Ιστορία του ρε της Σκωτίας με την ρήγισσα της Εγγλητέρας

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἱστορία τοῦ ρὲ τῆς Σκωτίας μὲ τὴν ῥήγισσα τῆς Ἐγγλητέρας
Συγγραφέας: Ιάκωβος Τριβώλης
Επιμέλεια Αιμίλιος Λεγκράν


ΙΣΤΟΡΙΑ TOY ΡΕ ΤΗΣ ΣΚΩΤΙΑΣ
KAI ΤΗΣ ΡΗΓΙΣΣΑΣ
ΤΗΣ ΕΓΓΛΗΤΕΡΑΣ


ΦΆΝΗ μου στὸν λογισμὸν νὰ γράψω ἱστορίαν,
Ὁπἄκουσα τὶ ἐγίνετον κάπου στὴν Ἰταλίαν.
Ἔμμορφην δὲ καὶ θαυμαστὴν θέλετε τὴν ἀκούσει,
Τόσον ἐκεῖνοι ποῦ ποθοῦν[1] ὅσα ποῦ δὲν ποθοῦσι·
Νὰ τοὺς ἀρέσῃ ὁλουνῶν[2], νἄχουν καὶ ἀπορία,
Καὶ ὅσοι ἔλθουν στὸν ἔρωτα νὰ βροῦν παρηγορία.
Πρῶτον τὸ πῶς τὸ φυσικὸ[3] τὸν ἄνθρωπον ταυρίζει.
’Σ ἐκεῖνα ὅλα τὰ μισᾷ, καὶ τίποτε δὲν χρήζει.
Δεύτερον καὶ τῶν γυναικῶν τὰ μηχανήματά τους,
Τέχναις, καὶ πανουργεύματα, καὶ τὰ καμώματά τους·
Πῶς πέφτουν καὶ συγκλίνονται[4] στοῦ ἔρωτος τὴν τάξι,
Καὶ ξεύρουν καὶ σκεπάζουνται[5] ’πιτήδεια μετὰ πρᾶξι·
Σὰν εἶδα πῶς τὸ ἔκαμε ῥήγισσα[6] Ἐγγλητέρας,
Ἀπεραζόμενον καιρὸν, ἐκείνας τὰς ἡμέρας·
Καθὼς τὸ θέλω ἐξηγηθῆ καὶ πᾶσα εἷς[7] νὰ φρίξῃ,
Καὶ νὰ θαυμάσῃ, νὰ φριγῇ, ὁμοίως ν’ ἀπορήσῃ·
Τρίτον τὸ πῶς ὁ ἄνθρωπος ὅποιαν καὶ ἂν τοῦ ἀρέσῃ,
Τόσον μεγάλη καὶ μικρὴ νὰ μὴν τὸ ἀμελήσῃ,
Νὰ τὴν ξεδράμῃ ἄφοβα δίχως ἀμφιβολία,
Τ’ ὀρέγεται καὶ πεθυμᾷ νὰ βρῇ ἐν εὐκολίᾳ·
Μόνον νὰ μὴν τὴν ἐντραπῇ, νὰ τῆς τὸ φανερώσῃ,
Βρέσκει καὶ τόπον καὶ καιρὸν μὲ ταύτην νὰ ζυγώσῃ[8].

Φαίνεται ὁ ῥὲ δὲ Σκοτζιᾶς[9] ἐκεῖνος ἀκουσμένος,
Εἶχεν υἱὸν πανέμμορφον κ’ ἤτονε προκομμένος·
Στὰ ἤθη, τὰ εὐγενικὰ ἦταν[10] καὶ αὐτὸς βαλμένος,
Φρόνιμος, μεταδοτικὸς, μᾶλλον καὶ ἀνδρειωμένος,
Μακρὺς, πλατὺς, γλυκόηθος, ἐμμορφοκαμωμένος·
Ὄξε[11] περίσσιαις αὐθεντειαῖς ἤτονε ζητημένος,
Λέγω διὰ νὰ παντρευθῇ, νὰ κάμνῃ συγγενεία.
Καὶ αὐτὸς ποτὲ δὲν ἤθελε διὰ καμμιὰν αἰτία,
Ποσῶς ποτὲ δὲν ἤθελε νὰ ἰδῇ καμμιὰν γυναῖκα·
Κάλλιο ’χε τὶ νὰ ξοριστῇ, νὰ πάγῃ εἰς τὴν Μέκκα[12],

Παρὰ ν’ ἀκούσῃ, νὰ ἰδῇ γυναῖκαν[13] εἰς τὸν κόσμον,
Ἀπόφευγε χειρότερα παρὰ μελάσι[14] βρῶμον.
Ἐμίσα καὶ κατέχα ταις, ἔψεγε κ’ ἔφευγέ ταις,
Ὡσὰν ἀπὸ τὸν διάβολον ἐπαραμέριζε[15] ταις.
Ἔβαλεν ὁ πατέρας του νὰ τὸν καθοδηγέψουν,
Τὸν λογισμὸν, τὴν γνώμην του ἂν ἠμποροῦν νὰ στρέψουν.
Δὲν ἐδυνήθηκε ποσῶς τινὰς νὰ τὸν γυρίσῃ,
Τὸν λογισμὸν, τὴν γνώμη του ποσῶς νὰ τὴν ἀφήσῃ·
Δὲν ἤθελε νὰ παντρευτῇ, μηδὲ νὰ τὸ ἀκούσῃ,
Μηδὲ ποσῶς τὰ μάτια του γυναῖκα νὰ ἰδοῦσι.
Καὶ τότε ὁ πατέρας του βάνεται ’ς ἄλλην γνώμην,
Νὰ τόνε στείλῃ ἤθελε νὰ πάγῃ εἰς τὴν Ῥώμην·
Μὰ κάλλιο τὸν ἐφάνηκε νὰ πάγῃ στὴν Βενετία,
Ποὖναι γυναῖκες ἔμμορφαις[16], μπορεῖ καμμία νεία
Νὰ τὸν γυρίσῃ εἰς ἔρωτα, νὰ πέσῃ εἰς ἀγάπη,
Νὰ τὸν ταυρίσῃ πρὸς αὐτὴν, ὡσὰν ἡ ’στία τὴν ῥάπη[17].
Ὑπῆγεν ὁ νεούτζικος, λέγω, στὴν Βενετία,
Δὲν ἔστρεψε τὸν λογισμὸν διὰ καμμιὰν αἰτία.
Καὶ μία οὖν τῶν ἡμερῶν, ἦλθαν ἐκ τὴν Φιάνδρα[18]
Τὰ κάτεργα διὰ πραγματειαῖς[19], καὶ βλέπει ἕναν ἄνδρα,

Καὶ βάστα εἰς τὰ χέρια του χαρτιὰ πολλὰ καὶ πούλειε,
Ἱστορεμένα[20] κ’ ἔμμορφα, καὶ μὲ τὸν κόσμον ἐμίλειε·
Καὶ τὴν εἰκόνα ἔδειχνε ῥήγισσας Ἐγγλητέρας[21],
Παρόμοια δὲν εὑρίσκετον ἐκείνας τὰς ἡμέρας[22].
Καὶ ὡς τὴν εἶδεν ὁ νειούτζικος ὡς ἐν ταὐτῷ ἐτρώθη,
Μὲ τὸ σπαθὶ τοῦ ἔρωτος εἰς μίον ἐλαβώθη.
Εὐγάνει καὶ ἀγοράζει την, καὶ εἰς τὴν κάμαρά του
Ἔπιασε καὶ τὴν ἄβαλε, καὶ αὐτἦτον ἡ χαρά του,
Ὁλημερὶς νὰ κάθεται νὰ τὴν περιλαμπώνῃ[23],
Καὶ ὡσὰν ἦτον ἀνθητὴ[24] νὰ τὴν καταδαγκώνῃ.
Καὶ παρευθὺς ἐγύρισε στὴν ἐδική του χώρα,
Κ’ ἔσωσε στὸν πατέρα του, κ’ εἰς μίο κατὰ τὴν ὥρα,
Καὶ λέγει ὦ πατέρα μου, ἂν θέλῃς τὴν ζωή μου,
Τὴν ὤραν τούτην σύντομα νὰ κάμῃς τὴν βουλή μου,
Ἤξευρε ὅσα ἐμίσουνα τοῦ κόσμου ταῖς γυναίκαις,
Ἡ τύχη μὲ κατήφερε νἄχω γιὰ ταύταις πρίκαις[25].
Καὶ λέει του τὴν εἴδησιν πῶς ηὖρε τὴν εἰκόνα,
Καὶ πῶς ἐσφάγη ἀπ’ αὐτὴν νὰ κλαίγῃ εἰς τὸν αἰῶνα.

—Καίγομαι καὶ φλογίζομαι, τὸν θάνατον μου κράζω,
Διὰ λόγου της μαραίνομαι, καὶ δι’ αὐτὴν φωνάζω.
Λοιπὸν ξεύρε, πατέρα μου, πάγω γυρεύοντά[26] τη,
Ἂν ἤξευρα νὰ μ’ ἔκαναν κομμάτι καὶ κομμάτι.
Καὶ δός μου ἐκ τὰ στάμενα[27] νὰ κάμνω ἐξοδία,
Νὰ μὴν μοῦ λείψῃ τίποτε διὰ καμμιὰν αἰτία. —
Λέγει του ὁ πατέρας του: ὠϊμὲ, παρηγοριά μου,
Τί ἔναι ἡ βουλὴ ποῦ ἐβάλθηκες νὰ θλίψῃς τὴν καρδιά μου;
Νὰ καίγωμαι καθημερῶς διὰ τὸ στερεμό[28] σου,
Νἀκδέχωμαι, ματάκια μου, υἱὲ, τὸν θάνατό σου;
Ἂν ἤτονε ἀνύπανδρη κἄνε ἡ κορασίδα[29],
Ἤθελα ἐμβῆ στὴν γνώμη σου, γιατὶ ἀπ’ αὐτὰ εἶδα[30],
Ἀμὴ αὐτὴ ἔναι ὕπανδρη κ’ ἔχει τοιοῦτον ῥήγαν,
Ἀπάνω ’ς ὅλους διαλεκτὸν ποῦ ὅσοι καὶ ἂν τὸν εἶδαν,
Ὅλοι λέγουν τὰ κάλλη του, μᾶλλον καὶ τὴν ἀνδρειά του·
Παρόμοιον δὲν εὑρίσκουσι εἰς τὰ καμώματά του.
—Λέγει του: ὦ πατέρα μου, ὕπαγε τοῦ σκοποῦ σου,
Καὶ πέσε εἰς τὸ θέλημα, κύρι μου, τοῦ υἱοῦ σου·
Ἐγώ ’πα[31] σου καὶ λέγω σου ὅτι ἐγὼ ἀποθαίνω,
Κ’ ἐκ τὴν βουλὴν ὁποῦ ἔβαλα ἐγὼ δὲν ἀνημένω·

Ἐβλέποντας[32] ὁ γέροντας τὸ πῶς δὲν ἔναι φύσι,
Δὲ στράτα[33], οὐδὲ λογισμὸς, στύπιασε νὰ τ’ ἀφήσῃ·
Δίδει του στάμενα πολλὰ, ἀμέτρητον λογάρι[34].
Καὶ λέγει του κ’ ἐκ τ’ ἄλογα ὅποιο θελήσῃ ἂς πάρῃ,
Καὶ δούλους καὶ ἀρχοντόπουλα[35] νἄχῃ γιὰ συντροφία,
Νὰ πορπατῇ[36] εὐγενικὰ ἐκεῖ στὴν ξενιτεία.
Αὐτὸς δὲ μόνος, μόνος του, παίρνε καὶ ὑπαγαίνει,
Καὶ ἄλλην καμμιὰν συντροφιὰν ποσῶς δὲν ἀνεμένει.
Ὑπῆγεν καὶ παράδειρε, ἔσωσεν εἰς τὴν χώρα,
Στὴν Ἐγγλητέραν τὴν λαμπρὰν, κυριακὴν ἡμέρα.
Ἔκαμεν χρόνον περισσὸν, μῆνες, πολλαῖς κ’ ἡμέραις,
Καὶ βλέποντά την ἔχαιρε εἰς ταῖς πιλλιαῖς ἀέραις[37].
Τὰ βάστα ὅλα ἐξόδιασε, τίποτε δὲν ἐποῖκε,
Ὑπῆγεν εἰς τὸ ὕστερον, καὶ εἰς τὸ σταῦλο μπῆκε·
Ἐδούλευε ὡς σταυλάτορα, καὶ ἔπεινε τὴν ῥόγα[38],
Τινὸς δὲ τὸ μυστήριο του ποτὲ δὲν ἐμολόγα.
Ὁ ῥήγας τὸν ἠγάπησε, καὶ εὐγάνει τον ἐκ τὸ σταῦλο,
Καὶ βάνει τον εἰς συντροφιὰν μὲ ἕναν μισὲρ[39] Παῦλο,

Κ’ ἔκοπταν καθημερινῶς στὸν ῥήγα, στὴν ῥηγίνα·
Ἀπέρνα ὁ νεούτζικος μὲ τοῦτα καὶ μ’ ἐκεῖνα,
Μὲ κόπους, μὲ ἀναστεναγμοὺς καὶ μὲ περισσοὺς πόνους,
Διαβάζοντας καθημερινῶς πλειὰ παρὰ πέντε χρόνους.
Καὶ μία οὖν τῶν ἡμερῶν ὑπῆγε στὸ κυνήγι
Ἀφέντης μὲ τοὺς ἄρχοντες, μὲ συντροφιὰ πώσμίγη·
Κ’ ἔλαχε ὁ νεούτζικος ἐμπρὸς εἰς τὴν κυρά του,
Γιὰ νὰ κάμνῃ τὴν βίγλα του, τὄθελεν ἡ καρδιά του·
Κ’ ἐκεῖ ὅπου ἐδούλευεν εἰς μίο ἀναστενάζει,
Καὶ τὸ μυστήριο τὸ φρικτὸ τότε νὰ ξεσκεπάζῃ,
Καὶ λέγει του ἡ ῥήγισσα: τί ἔχεις τί ἀναστενάζεις;
Τὴν ὥραν π’ ἐγεννήθηκες διατὶ τὴν ἀτιμάζεις;
—Καὶ αὐτὸς μὲ τὴν ταπείνωσιν ἐμπρός της γονατίζει,
Καὶ τὴν ἀγάπην παρευθὺς τῆς ῥήγισσας ἀρχίζει,
Καὶ λέγει: κυρά μου ῥήγισσα, εἶμαι στὸν ὁρισμό σου,
Ὅριζε καὶ ἂς μὲ κρεμάσασιν ὡς σκλάβον[40] ἐδικό σου.
Ἤξευρε ἡ εὐγενικὴ ὅτ’ εἶμαι ἀπὸ τὴν Σκότζια,
Ῥήγας ἔναι πατέρας μου κ’ ἔχει περισσιὰ μπέτζια[41].
Ποτέ μου δέν ἠθέλησα νὰ ἰδῶ καμμιὰ γυναῖκα,
Ὅλαις ταῖς ἐβαρείομουν[42] ὀκτὼ χρόνους καὶ δέκα·
Ἀπὸ πολλῶν ῥήγων παιδιὰ καὶ ἀπ’ ἀφεντοπούλαις,
Μ’ ἐγύρεψαν διὰ γαμπρὸν καὶ ἀπόφευγά τῃς ὅλαις.
Ἔβαλεν ὁ πατέρας μου νὰ μὲ καθοδηγέψουν,
Μὴ νὰ μπορέσουν ἄρχοντες τὴν γνώμη μου νὰ στρέψουν·

Δὲν ἐδυνήθηκε τινὰς ἐμένα νὰ γυρίσῃ
Τὴν γνώμην καὶ τὸν λογισμὸν τὸν εἶχα ἀρχινήσει.
Καὶ τότες ἐβουλήθηκε νὰ μὲ στείλῃ εἰς τὴν Ῥώμην,
Μήνα ἀλλάξω λογισμὸν, νὰ μεταστρέψω γνώμην·
Καὶ πάλι ἐμετάτρεψε[43], στέλνει με εἰς Βενετία,
Κ’ ἡ γνώμη μου δὲν ἄλλαξε διὰ καμμιὰν αἰτία.
Ἐπέρνασι μὲς σταῖς χαραῖς καὶ εἰς ταῖς ἐκκλησίαις,
Κὶ ὅπου καὶ ἂν ἐμαζώνονταν ὅλαις τοῦ κόσμου ᾑ νείαις·
Ποτὲ δὲν ἦτον βολετὸ[44] καμμία νὰ μοῦ ἀρέσῃ,
Τὴν γνώμη μου καὶ τὸν σκοπὸν ποσῶς νὰ μετατρέψῃ.
Καὶ μία οὖν τῶν ἡμερῶν, ἄκουσον, ὦ κυρά μου,
Πῶς εἶδα τὴν εἰκόνα σου καὶ ἐσφάγην ἡ καρδιά μου,
Ὁποὔρθασιν τὰ κάτεργα ἐδώθες πραγματεμένα,
Κ’ εἷς κατεργάρης[45] ἤφερε χαρτιὰ ζωγραφισμένα,
Εἰς τὰ ὁποία βρίσκετον, κυρά μου, ἡ πρόσοψί[46] σου,
Καὶ ὡς ἐν ταὐτῳ ἐγίνομουν σκλάβος καὶ δουλευτή σου,
Καὶ ῥίζωσες, ἀφέντρα[47] μου, μέσα στὰ σωθικά μου,
Καὶ φλόγισες καὶ μάρανες τὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς μου.
Ἠπῆρα τὴν εἰκόνα σου, μ’ αὐτὴ ἐπαρηγόρουν,
Καὶ μέσα εἰς ταῖς ἀγκάλαις μου μ’ αὐτὴν ἀποκοιμούμουν.
Καὶ ὅταν ἤθελε νὰ βγῶ πόθες μὲ συντροφία,
Ὅσο νὰ στρέψω ἐκαίγομουν μὲ θεϊκὴ[48] φωτία.

Πότε νὰ στρέψω νὰ ἰδῶ, κυρὰ, τὴν πρόσοψί σου,
Τὸ πρόσωπον τ’ ἀγγελικὸν τὸ ἔχει τὸ κορμί[49] σου·
Ὑπῆγα εἰς τὸν πατέρα μου, σκύφτω[50], παρακαλῶ τον,
Καὶ, σταυρωτὰ τὰ χέρια[51] μου, χάριν ἀναζητῶ τον,
Γιὰ νὰ μοῦ δώσῃ στάμενα νὰ κάμω ἐξοδία,
Νἄρθω νὰ ἰδῶ, αὐθέντρα μου, τὴν τόσην ἐμμορφία.
Πονώντας ὁ πατέρας μου διὰ τὴν ἐξορίαν,
Ποῦ βάλθηκα γιὰ νὰ εὐγῶ διὰ κακογνωμίαν,
Ἔκαμε πράγματα πολλὰ ποσῶς νὰ μὴν κινήσω,
Καὶ τὴν βουλὴν ὁπὤπιασα ὡς γιὰ νὰ τὴν ἀφήσω·
Εἶπέν με καὶ ἐκ στόματος πῶς ἔν’ ἀνδρειωμένος
Ὁ ῥήγας καὶ εἰς ὅλα του περισσιὰ προκομμένος.
Κ’ ἐγὼ τὸν ἀποκρίθηκα· χίλιαις φοραῖς τὴν ὥρα
Ὀρέγομαι τὸν θάνατον ἐκεῖ στὴν Ἐγγλητέρα,
Μόνον νὰ ἰδῶ καθολικὰ[52] τῆς ῥήγισσας τὰ κάλλη,
Τὰ ἤθη τὰ εὐγενικὰ, τὸ φρόνιμο κεφάλι.
Λέγει μου ὁ πατέρας μου· ὦ μάτια μου καὶ φῶς μου,
Δὲν ξεύρεις ἄλλο κάλλιο σου οὐδὲν ἔχω στὸν κόσμον;
Μόνον ἐσὲν παρηγοριὰ, στὸ γῆράς μου ἐλπίδα,
Καὶ ἀφήτις[53] ἐγεννήθηκες ποτὲ καλὸ δὲν εἶδα,
Μόνε φαρμάκια καὶ πικριαῖς, ἀγκοῦσα[54] καὶ τρομάραις,
Καὶ τώρη πάλιν μ’ ἔβαλες ’ς τόσαις βαρειαῖς ἀντάραις[55].

Λοιπὸν ἐπεὶν[56] ἐβάλθηκες καὶ θέλεις νὰ μισεύσῃς[56],
Καὶ τὴν βουλὴν ὁπὤβαλες δὲν θὲς νὰ μετατρέψῃς,
Ὁ ἐπουράνιος θεὸς νὰ ἔναι πάντα μπρός σου·
Καὶ ἡ εὐχή μου τοῦ πτωχοῦ ἐμένα τοῦ πατρός σου
Σκεπή[57] σου νἄν’ καὶ βοηθὸς ἐκεῖ στὴν Ἐγγλητέρα,
Καὶ νὰ σὲ βλέπῃ πάντοτε νύκτα (καὶ) τὴν ἡμέρα·
Ἔπαρε[58], υἱέ μου, στάμενα ὅσα σου κάμνουν χρεία,
Νὰ μὴν σὲ λείπῃ τίποτες διὰ καμμιὰν αἰτία·
Ἔμπα καὶ εἰς τὸν σταῦλόν μας, καὶ πάρε τ’ ἄλογά μας,
Ἔπαρε κ’ ἐκ τοὺς ἄρχοντες πὤχομε συντροφιά μας.
—Στάμενα πῆρα περισσὰ ὅσα μὤκαναν χρεία,
Κ’ ὠλπίσα[59] νὰ μὲ σώσουσι διὰ τὴν ἐξοδία·
Κ’ ἦλθα, κυρά μου, μόνος μου νὰ ἰδῶ τὴν ἡλικιά[60] σου,
Ταῖς χαραῖς καὶ ταῖς εὐγενειαῖς ὁπὤχει τὸ κορμί σου.
Καὶ πέντε χρόνους ἔκαμα μόνον γιὰ νὰ σὲ βλέπω,
Καὶ ἄπέρνουν, ὁ βαρειόμοιρος, μὲ δάκρυα καὶ μὲ κόπο.
Ἔσωσα καὶ τὰ στάμενα, κ’ ἦλθα εἰσὲ πενίαν,
Κ’ ἐκ τὴν πικριά μου ἔπεσα εἰς πολλὴν ἀδημονίαν·
Καὶ βάλθηκα στὸν λογισμὸν τὶ δρόμον γιὰ νὰ πιάσω,
Τὸν κόπον, τὸν στανταρισμὸν[61] πὤκαμα νὰ μὴν χάσω.

Καὶ ἄρχισα κ’ ἔκαμα φιλιὰ μ’ ὅλους τοὺς κορτεσάνους[62],
Τόσον μὲ τοὺς Ἰταλικοὺς ὅσον μὲ τοὺς Πισάνους·
Καὶ μιὰν ἡμέρα λέγω τους νἄλθω στὴν συντροφιά σας,
Νὰ μ’ ἔχετε ὡς μικρότερον, νὰ ἦμαι ἐκεῖ κοντά σας.
Εἶπαν ἐμοῦ· μετὰ χαρᾶς, τοῦ ῥήγα νὰ τὸ ’ποῦμε,
Γιατὶ μᾶς κάμνει πάραυτα τὰ ὅσα τὸ ζητοῦμε.
Ἦλθαν καὶ συνηβάσαν μὲ διὰ σταυλάτορά[63] σας,
Καὶ ὡς δοῦλος ἐκυβέρνουνα[64], κυρά μου, τ’ ἄλογά σας
Ἐφάνηκε τοῦ ἀφεντὸς καὶ ἤφερέ με ὀμπρό σας,
Νὰ κόπτω εἰς τὴν τάβλα[65] σας κατὰ τὸν ὁρισμό σας·
Λοιπὸν, κυρά μου ῥήγισσα, εἶπά σε τὴν βουλήν μου,
Στὰ χέρια σου εἶμαι καὶ ὅρισε νὰ πάρουν τὴν ζωήν μου.
Καὶ κόψε τὸ κεφάλι μου ἔξω ἀπὸ τὸ κορμί μου,
Νὰ παύσουσι τὰ πάθη μου καὶ οἱ ἀναστεναγμοί μου.
—Ἀπηλογάται ἡ ῥήγισσα, λέγει του· εἰς ὅτι λέγεις
Γλήγωρα τὴν παρηγορία σου δίδει καὶ μήνω λέγεις[66],
’Σ ὅλα σου τὰ παθήματα παρηγοριὰ νὰ λάβῃς,
Τὴ νειότη μου καὶ τὸ κορμὶ ἐσὺ νὰ περιλάβῃς·
Καὶ κάμε ἀπόψε τὸ βραδὺ νἄλθῃς στὴν κάμαρα μου[67],
Νὰ λάβῃς κεῖνο ποῦ ποθεῖς, ψυχή μου καὶ καρδιά μου,

Καὶ σιγαλὰ καὶ φρόνιμα ’σέβα στὸ περιβόλι[68]·
Τοὺς δουλευτάδες κύτταξε ἵνα κοιμοῦνται ὅλοι,
Καὶ εἰς τὴν πρώτη κάμαρα ζερβὰ γιὰ νὰ γυρίσῃς,
Νὰ βρῇς τὴν τζαμπρὰν[69] τὴν χρυσὴν, καὶ βλέπε μὴ ἀστοχήσῃς,
Καὶ παραμπρὸς στρέφε δεξιὰ νὰ ἰδῇς ζωγραφισμένη,
Τὴν κάμαραν τὴν θαυμαστὴν, τὴν καταχρουσειωμένη.
Καὶ θὲς ἰδεῖ τὴν κλίνην μου ἐμμορφοστολισμένην,
Ὅλη μὲ χρυσοφάντιστα[70] πῶς ἔναι σκεπασμένη.
Καὶ ζύγωσε καὶ πιάσε με ’κ τὸ χέρι, ξύπνισέ με,
Ἀγκάλιασε καὶ σφίξε με, καὶ καταφίλησέ με.
Ἀφέντης ἐκείνην τὴν βραδυὰ ἦλθεν ἐκ τὸ κυνήγι,
Ὑπῆγεν εἰς τὸ κρεββάτι του, μὲ τὴν ῥηγίνα σμίγη.
Καὶ πέσε νὰ ἀποκοιμηθῇ, γιατ’ ἦτον κοπιασμένος,
Εἰς τὸ κυνήγι πάντοτε ὡς κακοπαθημένος·
Ὁ νιὸς κατὰ τὴν ὀρδινιὰ ἔσωσε[71] στὸ κρεββάτι,
Καὶ ἅπλωσε τὸ χέρι του, καὶ τὴν κυρὰν εκράτει.
Ἁπλώνει ’ς μιὸ ἡ ῥήγισσα, πιάνει τον ἐκ τὸ χέρι[72]·
Τὸν ῥήγα γλήγωρα ξυπνᾷ, καὶ τὴν δουλειὰν ἀναφέρει,

Καὶ λέει τοῦ ῥήγα· ξύπνισε, θέλω νὰ σοῦ μιλήσω,
Καὶ δός μου αὐτιὰ νὰ σοῦ τὸ πῶ, καὶ νὰ σοῦ τ’ ἀρχινήσω.
—Λέγει της· ἄφινε, δὲν ντρέπεσαι, ὁποὖμαι κοπιασμένος,
Ὁποὖμαι ἀπὸ τ’ ἄλογο ὡσὰν ἀποθαμμένος·
—Λέγει τ’ · ἄφες τὸ κοιμησιὸ[73], τώρα μηδὲν κοιμᾶσαι,
Ἂν θέλῃς τὴν κορῶνά[74] σου, ῥήγας γιὰ νὰ λογᾶσαι.
Λέγει του· ποῖον ἐκ τὴν κούρτη[75] σου ἔχεις ἀγαπημένον,
’Σ ὅλους τοὺς κορτεσάνους σου περισσιὰ μπιστεμένον;
—Λέγει δὲν ξεύρεις ἄλλονε δὲν ἔχω μπιστεμένον,
Ὡσὰν τὸν Ἀλοΐσιον[76], καὶ πλειὸ ἠγαπημένον;
—Λέει του· νὰ ξεύρῃς σήμερον ἦλθε νὰ μὲ ’ντροπιάσῃ[77],
Καὶ ἂν δὲν τοῦ ἤθελα ταχθῆ ἤθελε νὰ μὲ σφάξῃ.
Καὶ ἂν δὲν πιστεύῃς τὰ λαλῶ, σηκώσου, μὴν κοιμᾶσαι,
Ἐνδύσου καὶ τὰ ροῦχα μου, στὸ περιβόλι φθάσε,
Καὶ θὲς ἰδεῖ πῶς θέλει ἐλθεῖ νὰ σὲ περιλαμπώσῃ.
Δίχως καμμίαν ἐντροπὴ ἀπάνω σου ν’ ἁπλώσῃ·
—Εἰς μίο ἐταράχθηκε ὁ ῥήγας καὶ ἀσηκώθη,
Τῆς ῥήγισσας τὴν φορεσιὰ[78] ἐνδύθη καὶ ’ποδέθη,

Καὶ ὑπῆγε καὶ ἀκαρτέρειε τον μέσα στὸ περιβόλι.
—Καὶ τοῦτος μὲ τὴν ῥήγισσα οὐδὲν ἔκαμναν σκόλη,
Οὐδὲ καμμίαν ἄργητα[79] γιὰ νὰ συμμαζωθοῦσι,
Ὡς ἐν ταὐτῷ ἀρχίνησαν νὰ περιλαμπωθοῦσι,
Νὰ δώσουν τὴν παρηγοριὰ, τοῦ τόσου χρόνου πέρας,
Πῶθλίβετον ὁ νειούτζικος τὰς νύκτας, τὰς ἡμέρας.
Καὶ, σεῖς ὁποῦ τ’ ἀκούγετε, λογιάζετε τί ἐκάμναν,
Δίχως ἄρμενα[80] καὶ κουπιὰ τὰ πόσα μίλλια λάμναν!
Δαγκάματα[81], φιλήματα, τζιμπήματα[82] μυριάδες,
Δὲν μελετῶ τὰ ἕτερα πὤχουν ταῖς νοστιμάδαις·

Καὶ τότε ὅταν ἐγνώρισε τί ἔν’ ὥρα νὰ σκολάσῃ,
Ἀρχίνησε ἡ ἐρωτικὴ γιὰ νὰ τὸν ὀρδινιάσῃ[83]·
Καὶ λέει του· μὲ τὴν γνῶσί σου ’σέβα στὸ περιβόλι,
Πιδέξια καὶ φρόνιμα, γιατὶ κοιμοῦνται ὅλοι·
Καὶ τὸν ἀφέντη θὲς εὑρεῖ κάθοντας, καρτερῶντας,
Δὲν βλέπει ὥρα καὶ στιγμὴ ἐδῶ καὶ κεῖ θωρῶντας,
Ποτὲ νὰ ἰδῇ, ματάκια μου[84], νὰ σὲ συναπαντήσῃ,
Νὰ σὲ γνωρίσῃ, νειούτζικε, μὲ σένα νὰ μιλήσῃ,
Νὰ πιστωθῇ τὰ λόγια μου ποῦ τοὖπα καὶ ἄκουσές τα,
Π’ ὀμπρό σου τὰ διηγήθηκα καὶ σὺ ἐκατάλαβές τα·
Λοιπὸν θέλει ἔλθει πρὸς ἐσέν τὸ πῶς νὰ σ’ ἀγκαλιάσῃ,
Καὶ σὺ ἔπαρ’ ἕνα ’στιόξυλο[85] καὶ κάμε νὰ τὸν φθάσῃ,
Καὶ δίνοντάς τονε καλὰ ὅσον τὸ δυνατό σου,
Λέγε τοῦτο· πολιτικὴ[86], νὰ ἰδῶ τὸν λογισμόν σου,
Καὶ τὴν ἀγάπην τὴν βαστᾷς τοῦ ἀφέντη μου τοῦ ῥήγα,
Ἠθέλησα νὰ σὲ ἰδῶ ποῦ νὰ σὲ κάψῃ φλόγα·
Καὶ τότε ἂν τοῦ λέγασι χίλια κακὰ γιὰ σένα,
Ποτὲ νὰ μὴν τὰ πιστευσῇ πῶς ἤσουν μετ’ ἐμένα.
Ὑπῆγεν ὁ νειούτζικος, ἐσέβη στὸ περιβόλι,
Κ’ ηὗρέ τον ὁπὠκάθετον μὲ τὴν βουλή του ὅλη,
Τὰ ροῦχα τὰ γυναίκεια ἤτονε φορεμένος,
Κ’ ἔστεκε καὶ ἀκαρτέρειε τον σὰν σκύλος λυσσιασμένος.

Καὶ ὡσὰν εἶδεν τὸν νεούτζικον, τρέχει νὰ πάῃ σιμά του,
Καὶ ὁ νεούτζικος τὰ ὅμοια ἐζύγωσε κοντά του·
Καὶ δίδει του δυὸ τρεῖς ξυλιαῖς μ’ ὅλην τὴν δύναμιν του,
Ὅτι ὀλίγον ἔλειψεν νὰ ξέβῃ ἡ ψυχή του·
Καὶ λέγει του· πολιτικὴ, πῶς σὲ βαστᾷ ἡ ψυχή σου,
Τὸν ῥήγαν τὸν αὐθέντη σου ὁπὦναι ἡ τιμή σου,
Νὰ τὸν ’ντροπιάσῃς, ἄνομη[87], μ’ ἐμέν’ τὸν δουλευτή του,
Ὁποῦ ψυχή μου, ἤ ζωὴ ἔν’ ὅλη ἐδική του;
Μὰ ’γὼ, σκύλα, δοκίμασα νὰ ἰδῶ τὴν ὄρεξί σου,
Πᾶς εἶσαι τὸν ἀφέντη μου, καὶ ἂν ἦσαι στὴν τιμή σου[88]·
Μὰ ’γὼ δεν εἶμαι ’πὸ ’κεινοὺς κόντρα[89] τοῦ ἀφεντός μου,
Ὁποῦ αὐτὸς μὲ τίμησε, κ’ ἔχω τον σὰν τὸ φῶς μου,
Ὁποῦ ἐδῶ στὴν ξενιτειὰ γι’ ἀφέντην, γιὰ πατέραν,
Ἄλλον τινὰν δὲν ηὗρηκα τὴν σημερνὴν ἡμέραν·
Καὶ σύρε[90] στὸν διάβολο, κ’ ἔβγα τώρα ἀπ’ ὀμπρός μου,
Μὴ σὲ φονεύσω, ἄνομη, ὡσὰν κακὸν ἐχθρόν μου·
Μὰ τοῦτο νἆσαι θαῤῥετὴ ὅτι ἀνεξημερώσω
Τοῦ ἀφεντός μου νὰ τὸ ’πῶ, νὰ τοῦ τὸ φανερώσω.
—Ὁ ῥήγας τότε μίσευσε, πάγει στὴν κάμαρά του,
Ἀπὸ ταῖς τόσαις ταῖς ραβδιαῖς ἔπεσαν τὰ νεφρά του.
Καὶ λέει του ἡ ῥήγισσα· ὠϊμὲ, παρηγοριά μου,
Ηὗρες ἐκεῖ τὸν ἀσεβῆ, τὸν κλεπτὴ, τὸ φονειά μου; —

Λέγει της· σώπα, ῥήγισσα, τὶ κάλλιον κορτισάνο
Δὲν ἔχομε στὴν κούρτη μας, Ῥωμάνο δὲ[91] Πιζάνο.
—Λέγει του· δὲν ἐντρέπεσαι, ῥήγα, νὰ συντυχαίνῃς,
Γιὰ ψεύτρα καὶ ἀνυπόστατη φαίνεται τὶ μὲ κρένεις,
Παντὸς ἦλθε καὶ μ’ ἔβαζε νὰ κοιμηθῇ μ’ ἐμένα,
Κἰ ἄλλα περίσσια κακὰ τὰ μὤχει καμωμένα.
Λέγει της’ μὸν[92] σιώπησε, τί ἂν μὤλεγες τριακόσια;
Δὲν σοῦ πιστεύω τίποτε γι’ αὐτὸν ἀπὸ τὴν Σκότζια·
Γιὰ ὅλους πὲς καὶ λέγε μου, μὰ γιὰ τὸν Ἀλοΐσο,
Μηδὲν μοῦ λέγῃς τίποτε τὸ ξεύρω καὶ γνωρίζω·
Μακάρι νἆχες πάει ἐσὺ νὰ κάρτερειες, ῥηγίνα[93],
Ὄχι ποῦ μ’ ἐστεῖλες ἐμὲν καὶ λεὶς[94] τοῦτα καὶ κεῖνα.
Καὶ πῆρα τόσον ῥαβδεσμὸν, καὶ διὰ τὴν τιμή μου,
Τίποτε δὲ μπορῶ νὰ εἰπῶ γιατὶ ἔναι ἐντροπή μου.
Ξηγεῖται καὶ ἀποδείχνει της πῶς ἦλθε μὲ τὸ ξύλο,
Καὶ πῶς τὸν ἐκατάδειρε χειρότερα ἀπὸ σκύλο.
Τοὺς λόγους, ταῖς ἀνασχυντιαῖς, τὰ ὅσα καὶ ἂν τοὖπε[95],
Ὅλα τῆς τὰ ἀνάφερε, τίποτε δὲν ἀφῆκε·
Ἡ ῥήγισσα ἀναστέναζει, θὲ δείχνει τὶ λυπεῖται,
Καὶ μέσα της ἐχαίρετον, καὶ μυριοευχαριστεῖται.
Ὁ ῥήγας τὴν ἠγάπησε πλεὸν παρὰ ποτέ του,
Τὴν ἐξουσιάν του τὤδωκε ’ς ὅλα τὰ τίποτέ του[96].

Καὶ χαίρετον μὲ τὴν κυρὰν ὡς ἤθελεν ἀτός του.
Ἠπῆρε καὶ τὴν ἤφερε στὸ σπίτι τοῦ πατρός του,
Καὶ κεῖ τὴν εὐλογήθηκε καὶ ἐστεφανώθηκέ την,
Καὶ ὡσὰν τὰ μάτια του τὰ δυὸ ἀγαπᾷ καὶ βλεπέ την.
Ἔζησαν καὶ καιρὸν πολὺν καὶ κάμαν καὶ παιδία,
Κ’ ὕστερα κληρονόμησε ὅλην τὴν αὐθεντεία.
Καὶ ὁ ῥήγας ὁ κακότυχος ἔμεινεν γελασμένος,
Ἐκ τὸ πικρό του ἔσκασε[97], καὶ μείν’ ἀποθαμμένος.
Λοιπὸν ἴδετε, ἄρχοντες, ἡ φύσις πῶς ταυρίζει[98],
Ἐκεῖνο τὸ μισᾷ κανεὶς εἰς αὐτὸ νὰ γυρίζῃ·
Ὡσὰν ἐγύρισεν αὐτὸν ὁπ’ ὅλαις ταῖς ἐμίσα·
Καὶ ὕστερα διὰ ταυταῖς τὸν ἔπαιρνεν ἡ λύσσα·
Καὶ πῶς ὑπῆγε ὡς βουλευτὴς καὶ ἐφανέρωσέ το,
Καὶ κείνη πῶς τὸ δέχθηκεν, εἰς μίο καὶ ’καμέ το·
Καὶ πάλι πῶς ἐγίνωσκε τὸν ῥήγα νὰ γελάσῃ,
Νὰ τόνε κάμη νὰ δαρθῇ καὶ πάλι νὰ σωπάσῃ·
Πάλι πῶς τὸν ἐνέμπαιξε[99], καὶ ἠπῆρε καὶ ἀφικέτον,
Μὲ τὸν Λοΐζον ἔφυγεν καὶ εὐλογήθηκέ τον.
Γιὰ δαὐτὸ[100] μὴν ὀκνεύετε, μηδὲν τὸ ἀμελᾷτε,
Πρᾶγμα ποῦ νἆν’ τῆς φύσεως ποτὲ μὴν τὸ μ’ ὑπάτε[101]·
Τὶ φύσις εἶναι δυνατὴ, τὸν ἄνθρωπον ταυρίζει
Π’ ἐκεῖνα ὅλα τὰ μισᾷ, καὶ δείχνει δὲν τὰ χρήζει,

Καὶ ἂν ἔναι καὶ πτωχούτζικος καὶ δὲν ἔχῃ δουκάτα[102],
Δ’ ἀσήμια, δὲ ’ποστατικὰ, μηδὲ βουτζιὰ[103] γεμάτα,
Μόνα σπουδάζῃ, μὴν ὀκνῇ εἰς ὅποιαν τοῦ ἀρέσει.
Νὰ κάμῃ τὸ ὀρέγεται, μόνον νὰ μὴν ὀκνεύσῃ.
Γιατὶ γυναῖκα σὰν νερὸ ἐγλήγωρα συμπέφτει,
Σὰν παντρεμένη καὶ ἀνύπανδρη ὅπου τὴν ῥίξῃς πέφτει.
Εἶπά σας καὶ τὴν ἀφορμὴ καὶ δεῖξα καὶ τὸ πρᾶγμα,
Καθὼς φαίνεται φανερὰ πῶς τ’ ἔβαλα στὸ γράμμα.
Κ’ εἶπά σας δρόμον καὶ βουλαῖς, ’πόθεσες[104] τὸ συμβήκαν,
Ἄλλοι ἔλαβαν τὴν χαρὰν καὶ ἄλλοι ἔμειναν στὴν πρίκαν.
Εἰπεῖν ἤθελα καὶ πλειότερα μ’ ἄλλην συμμαρτυρία,
Μὰ τὸ εἶπα, ἄλλον δὲν χωρεῖ, οὐδὲ μᾶς κάνει χρεία·
Γιατὶ καλὰ τὸ ξεύρετε, καὶ ὅλοι σας εἴδετέ τα
Πῶς γίνονται καθημερνῶς, ὅλοι κατέχετέ τα·
Κ’ εἰς αὐτὸ ἐβουλήθημου κ’ ἔπιασα κ’ ἔγραψά το,
Ἀπὸ χαρτὶ λατινικὸ[105] ἐμεταγλώττισά το.
—Καὶ ὁποῦ θελήσῃ νὰ ἰδῇ ποῖος ἔναι ὁ γραφέας[106],
ΤΡΙΒΏΛΗΣ Ὁ ἸΆΚΩΒΟΣ, υἱὸς τῆς καλογραίας[107]·

Εἰς χιλίους πεντακόσιους καὶ ἀρχὴ μὲ τοὺς σαράντα,
Στὴν Βενετιὰ τὴν φουμιστὴν[108] ὅπου νὰ στέκῃ πάντα·
Σταῖς κθ’ τοῦ Ἀπριλλιοῦ, μπαίνοντας του Μαΐου,
Καὶ ὅλοι νἄχετε χαρὰν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου.
Καὶ ἔτσι τὸ ἐχάρισα Βητόριου Πετριτίνου[109],
Τοῦ εὐγενοῦς καὶ ἔνδοξου καὶ ἀνδρείου ἐκείνου·
Καθημερνῶς νὰ τὸ κρατῇ, νἄχῃ παρηγορία,
Καὶ μένα νὰ μὲ ἀγαπᾷ μὲ ὅλην τὴν καρδία.

ΤΕΛΟΣ.
  1. Ποθῶ, désirer, aimer.
  2. Ὁλουνῶν = ὅλων.
  3. Τὸ φυσικό, la nature
  4. Συγκλίνομαι, condescendre
  5. Σκεπάζομαι, se cacher.
  6. Ῥήγισσα, reine.
  7. Πᾶσα εἶς, chacun.
  8. Ζυγώνω, accoster; avoir rendez-vous.
  9. Ῥὲ δὲ Σκοτζιᾶς, re di Scozia, roi d' Écosse.
  10. Ἦταν, était; on dit encore ἦτο, ἦτον, ἤτανε, ἤτονε.
  11. Ὄξε=ἐξ.
  12. Ἡ Μέκκα, la Mecque.
  13. Γυναῖκαν = γυναῖκα.
  14. Au lieu de μελάσι ne faudrair-il pas lire μελίσσι?
  15. Παραμερίζω, s' écarter.
  16. Les deux éditions dont je me suis servi donnent ἔμμορφος au lieu de ἔμμορφαις qui me paraît être la vraie leçon.
  17. ’Στία = ἑστία, foyer, feu. —Ῥάπη, brin de pailie.
  18. Φιάνδρα, la Flandre.
  19. Κάτεργα διὰ πραγματειαῖς, vaisseaux marchands.
  20. Ἱστορεμένα, historiés.
  21. Ἐγγλητέρα, Angleterre.
  22. Comparons Lafontaine:

    «La dame étoit de gracieux maintien,

    De doux regard, jeune, fringante, et belle,

    Somme, qu’enfin il ne lui manquoit rien,

    Fors que d’avoir un ami digne d’elle.»
  23. Περιλαμπώνω, embrasser amoureusement; comme en grec ancien περιπτύσσω.
  24. Ἀνθητή, litt. fleurie, vivante.
  25. Πρίκαις, dédaine, et non pas προίκαις comme dans les deux éditions que j’ai sous les yeux. Le mot πρίκαις est ici pour πίκραις.
  26. Γυρεύοντα, cherchant; pour γυρεύοντας.
  27. Στάμενα, argent comptant. Voici ce que dit au sujet de ce terme Nicéphore Romanos dans sa Grammaire grecque vulg. inédite: Τὰ στάμενα, in utroque casû significant pecunias multas, à Græco ἱστάμενα.
  28. Στερεμό, privation que cause l’absence.
  29. Si du moins cette jeune femme n’était pas mariée.
  30. Ἀπ’ αὐτὰ εἶδα, j'ai vu de ces choses.
  31. Ἐγὼ εἶπα.
  32. Ἐβλέποντας = Βλέπων.
  33. Δὲ στράτα = οὐδὲ στράτα, pas de moyen. — Στύπιασε dans les deux édit. — J’ignore la signification de ce terme.
  34. Λογάρι, somme d’argent.
  35. Ἀρχοντόπουλον, jeune prince.
  36. Πορπατῶ, fréquent en grec moderne pour περπατῶ.
  37. Πιλλιαῖς ἀέραις, ainsi dans les deux édit. Erreur typographique qui rend ces deux mots incompréhensibles.
  38. Σταυλάτορας, palefrenier. — Ῥόγα, salaire.
  39. Μισέρ, messire. Ital. messere.
  40. Σκλάβος, esclave.
  41. Μπέτζια, domaines: R. ital. pezzo.
  42. Ἐβαρείομουν, je les détestais; je ne pouvais les supporter.
  43. Ἐμετάτρεψε, il changea d’avis.
  44. Δὲν ἦτον βολετό, il n’ était pas possible.
  45. Κατεργάρης, matelot.
  46. Πρόσοψις, visage.
  47. Ἀφέντρα, maîtresse,
  48. Θεϊκή, divine, c’est-à-dire violente.
  49. Κορμί, corps. R. κορμός.
  50. Σκύφτω, je m'incline.
  51. Σταυρωτὰ χέρια, les mains jointes.
  52. Καθολικά, complétement.
  53. Ἀφήτις, depuis que.
  54. Ἀγκοῦσα, angoisse. R. ἄγχειν.
  55. Ἄνταρα, tracas.
  56. 56,0 56,1 Ἐπεὶν, puisque. — Μισεύω, s'en aller.
  57. Σκεπή, protection.
  58. Ἐπάρω, prendre. Le même que πάρω.
  59. Ὠλπίσα, j' espérai. Ὀλπίζω en grec vulgaire se rencontre fréquemment pour ἐλπίζω.
  60. Ἡλικία, littéralement âge. Ce mot n’aurait-il pas ici le même sens que ἐλίκια, terme qui se trouve dans l' Ἀπόκοπος, et qui signifie présence?
  61. Στανταρισμός, peine, fatigue.
  62. Κορτεσάνοι, les gens de la cour.
  63. Σταυλάτορας, palefrenier.
  64. Ἐκυβέρνουνα τ’ ἄλογα, je soignais les chevaux.
  65. Τάβλα, table, R. latine tabula.
  66. Ce vers est incompréhensible à cause de la corruption du texte.
  67. Depuis ce vers jusqu’au 226e Trivoli n’a guère fait autre chose que traduire son modèle. Voici le passage de Boccace, afin qu’on puisse le comparer avec le grec: «Farai che in sulla meza notte tu venghi alla camera mia, io lasciero l' uscio aperto, tu sai da qual parte del letto io dormo, verrai là, e se io dormissi, tanto mi tocca, che io mi svegli, ed io ti consolero di cosi lungo disio, come havuto hai.» — J’ai conservé l’orthographe de l’édition elzévirienne du Décaméron, Amsterdam, 1665.
  68. Περιβόλι, jardin; avec ce sens περιβόλι se trouve déjà dans Moschopoulos: «κῆπος, ὁ τῶν λαχάνων καὶ τῶν δένδρων, ἤγουν ὁ παράδεισος, καὶ τὸ νῦν κυρίως λεγόμενον περιβόλιον
  69. Τζαμπρά, chambre —R. française.
  70. Χρυσοφάντιστα, broderies d’or. — R. χρυσός, ὑφαντός.
  71. Ὀρδινιά, ordre. — R. latine ordo. — Id. Ἔσωσε, il arriva.
  72. Voici le texte de l’édit. de 1646: Ἀπλῶνει σμιει ἡ Ῥιγησα, πιανήτον ἐκτὸ χέρει.
  73. Κοιμησιο, le sommeil.
  74. Κορῶνα, couronne. Le mot est latin.
  75. Κούρτη, cour.
    Ὡσὰν ἐμὲν ἐδέχθηκεν στὴν κούρτην τοῦ Θησέως.
    (Noces de Thésée et d'Émilie.)
    Le mot κούρτη s’emploie très-fréquemment en parlant de la cour papale, curia papalis. Voir l' Histoire du Concile de Florence, par Sgouropoulos.
  76. Ἀλοΐσιος, c'est le Lodovico de Boccace.
  77. Νὰ μὲ ’ντροπιάσῃ, pour attenter à ma pudeur.
  78. Φορεσιά, habillement. Avec cette signification ce mot se trouve déjà dans Théophane. Comparons Lafontaine avec Trivoli (vers 251-262):
    «Messire Bon se couvrit d’une jupe,
    S’encornetta, courut incontinent Dans le jardin, où ne trouva personne:
    Garde n’avoit; car, tandis qu’il frissonne,
    Claque des dents, et meurt quasî de froid,
    Le pèlerin, qui le tout observoit,
    Va voir la dame, avec elle se donne
    Tout le bon temps qu’on a, comme je crois,
    Lorsque, amour seul étant de la partie,
    Entre deux draps on tient femme jolie,
    Femme jolie, et qui n’est point à soi.»
  79. Ἄργητα, retard. R. ἀργῶ.
  80. Ἄρμενα, voiles. — Κουπιά, rames. — Μίλλιον, mille, mesure de distance.—Λάμνω, voguer.
  81. Δάγκαμα, morsure. Cf. Horace:
    Uror, seu tibi candidos
    Turpârunt humeros immodicæ mero
    Rixæ, sive puer furens
    Impressit memorem dente labris notam.
    (Livre Ier, Ode xiii, à Lydie. )
  82. Τζίμπημα, littéralement pincement, agacerie amoureuse.
  83. Ὀρδινιάζω, ordonner. R. latine.
  84. Ματάκια μου; et dans Boccace: Bocca mia dolce.
  85. ’Στιόξυλο, une bûche. Boccace: Un buon bastone.
  86. Πολιτικὴ, femme publique.
  87. Ἄνομη, impie. C’est la rea femina de Boccace.
  88. Il nous a été impossible de rétablir le texte de ce vers.
  89. ’Kεινούς, l’accent a été déplacé à cause du rhythme.—Κόντρα, c’est le mot latin contrà.
  90. Σύρε στὸν διάβολο, va au diable.
  91. Δέ est ici pour οὐδέ.
  92. Μόν = μόνον. — Τριακόσια, un tas de choses.
  93. Ῥηγίνα, c’est le latin regina.
  94. Λείς est une abbreviation pour λέγεις.
  95. Τοὖπε pour τοῦ εἶπε.
  96. ’Σ ὅλα τὰ τίποτέ του, sur tout ce qu'il possédait.
  97. Ἔσκασε, littéralement il creva.
  98. Ταυρίζω, entraîner avec force.
  99. Ἐνέμπαιξε, se moqua de.
  100. Γιὰ δαὐτό; le δ est simplement euphonique.
  101. Ὑπάτε....? Ainsi dans les deux éditions dont je me suis servi. Ne faudrait-il pas lire μισάτε? Cette leçon aurait du moins l’avantage de s’accorder avec le sens de la phrase, tandis que ὑπάτε ne signifie absolument rien.
  102. Δουκάτον, ducat, pièce de monnaie.
  103. Ἀσῆμι, argent. —’Ποστατικά, possessions. — Βοντζί, tonneau. R. Βύτις, ιδος, sorte de bouteille.
  104. ’Πόθεσες = ὑποθέσεις, affaires.
  105. Λατινικό ne signifie pas ici latin, mais italien.
  106. Γραφέας, écrivain, auteur.
  107. Καλογραῖα, religieuse grecque.
  108. Φουμιστός, ή, όν, renommé, célèbre. R. φήμη.

    Καὶ ὡς καλὸς κὶ ἀπόκοτος, καὶ φουμιστὸς στρατιώτης.

    (Noces de Thésée, etc.; liv. V.)



    En outre, Lambecius cite un manuscrit de la Bibliothèque impériale de Vienne (n° 297, folio 115a—116a) qui contient une description en vers de la ville de Venise, intitulée: «Διήγησις τῆς φουμιστῆς Βενετίας».

  109. Victor Petritinos, c’est à lui que Trivoli a dédié son poëme.