Κακοσημαδιά

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κακοσημαδιά
Συγγραφέας: Ανδρέας Καρκαβίτσας
Λόγια τῆς πλώρης (1924)


ΜΑΣ ἧβρε τὸ ἡλιοβασίλεμα ἀνάμεσα Σίφνου-Σέρφου, διόμισυ μίλια κάτω ἀπὸ τὴν κόκκινη Χερόνησο. Ὥς ἐκεῖ βόηθησε ὁ γρεγολεβάντες καὶ μὲ πρωτοδεύτερα πανιὰ κατεβήκαμε ἀπὸ τῆς Μύκονος τὸν Τοῦρλο γιὰ πέντε ὧρες. Ἦταν γρήγορη ἡ γολέτα τοῦ καπετὰν Κρεμύδα καὶ δὲν εἶχε δυσκολία σὲ καλὸν καιρὸ νὰ πάρῃ καὶ ὀχτὼ καὶ δέκα μίλια τὴν ὥρα. Ὅμως ἀποδῶ κι’ ἐμπρὸς δὲν ἔπαιρνε οὐδὲ τρία στὴ βόλτα. Γιατὶ ἄξαφνα χύθηκε ἀπὸ τὸ βουνὸ τῆς Μήλου, σὰν νὰ διάβαινε ἀπὸ ἀπέραντο καλαμιῶνα τὸ πουνεντογάρμπι, κεφάλωσε τὸ Γρέγο καὶ μᾶς ξώρισε κάτω ἀπὸ τὴν Κίμωλο. Ὁ καπετὰν Κρεμύδας πρόσταξε νὰ κατεβάσουμε τὰ πανιὰ. Μὰ ὥστε νὰ τὸ εἰπῇ ξεθύμανε ὁ καιρὸς καὶ σὲ λίγο ἔπηξε ἡ θάλασσα κι’ ἔγινε λιμνοστάσι.

— Ὅρσε, διάολε! εἶπε φαρμακωμένος· μιὰ φέρνει νὰ μᾶς πνίξῃ, μιὰ μαγκάρει… Ταρσανᾶ θὰ κάνουμε!…

— Ὁ καπετὰν Κρεμύδας ἦταν πενηντάρης, κοντόχοντρος, μὲ κεφάλι ὁλοστρόγγυλο, μὲ πρόσωπο κρεμεζοβαμμένο καὶ μαλλιὰ κάτασπρα· τὰ μάτια του ἦταν μικρά, τὰ φρύδια καὶ τὰ μουστάκια του βλάγκα· ἡ φωνή του βραχνὴ καὶ βαρειὰ σὰν ρέκασμα κυμάτου καὶ ἡ καρδιά του ἀπονήρευτη. Ἀπὸ ναύτης ἦταν δουλευτὴς καὶ οἰκονόμος. Λίγο-λίγο ἀπόχτησε μερικὰ λεφτά, πῆρε μισακὸ ἕνα σαπιοκάϊκο καὶ δούλεψε σερμαγιὰ ἐδῶ τριγύρω. Ἔπειτα τὸ σαπιοκάϊκο ἔγινε ὅλο δικό του καὶ ἄνοιξε δουλειὲς ὣς τὴν Ἀττάλεια. Τέλος ἔχτισε τὴ γολέτα καὶ ἅπλωσε τὰ ταξίδια του πέρα στὸν Ποταμό.

Μὰ τόρα ἦταν ὅλος θυμό. Ὅταν κατεβαίναμε ἀπὸ τὴ Μαύρη θάλασσα, οἱ ναῦτες, ποῦ ἦταν συντοπῖτες του, φρόντιζαν κάθε ὥρα νὰ τοῦ θιμίζουν μὲ τρόπο τὴν πατρίδα καὶ τὰ σπίτια τους.

— Ἔ, καπετάνιε καὶ νὰ ἦταν κανένας σαββατογεννημένος ἐδῶ μέσα καὶ νὰ ἔπιανε ἕνας δυνατὸς γρεγολεβάντες στὰ Μπουγάζια καὶ νὰ βρίσκαμε τὸν Καβοντόρο χειμωνιάτικο καὶ νὰ διπλάρωνε ἡ γολέτα μας κάτω ἀπὸ τὸν Τσικνιᾶ! ἔλεγε ὁ ἕνας.

— Ἐκεῖ ποῦ θὰ εἰπῇς τὸν Τσικνιᾶ, δὲ λὲς καλητέρα τῆς Μύκονος τὸν Τοῦρλο; πρόσθετε ὁ ἄλλος, κοιτάζοντάς τον κατάματα.

Ἐκεῖνος γύριζε ἀλλοῦ, τάχα πῶς δὲν ἄκουε κι’ ἔπιανε κουβέντα μὲ τὸν Μπαρμπατρίμη τὸ ναύκληρο γιὰ τὸν καιρό. Καὶ ὅταν τὸν στενοχωροῦσαν μὲ τὰ λόγια τους καὶ μὲ τὶς ματιές τους, ποῦ ἦταν πιὸ παρακαλεστικὲς ἀπὸ τὰ λόγια τους, ἔσκαε τὴν κόκκινη σκούφια του χάμω καὶ μελανιάζοντας ἔλεγε:

— Ἀνάθεμα τὸν καπετάνιο ποῦ τσουρμάρει συντοπῖτες του! Νὰ μὲ ἰδῇς στὸ πίκι κρεμασμένο, Μπαρμπατρίμη, ἂν βάλω ἄλλη φορὰ στὴ γολέτα μου Μυκονιάτη!…

Οἱ ναῦτες ἔσκυβαν τὸ κεφάλι καὶ σκορποῦσαν κατακόκκινοι ἀπὸ ντροπή, σὰν παρθένες ἄβγαλτες, μὲ λυπητερὸ χαμόγελο στὰ χείλη καὶ μ’ ἕνα δάκρυ, ψιλὸ-ψιλὸ καὶ ἄφαντο στὴ βρύση τῶν ματιῶν τους. Κι’ ὁ καπετάνιος πικραμένος, ἔφευγε σέρνοντας στὸ κατάστρωμα τὰ ποδήματά του γιὰ νὰ φανῇ φοβερὸς καὶ κλειότανε στὴν κάμαρή του. Γιατὶ καὶ κείνου ἡ καρδιὰ λαχτάριζε γιὰ τὴ Μύκονο. Ἐκεῖ εἶχε τὴ γυναῖκά του, τὴν ψιλομελάχροινη Ἐλεφάντω μ’ ἕνα παιδὶ στὴν κούνια κι’ ἄλλο στὴν κοιλιά. Οἱ καιροὶ ἐνάντιοι μᾶς ἄργησαν στὴ Μαύρη θάλασσα καὶ ἀντὶ νὰ φτάσουμε στὴ Μαρσίλια, δὲν εἴχαμε οὔτε τὸ μισὸ δρόμο παρμένον. Μὰ νὰ ποῦ ἦταν κάποιος σαββατογεννημένος στὴ γολέτα κι ἔπιασε δυνατὸς γρεγολεβάντες στὰ Μπουγάζια κι ἥβραμε τὸν Καβοντόρο χειμωνιάτικο καὶ διπλάρωσε ἡ «Βαγγελίστρα» μας κάτω ἀπὸ τὸν Τσικνιᾶ. Ὁ καπετάνιος πρῶτος ἔτρεξε σπίτι του. Μὰ στὸ γυρισμὸ οὔτε παιγνίδια οὔτε φίλους ἔφερε. Καὶ στὸ ταξίδι τόρα, ἂν καὶ εἶχε τὴν πλώρη κατὰ τὸ Γαρμπῆ, τὰ μάτια του ἦταν στυλωμένα στὸ Γρέγο κι’ ἔβλεπε πάντα ἐμπρός του, ἀπὸ τὰ χιονᾶτα σπίτια καὶ τὶς ὁμορφιες ἐκλησιὲς τοῦ νησιοῦ ἕνα μονάχο σπιτάκι καὶ μέσα τὴ γυναῖκά του, κλιναρομένη νὰ χαροποιλαίβῃ! Τὴν ἔβλεπε νὰ γυρίζῃ τὰ φωτερὰ μάτια της καὶ ν’ ἀργολέῃ μὲ ἀδύνατη φωνή:—Ποῦ εἶσαι, Μανωλιὲ καὶ μαυροκαπετάνιε!… Ποῦ εἶσαι, Μανωλιὲ καὶ μαυροκαπετάνιε!…

Καὶ ποῦ νὰ ζητήσῃ, ποῦ νὰ ἕβρῃ ἡσυχία ὁ Μανωλιός. Δρασκέλαε τὸ κατάστρωμα, σὰν τὸ λιοντάρι· πότε μίλαε μόνος του δυνατά· πότε χειρονομοῦσε χωρὶς αἰτία· πότε τραβοῦσε τὰ μαλλιὰ καὶ χτυποῦσε τὸ κεφάλι του στὰ ξύλα. Καὶ ὅλο βλαστημοῦσε τὴν τύχη του καὶ τὴν τέχνη του.

Στὴ γολέτα εἶχαν ἁπλωμένα ὅλα τὰ πανιά. Τέσσεροι φλόκοι ἐμπρὸς καὶ πέντε πανιά στὸ πλωριὸ κατάρτι, τρεῖς στραλιέρες στὴ μέση, μπούμα καὶ φλὶς στὸ πρυμιὸ κατάρτι. Μὰ τὸ ξύλο ἔμενε ἀκίνητο σὰν βάρυπνο. Ρίζες ἔρριξε, νομίζεις, στὸν πάτο καὶ θὰ βλαστοβολήσῃ. Ἀποκαρωμάρα βασίλευε γύρω, ἀπὸ ἄνθρωπο σὲ ξύλο, ἀπὸ θάλασσα σὲ οὐρανό. Κουρελιασμένα σύγνεφα καφετιά, κρέμονταν ἐδῶ καὶ κεῖ καὶ σταχτοκόκκινη σκόνη καθόταν ἀνάλαφρα στὶς στεριὲς καὶ τὴ θάλασσα. Πότε καὶ πότε ἔβγαζαν καμμιὰ σπηλιάδα, ἔπαιρναν μπουρίνα τὰ πανιὰ καὶ αὐλακώναμε τὴ θάλασσα ζερβόδεξα μ’ ἕνα γλυκομουρμούρισμα, ἀποκαρωτικὸ καὶ κεῖνο. Ἔπειτα ἔπεφτε ὁ ἄνεμος, τὰ πανιὰ κυματοῦσαν σιγαλινά, τὰ σχοινιὰ λάγκευαν καὶ χτυπιόνταν στὸ κατάστρωμα, ὥς ποῦ ἔμεναν ἀκίνητα. Κι’ ὁ καπετὰν Κρεμύδας φαρμακωμένος συχνοψιθύριζε, σφίγγοντας τὰ δόντια του.

— Ὅρσε, διάολε! μιὰ φέρνει νὰ μᾶς πνίξῃ, μιὰ μαγκάρει… Ταρσανᾶ θὰ κάνουμε!…

— Σώπα, καπετάνιε, καὶ γλήγορα δυναμώνει ὁ νότος· εἶπε ὁ Μπαρμπατρίμης. Γιὰ ἰδὲς τί τέμπλο ἔκανε στὸ Τσιρίγο!

Ἀληθινὰ κάτω στὴ νοτιὰ μαυροκόκκινα σύγνεφα σωριάζονταν τετραπανωτά. Καὶ πίσω βασιλεύοντας ὁ ἥλιος σαΐτευε ἀνάμεσα ἀπὸ κροσσωτὲς σχισμάδες, ἀπὸ σκοτεινόξανθες ἢ αἱματοβαμμένες σπηλιὲς, δεμάτια ἀχτῖνες, ἔλουζε τὴ γῆ μὲ φῶς καὶ χρώματα. Ἡ θάλασσα ἀσπρογάλαζη, καθρέφτιζε τοὺς ἴσκιους τῶν νησιῶν καὶ αὐλακωνόταν ἀπὸ τὰ ρέματα, σὰν πλατὺς κάμπος κιμωλίας, ζωσμένος ἀπὸ δρόμους καὶ μονοπάτια. Καὶ τὰ νησιά, ἡ Μῆλος καὶ ἡ Ἐρμόμηλος ποῦ τρέφει τ’ ἀγριόγιδα· πίσω ἡ Σίφνος καὶ ἡ Σέρφος μὲ τὰ παρδαλὰ γαϊδούρια της· ἡ Νάξο παραπάνω μὲ τοὺς Βαραββάδες καὶ ἡ Πάρο μὲ τὰ μάρμαρα· ἡ Πόλυβος ἡ καμπουρωτὴ καὶ ἡ Κίμωλος, ἡ σαλαμάντρα· ἡ Σίκινος, καὶ ἡ Φολέγαντρος ἐδῶθε καὶ κάτω τὰ Γερακούνια χωριστά, σὰν κοτρώνα κυματοπλανημένη ἔπαιρναν ἕνα χρῶμα κι’ ἔδιναν μύρια. Ἔστεκε τὸ ἕνα μὲ κάποιο συγνεφάκι στὴν κορφή· τὸ ἄλλο μὲ ζωνάρι καταχνιὰ στὴ μέση· τὸ δῶθε μὲ κροκκοβαμμένο μέτωπο· τὸ κεῖθε καστανοστεφανωμένο· τὸ παρακεῖ μὲ κάτασπρο χωριδάκι, σὰν ἁπλοχωριὰ χιονιοῦ ποῦ λησμονήθηκε στὴ λακκούλα του. Καὶ πέρα στὴ θάλασσα, σὲ μεταξωτὸ παραπέτασμα τὰ καράβια κοντυλογραμμένα, πήγαιναν ὀκνὰ κι’ ὁ μαῦρος καπνὸς τῶν βαποριῶν ψήλωνε κι’ ἔσβυνε σὲ χρυσόξανθες τουλοῦπες. Ἀνάερα πουλάκια πετοῦσαν κυματιστὰ κι’ ἔλαμπαν τὰ χιονᾶτα στήθη τους, σὰν ἀργυρᾶ φύλλα ποῦ ἅρπαξε ὁ ἄνεμος ἀπὸ ἐργαστῆρι χρυσικοῦ· καὶ κάτω ἀπὸ τὰ κοντινά μας ἀκρογιάλια τῆς στεριανῆς ζωῆς ἡ βουὴ ἔφτανε, γεμάτη χαρὲς καὶ γέλια. Χώρια ἀπὸ τὸν καπετάνιο, οἱ ἄλλοι ἁπλώναμε τὴν ψυχὴ νὰ ρουφήξουμε κείνη τὴν παράδεισο, μὲ ζήλια στὰ μάτια γιὰ κείνους ποῦ τὴ χαίρονται. Καὶ ἄξαφνα, δὲν ξέρω πῶς, ἔνιωσα μιὰν εὐτυχία γλυκειὰ καὶ μιὰ θλίψη πιὸ γλυκότερη, ποῦ ἤθελα νὰ τὴ φωνάζω, γιατὶ μ’ ἔπνιγε. Καὶ ἄρχισα τὸ τραγοῦδι:

Τοῦ ναύτ’ ἡ μάνα ζύμωνε τοῦ γιοῦ της παξιμάδι!…

— Σκάσε, βρέ! μὴ σοῦ σπάσω τὸ δοιάκι στὸ κεφάλι! μ’ ἔκοψε ὁ καπετάνιος.

Ξέχασα τὸ τραγοῦδι καὶ λούφαξα σὲ μιὰ κώχη. Σηκώνω τὰ μάτια καὶ βλέπω στὸ πλωριὸ κατάρτι μιὰ κουκουβάγια. Τὰ μαῦρα νυχοπόδαρά της γύριζαν δαχτυλίδια στὰ χείλη τῆς κόφας καὶ στήριζαν ἀκίνητο τὸ κορμὶ σὰν νὰ ἦταν ψεύτικη. Καὶ ἀληθινὰ ἔμοιαζε γιὰ ψεύτικη. Ἦταν ἡ ὀμορφότερη κουκουβάγια ποῦ εἶδα στῆ ζωή μου! Ὅπως καθόταν συμμαζωμένη, μὲ τὰ μάτια στυλωμένα πέρα, δὲν ἔκανε τὴν ἀσχήμια ποῦ ταιριάζει στὸ σώϊ. της. Ἔμοιαζε καλονοικοκυρά, βγαλμένη στὴν πόρτα νὰ περιμένῃ τὸν ἄντρα της. Μοῦ ἦρθε ὄρεξη νὰ παίξω μὲ τὸ πουλὶ καὶ ἄρχισα νὰ τὸ προγγάω:

— Ξιξιξί!… ξιξιξί!…

— Τί κάνεις αὐτοῦ, μωρέ! μοῦ φωνάζει ὁ καπετάνιος.

— Μιὰ κουκουβάγια κάθεται στὴν κόφα.

— Κουκουβάγια!…

Σηκώθηκε ἀπὸ τὴ θέση του καὶ ἦρθε νὰ τὴν ἰδῇ ἀπὸ κοντά. Μὰ ἐκείνη καθὼς ψήλωσα τὸ χέρι μου νὰ δείξω, φροῦ!… ἔκαμε καὶ πέταξε πέρα. Ὁ καπετὰν Κρεμύδας ἀκολούθησε γιὰ κάμποση ὥρα τὸ τρεμουλιαστὸ πέταμά της κι’ ἔπειτα, σὰν νὰ μὴν εἶχε δύναμη νὰ γυρίσῃ στὴ θέση του, σωριάστηκε ἀπάνω στὸ ἀμπάρι. Ἔμεινε ἐκεῖ μὲ τὸ κεφάλι σκυμμένο. Ἔπειτα μοῦ εἶπε:

Κακοσημαδιά, μωρὲ παιδί· μεγάλη κακοσημαδιά! Εἶδες τὸ ἄτιμο νὰ πάρῃ τὰ ζερβά!… Ἂν πετοῦσε δεξιά, θὰ εἴχαμε καλὸ ταξίδι· μά τόρα κακὰ σημάδια. Ἢ σὲ μᾶς, ἢ στὸ σπίτι κάτι κακὸ θὲ νὰ γένῃ!…

Καὶ γὼ ἐκείνη τὴν ὥρα τὰ ἴδια συλλογιζόμουνα. Ἡ κουκουβάγια λένε πῶς ἦταν ἀδερφὴ τῶν ὀχτὼ παιδιῶν καὶ τοῦ Κωσταντῆ. Ἡ μάνα της

Στὰ σκοτεινὰ τὴν ἔλουζε στ’ ἄφεγγα τὴν ἐπλέκε,
στ’ ἄστρι καὶ στὸν αὐγερινὸ ἔφτιανε τὰ σγουρά της.

Ὅταν ἔγινε δώδεκα χρονῶν ἦρθαν προξενητάδες καὶ τὴν ζητοῦσαν νύφη στῆ Βαβυλῶνα. Ἡ μάνα καὶ τὰ ὀχτὼ τ’ ἀδέρφια δὲν ἤθελαν νὰ τὴ δώσουν τόσο μακριά· δὲ μποροῦσαν νὰ ὑποφέρουν τὸ χωρισμό της· Μὰ ὁ Κωσταντῆς ἐπίμενε καὶ κάθε μέρα ἔλεγε τῆς γριᾶς του:

Δός τηνε, μάνα μ’, δός τηνε τὴν Ἀρετὴ στὰ ξένα,
Στὰ ξένα ’κεῖ ποῦ περπατῶ στὰ ξένα ποῦ πηγαίνω,
Νά ’χω καὶ γὼ παρηγοριὰ νά ’χω καὶ γὼ κονάκι.

Μὰ τῆς μάνας ἡ καρδιὰ δὲ θέλει ν’ ἀκούσῃ τὰ λόγια τοῦ πραματευτῆ καὶ σοφὰ τοῦ ἀπαντᾷ:

Φρόνιμος εἶσαι, Κωσταντῆ, κι’ ἄσχημα ἀπελογήθης.
Κι’ ἂν μὤρθη, γιέ μου, θάνατος κι’ ἂν μὤρθη, γιέ μ’, ἀρρώστια
Κι’ ἂν τύχη πίκρα ἢ χαρὰ ποιὸς θὰ μοῦ τηνε φέρει!

Ἐγώ! ἀπαντάει ἐκεῖνος βάζοντας ὅρκο φριχτό. Κι’ ἔτσι κατάφερε νὰ χωρίσῃ τὴν Ἀρετὴ ἀπὸ τὴ φαμελιά της. Δὲν πέρασε ὅμως πολὺς καιρὸς καὶ οἱ φόβοι τῆς μάνας ἀλήθεψαν. Θανατικὸ ἔπεσε στὴ χώρα. Σάρωσε κόσμο καὶ κοσμάκη, σάρωσε καὶ τῆς δόλιας μάνας τὰ ἐννιὰ παιδιά! Ἔρμη ἐκείνῃ, καταμόναχη, κλαίει καὶ μύρεται στὰ μνήματα τῶν ὀχτὼ παιδιῶν· ἀλλὰ στὸ μνῆμα τοῦ πραματευτῆ κλωτσᾶ τὶς πλάκες, βρουχιέται κι ἀναθεματίζει:

Ἀσήκω, σήκω, Κωνσταντῆ, τὴν Ἀρετή μου θέλω!
Τὸ Θεὸ μοῦ βαλες ἐγγυτὴ καὶ τοὺς ἁγίους μαρτύρους
ἂν τύχῃ πίκρα ἢ χαρὰ νὰ πᾷς νὰ μοῦ τὴ φέρεις!

Ἡ κατάρα τῶν γονέων ἀκούεται, ὅπως καὶ ἡ εὐχή. Σηκώνεται ὁ Κωνσταντῆς μισολυωμένος ἀπὸ τὸ μνῆμα.

Κάνει τὸ σύγνεφο ἄλογο καὶ τ’ ἄστρι σαλιβάρι
καὶ τὸ φεγγάρι συντροφιὰ καὶ πάει καὶ τὴ φέρνει.

Ἡ μάνα βλέποντάς την ἄξαφνα δὲ μπορεῖ νὰ πιστέψῃ τὰ μάτια της. Καὶ ὅταν τέλος τὴν ἀναγνωρίζει καὶ μαθαίνει τὸν ἀνέλπιστο γερανό της σωριάζεται νεκρή. Ἡ Ἀρετὴ ἀπελπισμένη, ρίχνεται στὸ Θεό, παρακαλεῖ καὶ λέει Του:

Θέ μου καὶ κάνε με πουλί, κάνε με νυχτοπούλι,
νὰ περπατῶ στὶς ἐρημιὲς νὰ κλαίω τοὺς ἀδερφούς μου!

Ἔτσι ἔγινε κουκουβάγια ἡ πεντάμορφη. Ἄλλαξε τὸ σώϊ, δὲν ἄλλαξε ὅμως καὶ τὴν ψυχή. Ὁ ξεκληρισμὸς τὴν ἀκολουθεῖ ἀκόμη καὶ ὅπου καθίσῃ, φέρνει καὶ κεῖ τὴ νέκρα καὶ τὴν ἐρημιά. Ἀφοῦ τόρα ἦρθε κι’ ἔκατσε στὸ καράβι μας, βέβαια γιὰ καλὸ δὲν ἦταν. Μὰ γιὰ νὰ παρηγορήσω τὸν καπετάνιο ἔκαμα τὸν ἀδιάφορο.

— Μπά, δὲ βαριέσαι ποῦ πιστεύεις, καπετάνιε! τοῦ λέω. Ὁ Θεὸς καλὸς ὅλα καλά.

Ἐκεῖνος δὲν εἶπε τίποτα· κούνησε θλιβερὰ τὸ κεφάλι καὶ κατέβηκε στὴν κάμαρή του.

— Πάει ν’ ἀνάψῃ κι’ ἄλλο κερί· ψιθύρισε ὁ Μπαρμπατρίμης. Οἱ μετάνιες καὶ τὰ κεριὰ δὲν ἔπαψαν ἀφόντας φύγαμε ἀπὸ τὴ Μύκονο.

Μὰ δὲν ἦταν τόρα ἡ πρώτη κακοσημαδιὰ ποῦ ἔτυχε τοῦ καπετὰν Κρεμύδα. Πρὶν ἀκόμη ξεκινήσῃ ἀπὸ τὸ σπίτι, ὅλα τὰ σημάδια τοῦ ἦρθαν ἀνάποδα. Ζήτησε νὰ βάλῃ μισθωτὸ καπετάνιο στὴ γολέτα καὶ δὲν ἧβρε κανένα. Ὅταν εἶδε πῶς παίρνει βοηθητικὸς καιρὸς καὶ ἀποφάσισε νὰ φύγῃ, βρέθηκε Τρίτη· ἀνάβαλε. Κινάει τὴν Τετράδη νὰ κατέβῃ στὸ γιαλὸ καὶ πρῶτο πρᾶμα ποῦ ἀντίκρυσε ἦταν μιὰ γίδα. Τί νὰ κάμῃ; Γυρίζει πίσω. Τέλος τὴν Πέφτη, ἀφοῦ βγῆκαν οἱ συγγενεῖς του νὰ ψάξουν τοὺς δρόμους κι’ οἱ γυναῖκες τράβηξαν ἐμπρὸς νὰ διώξουν κάθε κακὸ συναπάντημα, κατόρθωσε νὰ φτάσῃ στὴ γολέτα.

Ὥς τόσο ἡ κουκουβάγια δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ ξεκολλήσῃ ἀπὸ τὸ καράβι! Ἦρθε πάλι καὶ κάθισε στὸ κατάρτι. Ἦταν γυρισμένη στὸν καπετάνιο καὶ στύλωνε τὰ μάτια της καταπάνω του. Μόλις τὴν εἶδα, φρόντισα μὲ χειρονομίες νὰ τὴν προγγίξω. Μὰ χίλια κι’ ἂν ἔκανα δὲν ξεκολλοῦσε ὁ πειρασμὸς. Ἔβλεπε τὶς χειρονομίες μου μιὰ στιγμὴ καὶ ἔπειτα γύριζε ἀλλοῦ τὸ κεφάλι μὲ περιφρόνηση σὰν νὰ μοῦ ἔλεγε: Μωρέ, ἄϊ χάσου!…

Τέλος ὁ καπετάνιος τὴν εἶδε.—Πίσω μου σατανᾶ! εἶπε κάνοντας τὸ σταυρό του. Σήκωσε τὰ μάτια καὶ τὴν κοίταξε κατάματα. Μὰ καὶ κείνη κατάματα τὸν κοίταζε, λὲς καὶ ἤθελε νὰ τον ἀβασκάνῃ. Στὸ τέλος τὸ κατάφερε. Ὁ καπετάνιος κιτρίνισε σὰν τὸ κερί. Ὕστερα γιὰ μιᾶς ἔγινε ἀράπης· ἀνέβηκε τὸ αἷμα νὰ τὸν πνίξῃ. Κοίταζε τὸ πουλὶ καὶ δὲν ἔπαυε νὰ μουρμουρίζῃ σὰν ἀδικοτυραννισμένη ψυχή:

— Φτοῦ! σὲ ξορκίζω μὲ τὸν ἀπήγανο, πειρασμέ! Τί θὲς, μωρέ, ἀπὸ μένα, ἄθεε!… Φεύγα ἀποπάνω μου καὶ μὴ μὲ κολάζεις. Ἄσε με, φαμελίτη ἄνθρωπο νὰ βγάλω τὸ ψωμί μου!…

Μὰ ἐκείνῃ δὲν καταλάβαινε ἀπὸ τέτοια. Κάθε τόσο χαμηλοπλάγιαζε τὸ κεφάλι ζερβόδεξα, σὰν ν’ ἀφτιαζόταν μαντέματα, ποῦ ἔφερε ἀπὸ μακριὰ ὁ αἱματοβαμμένος ἀθέρας. Ἔπειτα τὸ ψήλωνε ἀπότομα μὲ τὰ μάτια κάπου γιαλιστά, σὰν νὰ εἶχε ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὰ κοσμικὰ γιὰ νὰ ξηγήσῃ τὰ μαντέματα. Καὶ ἄξαφνα γύριζε στὸν καπετάνιο σὰν νὰ ἔλεγε: Κοίταξε καλά· ἄν θελήσω, ἀλλίμονο σὲ σένα καὶ στὸ σπίτι σου!…

Ἔσκυβε ἔπειτα, ἔχωνε τὴ μύτη στὰ στήθη της, σήκωνε τὰ λιανοπούπουλα τοῦ προσώπου σὰν ἀγκιστρωτὰ λεπίδια, γούρλωνε τὰ μάτια, θερίο μανισμένο ποῦ ξέσχιζε τὰ κρέατά του γιὰ νὰ ξεθυμάνῃ. Ὁ μαυροκαπετάνιος βλέποντάς την ἔτσι, χαμήλωνε τὰ μάτια κι’ ἔφευγε νὰ μὴν τὴν θυμώσῃ περισσότερο. Μὰ ἀφοῦ βημάτιζε λίγο στεκότανε ἀπότομα κάτω ἀπὸ τὸ πινὸ καὶ σταυρώνοντας τὰ χέρια σήκωνε τὸ κεφάλι καὶ τῆς ἔλεγε:

— Μωρή, φεύγα! πήγαινε στὸ καλό· πήγαινε στὴν εὐχὴ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν γονέωνέ μου! Ἄσε με νὰ πάω τὸ δρόμο μου καὶ μὴ μὲ κολάζῃς… Φεύγα, μωρὴ ἄτιμη, σκύλα, συχαμένη, βρωμιάρα!… Πήγαινε στὸ καλό, πήγαινε στὸ διάολο!…

Καὶ ἡ φωνή του ἀπὸ μαλακὴ καὶ παρακαλεστικὴ ἀνέβαινε καὶ ξέσπαε βρισάρα, σὰν τὸ κῦμα ποῦ πιάνεται παιγνιδιάρικο στὸ ἕνα ἀκρογιάλι καὶ καταντᾷ στὸ ἀντικρυνὸ τρομερὸς κοσμοχαλαστής. Ἀλλὰ τὸ πουλί, σὰν νὰ χαιρόταν μὲ τὴν παραφορά του, ἄνοιγε τὸ στόμα καὶ χαυνιζόταν πλατειὰ μὲ χαμόγελο καὶ περιφρόνηση. Καὶ κεῖνος βλέποντάς το ἔτσι ὅλο ἄναβε· βλαστημοῦσε κι ἔβριζε καὶ χειρονομοῦσε καὶ δάγκωνε τὰ δάχτυλά του.

— Μωρέ, φέρε μου τὴν τσάγκρα! φώναξε ἄξαφνα. Φέρε μου τὴν τσάγκρα νὰ τοῦ πιῶ τὸ αἷμα!

Κίνησα νὰ κάμω τὸ θέλημά του. Ἀλλὰ δὲν εἶχε ὑπομονή. Ἔφτασε πρῶτος στὴν κάμαρη, ἅρπαξε τὸ σκουροντούφεκο καὶ ἀπὸ τὴ σκάλα τὴν ἄναψε στὸ πουλί. Ἕνας ξερὸς χτύπος ἀκούστηκε μὰ τίποτ’ ἄλλο. Ὁ κόκορας ἔπεσε, ἀλλὰ δὲν ἔπιασε τὸ καψοῦλι. Παγώσαμε. Κακοσημαδιὰ στὴν κακοσημαδιά! Καλὰ τὸ εἶπε ὁ καπετὰν Κρεμύδας: Ἢ στὸ καράβι ἢ στὸ σπίτι μεγάλο κακὸ θὲ νὰ γένῃ…

Στὸν ξερὸ χτύπο ἡ κουκουβάγια πέταξε. Ἀλλὰ δὲν πέταξε μακριὰ νὰ φύγῃ, νὰ χαθῇ ἀπὸ μπρός μας. Χαμοπετοῦσε περίγυρα σχίζοντας τὸν ἀέρα μὲ τὰ ψαλιδωτὰ φτερά της, καθότανε στὸ ξάρτι κι ἔρριχνε ξαφνικὰ μιὰ στριγγιὰ φωνῆ ποῦ πάγωνε τὸ αἷμα.

— Κουκουβάου!… κουκουβάου-βάου!…

Ὁ ἥλιος ἦταν βασιλεμένος καὶ δὲν ἔβλεπες στὴ δύση παρὰ σύννεφα αἱματοβαμμένα καὶ κατακόκκινο ἀθέρα σὰν ἀντιλάμπισμα μεγάλης πυρκαγιᾶς. Πέρα στὸ Τσιρίγο ὁ νότος ἔχτισε τέμπλο, σωριάζοντας σύννεφα θεοσκότεινα στὴ βάση, στὴ μέση ἀνοιχτότερα, στὴν κορφὴ καταγάλαζα. Κι’ ἀπάνω στὰ κυματιστὰ χείλη, στοὺς πύργους καὶ τὶς πολεμίστρες, ἔχυσε πλατὺ χρυσογάϊτανο κι’ ἄλλο ἀποπάνω ἀργυρὸ καὶ ψηλὰ γιὰ φλάμπουρο σήκωσε τὸν Ἀποσπερίτη. Καὶ πίσω ἀποκεῖ σαΐτευε σπηλιάδα σὲ σπηλιάδα τὸν ἄνεμο, καρτερῶντας τὴ στιγμὴ νὰ χυθῇ συφάμελος ν’ ἀναποδογυρίσῃ τὸν κόσμο. Ὁ Μπαρμπατρίμης, ποῦ ἀκολουθοῦσε συλλογισμένος τὸ χτίσιμο τοῦ τέμπλου, εἶπε τοῦ καπετάνιου:

— Καπετὰν Κρεμύδα, θὰ μᾶς βγάλῃ ἀέρα ὁ νότος. Λέω νὰ πάρουμε κάτω λίγα πανιά.

— Μπά! καλοκαιρινὸς εἶνε· ἄς το κι’ ἂς πάει!…

Ὁ καπετάνιος ἦταν ἀγαθὸς ἄνθρωπος. Μακριὰ ὅμως νὰ μὴν τὸν θυμώσῃς. Τὸν θύμωσες; Ἴδιος βοριᾶς γίνεται. Τρέχα νὰ μπῇς στὸ λιμνοστάσι γιατὶ φίδι ποῦ σ’ ἔφαγε!

— Ἂν δὲ σοῦ πιῶ τὸ αἷμα, νὰ μὴ μὲ εἰποῦν καπετὰν Κρεμύδα! εἶπε σκάζοντας χάμω τὸ σκοῦφο του.

Ἄλλαξε τὸ καψοῦλι, ἔφτιασε τὴν ἀβιζώτη.

— Κυβέρνα καλά, Μπαρμπατρίμη, εἶπε· ἴσ’ ἀπάνου στ’ ἄτιμο! Τήρα καλὰ νὰ μὴν τὸ χάσῃς ἀπὸ τὰ μάτια σου!

— Λέω, καπετάνιε, νὰ μαϊνάρουμε λίγα πανιά. Θὰ βγάλῃ ἀέρα ὁ νότος.

— Μωρέ, δός τοῦ νὰ παίρνῃ, γεροξεκουτιάρη! Κυβέρνα καλὰ κι’ ἀπάνω του σοῦ λέω!…

Ὁ Μπαρμπατρίμης μουρμουρίζοντας ἔκατσε στὸ τιμόνι καὶ χούφτωσε τὸ δοιάκι. Ὁ ἀέρας ὅλο καὶ δυνάμωνε. Οἱ σπηλιάδες ἔρχονταν συχνότερες καὶ τὰ πανιὰ ἄρχισαν νὰ γεμίζουν, τὰ ξάρτια καὶ οἱ μακαράδες νὰ τριζοβολοῦν. Ὁ γέρος ἔδινε τόρα τὰ προστάγματα γοργά· οἱ ναῦτες ἔτρεχαν ἀπὸ σκότα σὲ σκότα· ἡ γολέτα λίχνιζε τὸ νερό. Μὰ καπετάνιος καὶ ναῦτες δὲν εἶχαν τὸ νοῦ στὸ ξύλο παρὰ στὴν κουκουβάγια, ποῦ δὲν ἔπαυε νὰ κλωθογυρίζῃ πετῶντας πάντα ζερβόδεξα.

Στὴν ἀρχὴ βλέπαμε παράξενο τὸ θέλημα τοῦ καπετάνιου. Ἔξω ἀπὸ τὸ Μπαρμπατρίμη οἱ ἄλλοι εἴμαστε δίβουλοι. Μὰ ἕνας μὲ τὸν ἄλλον, ξεχαστήκαμε ἀκολουθῶντας τὸ πέταμα τοῦ πουλιοῦ. Σὲ κεῖνο ἢ σὲ μᾶς ἔπρεπε νὰ ξεσπάσῃ ἡ κακοσημαδιά. Ἂν τὸ σκότωνε, σωνόμαστε καὶ μεῖς καὶ τὸ καράβι καὶ τὰ σπίτια μας. Γιατὶ ποιὸς ξέρει, ἂν ἦταν γιὰ τὸν καπετάνιο ἡ κουκουβάγια κι’ ὄχι γιὰ κανένα ἄλλον; Ἀληθινὰ ἐκεῖνος ἦταν ὁ καραβοκύρης· ἐκεῖνος στὸ σπίτι του ἄφησε ἄρρωστο· μὰ ποιὸς ἦταν βέβαιος; Ὁ καπετάνιος μπόλιασε σὲ ὅλους τὴ μανία του καὶ ἂν μᾶς ἔβλεπες, θὰ πίστευες πῶς φάγαμε ὅλοι τρελλομανίταρα καὶ κανεὶς δὲν εἶχε τὰ λογικά του.

— Νά το, βάρ’ του!… φώναζε ἕνας μὲ τὸν ἄλλο, κινῶντας χέρια καὶ πόδια.

Καὶ κεῖνος μὲ τὸ ντουφέκι στὸ χέρι, τὸ πρόσωπο ἀναμένο, ἔτρεχε κοιτάζοντας περίγυρα μὲ γουρλωμένα μάτια, λὲς κι’ ἔρχονταν νὰ πατήσουν κουρσάροι τὸ πλεούμενο.

Τὸ πουλὶ ἤξερε πολλὰ παιγνίδια. Δὲν πετοῦσε τόσο μακριὰ νὰ τὸ χάνουν τὰ μάτια μας. Μὰ οὔτε καὶ κοντὰ νὰ τὸ φτάνῃ ἡ τσάγκρα. Φανερωνόταν δεξιά μας καὶ ἡ γολέτα ἔτρεχε ἀπάνω του. Ἐκεῖνο πετοῦσε κατάμπροστα στὴν πλώρη, κρατῶντας πάντα τὸ ἴδιο μάκρος. Ἔφτανε ἔτσι κάτω στὴ Μῆλο ἢ ἀπάνω ἀπὸ τὰ Γερακούνια ἢ κατὰ τὴν Ἐρμόμηλο. Τότε γιὰ νὰ φυλαχτῇ ἀπὸ τὶς δόλιες ξέρες πόδιζε ἡ γολέτα. Ἐμεῖς βλαστημούσαμε ποῦ θὰ χάναμε τὸ πουλί. Ἐκεῖνο φαινότανε πίσω στὸ πίκι, νὰ στυλώνῃ τὰ κρασᾶτα μάτια του κατὰ τὸν καπετάνιο. Καὶ μόλις ἐκεῖνος ξάμωνε τὸ ντουφέκι, ἔρριχνε τὴ φωνή του βρυσιὰ καὶ περιγέλασμα καὶ πετοῦσε κλωθογυρίζοντας μ’ ἕνα πέταμα τρεμουλιαστὸ καὶ βαρὺ καὶ ἄταχτο σὰν μεθυσμένο. Καὶ ἡ γολέτα πλιὸ μεθυσμένη, ἔτρεχε καταπάνω του μὲ τὰ πανιὰ γεμᾶτα. Ὁ καπετάνιος μὲ τὴν τσάγκρα στὸ χέρι. Καὶ μεῖς ὅλοι μὲ τὰ μάτια γουρλωμένα, τὰ πρόσωπα κατακόκκινα, χειρονομῶντας καὶ παραμιλῶντας, ποῦ ἂν μᾶς ἔβλεπες, βέβαια θὰ πίστευες πῶς φάγαμε ὅλοι τρελλομανίταρα καὶ κανεὶς δὲν ἦταν στὰ λογικά του!…

Τόρα τὸ φεγγάρι ψήλωνε ὁλοστρόγγυλο ἀπὸ τὸ βουνὸ τῆς Νάξου. Τὰ μακρινὰ νησιὰ καὶ περιγιάλια σκοτεινιασμένα, νόμιζες πῶς ἔπλεκαν στὸ θαμπὸ ἀθέρα κι’ ἔδιναν νὰ μαντεύῃς παρὰ νὰ ξεχωρίζῃς τὰ σχήματά τους. Τὰ κοντινὰ ἡ Κίμωλος καὶ ἡ Πόλυβος, ἡ Μῆλος καὶ ἡ Ἐρμόμηλος καὶ τὰ Γερακούνια ξεχώριζαν τυλιμένα σὲ ἀσπρογάλαζη καταχνιά. Ἔδειχναν σχισμάδες καὶ σπηλιὲς σκοτεινόμαυρες· τ’ ἀκρωτήρια καὶ τις ραχοῦλες φωτεινότερες· τὶς πλαγιές τους ἥμερες, στρωτές, δίχως λάκκους καὶ ἀγριαγκάθια· τὶς ρεματιὲς καὶ τ’ ἀκρογιάλια δίχως λιθάρια καὶ χάλαρα. Τὸ πουλὶ μᾶς ἔρριξε κάτω ἀπὸ τὴν Ἐρμόμηλο καὶ βλέπαμε φῶτα στὸ Κάστρο τῆς Μήλου καὶ δυὸ φωτιὲς μεγάλες νὰ χύνωνται ποτάμια πύρινα καὶ νὰ φτάνουν στὸ καράβι, ποῦ ἔλεγες τόρα θ’ ἀνάψῃ καὶ κεῖνο. Ἀπὸ τὸ ἀντίθετο πλευρὸ κατέβαινε τοῦ φεγγαριοῦ ἡ λαμπάδα κι’ ἔγλυφε μὲ γλῶσσες ἀργυρὲς τὸ κατραμαλειμμένο σκαφίδι μας.

Ὁ ἀέρας ὅλο καὶ δυνάμωνε· σφύριζε μέσα στ’ ἄρμενα κι’ ἔβγαζε χίλιων λογιῶν φωνές. Ὁ Μπαρμπατρίμης συλλογισμένος ἀφτιαζότανε τὸ σφύριγμα καὶ τὴν ὥρα ποῦ ὁ καπετάνιος τὸν πλησίαζε, τοῦ ξανάειπε ἀνήσυχος:

— Καπετὰν Κρεμύδα, ὁ νότος δυναμώνει. Νὰ μαϊνάρουμε, λέω, λίγα πανιά.

— Κάμε ὅ,τι θές· ἀπάντησε κεῖνος.

Ἀκούμπησε ἀγκομαχῶντας στὴν κουπαστὴ καὶ παράτησε τὴν τσάγκρα. Μὰ τὴν ἴδια στιγμὴ ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τῆς κουκουβάγιας ἀπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι του:

— Κουκουβάου!… κουκουβάου-βάου!…

Τὸ ἀναθεματισμένο! τόση ὥρα ἦταν χωμένο στὸ ξάρτι καὶ μεῖς χαμπάρι δὲν εἴχαμε. Τινάχτηκε ὀρθός, ἔδραξε τὴν τσάγκρα καὶ ἀγριοφώναξε:

— Στὸ τιμόνι, Μπαρμπατρίμη! στὸ τιμόνι κι’ ἀπάνω του!…

Ἀφήσαμε ὅλοι τὰ πανιά καὶ πῆρε καθένας τὴ θέση του. Ὁ Μπαρμπατρίμης γύρισε τὴ γολέτα ἀπὸ τὴν Ἐρμόμηλο κατὰ τὰ Γερακούνια. Τὸ μέρος ἔχει ρέματα κι’ εὔκολα μπορεῖ νὰ σὲ ξεπέσῃ. «Ἐρημόμηλο ξεπέσῃς, Γερακούνια καταντᾷς», ἔλεγαν οἱ παλαιοί. Μὰ ὁ γέροντας εἶχε στιβαρὸ καὶ πιδέξιο χέρι. Ὅταν χούφτωνε τὸ τιμόνι, λαχτάρα τό πιανε. Δὲν εἴχαμε φόβο κι’ ἀρχίσαμε πάλι τὸν τρελλὸ ἀγῶνα.

Μὰ τὸ πουλὶ τὸ πλάνο, δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ πάψῃ τὸ παιγνίδι του. Μαῦρο σὰν χοῦφτα χῶμα, πετοῦσε ἀργὰ-ἀργά, λὲς καὶ φρόντιζε νὰ μή χαθῇ ἀπὸ τὰ μάτια μας. Πότε στριφογύριζε στὴ γολέτα, πότε διέβαινε σαΐτα ἀνάμεσ’ ἀπὸ τὰ πανιὰ καὶ χώνευε στὶς στραλιέρες καὶ καβαλλίκευε τὸν τρίγκο καὶ περνοῦσε κάτω ἀπὸ τὰ κουρτελατσίνια καὶ καθότανε στὸν ἔξω φλόκο. Ἄξαφνα μὲ φωνὲς καὶ φτεροκοπήματα πηδοῦσε πάλι μέσα, κατέβαινε στὸ φλίς, ροβολοῦσε στὴ μποῦμα. Καὶ ἀποκεῖ ρίχνοντας ἄλλη φωνή, ξανάρχιζε τὸ παράξενο κλωθογύρισμά του.

— Πίσω μου, διάολε!… ἔλεγε ὁ μαυροκαπετάνιος.

— Μωρέ, τὸ κεφάλι μου κόβω, πῶς δὲν εἷναι πουλὶ αὐτὸς ὁ πειρασμός· εἶπε μιὰ στιγμὴ ὁ Μπαρμπατρίμης. Πιάσε, λέω, τὴν τσάγκρα μὲ τὸ ζερβὶ νὰ μὴ σοῦ τὴν πάρῃ, καπετάνιε!… Δὲν ἀκοὺς μιὰ ὥρα τόρα τὸ σκυλὶ πῶς γρινιάζει!

Ἀληθινὰ ὁ Πιστός, ὁ σκύλος μας, πεσμένος στὴν πλώρη, μὲ τὴν οὐρὰ κρυμμένη στὰ σκέλια, τὸ κεφάλι ριγμένο στὰ μπροστινά του, ἀνοιγοσφαλοῦσε τὰ μάτια καὶ γρίνιαζε, Ἀρχίσαμε τὰ σταυροκοπήματα. Ἄλλος φιλοῦσε τὸ φυλαχτὸ του, ἄλλος ἔπαιρνε στὴν τσέπη του κερὶ τοῦ Ἐπιτάφιου κι’ ἄλλος μουρμούριζε τὰ τροπάρια. Ὁ καπετάνιος, καθὼς εἶδε τὸ σκυλί, σταυροκοπήθηκε, ἔπιασε μὲ τὸ ζερβί του χέρι τὸ σκαντάλι.

Τέλος ἦρθε μιὰ στιγμὴ ποῦ εἴπαμε πῶς τέλειωσαν τὰ βάσανα! Ἡ κουκουβάγια ἄρχισε ν’ ἀργοπετᾷ, νὰ χαμηλώνῃ καὶ ἄξαφνα βρόντησε χάμου στὸ κατάστρωμα.

— Βάρ’ της! φωνάξαμε ὁμόφωνοι.

Ὥστε νὰ ξαμώσῃ ὁ καπετάνιος, χάθηκε ἀπὸ μπρός μας. Ἐκεῖνος ἄρχισε νὰ μᾶς βρίζῃ, ποῦ δὲ μιλήσαμε σύγκαιρα. Μὰ τὴν ἴδια στιγμὴ βλέπω τὸ Μπαρμπατρίμῃ νὰ παραιτῇ τὸ δοιάκι καὶ ἀρκουδίζοντας νὰ τὸν πλησιάζῃ καὶ μὲ χειρονομίες νὰ δείχνῃ στὸ σχοινὶ τῆς μεσανῆς στραλιέρας.

— Βάρ’ της!

Μπάμ! ἀντήχησε καὶ καπνὸς μὲ σκάγια καὶ στουπιὰ ἔπεσε στὰ πανιά, σὰν νὰ τὰ ἔδερνε ἁδρὺ χαλάζι. Μὲ τὴν ντουφεκιὰ ἕνας ἄλλος κτύπος συγκρατητὸς ἀκούστηκε, ὅπως ὅταν γκρεμίζεται δέντρο συγκλαδοκορμόρριζο. Πέσαμε ὅλοι προύμυτα.

Ὁ διάβολος ἔκαμε τὸ σκοπό του! Μιὰ στιγμὴ ποῦ παράτησε ὁ γέρος τὸ τιμόνι, μᾶς ἅρπαξε τὸ ρέμα μᾶς ἔσπρωξε ἀπάνω στὰ Γερακούνια καὶ ἡ γολέτα ἄνοιξε σὰν καρύδι. Καὶ ἀπὸ τὴ θαμπὴ ἐρημιὰ τοῦ νησιοῦ ἀνέβηκε γιά τελευταῖα φορὰ πλιὸ ἄγρια κι’ αἱματοπήχτρα ἡ φωνὴ τῆς κουκουβάγιας.

— Κουκουβάου!… κουκουβάου-βάου!…

— Ἄχ, μ’ ἔχασες, πειρασμέ!… στέναζε ὁ καπετάνιος τραβῶντας τὰ μαλλιά του.

Μὰ ὁ Μπαρμπατρίμης ἔτρεξε καὶ τοῦ βούλωσε τὸ στόμα.

— Φτύσ’ στὸν κόρφο σου, καπετάνιε! φτύσ’ στὸν κόρφο σου καὶ μὴ βαργομᾷς τὸ Θεό!… Νὰ ποῦ ξεδιάλυνε ἡ κακοσημαδιά. Κάλλιο στὸ καράβι παρὰ στὸ σπίτι σου!

Ὁ καπετὰν Κρεμύδας γύρισε καὶ τὸν κοίταξε ἄφωνος. Θυμήθηκε τὸ σπίτι του, τὴ γυναῖκά του κλιναρομένη νὰ χαροπαλαίβῃ, νὰ γυρίζῃ ἐδῶ καὶ κεῖ τὰ φωτερὰ μάτια της καὶ κάτω τὰ παιδιὰ νὰ σέρνονται καὶ νὰ κλαῖνε μονάχα κι’ ἔρημα. Καὶ πέφτοντας μὲ ἀναφιλητὰ στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Μπαρμπατρίμη.

— Ναι· εἶπε μὲ φωνὴ μισοσβυσμένη, λὲς καὶ φοβότανε νὰ τὴν ἀκούσῃ κι’ ὁ ἴδιος. Δόξα νἄχῃ ὁ Θεός! Κάλλιο στὸ καράβι παρὰ στὸ σπίτι μου!…