Ιστορική επισκόπησις της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής από των αποστολικών χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς (1-1900 μ.Χ)/Α2

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ιστορική επισκόπησις της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής από των αποστολικών χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς (1-1900 μ.Χ)
Συγγραφέας:
Η Μουσική εν τη θεία λατρεία των Χριστιανών κατά τους αποστολικούς χρόνους


Η Μουσική εν τη θεία λατρεία των Χριστιανών κατά τους αποστολικούς χρόνους.

Η Μουσική πάντοτε και πανταχού εθεωρήθη ως η ζωηροτέρα έκφρασις του θρησκευτικού αισθήματος και επομένως ως η μάλλον ευάρεστος και ευπρόσδεκτος τω Θεώ προσφορά. Εντευθν χρήσις ταύτης εγένετο εις τας αρχαίας ελληνικάς εορτάς και πανηγύρεις, ως και εις τας Ιουδαϊκάς τελετάς υπό της Εκκλησίας της Παλαιάς Διαθήκης. Και αι Εκκλησίαι δε του Xριστού επί τη συστάσει αυτών καθιέρωσαν προς αίνον και δοξολογίαν του Θεού, πλην των ευχών και δεήσεων και την Μουσικήν, ήτις διά της χάριτος του μέλους συγκινεί μάλλον την καρδίαν και συντελεί προς διέγερσιν και διατήρησιν της απαιτουμένης ευλαβείας και προσοχής εν τη εκτελέσει της θείας λατρείας. Το παράδειγμα εδόθη υπ’αυτού του θεμελιωτού της θρησκείας ημών εν τω Μυστικώ Δείπνω, επισφραγισθέντι δι’ιεράς υμνωδίας (Ματθ. ΚΣΤ', 30). Και ο ιερός Χρυσόστομος θέλων να παραστηση ότι η βάσις διά την υμνωδίαν απάσης της Εκκλησίας της Καινής Διαθήκης υπήρξεν ο Ιησούς Χριστός, λέγει «Ο Σωτήρ ύμνησεν όπως και ημείς υμνώμεν ομοίως». Oι Απόστολοι, επί του παραδείγματος του Κυρίου ημών στηριζόμενοι, κατέχουσιν εν τη ιστορία της χριστιανικής ψαλμωδίας την πρώτην θέσιν, αναδειχθέντες μουσουργοί και υμνολόγοι, ως μαρτυρεί και ο Ευαγγελιστής Λουκάς «Και ήσαν διά παντός εν τω ιερώ αινούντες και ευλογούντες τον Θεόν» (Κεφ. ΚΔ', 53). Ότι δε η Μουσική από των αποστολικών χρόνων ην εν χρήσει εις τους ευκτηρίους οίκους των χριστιανών, και ότι ταύτης εγκρατείς ήσαν oι Απόστολοι βεβαιούται εκ των Αποστολικών Διαταγών και εκ του Αποστόλου Παύλου, λέγοντος «Άδοντες και ψάλλοντες εν τη καρδία ημών τω Κυρίω» (Κολασ. Γ΄,16). Kαι αλλαχού ο αυτός Απόστολος προτρέπει τους πιστούς «ίνα πληρώνται εν πνεύματι, εν πάση σoφία διδάσκοντες και νουθετούντες εαυτούς ψαλμοίς και ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς εν χάριτι άδοντες τω Κυρίω» (Εφεσ. Ε', 18, 19). Εν ταις Αποστολικαίς Πράξεσιν απαντώμεν ότι οι Απόστολοι συνηθροίζοντο προς ψαλμωδίαν και προσευχήν την τρίτην, έκτην και εννάτην ώραν, και εν ώρα νυκτός, ως oι Απόστολοι, ΙΙαύλος και Σίλας, οίτινες κατά το μεσονύκτιον προσευχόμενοι ύμνουν τον Θεόν. Oι Απόστολοι δι’ύμνων και προσευχών ετέλουν τον ενταφιασμόν των νεκρών, εν δε ταις Αποστολικαίς Διατάξεσιν ορίζεται όπως ο ενταφιασμός των χριστιανών τελήται εν ύμνοις και προσευχαίς. Επιτάφιοι ύμνοι εψάλησαν επί τη Κοιμήσει της Θεοτόκου, ως και εν τω ενταφιασμώ του πρωτομάρτυρος και αρχιδιακόνου Στεφάνου.[1]

Η Χριστιανική Εκκλησία και μετά τους αποστολικούς χρόνους στερρώς διέσωσε την της αποστολικής εποχής παράδοσιν, διό και εν τη θεία λατρεία εδοξάζετο ο Κύριος δι’ευπρεπούς Μουσικής. Οι δε χριστιανοί κατά το παράδειγμα των Αποστόλων, ως ιστορεί η της Εκκλησίας ιστορία, συνερχόμενοι επί προσευχήν εις ταπεινούς τινας και αυτοσχεδίους ναούς, ενίοτε δε και, εν σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης, ένεκα των γνωστών διωγμών, έψαλλον, ανεγίνωσκον τας Γραφάς και ηκροώντο του θείου λόγου.

  1. 1) Ιστορείται ότι οι μαθηταί Ιγνατίου του Θεοφόρου ικανάς νύκτας διήλθον μετά τον μαρτυρικόν θάνατος του θείου πατρός άδοντες ύμνους και ψάλλοντες τον βίον και τας βασανισμούς αυτού, και ότι εκήδευσαν αυτόν ψάλλοντες. Ο ιερός Ιππόλυτος ορίζει όπως χάρις των τετελευτηκότων αδελφών ημών διερχώμεθα τρεις ημέρας εν ψαλμοίς και προσευχαίς προς τιμήν του την τρίτην μέραν αναστάντος Σωτήρος ημών. Γρηφόριος ο Θεολόγος περί του θανάτου του Κωνσταντίου γράφει ότι εκείνος προπέμπεται πανηγυρικώς δια παγκοσμίων αίνων και εγκωμίων, και εν παννυχίοις ωδαίς. Γρηγόριος ο Νύσσης περιγράγων την κηδείαν της αδελφής αυτού Μακρίνης λέγει ότι, ιερείς τε και διάκονοι συωώδευσαν την νεκράν εν υμνωδίαις ψαλμών σχηματίσαντες χορούς· ότε δ' αφίχθησαν εις τον ναόν, η ψαλμωδία αντικατέστη δι' ευχής και εψάλησαν ύμνοι.