρος νὰ παίρνω σκοπὸν τὸ τιμημένον του σπίτιν περίτου παρὰ τοὺς ἀδελφούς του.» Τότε λαλοῦν του: «Φίλε, ὁ φανός μας εἶνε νὰ τὸ μάθῃ ἐξ αὑτόνς σου παρὰ ἀπὸ ἄλλον τινάν.» Ὁ καλὸς καβαλλάρης ἐπῆγεν ἔσσω του καὶ ἔγραψεν τοῦ ρηγὸς ἕναν ἄτζαλλον χαρτὶν τὸ ποῖον ἐλάλεν οὕτως:-

§241.-«Τρισεντιμότατέ μου ἀφέντη, ὀπίσω εἰς τὰ ρικουμαντιάσματα εἶμαι κρατούμενος εἰς τὴν ἀφεντίανς σου, νὰ ξεύρῃ ἡ ἀφεντίας σου, ὅτι ἡ τρισυψηλότατή μας κυρὰ ἡ ρήγαινα, ἡ ἁγία σου συμβία, εἶνε καλά, καὶ τ᾿ ἀδελφία σου, καὶ ἔχουν μεγάλην πεθυμίαν ν᾿ ἀξιωθοῦν νὰ σὲ ᾿δοῦσιν. Ἀποὺ τὰ μαντάτα τὰ εἶνε εἰς τὸ νησσίν, καταραμένη νὰ ᾖνε ἡ ὥρα ὅταν έννοιάστηκα νὰ σοῦ γράψω, καὶ τρισκατάρατη ἡ ᾿μέρα ὅπου μὲ ἀφῆκες βιγλάτορον τοῦ σπιτιοῦ σου, νὰ ξυρώσω τὴν καρδιάνς σου νὰ σοῦ ξηγηθῶ τὰ μαντάτα· ὅμως θέλω νὰ τὰ μουλλώσω, καὶ φοβοῦμαι τὴν ἀφεντιάνς σου, μήπως καὶ γροικήσῃς τα ἀπ᾿ ἄλλον, καὶ θέλω κατηγορηθεῖν καὶ θέλω παι- δευτεῖν· διὰ τοῦτον [λαλῶ σου τα,] καὶ παρακαλῶ τὸν θεὸν καὶ τὴν ἀφεντιάνς σου νὰ μὲν πάρῃς δεσδένιον. Ἐξηγηθῆκαν εἰς τὴν χώραν, ὅτι ἐπλάνεσεν τὴν ἀρνάν σου καὶ εὑρέθην μὲ τὸν κλιάρον, καὶ λαλοῦν πῶς ὁ κούντη τε Ρουχᾶς ἔνε εἰς μεγάλην ἀγάπην μὲ τὴν κυράν μας τὴν ρήγαινα, ἀμμὲ φαίνεταί μου καὶ εἶνε ψέματα· καὶ ἂν εἶχα τὴν ἀφεντίαν, ἔθελα ψηλαφήσειν ἀπόθεν καὶ ἀποὺ τίναν ἐβγῆκεν τοῦτος ὁ λόγος καὶ ἔθελα ποίσει νὰ μηδὲν ᾖνε ἀπότορμος τινὰς τίτοιες ἀντροπὲς νὰ ξηγᾶται. Ταπεινὰ σὲ παρακαλῶ τὴν ἀφεντίαν σου διὰ τὸν θεὸν καὶ διὰ τὴν καλὴν ζωὴν τῆς βασιλείας σου. Ἐγράπτη ἐν τῆ πόλει Λευκωσία ιγʹ δικεβρίου ͵ατξηʹ Χριστοῦ.»

§242.-Ὡς γοιὸν σᾶς ἐξηγήθηκα ὀπίσω τὴν ἀγάπην τὴν εἶχεν ὁ ρήγας μὲ τὴν ρήγαιναν, καὶ διὰ τὴν ἀγάπην τὴν εἶχεν ἐπρουμουτίασέν της ὅπου νὰ εὑρίσκεται νὰ παίρνῃ τὸ ἀποκάμισόν της νὰ τὸ βἁλλῃ τὴ νύκταν εἰς τὴν ἀγγάλην του νὰ κοιμᾶται, καὶ ἐποῖκεν τὸν τζαμπερλάνον του νὰ παίρνῃ πάντα μετά του τὸ ᾿μάτιν τῆς ρέγαινας καὶ νὰ τὸ βάλλουν εἰς τὸ κρεβάτιν του. Εἰ δὲ καὶ τινὰς πῇ, «ἔχοντα καὶ εἶχεν τόσην ἀγάπην, πῶς εἶχεν βʹ καύχες;» τοῦτον ἐποῖκεν το ἀπὸ πολλὴν λουξουρίαν τὴν εἶχεν, ὅτι ἦτον παιδίος ἄνθρωπος.

§243.-Καὶ ἐφέραν τὸ χαρτίν· (τὴν) νύκταν ἐδιάβασεν τὰ σκοτανὰ μαντάτα ὅπου τοῦ ἐφέραν, καὶ παραῦτα ὥρισεν τὸν τζαμπερλάνον καὶ ἐσήκωσεν τὸ ᾿μάτιν τῆς ρήγαινας ἀπὲ τὴν ἀγγάλην του,-ὁ ποῖος ἦτον ὁ Ἰωάννης τῆς Τζάμπρας,καὶ εἶπεν του, πλεῖον μηδὲν τὸ βάλη. Τότε ἀναστέναξεν καὶ εἷπεν: «Ἀνάθεμαν τὴν ὥραν καὶ τὴν ἡμέραν ὅπου μοῦ ᾿δῶκαν τὸ χαρτίν· καὶ τοῦτον ἐγίνετον, ὅτι (ὁ) ἥ(λιο)ς ἦτον εἰς τὸν αἰγόκερον ὅταν ἐγράφετον.» Ὁ ρήγας ὡς φρένιμος, τινὸς δὲν ἔδειξεν φανόν, καὶ πολλὰ ἐσφίνγκετον νὰ δείξῃ ἀλεγρέτζαν, [καὶ δὲν ἐμπόρεν.] Θωρῶντα τον οἱ καβαλλάροι τῆς συντρο(φι)ᾶς του, πῶς τὸ πρόσωπόν του ἦτον πολλὰ δημμένον, ἀρωτῆσαν τον καὶ εἶπαν του: «Πέ μας τὸ κρυφόν σου, μήπως καὶ σασῶμεν το, η νὰ μοιραστῇ ἡ πλῆξι σου μετά μας.» Ὁ ρήγας ἀναστέναξεν καὶ εἶπεν: «Ἠγαπημένοι μου φίλοι, παρακαλῶ τὸν θεὸν τιτοίαν μαντατοφοργιὰν νὰ μὲν δοθῇ ποττὲ τοὺς φίλους μου, οὐδὲ τοὺς ἐχθρούς μου, ὅτι πολλὰ πικρὸν καὶ φαρμακερὸν εἶνε, καὶ δὲν ἠπορεῖ νὰ μοιραστῇ, ἀμμὲ γινίσκεται ὡς γοιὸν ἕναν κόμπον εἰς τὴν καρδίαν τοῦ ἀνθρώπου, καὶ οὕτως εἶνε εἰς τὴν καρδιάν μου, καὶ δὲν ἠμπορεῖ τίτοιον μαντάτον νὰ τὸ σάσῃ τινὰς ἄλλος παροὺ ὁ παντοδύναμος θεός. Καὶ ἀγρωνίζω καθολικὰ ὅτι ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων εἶνε ἀγκρισμένος μετά μου, ὅτι δὲν μ᾿ ἐκάνεσεν τὸ ψυσικὸν τὸ μοῦ ἔδωκεν ἀπὸ τοὺς γονεῖς μου, ἀμμὲ ἐγύρεψα νὰ πάρω τὸ δὲν εἶχαν γ-οἱ γονεῖς μου, καὶ γιὰ τοῦτον ἔβαλεν τοὺς φίλους μου νὰ πάρουν βεντέτταν καλλίον παρὰ τοὺς ἐχθρούς μου· [διατὶ λαλεῖ,] φύλαξόν με ἀπὸ κείνους ἁποῦ ἀποθαρῶ, διατὶ ἐκείνους ὅπου δὲν ἀποθαρῶ βλέπομαι.» Καὶ οἱ πτωχοὶ οἱ καβαλλάριδες ἐππέσαν εἰς μεγάλην πλῆξιν, καὶ ἀρωτῆσαν τοὺς δουλευτάδες του ἀνισῶς καὶ ξεύρουν τίποτες εἰς τούτην τὴν ὑπόθεσιν.

§244-Τὸ λοιπὸν θωρῶντα ὁ ρήγας πῶς δὲν εἶχεν πλεῖον δουλείαν εἰς τὴν μεργιὰν τῆς δύσις, καὶ ἐθάρεν ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ σουλτάνου ἐγίνην, ἀποχαιρέτησεν τοὺς ἀφέντες τῆς δύσις καὶ ἐνέβην εἰς τὸ κάτεργόν του καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Κύπρον. Καὶ ἐπροσδεκτῆσαν τον ὡς γοιὸν ἦτον τὸ συνήθιν τὸ ρηγάτικον, καὶ ἐποίκασιν ἑορτὴν καὶ χαρὰν ἡμέρες ὀκτώ.

§245.-Τὸ λοιπὸν εἶνε χρῆσι νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ κούντη, τοῦ μισὲρ Τζουὰν τε Μόρφου. Ὅνταν ἦλθεν τὸ μαντάτον εἰς τὴν Κύπρον πῶς ὁ ρήγας ἐτελείωσεν τὲς δουλεῖες του καὶ ἦτον ἕτοιμος νὰ στραφῇ εἰς τὴν Κύπρον, ὁ ἄνωθεν μισὲρ Τζουὰν τε Μόρφου ἐπίασέν τον μεγάλη ἔννοια διὰ τὸ ἔλα τοῦ ρηγός, μήπως καὶ εἶπαν του τὰ μαντάτα οἱ ἀμουροῦζες του διὰ τὸ πεῖσμαν τὴς ρήγαινας· ἔπεψέν τους δύο κομματία παννὶν κοττένον σκαρλάτον, τὸ ἕναν τῆς τάμου Τζουάνας Λ᾿ Ἀλεμὰν καὶ τὸ ἄλλον τῆς τάμου Τζίβας τε Σκαντελίου, ὀξὺν φίνον, καὶ ὀνομίσματα χίλια ἄσπρα τῆς μουτιάσουν νὰ μὲν ποῦν τινὸς τίποτες, οὐδὲ τοῦ ρηγός, ὄμως ἀνὲν καὶ ἄλλον νὰ γροικήσουν νὰ τὸν ἐβγάλουν πταίσθην.] Καὶ οἱ ἀρχόντισσες ἐπρουμουτιάσαν τοῦτο νὰ τὸ ποίσουν· καὶ ἤτζου ἐποίκασιν.

§246.-Ὡς γοιὸν ἔρχετον ὁ ρήγας εἰς τὴν θάλασσαν, ἦρτεν του μία φουρτούνα μεγάλη, καὶ ἐπῆρεν τάμαν, ὅντα νἄρτῃ μὲ τὸ καλὸν εἰς τὴν Κύπρον νὰ γυρέψῃ ὅλα τὰ μοναστήρια τῆς Κώρας νὰ τὰ προσκυνήσῃ.

§247.[Καὶ ἐπέσωσεν μὲ τὸ καλὸν καὶ ἦρτεν εἰς τὴν Λευκωσίαν.]

§248.-[Καὶ ἐπῆγε νὰ προσκυνήσῃ τὰ μοναστήρια· πρῶτα ἐπῆγεν εἰς τὸ μοναστήριν τὴν Σάτα Κλέρα·] καὶ ἔδωκεν τοῦ μισὲρ Τζουάνη Μουστρὴ πολλὰ καρτζὰ καὶ ἐβάσταν μετά του. Καὶ ἐπῆρεν ὁρισμὸν ἀπὸ τὴν γουμένην καὶ ἐνέβησαν εἰς τὰ κελλί(α) τῶν καλογρῃῶν. Ἀφὸν ἐπροσκύνησεν καὶ ἐνέβην καὶ εἰς τὸ κελλὶν τῆς τάμου Τζουάνας Λ᾿ Ἀλεμάν, [καὶ ἐκείνη] ἐγονάτισεν νὰ φιλήση τὸ χέριν τοῦ ρηγός, καὶ ὁ ρήγας ἐπερίλαβέν την μὲ μεγάλην ἀγάπην, καὶ ὤρισεν καὶ ἐδῶκαν της ὀνομίσματα αʹ γρόσια ἀργυρᾶ· καὶ ὥρισέν την μοναῦτα νὰ ρίψῃ τὸ μοναχικὸν σχῆμα καὶ νὰ πάγῃ ἔσσω του, γιατὶ χωρὶς τὸ θέλημάν της τὰ ἐφόρησεν διὰ τὸν ὁρισμὸν τῆς ρήγαινας. Ὁ ρήγας ἐπῆγεν καὶ ἐπροσκύνησεν εἰς τὰ μοναστήρια καὶ ἔδωκεν εἰς πᾶσα ἕναν διὰ τὴν ψυχήν του.

§249.-Καὶ ἦλθεν εἰς τὴν αὐλὴν ὁ ρήγας, καὶ ἕρισεν καὶ ἐφέραν ὀμπρός του τὲς δύο ἀρχόντισσες κα ἔβαλέν τες εἰς μίαν τζάπραν καὶ ἐκεῖ ἐξετάσεν τες κρυφὰ διὰ τὸν λόγον ὅπου εἶπαν· καὶ ὡς γοιὸν ἐπροείπαμεν ἦτον καὶ (οἱ) δύο ἀρχόντισσες συμβουλεμένες. Καὶ ἐξέτασεν πᾶσα μίαν χώρια, καὶ ἐδῶκαν καὶ οἱ δύο ἕναν λόγον εἰς τὸν ρήγα, καὶ δὲν ἠμπόρησε νὰ μάθῃ τίποτες ἀπὸ ᾿ξ αὑτὴς τους, ἀμμὲ εἶπαν του: «Ἤξευρε πῶς ἡ ρήγαινα ἐσκανταλίστην μὲ τὸν μισὲρ Τζουὰν Βισκούντην, καὶ ἐτίμασέν τον, καὶ ἐκακώθην της, καὶ γιὰ τοῦτον ἔγραψεν τῆς βασιλείας σου τὸ χαρτίν.» Πάλε εἶπαν: «Ἀφέντη, ξεύρεις πῶς [ἡμεῖς οὐδὲν εἴμεστεν εἰς τὴν γράσαν σου, ἀμμὲ ἐκεῖ ὅπου ὁ κούντη τε Ρουχᾶς ἔνι καλός σου δοῦλος, πῶς νὰ τὸν συκοφαντήσωμεν ἄδικα;»] Τὸ λοιπὸν ἔμεινεν ὁ ρήγας κονμπωμένος ἀπὸ τὲς δύο ἀρχόντισσες, καὶ ᾿θάρησεν πῶς τοῦ εἴπασιν ἀλήθεια. Καὶ εἰς τούτην τὴν λογὴν ἐπέρασεν ἡ αὐτὴ δουλεία, ὡς γοιὸν ἐγὼ ἔμαθα ἀπὸ τὴν κυρὰ Λόζε τὴν βυζαστρίαν τῶν κόρων τοῦ σὶρ Σιμοὺν τ᾿ Ἀντιότζε, ἡ ποία ἦτον παροίκισσα τοῦ κούντη τε Ρουχᾶς, καὶ κείνη ἔξευρέν το καθολικά, ἡ μάνα τοῦ Ἰωάννη τοῦ Μαγείρου.

§250.-Ταραχὴ ἁποῦ ᾿γίνην οἱ Γενουβίσοι μὲ τοὺς Βενετίκους. Ἐχρονίας ͵ατξηʹ Χριστοῦ ἕνας Γενουβίσος ἐπῆγεν εἰς τὸν ποῦντον τῆς Ἀμοχούστου νὰ ἐμπῇ εἰς τὸ καράβιν του, καὶ δὲν ηὗρεν βάρκαν γενουβίσικην· ἐπῆγεν εἰς τὸ καράβιν τοὺς Βενετίκους καὶ ᾿παρακάλεσέν τους νὰ τὸν σηκώσουν νὰ τὸν βάλουν εἰς τὸ καράβιν του τὸ γενοβίσικον· καὶ δὲν ἐθελῆσα νὰ τὸν σηκώσουν, καὶ κεῖνος ἐτιμάσεν τους πολλά. Τότες οἱ ἀνθρῶποι τῆς βάρκας οἱ Βενετίκοι ἐδέραν τὸν Γενουβίσον· καὶ ὁ Γενουβίσος ἐπῆγεν καὶ ἀγκάλεσεν εἰς τὸν παλίον τους ὀνόματι Τζουὰν τε Μολής, καὶ δὲν ἐθέλησε νὰ τοῦ ἀκροθῇ· καὶ κεῖνος μοναῦτα ἐξηγήθην το τοὺ(ς) συντρόφους του. Οἱ Γενουβίσοι ἦτον ἀγγωμένοι, ἦλθαν εἰς τὴν λότζαν τοὺς Βενετίκους καὶ ηὗραν τὰ ραβδία τοὺς ραβδούχους τοὺς Βενετίκους καὶ ἦτον καὶ ζωγραφισμένα, καὶ ἐτζακίσαν τα ἀπάνω τους μικρὰ μικρά, καὶ ἐσύραν σπαθία καὶ ἐτρέξαν τοὺς Βενετίκους, οἱ ποῖγοι ἐφύγαν καὶ ἐνέβησαν εἰς τὰ δώματα τῆς λότζας τους, καὶ ἐστάθησαν καὶ ἐδιαφεντεύγουνταν. Τότες οἱ πραματευτάδες οἱ Γενουβίσοι ἐνέβησαν εἰς τὰ δώματα τοῦ κουμερκίου, ὅπου εἶνε κοντὰ τῆς λόντζας, καὶ ἐσύραν ἡ μία μερία τῆς ἄλλης πέτρες, καὶ οἱ Βενετίκοι ἐσύραν τοὺς Γενουβίσους βερετουνίες. Καὶ ἀπὸ τοὺς Γενουβίσους ἦλθε μία πετρία καὶ ἔδωκεν τοῦ παλίου εἰς τὸ χέριν καὶ ἐλαβῶσεν τον. Ὅταν ὁ καπετάνος ἔνωσεν τὴν ταραχήν, μοναῦτα ἐπέψαν τὸν βισκούντην καὶ πολλοὺς λᾶς τῶν ἀρμάτων νὰ κοψουν τὸ σκάνταλον, καὶ νὰ βλεπίσουν καὶ τὴν χώραν. Καὶ πάλε ἐδῶκαν τοῦ παλίου ἄλλην πετρίαν εἰς τὸ πρόσωπον, καὶ μοναῦτα ἀφῆκεν τα κ᾿ ἔφυγεν ἀπὸ τὴν λότζαν του καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸ σπίτιν του καὶ ἐπαράγγειλεν μοναῦτα οὕλους τοὺς πραματευτάδες ν᾿ ἀρματωθοῦν. Τὸ ὅμοιον ἐποῖκεν καὶ ὁ ποδεστᾶς τοὺς Γενουβίσους, ὀνόματι μισὲρ Τουάρδον Φαλαμονίγγον. Ἀπάνω εἰς τὴν αὐτὴν ταραχὴν ἐνέβησαν μεσόν τους οἱ μοναχοὶ τῶν Λατίνων καὶ ἐκατηγορῆσαν τους καὶ ὁ ἐμπαλὴς τῆς Ἀμοχο(ύ)στου, καὶ τόσον τοὺς ἐκατηγορῆσαν καὶ ἐποῖκαν τους ἀγάπην.

§251.-Πάλε ἂς ἔρτωμεν εἰς τὸν ρήγα· ὅτι δὲν ἐπίστευσεν τὰ λογία τῶν δύο κυράδων, ἐζήτησεν [τοὺς ἄρχοντες (τῆς) βουλῆς του,ὀ πρῶτον τοὺς ἀδελφούς του καὶ τοὺς προδέλοιπους παρούνιδες, ψουμάτους, λιζίους καὶ συμβουλατόρους,] καὶ ἐκάτζεν τους καθόρδινα. Ἐζήτησεν ὁ ρήγας εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν: «Ἄρχοντες κατὰ θεὸν τιμημένοι, φίλοι καὶ ἀδελφοί, εἰς αὑτόν σας ἀγγαλίω τὸν πόνον καὶ τὸ καμίνιν καὶ καμὸν τῆς καρδιᾶς μου· τὸ λοιπονὶν δὲν εἶνε νὰ τὸ θαυμαστῇ τινὰς τοῦτον τὸ ᾿γίνην, ὅτι ἀξ αὔτόν μου ἐγίνην, καὶ δὲν καταγνώννω ἄλλον παροὺ τὸν ἐμαυτόν μου. Ὁ θεὸς ἐποῖκεν με ρήγαν τῆς Κύπρου καὶ ἐκράξε με καὶ τῶν Ἱεροσολύμων, καὶ πρὶν τὸν καιρὸν ἀνάγκαζα καὶ ἐπεθύμου νὰ κτήσω τὸ ρηγάτον Ἱεροσολύμων, καὶ τοῦτον ἀνάγκαζα νὰ τὸ τελειώσω διὰ καλὸν καὶ τιμὴν δικής σας καὶ ἐδικήν μου· καὶ ὁ θεὸς ἐπαιδεῦσεν με διὰ νὰ τζακκίσῃ τὴν σουπερπίαν μου. Νἆχεν ποίσειν ὁ θεὸς νἆχἄσταιν ρήγας τῆς Κύπρου τιμημένος καὶ ὄχι ρήγας ὅλου τοῦ κόσμου καὶ νἆμαι ἀντροπιασμένος ὅτι εἰς τὸν αἰγόκερον ζῴδιον ἐγεννήθηκα, καὶ εἰς τὸν πλανήτην [τὸν καιρὸν] ἐστέφθηκα. Τὸ λοιπόν, ἄρχοντες, ὡδὰ σᾶς παρακαλῶ καὶ ἐσυμπιάσα σας νὰ σᾶς εἰπῶ τὸ ἀγκάλεμάν μου, καὶ ἔνι πολλὰ βαρὺν καὶ δυσβάστακτον, καὶ ἀντροπιασμένον καὶ ἄπρεπο νὰ σᾶς τὸ ξηγηθῶ. Ἐγὼ ξεύρω πῶς ὂλοι εἶσθε σοφοί· ᾿δέτε τὴν ζήτησίν μου, καὶ δικαιώσατέ με ὡς γοιὸν νὰ σᾶς δώσῃ χάριν καὶ γνῶσιν τὸ ἅγιον πνεῦμα.»

§252.-Τότε ὅλοι ἕναν στόμαν εἶπαν εἰς αὑτόν του: «Ἀφέντη, ἀνὲν καὶ τινὰς εἶχεν φαντασίαν ἢ πάθος, καὶ ἐφάνην του, καὶ εἶπαν σου λόγια ἄπρεπα εἰς τὴν βασιλ(εί)αν σου, ὡς φρόνιμος μηδὲν τὰ πιστεύσης, ὅτι πολλὰ λαλοῦν εἰς τὸν κόσμον, ὅτι δὲν εἶνε εὐαγγέλια.

§253.-Καὶ ὁ ρήγας ἐγέμωσεν χολὴν καὶ λαλεῖ τους: «Ἀκανεῖ· ἀνὲν καὶ μὲν δὲν μοῦ πιστεύγετε, νάτε τὸ χαρτὶν τοῦτον τὸ μοῦ ἐπέψαν εἰς τὴν Φραγγίαν, ἀπὸ ᾿ξ αὑτῆς του νὰ γρωνίσετε τὸ πρᾶμαν πῶς ἐδιάβην. Ὅμως ζητῶ σας βουλὴν ἴντα σᾶς φαίνεται νὰ ποίσω· ν᾿ ἀφήσω τὴν γυναῖκαν μου καὶ νὰ τὴν πέψω τοῦ κυροῦ της, νὰ σκοτώσω τὸ σκύλλον τὸν ψωριάρην ὅπου ᾿πόντισεν τὸ μαργαριτάριν, οὒ νὰ μηδὲν δείξω φανὸν τίποτες; Πέτε μου τὸν φανόν σας, καὶ προυμουτιάζω σας νὰ μὲν ποίσω ἄλλον, παρὰ τὸ νὰ μὲ βουλεύσετε. Μηδὲν πῆτε, πλανῶ σας μὲ λογία, ἀμμὲ καλὰ ἐμπορῶ νὰ πάρω βεντέτταν. ᾿[Αγρωνίζετε, ὅτι δὲν ἐδόθην εἰς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, καὶ γιὰ τοῦτον λαλῶ· πολλοὶ ἀνθρῶποι, πολλὲς γνῶσες· [διατὶ ἀποῦ παλαιὸν καιρὸν ἔχομεν ἀθρώπους τῆς βουλῆς γερόντων πειρασμένους], καὶ ἀπὸ ᾿ξ αὑτῆς τους εὑρίσκεται ἡ ἀλήθεια· ἀκομὴ κακὰ ἐμποροῦν οἱ ἀνθρῶποι εὔκολα νὰ κρίνουν τὸν ἐμαυτόν τους, οὐδὲ οἱ γιατροὶ νὰ ἰατρεύσουν τὲς γεναῖκες τους καὶ τὰ παιδιά τους, ὅτι πᾶσα πόνον κρινίσκουν τον ἄπρεπα ἀπὸ τὴν πολλὴν ἀγάπην ἁποῦ τοὺς ἀγαποῦσιν· ἀμμὲ ξένοι ἰατροὶ πρέπει νὰ ἰατρεύσουν τῶν ἰατρῶν τὰς γεναῖκας καὶ τὰ παιδιά τους, καὶ ξένοι κριτάδες νὰ κρίνουν τὰ ἀγγαλέματα τῶν ἄλλων, ὅτι λείπει τους ὁ θυμὸς καὶ ἡ λύπη, καὶ δὲν θωροῦν τὸ πρᾶμαν ὡς γοιὸν εἶνε. Διὰ τοῦτον ἔφερα τὴν ἀφεντιάν σας, καὶ βάλλω τὸ ἀγγάλεμάν μου ὀμπρός σας, καὶ [ὡς γοιὸ νὰ σᾶς φανῇ κρίνετέ το!»]

§254.-Ἀποκρίθησαν τοῦ ρηγὸς καὶ λαλοῦν του: «Ἀφέντη μας, έγροικήσαμεν τὸ ἀγγάλεμάν σου καὶ τὴν ἐζήτησίν σου καὶ τὴν παραπόνησίν σου, καὶ ελπίζομεν εὶς τὴν χάριν τοῦ θεοῦ νὰ μᾶς διδάξῃ ὡς γοιὸ νά τοῦ ὰρέσῃ καὶ τῆς βασιλείας σου. Τὸ λοιπόν, ἂν ὁρίσῃς, ὰπεχώρισε ὀλλίγον ἀποὺ ᾿ξ αὑτῆς μας διὰ νὰ συμβουλευτοῦμεν, καὶ νὰ [εγκλέξωμεν τὸ καλλίτερον τὸ νὰ θελήσῃ ὁ θεός,] καὶ νὰ σοῦ ποῦμεν τὸ μέλλει νὰ γινῇ.» Γροικῶντα ὁ ρήγας, ὅτοιμα ἐπῆγεν.

§255.-Καὶ οἱ καβαλλάριδες πολλὰ ἐκοπιάσαν εἰς τὴν μέσην τους· μερτικὸν ἐλαλοῦσαν νὰ σκοτώσουν τὸν κούντην· καὶ ἐλαλοῦσαν:«Ἂν[τὸ ποὶσωμεν] φανερώννεται τὸ πρᾶμαν, καὶ θέλει εἶσταιν πολλὴ ἀντροπὴ εἰς αὑτόν μας.» Ἂλλοι ᾿λαλοῦσαν: «Καλὰ εἴπετε· διὰ τρεῖς ἀφορμὲς ἔνι νὰ φύγωμεν [θυμοῦ, μίσου, καὶ φάμας.] Ἀμμὲ ἀνισῶς καὶ ποῦμεν νὰ σκοτώσωμεν τὴν ρήγαινα, ξεύρετε πῶς εἶνε ἀποὺ μεγάλην γενίαν τῶν Καταλάνων, καὶ εἶνε ἀνελεήμονες, καὶ θέλουν πεῖν πῶς διὰ μισιτείαν τὸ ᾿ποίκαμεν, καὶ θέλουν ἀρματώσειν καὶ θέλουν ἔρτειν καὶ θέλουν μᾶς ξηλοθρεύσειν καὶ μᾶς καὶ τὸ δικόν μας. Πάλε ἀνὲν καὶ σκοτώσωμεν τὸν κούντην, ὁ λόγος φανερώννει τὸ γεννόμενον, καὶ ἄλλοι πιστεύγουν καὶ ἄλλοι δέν πιστεύγουν, καὶ τότε ὃλοι θέλουν τὸ πιστεύσειν, ὅτι διὰ τούτην τὴν ἀφορμὴν ἐσκοτῶσαν τὸν κούντην· καὶ ὁ λόγος θέλει ἐβγεῖν εἰς ὅλην τὴν οἰκουμένην· καὶ ὁ ρήγας μας, [ὅποὖνε ἕναν κορμὶν δικόν μας, ὁ ποῖος εἶνε ἕναν ὄρνεον, ] καὶ ἐμεῖς τὰ πτερά του, ὡς γοιὸν ἡ ὄρνιθα δὲν φελᾷ χωρὶς τὰ πτερά της, ἤτζου καὶ ὁ ρήγας μοναχός του δὲν φελᾷ χωρίς μας, οὐδ᾿ ἐμεῖς φελοῦμεν χωρίς του· τὸ λοιπονὶν θέλουν μᾶς κατη(γ)ορήσειν, καὶ ὁ λόγος θέλει στερεωθεῖν. Φαίνεταί μας νὰ γροικήσωμεν καλλιώττερα καὶ νὰ χώσωμεν τὸν λόγον· ἀληθῶς, ὅτι ὁ ρήγας ἔδειξέν μας τὴν γραφὴν ἁποῦ τοῦ ἔπεψεν ὁ σὶρ Τζουάν ὁ Βισκούντης εἰς τὴν Φρανγκίαν, ἂς ποῦμεν ὅλοι πῶς εἶνε ψεματάρης, καὶ νὰ τὸν ἐβγάλωμεν ἀπό τὴν ἐλευθερίαν [τοῦ λιζάτου, ] καὶ ἂς τὸν άφήσωμεν εἰς τὴν ἐλεημοσύνην τοῦ ρηγός, ὡς ἐκεῖνος ὁποῦ ἐσυκοφάντησεν τὴν ρήγαιναν καὶ ἀνγκρίστην μὲ τὴν βασιλείαν της διὰ τίποτε ταραχὴν ὁποῦ ἐσκανταλίστην μετά του τὸν διαβόντα καιρόν· καὶ ἀνὲν καὶ γλυτώσῃ, δόξα σοι ὁ θεός, εἰ δὲ μή, ἂς πάγῃ εἰς τὸ καλόν· παρκάτω κακὸν εἶνε ν᾿ ἀπεθάνῃ ἕνας καβαλλάρης, παρὰ νὰ [μᾶς κρατήσουν ἐφίορκους, ] διατὶ δὲν ἐβλεπίσαμεν τὴν ρήγαινάν μας· εἰ δὲ καὶ οὐδὲν τὴν ἐβλεπίσαμεν, ἅνταν ἐγροικήσαμε τὰ ἄπρεπα μαντάτα, διατὶ δὲν ἐποίκαμεν βεντέτταν [ τοῦ ἀφέντη μας ἀπὸ] τὸν ἐχθρόν του καὶ παράβουλον τῆς τιμῆς του. Καὶ εἰς τούτην τὴν λογὴν εἴ τις νὰ τὸ γροικήσῃ τοῦτον, θέλει ἀποπιστευθεῖν ἀποὺ τὴν κακὴν ἀκουήν, καὶ θέλουν πεῖν ὅλοι πῶς, ῾ο καβαλλάρης εἶπεν ψέματα, καὶ ᾿δέτε καὶ πῶς ἔδωκεν ἄδικον θάνατον,᾿ καὶ ὁ λόγος θέλει παύσειν· τοῦτον τὸν λόγον ὅλοι θέλουν πιστεύσειν.»

§256.-Καὶ τἄπισα ἐκράξαν τὸν ρήγαν καὶ ἐποῖκαν του τὴν συντυχίαν : «Ἀφέντη, διὰ τὴὺσυντυχιάς σου ἐγροικήσαμεν τὸ ἀγγάλεμάν σου, καὶ τὸ χαρτὶν τὸ μᾶς ἔδωκες, καὶ πολλὰ ἐσυντύχαμεν μεσόν μας, καὶ ἐγυρέψαμεν καὶ ἀπὸ μίαν μερίαν καὶ ἀπὸ ἄλλην νὰ εὕρωμεν ὠχρὰν τ(ίποτ)ες ἀπ᾿ ὅ,τι λαλεῖ τὸ χαρτίν· τὸ λοιπὸν ἀγρώνισε, ὅτι εἴ τι λαλεῖ τὸ χαρτίν, εἶνε ψέματα, καὶ ὅτις τὸ ἔγραψεν ψέματα λαλεῖ εἰς τὸν λαιμόν του, καὶ ὅλοι μας ἀντάμα καὶ πασαεῖς μας μερία εἴμεστεν ἕτοιμοι νὰ τὸ προβιάσωμεν ἀπὸ τὸ κορμίν μας εἰς τὸ δικόν του πῶς εἶνε ψεματάρης, καὶ τοῦτον ἐποῖκεν τον διατὶ ἐμάλλωσεν ἡ κυρὰ ἡ ρήγαινα μετά του, καὶ ὁ αὐτὸς καβαλλάρης ἐπεθυμῆσε την καὶ δὲν τὸν ἐβάσταξεν, καὶ ὠργίστην του, καὶ διὰ τοῦτον σοῦ ἔπεψεν τὸ χαρτίν· εἰ δὲ ἡ κυρά μας ἡ ρήγαινα εἶνε καλή, καὶ ἁγία, καὶ εὐγενικὴ καὶ τιμημένη. Καὶ ἀθύμου τὸ μᾶς ἐπρουμουτίασες νὰ ποίσῃς τὸ νὰ σὲ βουλεύσωμε.»

§257.-Καὶ εἰς τούτην τὴν λογὴν ἐβγάλαν [τὸν ρήγαν δικαιωμένον, ] καὶ τὸν καβαλλάρην ψεματάρην. Καὶ εἰς τοῦτον ἐστάθην ὁ ρήγας εὐχαρισ(τη)μένος, καὶ ἐζήτησεν τὸν καβαλλάρην εἰς τὸ πεγέριν του, καὶ ἔδωκέν τους καὶ τὸ χαρτὶν εἰς τὰς χεῖρας τους· οἱ καβαλλάριδες ἐβγάλαν τον ἀπὸ τὴν συντροφιάν τους, καὶ ἐγράψαν τον διὰ παράβουλον, ὡς ἐκεῖνος ὅπου ἔβγαλεν τῆς ρήγαινας κακὴν ἀκουγήν. Καὶ ὅνταν ἐγροίκησεν τὰ λογία τους, καὶ ἔθελεν ἔχειν καὶ τῶν δύο κυράδων τῶν καύχων του τὰ λογία τους, ἐπίστευσεν καὶ ἔπεψεν τὸ μεσανυκτικὸν εἰς τὸ σπίτιν τοῦ καβαλλάρη καὶ ἔκραξάν τον ἀπὸ τὸν ρήγα. Ο καλὸς καβαλλάρης ἦτον εἰς τὸ κρεβάτιν του, καὶ μοναῦτα ἐντύθην καὶ ἐκαβαλλίκευσεν νὰ πάγῃ εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ρηγός· καὶ ἔξω ἐστέκουνταν τουρκοποῦλλοι καὶ Αρμένιδες καὶ λαὸς πολλὺς τῶν ἀρμάτων, καὶ παίρνουν τον μοναῦτα, καὶ πάγει εἰς τήν Κερυνίαν, καὶ ἐβάλαν τον εἰς τὴν γούφαν τοῦ Σκουτελλᾶ. Κ᾿ ἐκεῖ ἐποῖκεν [κἄποσον καιρόν].

§258.-Καὶ τἄπισα ἔρχεται ἕνας [ἀφέντης] ἀποὺ τὴν δύσιν νὰ πάγῃ εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ νὰ προσκυνήσῃ· τὸν ποῖον ἐπαρακαλέσαν τον οἱ συνγκενάδες τοῦ σὶρ Τζὰν Βι- σκούντη νὰ τὸν ζητήσῃ ἀπὸ τὸν ρήγα, ὡς γοιὸν εἶνε συνήθιν τοὺς ἀφέντες· καὶ ἐπαρακάλεσεν τὸν ρήγα νὰ τὸν ἐβγάλῃ ἀπὸ τὴν γούφαν, καὶ ἐπρουμουτίασέν του ὁ ρήγας νὰ τὸν ἐβγάλῃ. Καὶ [ὅνταν ὁ κούντης ὁ ξενικὸς ἐπῆγεν,] τότες ὥρισεν (καὶ) ἐβγάλαν τον ἀπὸ τὴν γούφαν τῆς Κερυνίας, καὶ ἔπεψέν τον εἰς τὸν Λιόνταν καὶ ἐβάλαν τον εἰς τὴν γούφαν, καὶ ἔμεινεν χωρὶς φᾶν ὥς που καὶ ἀπόθανεν. Ὁ αὐτὸς κα- βαλλάρης ἂν ἦτο νὰ σᾶς εἴπουν ποτάπος ἀντρειωμένος ἦτον, καὶ εἰ(ς) τζοῦστες καὶ πᾶσα ἄρματον ἦτον πολλὰ βαλέντε ἀντρ(ει)ωμένος· τάμε ὁ θεὸς νὰ τοῦ συγχωρήσῃ.

§259.-Τὸ λοιπὸν μὲ ὅλον τοῦτον ὁ ρήγας δὲν εὑρέθην πλερωμένος, καὶ δὲν ἧτον τόσον ἀνήξευρος, ξεύροντα τὸ πρᾶμαν πῶς ἐγίνετον· ἄρχεψεν καὶ ἀντροπίαζεν τὲς γεναῖκες τοὺς ἐχθρούς του ὅπου ἐσμίκτησαν νὰ ποίσουν τὴν ἀντροπήν. [Πολλὰ έννοιάζουνταν οἱ λᾶς νὰ ποίσουν,] ἀμμὲ τὸ νὰ ᾿δοῦν, ὅτι κάτινες ἀρκέψασιν καὶ ἦτο νὰ τοὺς νώσουν, ἐσύρτησαν ἀπὸ τὸ κακόν· καὶ διατὶ δὲν εὑρέθην τινὰς νὰ τὸ ξηλώσῃ, ἀμμὲ ὅλοι ἐσμίκτησαν, διὰ τοῦτον ἐμίσησεν οὕλους, καὶ ἄρχεψε νὰ τοὺς πλερώσῃ ὅλους τὸν πασἄναν κατὰ τὸ τοῦ ἐδούλευσεν· ὅτι οἱ Γενουβίσοι λαλοῦν, «ὅπου νὰ σοῦ ποίσῃ, ποῖσε του, καὶ ἀνισῶς καὶ δὲν ἐφτάσῃς νὰ τὸ ποίσῃς, μὲν τὸν λησμονήσῃς.» Καὶ εἰς κοντολογίαν ἀντροπίασεν οὗλες τὲς κυράδες τῆς Λευκωσίας, τὲς ποῖες εἶνε μεγάλη ἀντροπὴὺ νὰ τὲς ἀνοματίσωμεν. Οἱ αφέντες ἐμεῖναν ὅλοι ἐννοιασμένοι καὶ κακά ἐθωροῦσαν τὸν ρήγα· καὶ ὁ ἐχθρὸς ὧδε ηὗρεν τόπον, καὶ ἔσπειρεν τὸν σπόρον του, τουτἔστιν ἔχθραν, εἰς τιτοίαν λογήν, ὅτι ἔστρεψέν του μέγαν διάφορος, τὰ ρ᾿ χίλια.

§260.-Τὸ πρᾶγμαν ἐδιάβαινεν ἡμέραν πρὸς ἡμέραν ὥς που καὶ ᾿βρέθην ὁ καιρὸς έπιτήδειος. Φανερὸν ἐγίνην εἰς τ᾿ αὐτία τοῦ ρηγὸς πῶς ἦτον μισισμένος ἀποὺ ὅλους τοὺς καβαλάριδες, καὶ ἐκεῖνος ἐμισῆσεν τους πολλά· ἦτον πολλὰ ἐννοιασμένος μήπως καὶ ἀποθάνῃ καὶ δὲν πλερωθῇ ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς του, ἢ πὰς καὶ ἀπογβάλουν τον, ὡς γοιὸν ἐποῖκαν τοῦ ρὲ Χαρρή. Τὸ λοιπὸν ἕρισεν καὶ ἐκτίσαν του ἕναν πύρ- γον, καὶ [ἀπάνω ἔκτισεν ναὸν ὀνόματι] Μιζερικορδία· [τὴν δὲ φυλακὴν κάτω, τουτἔστιν τὸν πύργον, έκράξεν τον] Μαργαρίτα· καὶ ἐτελείωσέν τον καὶ ἦτον πολλὰ δυνατός, καὶ ὴθελε νὰ τὸ χαντακώσῃ ἀππέξω· Καὶ ἐννοιάστη νὰ ποίσῃ κάλεσμαν μέγαν [μετὰ τὸ χαντάκωμα,] καὶ νὰ σωρευτοῦν ὅλοι οἱ ἄρχοντες οἱ μεγάλοι καὶ παρούνιδες, καὶ νὰ τοὺς ποίσῃ φᾶν, καὶ τότες νὰ φυλακίσῃ τοὺς ἀδελφούς του εἰς τὸν πύργον καὶ μερτικὸν ἀπὸ τοὺς καβαλλάριδες ὁποῦ ἐφοβᾶτον, διὰ νὰ μηδὲν σαστοῦν εἰς τὴν μέσην τους καὶ [ἀδικήσουν τον·] καὶ πολομῶντα τοῦτον θέλ᾿ εἶσταιν χωρὶς φόβον ὅλην του τὴν ζωήν. Καλὰ τὸ ἐννοιάστην, ἀμμὲ κακὰ ἐγίνετον. Ὅνταν ἦρτεν ἡ σαρακοστή, τὴν ἁγίαν ἑβδομάδαν ἔκραξεν τὸν πνευματικὸν νὰ τὸν ξηγορεύσῃ, ὀνόματι φρὲ Τζάκε τοῦ Σὰν Τομένικου, καὶ εἰς τὴν ξηγόρευσιν εἶπεν τοῦ το, τὴν ἔννοιαν [τῆς Μαργα(ρ)ίτας.] Ὁ αὐτὸς πνευματικὸς ἦτον καὶ τοῦ πρίντζη, καὶ ἔκραξέν τον καὶ ὁ πρίντζης νὰ τὸν ξηγορεύσῃ· καὶ ἅνταν τὸν ἐξηγόρευσεν, εἶπεν του οὕλην τὴν ἔννοιαν τοῦ ρηγός· καὶ ἐβλέπετον ὁ πρίντζης νὰ μπῇ εἰς τὴν Μαργ(αρ)ίταν, καὶ οὐδὲ τὸν ἀδελφόν του τὸν Τζάκον ἄφιννε νὰ ἐμπῇ.

§261.-Τὸ λοιπὸν εἶνε καιρὸς νὰ θερίσωμεν τὰ στραχιδία τῆς ἔχθρας, καὶ νὰ σᾶς πῶ τὴν κακίαν τὴν εἶχεν ὁ ρήγας μὲ τοὺς καβαλλάριδές του καὶ κεῖνοι μετά του. [Τῇ ηʹ ἰουναρίου] μηνὸς ἡμέρα κυριακῇ, ατξηʹ Χριστοῦ, εὑρισκομένου τοῦ ρηγὸς εἰς τὸ Ἀκάκιν, ἐπῆγεν εἰς τὸ κυνήγιν, καὶ κοντὰ τοῦ Ἀκακίου ἔχει ἕναν χωρίον μικρόν ὀνόματι Μένικον, καὶ ἦτο τοῦ σὶρ Χαρρὴν τε Ζιπλέτ, ὁ ποῖος καβαλλάρης εἶχεν ἕναν υἱὸν μονογενὴν ὀνόματι Τζακέ, καὶ μίαν κόρην ὀνόματι Μαρία, ἡ ποία ἦτον χήρα, καὶ μίαν πορνικὴν ὀνόματι Λόζε· ὁ αὐτὸς καβαλλάρης ἦτον βισκούντης τῆς χώρας, καὶ πολλὰ ἀγάπαν τὰ κυνηγία, καὶ ἐπαράγγειλεν καὶ ἐφέραν του ἀπὸ τὴν Τουρκίαν μίαν ζυγὴν σκυλλία λαγωνικὰ πολλὰ ὄμορφα· καὶ οὗλοι οἱ καβαλλάριδες ὅλοι κακὰ μετὰ Καρᾶς ἐκλουθοῦσαν τοῦ ρηγός, ὡς γοιὸν ἡ τάξις τοὺς καβαλλάριδες καὶ νὰ παραδιαβάζουν εἰς τὰ κυνηγία. Εὑρισκόμενος ὁ ρήγας εἰς τὸ κυνήγιν, ὁ σκυλλομάνγγος τοῦ αὐτοῦ βισκούντη ἐστρέφετον ἀπὸ τὸ κυνήγιν, καὶ ἐδιάβην ἀπὸ τὴν αὐλὴν τοῦ Ακακίου νὰ πάγῃ εἰς τὸ Μένικον, καὶ εἶχεν τὰ δύο σκυλλία τὰ ὄμορφα, καὶ εἶχεν τα χαρίσει τοῦ Τζάκου τοῦ υἱοῦ του (ὁ) ἄνωθεν σὶρ Χαρρή.

§262.-Ὁ κούντης τῆς Τρίπολις ὁ σὶρ Πιὲρ τοῦ Λουζανία ὁ γνήσιος υἱὸς τοῦ ρηγός, καὶ ἔμπλασεν τοῦ σκυλλομάνγκου καὶ ἀρώτησέν τον: «Τίνος εἶνε τοῦτα τὰ λαγωνικά;» Καὶ εἶπεν του : «Ἀφέντη, εἶνε τοῦ ἀφέντη μου τοῦ Τζάκου τε Ζιπλέτ.» Καὶ ἐψηλαφῆσεν τα καλὰ καὶ εἶδεν τα, καὶ ὡς [παιδίος καὶ ἀφέντης] ἐπεθύμησέν τα, καὶ λαλεῖ τοῦ σκυλλομάνγκου: «Δός μου τὰ σκυλλία τοῦτα!» Καὶ ὁ σκυλ- λομάνγκος λαλεῖ του: «Δὲν τορμῶ, διατὶ φοβοῦμαι τὸν ἀφέντην μου· ζήτα τα τοῦ ἀφέντη μου, καὶ κεῖνος θέλει σοῦ τὰ δώσει.» Καὶ [ὁ ἀφέντης ὁ κούντης] ἐμήνυσεν τοῦ Τζάκου τε Ζιπλὲτ νὰ τοῦ τὰ πέψῃ, καὶ νὰ τὸν πλερώσῃ κουρτέσικα. Απολογήθην του καὶ εἶπεν του: «Ἄμε, πὲ τοῦ ἀφέντη σου, πῶς ἐκεῖνον τὸ δὲν ἔχει ἀγαπᾷ νὰ τὸ ἔχη, ἐγὼ δὲν ἀγαπῶ ἐκεῖνον τὸ δὲν ἔχω· διὰ τοῦτον ἂς μοῦ συμπαθίσῃ, καὶ δὲν τοῦ τὰ διδῶ.» Ὁ ἄνωθεν Τζάκες ἐπῆγεν εἰς τὸν ἀφέντην του, καὶ εἶπεν του πῶς ὁ κούντης ἐμήνυσεν διὰ τὰ σκυλλία, καὶ πῶς τὸν ἀπολόγιασεν, καὶ ἀγκρίστην ὁ αὐτὸς σὶρ Χαρρὴν διὰ τὴν ἀπολογίαν τοῦ υἱοῦ του.

§263.-Ἐρχομένου τοῦ βασιλιώτη εἰς τὸν κούντην, καὶ εἶπεν του τὴν ἀπολογίαν τοῦ σὶρ Τζὰκες, ὁ ἀφέντης ὁ κούντης ὁ νέος ἐδάκρυσεν πολλά, καὶ ἔπιασεν τὸ κλάμαν· καὶ ὡς γοιὸν ἔκλαιγεν, [δόξου καὶ τὸν ρήγα] καὶ ἐνέβην τὴν πόρταν τοῦ π(α)λατίου, καὶ ἐγροίκησεν τοῦ υἱοῦ του πῶς ἔκλαιγεν καὶ ἀρώτησέν τον: «Γιὰ τίντα ἀφορφμὴν κλαίεις;» Καὶ ὁ υἱός του ἀποὺ τὸ πολλὺν κλάμαν δὲν ἠμπόρησε νὰ τοῦ ἀπολογηθῇ. Καὶ ὁ ρήγας ἦλθεν πρὸς τὸν καβαλλάρην τὸν μάστρον του καὶ λαλεῖ του: «Τίντα ἔχει ὁ υἱός μου καὶ κλαίγει ἤτζου;» Καὶ ὁ καβαλλάρης λαλεῖ τοῦ ρηγός: «Ἀφέντη, ὁ Τζάκο τε Ζιπλὲτ ἔχει ἕναν ζευγάριν σκυλλία λαγωνικὰ ὀμορφώτατα, καὶ ἐδιάβην ὁ σκυλλομάνγκος του ἀππὦδε, καὶ εἶδεν τα ὁ ἀφέντης μου καὶ πολλὰ τὰ ἐπεθύμησεν, καὶ ἐζητῆσεν τα τοῦ σκυλλομάνγκου καὶ δὲν τοῦ τὰ ἔδωκεν· ἐμηνῦσεν το τοῦ σὶρ Τζάκες μὲ τὸν βαχλιώτην του, καὶ δὲν ἄκουσε νὰ τοῦ τὰ δώσῃ, καὶ ἔστρεψέν τον, καὶ γιὰ τοῦτον παραπονᾶται καὶ κλαίγει.» Γροικῶντα ὁ ρήγας ἐθυμώθην πολλά, καὶ ἡ κακία ἐπιντώθην, καὶ λαλεῖ: «Μὲ μέγαν δίκῃον ἔνι ὁ ἠγαπημένος μου υἱὸς κακόκαρδος!» Καὶ στρέφεται πρὸς τὸν υἱόν του καὶ λαλεῖ του : «Παιδίν μου, [ἔπληξες!] ἐγὼ νὰ μηνύσω τώρα τοῦ κυροῦ του νὰ μοῦ τὰ πέψῃ.»

§264.-Καὶ ἔπεψεν ὁ ρήγας ἕναν φρόνιμον καβαλλάρην εἰς τὸν σὶρ Χαρρὴν τε Ζιπλὲτ νὰ τοῦ ζητήσῃ τὰ σκυλλία διὰ τὸν υἱόν του τὸν κούντην τῆς Τρίπολις καὶ νὰ τὸν πλερώσῃ τὸ ξάζουν. Ὁ καβαλλάρης, μωραγάπητος τοῦ υἱοῦ του, καὶ άγάπαν καὶ τὰ κυνηγία, καὶ νὰ φανερώσῃ καὶ ὁ καιρὸς τὴν κακίαν τὴν εἶχαν οἱ ἀφέντες μὲ τὸν ρήγαν, δὲν ἐννοιάστην πόση ζημία καὶ κίντυνος ὅπου μέλλει νὰ τοῦ ἔλθῃ διὰ τόσην μικρὴν ἀποσκότισιν, ὅτι οἱ σκύλλοι εἶνε ὀλλιγόζωτοι καὶ δὲν ἔχουν ζωὴν ὅσον ςʹ χρόνους καὶ ψοφοῦσιν, εἰ δὲ ὁ θυμὸς τοῦ ἀφέντη πολομᾶ πολλὴν ζημίαν εἰς ρέντες, σπιτία καὶ ἔτερα, καὶ ἄλλους ἐμπάζει καὶ ἄλλους κατεβάζει, καὶ πολλοὺς ξηκληρώννει τους ἀποὺ τὰ ἀγαθά τους· ἀποτόλμησεν καὶ εἶπεν τοῦ καβαλλάρη ἁποῦ ἔπεψεν ὁ ρήγας: «Ἄμε, πὲ τοῦ ρηγὸς ἀπὸ ᾿ξ αὑτῆς μου, πῶς ἐκεῖνος θέλει τα διὰ τὸν υἱόν του διὰ τὸ ἀπλαζίριν του, μηδὲν πλήξῃ καὶ ἀρωστήσῃ, καὶ ἐμέναν ψηφᾷ με ὡς γοιὸν κτηνόν, καὶ φονιὰν τοῦ παιδίου μου! ὡς γοιὸν ἐκεῖνος θέλει νὰ θεραπεύσῃ τὸ παιδίν του, ἤτζου καὶ ἐγὼ τὸ παιδίν μου, καὶ στιμιάζει με ὡς γοιὸν πελλόν, νὰ βγάλω τὸ ἀπλαζίριν τοῦ παιδίου μου, καὶ νὰ τὸ δώσω τοῦ παιδίου του· τὰ ποῖα λαγωνικὰ εἶνε δικά του, καὶ ἀνὲν καὶ πάρω τα ἀποὺ τὰ χέρια του θέλει κακοψυχήσει, καὶ φόρτζι νὰ πεθάνῃ· καὶ γιὰ τοῦτον μὴ κάκων᾿μου νὰ τὸ ποίσω· ἀμμέ ἡ Τουρκία κοντά μας εἶνε, καὶ γ-οἱ πραματευτάδες ἐμπαίννουν καὶ κατεβαίννουν, καὶ ἂς δώσῃ λόγον καὶ νὰ τοῦ φέρουν ὅσα θέλει, καὶ ὄχι νὰ πάρῃ τὰ δικά τους ἄλλους, διατὶ θέλω τα διὰ τὸ ἀπλαζίριν μου καὶ τοῦ υἱοῦ μου.» Ὁ καβαλλάρης λαλεῖ του: «Ἀφέντη, βλέπε ὅτι ξεύρεις πῶς ἐμεῖς ἔχομεν νόμον νὰ ᾔμεστεν κρατούμενοι ἕνας τοῦ ἄλλου, καὶ τούτη ἡ ἀπολογία δὲν εἶνε καλὴ πρὸς τὸν ἀφέντην τὸν ρήγαν, καὶ ἀνισῶς καὶ πῶ του τοῦτα τὰ λογία χωρὶς κώλυσιν θέλεις κιντυνεύσει, καὶ ἴδες ἐσού!» Ἐκεῖνος λαλεῖ τοῦ καβαλλάρη: «Ἂν ἦτον μόδος νὰ τοῦ δώκαμεν ὅ,τι καὶ ἂν ἔχωμεν, δὲν ἔχει εὐκαρισ(τ)ίαν, διατὶ μισᾷ μας, καὶ ἂς ποίσῃ το χειρόττερον ὅπου νὰ μπορήσῃ.» Ὁ καβαλλάρης ἔστρεψεν τὸν ἀντίλογον πολλά κουρτέσικα εἰς τὸν ρήγα ὅσον ἐμπόρησεν.

§265.-Γροικῶντα τοῦτον ὁ ρήγας καὶ θωρῶντα τὴν χοντροσύνην του, ἐθυμώθην· μοναῦτα ἐκείνην τὴν ὥραν ἔταξεν τὸν σὶρ Χαρρὴν νὰ πάγῃ μὲ τ᾿ἄλογά του καὶ μὲ τ᾿ἄρματά του εἰς τὴν ἐβλέπισιν τῆς Πάφου, καὶ ἔπεψεν καὶ ᾿σιδέρωσεν καὶ τὸν υἱὸν του τὸν Τζάκες καὶ πέμπει τον μὲ μίαν τζάππαν εἰς τὸ χέριν του νὰ σγάφῃ εἰς τὸ χαντάκιν εἰς τὴν Μαργαρίταν, ἤγουν εἰς τὴν Μιτζιρικορδίαν, μὲ τοὺς ἀργάτες ὅπου ἐπολομοῦσαν δουλείαν. Ἀκομὴ ἔπεψε νὰ πάρη τὴν κόρην του τὴν Μαρία τε Τζιπλὲτ νὰ τὴν ἁρμάσῃ μὲ τὸν Καμοὺς τὸν Ράφτην, ἡ ποία ἐχήρευσεν ἀπὲ τὸν σὶρ Γὴν τὸν Βερνήν· ὁ ποῖος Καμοὺς ἦτον χαρκωματᾶς καὶ ἦτον καὶ βαχλιώτης τοῦ σὶ(ρ) Ραμοὺν Παπή. Ἡ καβαλλαρία ἦτον φρένιμη, θωρῶντα τὸ σκάνταλον τοῦ ρηγὸς καὶ τοῦ πατρός της, έφοβήθην, λαλῶντα πῶς εἰς κακὸν θέλημαν θέλει τελειωθεῖν ἡ δουλεία, ἀφῆκεν τα καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸ μοναστήριν ἁποῦ δὲν τὲς ἐθῶρεν τινάς, εἰς την Σάντα Κλέραν, νὰ μείνῃ ὥστη νὰ παύσῃ ἡ κακία· ἐγροίκησεν πῶς θέλει νὰ τὴν αρμάσῃ, εξέ- βην καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ταρτούζαν ε(ἰ)ς τὸ μοναστήριν, καὶ ἐκεῖ ἐχώστην. Ὁ ρήγας ἔβγαλεν τὸν πατέραν της ἀπὸ τὸ βισκουντάτον καὶ ἔβαλεν τὸν σὶρ Τζουὰν τε Βιλίες.

§266.-Καὶ τῇ κυριακῇ τῇ ιε᾿ μηνὸς ἰαννουαρίου τξη᾿ Χριστοῦ, ἦλθεν ὁ ρήγας ἀπὸ τ᾿ Ἀκάκιν εἰς τὴν Λευκωσίαν καὶ ἐγροίκησεν πῶς δὲν εὑρέθην ἡ καβαλλαρία, καὶ ἐγύρε(υ)σέν την ἀκριβά, καὶ ἔπεψεν δυναστικῶς καὶ ἔβγαλέν την ἀπὸ τὸ μοναστήριν, καὶ ἔβαλέν την εἰς τὸ κριτήριον, καὶ ἔπεψέν την τοῦ βισκούντη νὰ τὴν μαρτυρίσῃ, ὥς ποῦ νὰ ᾿μολογήσῃ τίς τῆς ἐπαράγκειλεν νὰ πάγῃ εἰς τὸ μοναστήρι νὰ χωστῇ. Εἶπεν τοῦ βισκούντη: «Ἀφέντη, θέλω νὰ ποίσω καλὸν διὰ τὴν ψυχήν μου, καὶ ξηκληρώννω τὸν ἀφέντην μου τὸν ρήγαν μὲ τὸ τουέριν μου καὶ ἂς τὸ πάρῃ εἰς τὸν ὁρισμόν του.» Ὁ ρήγας ὥρισεν νὰ τὴν μαρτυρίσουν, καὶ τόσον τὴν ἐμαρτυρίσαν ὅτι ἐτηγανίσαν καὶ τὰ πόδιά της. Ἡ πτωχὴ ἡ ἀρχόντισσα δὲν ἐλάλεν ἄλλον παρού: «Θεέ, κρίσιν!»

§267.-Καὶ θωρῶντα οἱ ἀφέντες ἐλαλοῦσαν: «Τοῦτα ἐγδεχούμεστα νὰ θωροῦμεν ἀπὦδε καὶ ὀμπρὸς εἰς τὰς κόρες μας καὶ εἰς τοὺς υἱούς μας, καὶ εἰς τὰς κυράδες τὲς χῆρες!» Καὶ πολλὰ ἐδιαφεντεύγετον ἡ ἀρχόντισσα, καὶ ὁ ρήγας δὲν εἶχεν λύπησιν. Καὶ εἰς τὸ ὕστερον ὁ αὐτὸς σὶρ Τζουὰν τε Νεβιλίες ἑρμάστην την, διότι ἦτον καὶ κεῖνος χηράτος.

§268.Πάλε ἐγέννησεν ὁ διάβολος ἄλλον· καὶ ἐγύρεψεν ὁ ρήγας νὰ πάρῃ βουλὴν τίντα νὰ ποίσῃ τοῦ σὶρ Χαρρὴν τε Ζιπλέτ, ὅτι ἀπὸ τὸν θυμόν του πρὶ νὰ βγῇ νὰ πάγη εἰς τὸ τάμαν του, ἔπεψεν καὶ ἔβαλέν τον εἰς τὴν φυλακὴν τοὺς κλέπτες, χωρὶς μεγάλην αὐλήν, καὶ τὸν Τζάκον καὶ τὴν ἀδελφήν του τὴν τάμε Μαρία τε Τζιπλέτ. Καὶ ὅνταν ἐζήτησεν βουλήν, εἶπαν του οἱ παρούνιδες: «Ἄμε ὀλλίγον ἀποὺ ʹξ αὑτόν μας διὰ νὰ συντύχωμεν μεσόν μας, διὰ νὰ σοῦ στρέψωμεν ρεσπόσταν.» Καὶ θωρῶντα οἱ ἀφέντες τὸν ρήγαν γεμάτον κακοσύνην καὶ ὀργήν, ἐπῆγεν ἐξωμέρου· θεωρῶντα οἱ καβαλλάριδες πῶς ἔβαλεν τὸ χέριν του ἀπάνω τοὺς λιζίους χωρὶς δίκαιον ἄπρεπα, ὅλοι ἀντάμα ἀνακατωθῆκαν καὶ ἐθυμώθησαν, καὶ εἴπασιν: «Μίαν φορὰν ἐφανερώθην ἡ κακία τοῦ ἀφέντη μας μετά μας!» Καὶ ἀρχέψαν ὅτοιμα νὰ μελε- τήσουν ἄλλον, καὶ τὸ ἐγίνην ἀφῆκαν το.

§269.-Καὶ ὅλοι οἱ καβαλλάριδες σηκώννουνται εἰς τοὺς δύο ἀδελφοὺς τοῦ ρηγὸς καὶ λαλοῦν τους: Ἀφέντοι, ξεύ-, ρετε πῶς καὶ ἡμεῖς εἴμεστεν ἕτοιμοι τοῦ ρηγὸς καὶ κεῖνος ἐμᾶς, καὶ εἴμεστεν κρατούμενοι μὲ ὅρκον τοῦ ρηγὸς καὶ ὁ ρήγας ἐμᾶς, καὶ ἐμεῖς ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον· τὸ.λοιπόν, ἀφέντοι, τὴν τάξιν τὴν ἐποῖκεν ὁ ρήγας μὲ τὸν σὶρ Χαρρὴν τε Ζιπλὲτ καὶ μὲ τὰ παιδιά του, παράνομα τὸ ἐποῖκεν καὶ ἄδικα, ὅτι ἔπεψέν τον εἰς τὴν Πάφον, καὶ πρὶ νὰ πάγῃ ἐφυλάκισέν τον, χωρὶς τὴν αὐλήν του, καὶ τὸ παιδίν του καὶ τὴν κόρην του, καθὼς ἄνωθεν δηλοῖ, ὅτι ἦτον ἀνθρῶποι του· καὶ μὲ δίκαίον δὲν ἐδύνετον νὰ βάλῃ χέριν ἀπάνω τους, χωρὶς τοὺς αὐθέντες τῆς βουλῆς του. Εἰς τοῦτον ἀγρωνίζομεν ὅτι εἶνε ᾿φίορκος, ἐπειδὴὺἔμοσε νὰ κρατῇ τὲς ἀσίζες καὶ νόμους στερεωμένα· ἐμεῖς εἴμεσθεν κρατούμενοι νὰ διαφεντέψωμεν τοὺς ὁμοίο(υ)ς μας!» Τότε [εἶπαν τοῦ ρηγός,] καὶ λαλεῖ του ὁ ἀδελφός του ὁ πρίντζης: «Ἀφέντη, φαίνεταί μας ὅτι μὲ δίκαιον ἐποῖκες τοὺς λιζιούς σου ἐκεῖνον τὸ ἐποῖκες χωρὶς νὰ τὸ δώσῃς τῆς μεγάλης σου αὐλῆς καὶ νὰ τὸ γροικήσουν καὶ νὰ τὸ κρίνουν, καὶ πάγεις κατὰ πρόσωπα τοὺς νόμους καὶ τῶν ἀσίζων καθὼς ἔμοσες εἰς τὸ στέψιμόνς σου, ὅτι εἶνε ὅμοιοί σου εἰς τὸν ὅρκον τους.»

§270.-Γροικῶντα τοῦτον ὁ ρήγας ἐθυμώθην καὶ συντυχάννει του ἄσχημα καὶ χοντρὰ λογία, καὶ ὁ πρίντζης ἐμούλλωσεν, καὶ [ὁ μικρὸς ἀδελφὸς] εἶπεν τοῦ ρηγός: «Ἀφέντη, εἶσαι πολλὰ θυμωμένος, καὶ ἐσκοτίσθ(ησ)αν οἱ ἀφθαλμοί σου καὶ δὲν θωρεῖς τὸ πρᾶμαν πῶς πάγει· παρακαλοῦμεν σε ὡς ἀφέντης μας νὰ στραφῇς μὲ γλυκὺν βλέμμαν εἰς αὑτῆς μας, κατὰ τὰς παλαιὰς ἀσίζες, συνήθια, καὶ κουστούμια τοῦ αὐτοῦ ἐντίμου ρηγάτου.» Ὁ ρήγας ἀποστρίγκισέν του καὶ ἐτίμασέν τον καὶ κεῖνον καὶ τὴν γεναῖκαν του, καὶ εἶπεν του πολλὰ ἄσχημα λογία. Καὶ ὁ δαίμων ἐχαίρετον· καὶ ἐτίμασεν καὶ ἀντροπίασεν ὅλους τοὺς καβαλλάριδες.

§27Ι.-Ἐκεῖ ἄρχεψεν τὸ δεντρὸν τῆς μισιτείας. Θωρῶντα τόσον θυμωμένον τὸν ρήγα, επῆραν ὁρισμὸν νὰ πᾶσιν, καὶ εἶπαν του: «Ἀφέντη, μηδὲν ἔχῃς ἔννοιαν, καὶ ἀπόψε, θέλομεν τὰ καταμασήσειν καὶ θέλομεν φέρειν καὶ τὲς ἀσίζες, ἀνισῶς καὶ εὕρωμεν καὶ κανέναν κεφάλιν περὶ τούτου, καὶ θέλομεν τὸ φέρειν τῆς ἀφεντιᾶς σου.» Ὁ ρήγας ἐταπεινώθην καὶ ἐκοίμισεν τὸν θυμόν του, καὶ λαλεῖ τους: «Βάλετέ το εἰς γράψιμον καὶ φερτέ μου το αὔριον ὀμπρός μου νὰ τὸ ᾿δῶ.» Τότε ἐπήγασιν, καὶ ἦτον πολλὰ θυμωμένοι καὶ ἀνγκρισμένοι ἀπὲ τὰ ἄπρεπα λογία τοῦ ρηγὸς καὶ ἀντροπὴν ὁποῦ τοὺς ἐπολόμαν ἔμπροσθεν τοὺς παρκάτω ἀνθρώπους· καὶ ἐπῆραν ὁρισμὸν καὶ ἐξέβησαν ἀπὸ ᾿μπρός του. Ἅνταν ἐκατέβησαν τ᾿ ἀδελφία τοῦ ρηγὸς νὰ καβαλλικεύσουν, ἀκλουθῆσαν τους πολλὺς λαὸς ἀπὸ τοὺς καβαλλάριδες καὶ ἐκατέβησαν ὡς κάτω ᾿ς τὸ περρούνιν τῆς καθολικῆς σκάλας ὅπου καβαλλικεύγουν· ἐκεῖ ἀννοῖξαν τὸ στόμαν τους καὶ εἶπαν τῶν ἀδελφίων τοῦ ρηγός: «Εὐχαριστοῦμεν τοῦ θεοῦ, ὅτι ἤτζου σᾶς ἐστιμίασεν ὁ ἀδελφός σας ὡς γοιὸν χωργιάτες, καὶ ἀνισῶς καὶ δὲν θέλετε νὰ τὸν ἀλλάξετε, ὁ θεὸς νὰ ποίσῃ κρίσιν, καὶ [ἡ ἁμαρτία εἶνε] ἀπάνω σας καὶ ἀπάνω τῶν παιδίων σας.»

§272.-Καὶ μετὰ τὸ καβαλλίκεμαν, ἐποῖκαν δῆμαν καὶ ὅρκον καὶ σασμὸν μεσόν τους, καὶ ἐδῶκαν λόγον ν᾿ ἀγρυπνίσουν ἐκείνην ὅλην τὴν νύκταν, τίντα μέλλει νὰ γινῇ μὲ τὸν ρήγαν, διὰ νὰ τοὺς φοβηθῇ καὶ νὰ τοὺς κρατῇ εἰς τὸ πρῶτον τους συνήθιν, καὶ ν᾿ ἀποβγοῦν καὶ ἀπὸ τὴν αντροπὴν ὁποῦ τοὺς ἐπολόμαν ὅλους καὶ πασανοῦ καθημέρα· καὶ πάλε ἐμόσα νὰ μηδὲν χωρισθοῦν μεσόν τους [ὡς αὔρι,] καὶ μὲν ἀλλάξουν τὸ θέλημάν τους, καὶ εἶπαν: «Ἅρχοντες, εἴδετε πῶς ὁ ρήγας ἐτζάκκισεν τοὺς ὅρκους τοὺς εἶχεν μεσόν του καὶ μεσόν μας! Ἐπειδὴ ᾿τιμάζει τοὺς ἀδελφούς τους ὡς γοιὸν τοὺς φαρράσιδές του, τίντα ᾿ννοιάζεσθε καὶ μᾶς θέλει-ν ποίσειν; Διὰ τοῦτον ἐμεῖς εἴμεστεν ἐβγαρμένοι ἀπὸ τὸ δῆμμαν τοῦ ὅρκου ὅπου ἐποίκαμεν μεσόν του καὶ μεσόν ἐπειδὴὺ τόσον ἐσουπερπιάστην ἀφ᾿ ὅν ἦλθεν ἀπὸ τὴν Φρανγκίαν, καὶ ἐτζάκκισεν καὶ ἀντροπίασεν τὸν ὅρκον του ἀποὺ τὴν μεγάλην μισητείαν ἁποῦ μᾶς μισᾶ· προυμουτιαζόμεν σας, ἄλλον τόσον εἶνε μισισμένος ἀποὺ ᾿ξ αὑτῆς μας!» Ὁ πρίντζης καὶ ὁ κοντοσταύλης ἐφάνουν(τάν) τους καλὸν τὰ λογία τοὺς καβαλλάριδες καὶ ἐστερεῶσαν τα μὲ τὸν ὅρκον τους.

§273.-Καὶ ἅνταν ἐβγῆκαν ἀπὸ τὴν αὐλὴν τὴν ρηγάτικην, ὁ μισὲρ Τζουὰν Μουστρής, τὸν ἐψήλωσεν ὁ ρήγας καὶ ό ἀμιράλλης τὸν ἔκτισεν, καὶ ἀγάπαν τον πολλά, ὁ ποῖος ἦτον φρόνιμος καβαλλάρης, ἐννοιάστην πῶς τὸ τέλος τοῦτον τὸ ἀρχεύτην, ὁ ρήγας εὔκολα δὲν ᾿ταιργιάζει τούτην τὴν ταραχήν· ἐλυπήθην πολλὰ καὶ [ἐβουλήθην μὲ ἔννοια] νὰ βάλῃ σκοπὸν νὰ γιατρεύσῃ τούτην τὴν πληγήν, ὅτι τὰ νήματα τῆς τέχνης ἦτον ἄκλωστα· καὶ λαλεῖ τοῦ ρηγός: «Ἀφέντη μου, ἐλεμονήθου με, καὶ τίποτε θέλω ν᾿ ἀθθυμίσω τὴν ἀφεντίαν σου, καὶ γροικῆσε μου, καὶ ἀνίσως δὲν τὸ πῶ ὡς γοιὸν πρέπει, ἡ ἀφεντιά σου ὅπου σοῦ ἐχάρισεν ὁ θεὸς τὸν νοῦν καθαρὸν θέλεις ἀκροθεῖν τὴν ὑπόθεσιν, καὶ δὲν θέλουν εἶσταιν χαμένα· παρακαλῶ σε, μηδὲν μοῦ ὀργισθῇς εἰς κανέναν λόγον ἁποῦ νὰ πῶ ἄπρεπον.» Ὁ ρήγας εἶπεν του: «Πέ, καὶ μὲν φοβηθῇς.» Λαλεῖ του: «Ἀφέντη μου, ἀποὺ πολλοὺς σοφοὺς ἤκουσα, ἀπὸ παλαιὰν ταραχὴν καὶ μάχην γεννᾶται ἔχθρα, καὶ ἀπὸ ἔχθραν γεννᾶται μῖσος, καὶ ἀπὸ τὴν μισητείαν διαβαίννουν τὴν ἐντολὴν τοῦ θεοῦ καὶ ἀλλάσσουν οἱ κακοὶ λογισμοὶ καὶ κακιὲς συνείδησες τῶν ἀνθρώπων, καὶ μεταστρέφουνται εἰς τὰ πάθη μὲ πεῖσμαν· διὰ τοῦτον φαίνεταί μου νὰ δώσῃς τόπον τοὺς κακούς. Οἱ ἀφέντες μου οἱ ἀδελφοί σου ἐπῆγαν ἀππὦδε πολλὰ ἀνκρισμένοι καὶ ἀντροπιασμένοι ἀξ αὑτόν σου, καὶ εἶνε καὶ οὗλοι σου οἱ συνγκενάδες σου μετά τους καὶ πολλοὶ καβαλλάριδες, καὶ πρὶν κοιμηθοῦν ἀνγκρισμένοι καὶ νὰ ᾿ννοιαστοῦν κανέναν κακόν, ὁποῦ μὲν τὸ δώσῃ ὁ θεός, παρακαλῶ σε νὰ τοὺς μηνύσῃς νὰ ἔλθουν, καὶ καλὰ καὶ ὄμνοστα λογία νὰ καταπαύσῃς τὸν θυμόν τους, καὶ ὡς φρένιμος θέλεις σιγουργιάσειν τὴν καρδιάν τους καὶ θέλεις ἐβγάλειν τὸν θυμὸν ἀποὺ ᾿ξ αὑτῆς τους, καὶ θέλεις τοὺς βάλειν ἀποὺ κακὸν εἰς καλόν.»

§274.-Τοῦτος ὁ λόγος πολλὰ ἄρεσεν τοῦ ρηγός, καὶ λαλεῖ του: «Καλὰ τὸ ἐννοιάστης ὅμως ἄμε ὡς τοὺς ἀδελφούς μου καὶ πέ τους νὰ ἔλθουν ὡς ὧδε διὰ τίποτε χρῆσιν, τίποτε ζήτημαν εἰς τὸ μερτικὸν τῆς βουλῆς ὁποῦ θέλου νὰ ποίσουν τούτην τὴὺνύκταν εἰς τὴν ἀφορμὴν ὁποῦ ἐγὼ ἐτάνυσα.» Ὁ καβαλλάρης ἐκαβαλλίκευσεν καὶ ἀναγκάστη νὰ τοὺς ἐφτάσῃ, καὶ τρέχει καὶ πάγει ὡς τὸν Ἅγιον Γεώργιον τῶν Ὀρνιθίων, ὅπου πουλοῦνται τὰ νήματα τὰ πανπακερά· καὶ [κοντὰ εἰς τὴν γωνίαν] εὑρίσκεται μία γούρνα μαρμαρένη καὶ εἶνε ἄξαμος τοῦ μόδι τῆς Λευκωσίας, καὶ τοῦτον γράφω το διὰ ἀθύμησιν καιροῦ καὶ τόπου. Τὸ λοιπὸν ἐκόντεψέν τους ἐκεῖ ὁ ἀμιράλλης καὶ χαιρετᾷ τους· οἱ καβαλλάριδες θωρῶντα τον πῶς ἔρχετον, λαλοῦν τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ ρηγός: «᾿Δέτε πῶς ἔπεψε νὰ σᾶς παρακαλέσῃ, διὰ νὰ πᾶτε νὰ μερώσῃ μετά σας, καὶ αὔρι νὰ σᾶς ποί(σῃ) χειρόττερα παρὰ ᾿ποῦ σᾶς ἐποῖκεν, καὶ θέλετε εἶσθαιν ἀντροπιασμένοι ὅληνς σας τὴν ζωήν, ὅτι ὀπίσω εἰς τὴν ἀντροπὴν ὅπου σας ἐποῖκεν, ἔπεψεν τώρα νὰ μᾶς κρατῇ ὡς ἀφέντες ὅπου σᾶς ἔποῖκεν, ἔπεωεν τώρα νὰ σᾶς κολακέψη ὡς γοιὸν τὰ κοπελλία, καὶ ἀππὦδε καὶ ὀμπρὸς νὰ μᾶς κρατῇ ὡς κτηνὰ καὶ μωρούς, καὶ νὰ παγαίνετε ἀπὸ καλὸν εἰς χειρόττερον· εἰ δὲ καὶ θέλετε νὰ ποίσετε ὡς φρίνιμοι, ὡς ἀφέντες ὅπου εὑρίσκεσθε, ἀλαμᾶς νὰ σᾶς ἀγρωνίσουν οἱ παρχατώττεροι ἀνθρῶποι, ἀποδιαβάσετέ τον, καὶ ἔλατε μετά μας κατὰ τὸν ὅρκον σας, [διὰ νὰ καταπαύσῃ εἰς καλλίττερον.»] Καὶ εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν ἐκουντεντιάσαν οἱ ἄρχοντες. Τότε ἐκόντεψεν ὁ ἀμιράλλης κοντὰ τοὺς ἀφέντες καὶ ἐχαιρέτησέν τους ἀπὸ τὴν μερίαν τοῦ ρηγός, καὶ ἐστάθησαν ὀμπρὸς εἰς τὸν Ἁγιον Γεώργιον· καὶ ἅνταν ἐχαιρετῆσαν, ἄρχεψεν ὁ ἀμιράλλης καὶ λαλεῖ τους:

§275.-Ἀφέντες, ό ἀφέντης μου ὁ ρήγας ὁ ἀφέντης ὁ ἀδελφός σας ζητᾷ σας καὶ θέλει σας νὰ σμίξη ἄλλον ζήτημαν κρυφὸν κοντὰ εἰς ἐκεῖνον, καὶ ἀνισῶς καὶ ἀγαπᾶτε τον, στραφῆτε νὰ σᾶ(ς) συντύχῃ καὶ πάλε θέλετε πάγειν.» Οἱ ἄρχοντες μὲ θυμὸν καὶ πλῆξιν καὶ πρικρίαν δὲν ἐθελῆσα νὰ στραφοῦν, ἀμμὲ λαλοῦν του: «Ἀφέντη ἀμιράλλη, στράφου εἰς τὸν ρήγαν καὶ ρικουμαντίασ᾿ μας εἰς αὑτόν του, καὶ ἔχομεν μεγάλην ἔννοιαν διὰ τὴν ἔννοιαν τῆς βουλῆς καὶ πέτε τοῦ το, καὶ πᾶμεν ὅλην τὴ νύκτα νὰ κοπιάσωμεν καὶ νὰ ποίσωμεν τὸ θέλημάν του εἰς τίποτε μόδον ὠφέλ(ι)μον ὅπου νὰ μπορήσωμε, καὶ κεῖνο τὸ νὰ γρωνίσωμεν θέλομεν τὸ βάλειν εἰς γράφος καὶ τὸ πωρνὸν θέλομεν τὸ φέρειν.» Τὸ λοιπὸν ὁ ἀμιράλλης λαλεῖ τους: «Διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ στραφῆτε ὀπίσω, καὶ μηδὲν θελήσετε νὰ χαροῦν οἱ ἐχθροί σας, ὅτι τοὺς ἀγγέλους εἶνε ἁποῦ δὲν σκανταλίζουνται· το λοιπὸν ἀνὲν καὶ ὁ ἀδελφό σας ἐσύντυχέν λογία ἄπρεπα, πρέπει ἐσεῖς ὡς γοιὸν περίτου παιδίοι παρὰ κεῖνον, δίκαιο νὰ τὸν βαστάξετε ὡς γοιὸν μεγαλλήττερον ἀδελφὸν καὶ ἀφέντης σας, διὰ τὸν στέφανον ὁποῦ φορεῖ.» Καὶ κεῖνοι εἶπαν του: «Εὔκαιρα κοπιάζεις!» Καὶ ἐπήγασιν εἰς τὸ χανού- τιν τοῦ Γιαφούνη. Καὶ πολλὰ τοὺς ἐσύντυχεν, καὶ κεῖνοι δὲν ἐκουργιάσαν, καὶ εἶπαν του: «Δὲν τὸ διδεῖ ὁ καιρὸς ὅτι νὰ στραφοῦν οἱ καβαλλάριδες καὶ νὰ σκορπιστοῦσιν, καὶ νὰ μὲν πληροφορήσωμεν τὸ θέλημαν τοῦ ρηγός, καὶ δὲν ὠφελᾷ.» «Ἀμμὲ τώρα, ὡς γοιὸν εὑρισκούμεθα νὰ πᾶμεν ἔσσω μου,» εἶπεν του ὁ πρίντζης, «καὶ ἀπ᾿ ἐκεῖ μὲν σκαλευτοῦμεν ὅσ᾿ ὥς που νὰ τελειωθῇ ἡ βουλή, καὶ καλὰ πωρνὸν θέλει τὸ ᾿δεῖν· καὶ τὸ ὥρισε νὰ πιντωθῇ τὸ θέλημάν του, θέλει μᾶς τὸ πεῖν, καὶ θέλομεν τὸ ἰδεῖν, καὶ ρικουμαντίασ᾿ μας εἰς τὴν ἀφεντιάν του.»

§276.-Θεωρῶντα ὁ καλὸς καβαλλάρης πῶς τίποτε δὲν ἐφέλαν, ἀποχαιρέτησέν τους καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸν ρήγα. Θεωρῶντα ὁ ρήγας τὸν ἀμιράλλην πῶς ἐστράφην χωρὶς τοὺς ἀδελφούς του, ἐπικράνθην καὶ εἶπεν του: «Πῶς ἔν᾿ τ᾿ ἀδέλφιά μου; διατί δὲν τοὺς ἔφερες;» Καὶ εἶπεν του: «Ἀφέντη, ἔφτασά τους εἰς τὸν Ἅγιον Γεώργιον καὶ πολλὰ τοὺς εἴπουν ἀπὸ τὴν μερίαν σου καὶ ἔπαρακάλεσά τους, καὶ δὲν ἐθέλησαν, διὰ τὴν εὐλογημένην βουλὴν ὅπου τοὺς εἶπες νὰ ποίσουν, καὶ διὰ νὰ μηδὲν ξηλωθοῦν, καὶ τὸ πρωῒ μέλλει νὰ τελειωθῇ· καὶ μήπως καὶ κακοφανῇ σου, ἐφάνην ὅλους ἀντάμα νὰ πᾶσιν εἰς τὸ σπίτιν τοῦ ἀφέντη τοῦ ᾿δελφοῦ σου τοῦ πρίντζη, καὶ ἀπὸ ᾿κεῖ μηδὲν σκαλευτοῦν ὥς που νὰ ποίσουν ἀπόφαν τὸ μέλλει νὰ γινῇ, καὶ ταχία, ἀν τὸ δώσῃ ὁ θεός, θέλουν τὸ φέρειν ἔμπροσθέν σου, καὶ θέλεις ἰδεῖν τὴν ἀπόφαν, καὶ ρικου- μαντιάζουνται εἰς τὴν ἀφεντιάν σου.» Γροικῶντα τοῦτον ἐφάνην καλὸν τοῦ ρηγός.

§277.-Οἱ δὲ ἄρχοντες οἱ καβαλλάριδες καὶ οὗλοι τῆς βουλῆς ἐσωρεύτησαν εἰς τὸ σπίτιν τοῦ πρίντζη καὶ ἐφιλονεικοῦσαν ὅλην τὴ νύκταν διὰ τὸν ρήγα· καὶ εἶπαν οἱ καβαλλάριδες τους ἀδελφοὺς τοῦ ρηγός: «Τίντα δίκαιον ἔχει ὁ ρήγας μετά σας, ὁποὖστε ρηγάδες ὡς γοιὸν ἐκεῖνον; Δὲν σᾶς λείπει παρὰ ὁ στέφανος νἆστε ὡς γοιὸν ἐκεῖνον· νὰ σᾶς ᾿τιμάζη καθημερινὸν [ἔμπροσθεν τοὺς ἄτυχους ἀνθρώπους,] πῶς θέλει σᾶς στιμιάσειν ἄλλην φοράν; Καὶ τίντα δίκαιον ἔχει μὲ τους ἀνθρώπους του τοὺς λιζίους νὰ τοὺς βάλῃ εἰς τὴν φυλακὴν χωρὶς τὸν φανὸν τῆς βουλῆς του, καὶ χωρὶς νὰ γρωνίσῃ καὶ ἔχει δίκαιον; ὅτι διὰ τὴν ἀλήθειαν καὶ διὰ τὸν ὄρδινον καὶ νόμον τῶν ἀσίζων, τὲς ποῖες ἔμοσε νὰ τὲς βλεπίσῃ καὶ νὰ τὲς φυλάξῃ, ἀξαπολύσαν οἱ γονεῖς μας τὸ δικόν τους καὶ τὲς κλερονομιές τους καὶ ἦλθαν εἰς τὸ νησσὶν τοῦτον, πρὸς μικρὴν ἀνάπαυσιν, καὶ ἐποῖκαν σασμοὺς καὶ νόμους μεσόν τους· τώρα ὁ ρήγας ἐπῆγεν κατὰ πρόσωπα τοὺς νόμους καὶ τῶν ἀσίζων· πῶς εἶνε τοῦτον; Καὶ ἐφυλάκισεν τὸν σὶ(ρ) Χαρρὴν ὁ ποῖος εἶνε ἄνθρωπος λιζίος, καὶ εἴμεστεν κρατούμενοί ὁ εἶς ὑπὲρ τοῦ ἄλλου εἰς πίστιν· ἀκομὴ ἐπῆρεν τὸν υἱόν του τὸν Τζακές, ὅπου εἶνε πρῶτος έκδεχόμενος τοῦ ψουμιοῦ τοῦ κυροῦ του, καὶ ἔχει καὶ τοῦτος τόσην ἐλευθερίαν ὡς γοιὸν τὸν πατέραν του κατὰ τὰ συνηθία καὶ ἀσίζες τοῦ αὐτοῦ ρηγάτου· πάλε τὴν τάμου Μαρία τε Ζιπλὲτ τὴν κόρην του, καβαλλαρίαν γυναῖκαν τοῦ σὶρ Γὴ τε Βερνή· [τὴν ποίαν ὅταν θελήσῃ νὰ τὴν ἁρμάσῃ, νὰ ᾖνε δουλεμένη ἡ δούλευσι τοὺς καβαλλάριδες.] Γινίσκεται τοῦτον μὲ τὴν αὐλήν, τουτἔστιν γʹ καβαλλάριδες λιζίους, ὁ ἕνας εἰς τὸν τόπον τοῦ ρηγός, καὶ οἱ δύο ἡ αὐλὴ καὶ ὁ γραμματικὸς τοῦ μαρτζασίου· διαβαίνοντα ἕνας χρόνος ἀπὸ τὸν θάνατον τοῦ ἀνδρός της τοῦ ἀποθαμμένου, καὶ νὰ τῆς δώσου ν(ὰ) γροικήσῃ τὸ θέλημαν τοῦ ρηγός· ὁ ἀφέντης ὁ ρήγας εἰς ὅλα τὰ πράματα θέλει νὰ ὁρίσῃ διὰ νὰ δουλευτῇ ἀπὸ τοὺς λᾶς ὅπου ἔχουν ἀποὺ τὰ καλά του εἰς τὸ αὐτὸν νησσὶν κατὰ τὴν ἀσίζαν, ῾διὰ τοῦτον ἀνοματίζομέν σου τὸν ὀδ(εῖνα)ν καὶ τὸν ὀδ(εῖνα)ν.᾿ Καὶ νὰ τῆς ἀνοματίσουν γʹ καβαλλάριδες νὰ ᾖνε τιτοίας γενεᾶς ὡς γοιὸν τὴν δικήν της ἢ τὴν γενιὰν τοῦ ἀνδρός της ὅπου ᾿πέθανεν, καὶ νὰ διαλέξῃ ἕναν ἀπὸ τοὺς γ᾿ ὅποιον θέλει νὰ πάρῃ ν᾿ ἁρμαστῇ. Ἡ ἀρχόντισσα ἐκδέχεται καιρὸν νὰ ζητήσῃ διὰ ν᾿ ἀπολογηθῇ, διὰ νἄχῃ τὴν βουλήν τους. Καὶ διαβαίνοντα ὁ καιρός, καὶ ἡ ἀρχόντισσα δὲν διαλέξη, τότες ἔχει πογέριν ὁ ρήγας νὰ τὴν ἁρμάσῃ μὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς γʹ τοὺς ἄνωθεν, ὡς γοιὸν θέλει ὁ ρήγας. Ἀμμὲ ὁ ρήγας θέλει νὰ τὴν ἁρμάσῃ μ᾿ ἕναν ράφτην. Διὰ τοῦτον φαίνεταί μας εἰς πᾶσα δικαιοσύνην, δὲν εἶνε δίκαιο νὰ τὸ στερεώσωμεν. Ἀμμὲ νὰ μᾶς γροικήσετε νὰ ποίσετε τὸ θέλημάν μας, καὶ μεῖς μὲ τὴν βοήθειάν σας νὰ τὸν ἀρεστιάσωμεν, νὰ τὸν τριγυριάσωμεν, καὶ ἀπ᾿ ἐκεῖ νὰ μὲν σκαλέψῃ ὥς που νὰ μᾶς προμουτιάσῃ εἰς τὴν πὶστιν του νὰ μᾶς κρατῇ καὶ νὰ μᾶς ὁδηγᾷ κατὰ τὲς ἀσίζες μας, τὲς ποῖες οἱ μακαρισμένοι ρηγάδες οἱ προκάτοχοί του ἐποῖκαν τοῦτα τὰ καλὰ συνηθία τοῦ αὐτοῦ ρηγάτου· εἰ δὲ ἀλλοίως, πασαεῖς ἀποὺ μᾶς ν᾿ ἀφήσωμεν τὸ ρηγάτον καὶ νὰ πᾶμεν νὰ γυρέψωμεν τὸ ριζικόν μας ὅπου νὰ μας ὁδηγήσῃ ὁ θεός.»

§278.-Τούτη ἡ βουλὴὺ καλὰ ἄρεσεν τοῦ πρίντζη καὶ τοῦ κοντοσταύλη, καὶ ἐκάτζα νὰ φᾶσιν, νὰ δειπνήσουν· καὶ ἅνταν ἐδειπνῆσαν, καὶ ἐππέσα νὰ κοιμηθοῦσιν εἰς τὸ μέγαν παλάτιν ὅπου ἐκάθουνταν, ἔφτασεν ὁ καιρὸς ὅπου ὁ ἐχθρὸς ἐθέλησε νὰ ᾿σσοδιάσῃ τοὺς καρποὺς τοὺς ἔβαλεν εἰς τὴν καρδιάν τους, νὰ σκοτώσουν τὸν ρήγαν. Θωρῶντα ὅτι τ᾿ ἀδελφία τοῦ ρηγὸς ἦσαν εἰς τὴν συντροφιάν τους, ἐγινῆκαν ἀπό- τορμοι καὶ ἐβουλεύτησαν μεσόν τους καὶ εἴπασιν: «Ἄρχοντες, εἶνε ἀλήθεια καὶ εἴπαμεν τοὺς ἀφέντες τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ ρηγός, πρῶτο ν᾿ ἀρεστιάσωμεν τὸν ρήγαν καὶ νὰ μᾶς προμουτιάσῃ νὰ μᾶς κρατῇ ὡς γοιὸν πρέπει· νὰ τὸν ἀφήσωμεν, ὅλοι θέλομε ν᾿ ἀποθάνωμεν· ἔμοσεν ἑπτὰ φορὲς πρωτήττερα παρὰ νὰ στεφθῇ, καὶ τότες τὸν ἐφόρησεν καὶ ἐλησμόνησεν τοὺς ὅρκους του καὶ πάγει κατὰ πρόσωπα τῶν ἀσίζων καὶ τοῦ θεοῦ ὅπου ἔμοσεν· τίς νὰ ᾿μπιστευθῇ τοῦ ὅρκου του πλέον, καὶ τὰ προυμουτιάσματά του ἀπὦδε καὶ ὀμπρός;» Οἱ δελοιποὶ εἶπαν: «Καλῶς λαλεῖτε· προυμουτιάζω σας δὲν εἴμεστεν κρατούμενοι, ἀφ᾿ ὅν ἐτζάκκισεν τὸν ὅρκον του· ἀμμὲ στέκοντα ἔμπροσθέν του νὰ τὸν σκοτώσωμεν.» Ἄλλοι εἶπα: «Νὰ πᾶμεν ἀργὰ εἰς τὸ σπίτιν του, καὶ ὡς γοιὸν κοιμᾶται νὰ τὸν σκοτώσωμεν, καὶ ν᾿ ἀναγκάσωμεν τοὺς ἀδελφούς του, καὶ νὰ καβαλλικεύσωμεν τὴν αὐγήν· καὶ οὕτως θέλομεν τελειώσειν ἐκεῖνον τὸ συντυχάννομεν, ἀλλοίως μήπως καὶ οἱ ᾿δελφοί του ἀποκτείνουν μας.» Ἄλλοι εἴπασιν: «Ἂς τὸ ποίσωμεν· ἀμμὲ παρακαλοῦν καὶ τ᾿ ἀδελφία του νὰ τοῦ ἀποβγοῦν.» Χωρὶς τῶν ἀδελφιῶν του ἐξηγοῦνταν, καὶ δὲν ἤξευραν τίποτε ἀπὸ τὴν βουλὴν τούτην. [Ὁ λόγος λαλεῖ: τόσην πέναν ἔχει] ἁποῦ κρατεῖ τὸ πόδιν τοῦ ᾿ριφίου, ὡς γοιὸν ἐκεῖνον ὁποῦ τὸ γδέρνει. Τὸ λοιπὸν τὸ μεσανυκτικὸν ἀναγκάσαν τοὺς ἀφέν- ες νὰ ὁρίσουν διὰ νὰ σελλώσουν καὶ νὰ πέψου νὰ ἐβγάλουν τοὺς φυλακισμένους καβαλλάριδες καὶ νὰ τζακκίσουν καὶ τὰ σίδερα ἀποὺ τὰ ποδία τους, τοῦ Τζάκο τε Ζιπλὲτ καὶ τῆς Μαρία τε Ζιπλέτ, ὡς γοιὸν ἐγίνετον.

§279.-Πάλι νὰ στραφοῦμεν εἰς τὸν ρήγα. Ὅνταν ἐτελείωσεν τὲς δουλειές του, ἐκάτζε νὰ φᾷ νὰ δειπνήση πολλὰ πικραμμένος, τῇ τρίτῃ τῇ ιςʹ ἰαννουαρίου ατξηʹ Χριστοῦ, τὴν παραμονὴν τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου. Οἱ ποῖοι θεωρῶντα τὸν ρήγα ὁτοσαῦτα θυμωμένον ἐποῖκεν τὸν ἐμαυτόν του καὶ ἦτον ἄρρωστος, καὶ πολλοὶ καβαλλάριδες μετά του. Ὁ ρήγας ἐνήστευγεν τὴν παραμονὴν τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου, [καὶ ὀπίσω εἰς πολλοὺς μίσους ἐφέραν του ἀγρελλία,] καὶ ὁ βαχλιώτης του ἐζήτησεν λάδιν νὰ βάλῃ εἰς τʹ ἀγρελλία, καὶ ἐλησμόνησα ν᾿ ἀγοράσουν, καὶ τὰ χανουτία ἐσφαλίσαν ὅτι ἦτον ἀργά· καὶ ὁ ρήγας ἐγδέχετο νὰ τὰ φέρουν ὀμπρός του· θωρῶντα πῶς δὲν τὰ ἐφέραν, εἶπεν: «Εἰς τ᾿ ὄνομαν τοῦ θεοῦ τοῦτα τ᾿ ἀγρελλία φέρνετέ τα!» Καὶ ὁ βαχλιώτης εἶπεν του: «Ἀφέντη, λάδιν δὲν ἔχουν, καὶ οἱ μυροψοὶ έσφαλίσαν, καὶ πῶς ἐλησμονῆσα νὰ φέρουν ἀνωράς, καὶ ἂς ἔχουν συμπάθειον.» Ὁ ρήγας ἀγκρίστην, ἔχοντα καὶ ἦτον θυμωμένος καὶ φουσκωμένος, καὶ εἶπεν: «Τοῦτον ἐποῖκεν μοῦ το ὁ ἐμπαλὴς τῆς αὐλῆς μου διὰ πεῖσμαν.» Καὶ πέμπει μοναῦτα καὶ βάλλει τον εἰς τὴν φυλακήν, καὶ ἐφοβέρισέν τον ὅτι τὸ πωρνὸ νὰ κόψη τὴν κεφαλήν του. Τὸν ποῖον ἐβγάλαν τον ἅνταν ἐβγάλαν καὶ τοὺς ἄλλους· καὶ ἦλθαν ὅλοι ἀπὸ τὴν φυλακὴν ἔσσω τοῦ πρίντζη, καὶ ἐξηγήθησάν του εἴ τι ἐγίνετον.

§280.-Καὶ τὴν τετράδην τῇ ι ζʹ ἰανουαρίου ατξη ʹ Χριστοῦ καλὰ ταχία ἦλθαν ὅλοι οἱ καβαλλάριδες εἰς τὴν συντροφιὰν τοῦ πρίντζη καὶ τοῦ ἀδελφοῦ του εἰς τὸ ρηγάτικον ἀπλίκιν καὶ ἀπεζεῦσαν εἰς τὸ περροὺνιν, καὶ ἐνέβησαν τὴν σκάλαν καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν λόντζαν μὲ ὅσους ἦσαν εἰς τὴν φυλακήν. Τότες ἀκτυπᾷ ὁ πρίντζης τὴν πόρταν πιδεξία· ἡμέρα τοὺς λουχιέριδες ἦτον τοῦ Τζιλὲτ τε Κορναλίε· ἄνοιξεν, καὶ ὅταν ἐνέβησαν οἱ ἀδελφοὶ τοῦ ρηγὸς ἐνέβησαν ὅλοι ἀντάμα. Ἐγροίκησεν ὁ ρήγας τὴν ἀναμιγὴν καὶ ἐσηκώθην ἀπὸ τὸ κρεβάτιν καὶ λαλεῖ: «Ποῖγοι εἶνε τοῦτοι ὅπου ἦλθαν;» Ἡ τάμου Τζίβα τε Σκαντελίε, ἡ καύχα του ὁποῦ: ἐκοιμᾶτον μετά του, εἶπεν του: Τίς θέλει εἶσταιν παρὰ τ᾿ ἀδελφία σου;» Καὶ ἐσκουλλίστην ἡ ἀρχόντισσα τὴν κότταν της καὶ ἐξέβην ἔξω εἰς τὴν λόντζαν καὶ ἐκατέβην εἰς τὸ σέντε· καὶ ἐκεῖ ἐκείθουνταν σέλλες τῶν τζούστων· καὶ ἐσφαλίσαν τὴν δράππαν. Ὁ πρίντζης θωρῶντα τὴν τάμου Τζίβαν πῶς ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ πλευρὸν τοῦ ρηγός, ἐνέβην εἰς τὴν τζάμπραν τοῦ ρηγὸς καὶ ἐχαιρέτησεν τὸν ρήγαν· καὶ ὁ κοντοσταύλης δὲν ἐνέβην ἔσσω, οὐδὲ ὁ πρίντζης ἔθελε νὰ μπῇ, ἀμμὲ οἱ καβαλλάριδες τὸν ἐβιάσαν καὶ ἐμπῆκεν, ὅπου ἄλλον ἐννοιάζουντα. Τότε λαλεῖ τοῦ ρηγός: «Ἀφέντη, καλημέρα πάνω σου.» Καὶ ὁ ρήγας εἶπεν του: «Καλημέρα νἄχῃς, καλέ μου ἀδελφέ.» Καὶ ὁ πρίντζης εἶπεν του: «Ἀπόψε πολλὰ ἐκοπιάσαμεν ὅλην τὴ νύκταν καὶ ἐγράψαμεν τὸν φανόν μας καὶ ἐφέραμέν σου νὰ τὸν ἰδῇς.» Ὁ ρήγας ἦτον γυμνὸς μὲ τὸ ἀποκάμισον καὶ ἔθελε νὰ ᾿ντυθῇ, καὶ ἀντράπη νὰ ἐντυθῇ ὀμπρὸς τοῦ ἀδελφοῦ του, καὶ λαλεῖ του: «Αδελφὲ πρίντζη, ἄμε ὀλλί(γ)ον ἔξω νὰ ᾿ντυθῶ, καὶ θέλω ᾿δεῖν τὸ γράψιμόν σας.» Ὁ πρίντζης ἀναχώρησεν. Τότες ἐβρούθησεν (ὁ) ἀφέντης τοῦ Ἀρσεφίου καὶ ᾿βάσταν μίαν κουρτέλλαν ὡς γοιὸν σπαθόπουλλον εἰς τὸ χέριν του, κατὰ τὰ ᾿γουζιάζαν τὸν αὐτὸν καιρόν, καὶ κοντά του ὁ σὶρ Χαρρὴν τε Ζιπλέτ. Καὶ ὅνταν ἐβγῆκεν ὁ πρίντζης, ἔβαλεν τὰ ροῦχα του νὰ ᾿ντυθῇ, καὶ ἔβαλεν [τὄναν του μανίκιν,] καὶ ᾿γύρισεν τὸ πρόσωπόν του νὰ βάλῃ καὶ τὸ ἄλλον, καὶ θωρεῖ τοὺς καβαλλάριδες εἰς τὴν τζάμπραν του· καὶ λαλεῖ τους: «Ἄπιστοι, παράβουλοι, ἴντα θέλετε τούτην τὴν ὥραν εἰς τὴν τζάμπραν μου ἀπανω θιόν μου;» Καὶ ἦτον ὁ σὶρ Φιλίππη τε Ἴνπελὴν ἀφέντης τοῦ Ἀρσεφίου, καὶ ὁ σὶρ Χαρρὴν τε Ζιπλέτ, καὶ ὁ σὶρ Τζάκες τε Γαβριάλε, τοῦτοι οἱ γʹ ἐνέβησαν μοναῦτα καὶ ἐβγάλαν τὰ σπαθιά τους καὶ ᾿δῶκαν του τρεῖς τέσσαρεις κόρπους πασαεῖς, καὶ ὁ ρήγας ἔβαλεν φωνές: «Βοήθειαν! ἐλεμοσύνην!» Καὶ μοναῦτα ἐβρούθησεν καὶ ἐνέβην ὁ σὶρ Τζουὰν Γκοράπ, ὁ ἐμπαλὴς τῆς αὐλῆς, καὶ ηὗρεν τον ἐλλιγωμένον, καὶ ἐβγάλλει τὸ μαχαίριν του καὶ ἔκοψεν τὴν κεφαλήν του, λαλῶντα: «Ἐσοὺ σήμερον ἔθελες νὰ κόψῃς τὴν κεφαλήν μου, καὶ ᾿γὼ νὰ κόψω τὴν δικήν σου, καὶ τὸ ἀναπάλημάν σου νὰ ππέσῃ ἀπάνω σου!»

§281.-Καὶ οὕτως ἐνέβησαν οἱ καβαλλάριδες ν-εἷς ὀπίσω τοῦ ἄλλου, καὶ ὅλοι ἐβάλαν τὰ μαχαίργια τους διὰ τὸν ὅρκον, καὶ ἐκρατοῦσαν τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ ρηγός κοντὰ καὶ σφικτά, διὰ νὰ μηδὲν γενῇ τίποτες ταραχή· ἐκεῖνοι ἐφοβοῦνταν μηδὲν τοὺ(ς) σκοτώσουν. Καὶ τἄπισα παρὰ οὕλους ἦρτεν ὁ τουρκοπουλιέρης ὅπου δὲν ἦτον εἰς τὴν βουλήν τους· διὰ νὰ μηδὲν ᾖνε ἔξω τῆς βουλῆς, ηὗρεν τον τυλιμένον (᾿ς) τὸ αἷμαν του, ἀναβράκωτον καὶ κομμοκέφαλον, καὶ ἔβγαλεν τὴν μάχαιράν του καὶ κόβγει τὰ λυμπά του μὲ τὸν αὐλόν, καὶ εἶπεν του: Διὰ τοῦτα ἔδωκες θάνατον!» Καὶ πολλά τὸν ἐλυπήθην, ἀμμὲ διὰ νἆνε εἰς τὴν συντροφιάν τους τὸ ᾿ποῖκεν.