Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου (μετάφραση Βενιζέλου)/Γ

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου
Συγγραφέας: Θουκυδίδης
Μεταφραστής: Ελευθέριος Βενιζέλος
Βιβλίον Γ'


Έτος 4ον: 428- 427 π.Χ.[Επεξεργασία]

1. Εισβολή των Πελοποννησίων εις Αττικήν

Κατά το επόμενον θέρος, την εποχήν που αρχίζει να ωριμάζη ο σίτος, οι Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοί των, υπό την αρχηγίαν του βασιλέως των Λακεδαιμονίων Αρχιδάμου, υιού του Ζευξιδάμου, εξεστράτευσαν εις την Αττικήν, όπου εστρατοπέδευσαν και ήρχισαν να ερημώνουν την χώραν. Και κατά το σύνηθες το Αθηναϊκόν ιππικόν ενήργει επελάσεις, οπουδήποτε παρουσιάζετο ευκαιρία, και ημπόδιζε το κύριον σώμα των ελαφρώς ωπλισμένων στρατιωτών ν' απομακρύνωνται από το στρατόπεδον και καταστρέφουν τα περίχωρα της πόλεως. Αφού δε παρέμειναν όσον καιρόν είχαν τρόφιμα, απεσύρθησαν, και έκαστον απόσπασμα μετέβη εις τα ίδια.

2. Οι Μυτιληναίοι αποστατούν από τους Αθηναίους

Ευθύς μετά την εισβολήν των Πελοποννησίων, απεστάτησεν από τους Αθηναίους η Λέσβος, εκτός της Μηθύμνης. Ήδη προ του πολέμου, οι Μυτιληναίοι ηθέλησαν να προβούν εις τούτο, αλλ' οι Λακεδαιμόνιοι ηρνήθησαν να δεχθούν τας προτάσεις των, και τώρα ακόμη ηναγκάσθησαν ν' αποστατήσουν ενωρίτερον, παρ' ό,τι ήτο το σχέδιόν των, κατά το οποίον επρόκειτο να περιμείνουν, διά να συντελεσθή προηγουμένως το κλείσιμον των λιμένων και η οικοδόμησις των τειχών και η κατασκευή των πλοίων, και να φτάσουν επί πλέον όσα επερίμεναν από τον Εύξεινον Πόντον, τοξόται δηλαδή και σίτος και όσα άλλα είχαν στείλει να φέρουν από εκεί. Αλλ' οι Τενέδιοι, οι οποίοι είχαν διαφοράς προς αυτούς, και οι Μηθυμναίοι, και ένεκα εμφυλίων σπαραγμών μερικοί από τους ιδίους τους Μυτιληναίους του ενός κόμματος, οι οποίοι ήσαν πρόξενοι των Αθηναίων, κατήγγειλαν εις τους τελευταίους ότι οι Μυτιληναίοι επιδιώκουν δια της βίας να καταστήσουν την Μυτιλήνην πολιτικόν κέντρον όλης της νήσου, και ότι, εκ συνεννοήσεως προς τους Λακεδαιμονίους και τους ομοφύλους των Βοιωτούς, επέσπευδαν όλας τας αναγκαίας ετοιμασίας, με τον σκοπόν ν' αποστατήσουν, και ότι αν δεν προληφθή αμέσως το πράγμα, οι Αθηναίοι θα χάσουν την Λέσβον.

3. Αποστολή Αθηναϊκού στόλου κατά των Μυτιληναίων

Οι Αθηναίοι, ταλαιπωρημένοι από την νόσον και τον πόλεμον, ο οποίος είχεν αρχίσει να γίνεται χρόνιος και ευρίσκετο ήδη εις την ακμήν του, εθεώρουν πολύ σοβαρόν πράγμα το να προσθέσουν εις τους εχθρούς των και την Λέσβον, η οποία ήτο ναυτική δύναμις και της οποίας οι πόροι ήσαν άθικτοι, και επειδή επεθύμουν να είναι ψευδείς αι κατηγορίαι, δεν ήθελαν κατ' αρχάς να τας πιστεύσουν. Όταν όμως οι πρέσβεις που έστειλαν δεν ημπόρεσαν να πείσουν τους Μυτιληναίους να παραιτηθούν από το σχέδιον της πολιτικής ενώσεως της νήσου και των παρασκευών, ήρχισαν ν' ανησυχούν και απεφάσισαν να τους προκαταλάβουν. Και χωρίς να χάσουν στιγμήν, στέλλουν υπό την αρχηγίαν του Κλεϊππίδου, υιού του Δεινίου, και δύο άλλων στρατηγών, μοίραν σαράντα πλοίων, η οποία είχεν ετοιμασθή δια να περιπολή εις τας ακτάς της Πελοποννήσου. Είχαν τωόντι ειδοποιηθή ότι ετελείτο εκτός της πόλεως εορτή του Απόλλωνος, προστάτου της Μαλέας, την οποίαν οι Μυτιληναίοι επανηγύριζαν πανδήμως, και ότι υπήρχεν ελπίς, εάν σπεύσουν, να επιπέσουν εναντίον των αιφνιδιαστικώς. Αι προς τους στρατηγούς οδηγίαι ώριζαν ότι αν μεν επιτύχη ο αιφνιδιασμός, έχει καλώς, ειδεμή ν' απαιτήσουν από τους Μυτιληναίους να παραδώσουν τα πλοία των και να κατεδαφίσουν τα τείχη των, και αν αρνηθούν, ν' αρχίσουν τας εχθροπραξίας. Και ο μεν στόλος απέπλευσεν. Αλλά τα δέκα πλοία των Μυτιληναίων, τα οποία, κατά τους όρους της συμμαχίας ευρίσκοντο με τον Αθηναϊκόν στόλον προς ενίσχυσιν αυτού, οι Αθηναίοι τα κατέσχον και εφυλάκισαν τα πληρώματά των. Οι Μυτιληναίοι, εν τούτοις, έμαθαν την είδησιν της εκστρατείας από κάποιον, ο οποίος, αφού επέρασεν εις την Εύβοιαν, ήλθε πεζός εις την Γεραιστόν και επιτυχών εμπορικόν πλοίον, το οποίον απέπλεεν, επεβιβάσθη, και την τρίτην ημέραν μετά την αναχώρησίν του εξ Αθηνών έφθασε με ευνοϊκόν καιρόν εις Μυτιλήνην, Συνεπεία τούτου, οι Μυτιληναίοι όχι μόνον εις τον ναόν του Απόλλωνος της Μαλέας δεν εξήλθαν, αλλά και επροστάτευσαν δια προχείρου οχυρώσεως καθ' όλην την γραμμήν τα ημιτελή ακόμη έργα του τείχους και των λιμένων, και τα εφρούρουν.

4. Ανακωχή Αθηναίων και Μυτιληναίων προς διεξαγωγήν διαπραγματεύσεων

Οι Αθηναίοι κατέπλευσαν μετ' ολίγον, και οι στρατηγοί των, βλέποντες την κατάστασιν, εκοινοποίησαν εις τους Μυτιληναίους τας διαταγάς των. Και επειδή ηρνήθησαν να συμμορφωθούν, ήρχισαν τας εχθροπραξίας. Αλλ' οι Μυτιληναίοι, αναγκασθέντες ν' αναλάβουν τον πόλεμον αιφνιδίως και απαράσκευοι, εξήλθαν με τον στόλον των εις μικράν από του λιμένος απόστασιν, δια να ναυμαχήσουν. Αλλ' επειδή απεκρούσθησαν και κατεδιώχθησαν από τον Αθηναϊκόν στόλον, ήρχισαν αμέσως διαπραγματεύσεις, επιδιώκοντες ν' απαλλαγούν, ει δυνατόν επί του παρόντος, από την παρουσίαν του εχθρικού στόλου, δια της συνάψεως επιεικούς οπωσδήποτε συμφωνίας. Οι στρατηγοί των Αθηναίων εδέχθησαν τας προτάσεις των, διότι και αυτοί εφοβούντο μήπως δεν είναι ικανοί ν' αντιταχθούν εναντίον ολοκλήρου της νήσου. Συνομολογήσαντες επομένως ανακωχήν, οι Μυτιληναίοι έστειλαν πρέσβεις εις τας Αθήνας και άλλους και ένα από τους καταμηνυτάς, ο οποίος είχεν ήδη μεταμεληθή δια να πείσουν, ει δυνατόν, τους Αθηναίους ν' ανακαλέσουν τον στόλον των, υποσχόμενοι, ότι και αυτοί δεν θα επιχειρήσουν τίποτε αντίθετον προς την συμμαχίαν. Αλλ' επειδή δεν είχαν πεποίθησιν ότι θα επιτύχουν αι διαπραγματεύσεις των με τους Αθηναίους, έστειλαν εν τω μεταξύ και εις την Λακεδαίμονα πρέσβεις. Οι τελευταίοι αυτοί πρέσβεις, επιβιβασθέντες εις τριήρη, χωρίς να τους αντιληφθή ο Αθηναϊκός στόλος, ο οποίος εστάθμευεν εις την Μαλέαν, προς βορράν της πόλεως, και διασχίσαντες κατ' ευθείαν το Αιγαίον Πέλαγος, έφθασαν ύστερα από ταραχώδη πλουν εις Λακεδαίμονα, όπου ήρχισαν τας ενεργείας των δια την αποστολήν βοηθείας προς τους συμπολίτας των.

5. Όταν οι πρέσβεις που εστάλησαν εις τας Αθήνας επέστρεψαν άπρακτοι, οι Μυτιληναίοι και η λοιπή Λέσβος, πλην της Μηθύμνης, ανέλαβαν οριστικώς τον πόλεμον. Οι Μηθυμναίοι, εν τούτοις, οι Ίμβριοι, οι Λήμνιοι και μερικοί από τους άλλους συμμάχους ήλθαν εις βοήθειαν των Αθηναίων. Οι Μυτιληναίοι ενήργησαν πανστρατιά έξοδον κατά του Αθηναϊκού στρατοπέδου, μολονότι όμως η συγκροτηθείσα μάχη απέβη μάλλον υπέρ αυτών, μη έχοντες ικανήν εμπιστοσύνην εις εαυτούς, δεν κατηυλίσθησαν επί του πεδίου της μάχης, αλλ' απεσύρθησαν πάλιν εντός της πόλεως και έμεναν του λοιπού ήσυχοι, μη θέλοντες να διακινδυνεύσουν νέαν μάχην πριν ενισχυθούν, ει δυνατόν, δια της αποστολής επικουριών εκ Πελοποννήσου και δια προσθέτων επί τόπου παρασκευών. Τωόντι, ήλθε προς αυτούς ο Λάκων Μελέας και ο Θηβαίος Ερμαιώνδας, οι οποίοι είχαν αποστολή προ της αποστασίας, αλλ' επειδή δεν επρόλαβαν τον κατάπλουν του Αθηναϊκού στόλου, εισέδυσαν μετά την μάχην κρυφίως εις τον λιμένα, επιβαίνοντες επί τριήρους, και συνεβούλευσαν ν' αποσταλούν, με αυτούς πρέσβεις επί άλλης τριήρους, το οποίον και έγινε πράγματι.

6. Αποκλεισμός της Μυτιλήνης υπό των Αθηναίων από θαλάσσης

Οι Αθηναίοι, ενθαρρυνθέντες πολύ από την αδράνειαν των Μυτιληναίων, εζήτησαν την συνδρομήν των συμμάχων των, οι οποίοι προσήλθαν με μεγαλυτέραν σπουδήν, καθόσον δεν έβλεπαν καμμίαν εκδήλωσιν ενεργού αντιστάσεως εκ μέρους των Λεσβίων. Εγκατέστησαν προς τούτοις και νοτίως της πόλεως ορμητήριον του στόλου των, κατεσκεύασαν ανά εν ωχυρωμένον σρατόπεδον εκατέρωθεν της πόλεως και εφήρμοσαν αποκλεισμόν και κατά των δύο λιμένων. Κατ' αυτόν τον τρόπον, ημπόδιζαν τους Μυτιληναίους από την χρήσιν της θαλάσσης, κατά ξηράν όμως οι Μυτιληναίοι, και οι άλλοι Λέσβιοι, οι οποίοι είχαν ήδη έλθει προς βοήθειάν των, ήσαν κύριοι της όλης χώρας, εξαιρουμένης μικράς εκτάσεως πέριξ των στρατοπέδων, η οποία κατείχετο από τους Αθηναίους. Ως σταθμός των μεταφορικών πλοίων και αγορά εχρησίμευε κυρίως εις αυτούς η Μαλέα. Τοιαύτη ήτο η πορεία του πολέμου εις την Μυτιλήνην.

7. Εκστρατεία των Αθηναίων εις Ακαρνανίαν και Λευκάδα

Κατά την ιδίαν εποχήν του θέρους τούτου, οι Αθηναίοι έστειλαν επίσης προς περιπολίαν πέριξ της Πελοποννήσου μοίραν τριάντα πλοίων, υπό την αρχηγίαν του Ασωπίου, υιού του Φορμίωνος, διότι οι Ακαρνάνες είχαν ζητήσει να τους στείλουν ως αρχηγόν κάποιον ή υιόν ή άλλον συγγενή του τελευταίου. Και καθώς τα πλοία παρέπλεαν την Λακωνικήν, ελεηλάτησαν τα παράλιά της μέρη. Ο Ασώπιος ακολούθως απέστειλεν οπίσω τα περισσότερα πλοία του στόλου του, κρατήσας δώδεκα, επί κεφαλής των οποίων ήλθεν εις Ναύπακτον. Καλέσας βραδύτερον τους Ακαρνάνας εις γενικήν επιστράτευσιν, εξεστράτευσεν εναντίον των Οινιαδών, αναπλεύσας με τον στόλον τον Αχελώον, ενώ ο κατά ξηράν στρατός ηρήμωνε την χώραν των. Αλλ' επειδή οι κάτοικοι ηρνούντο να υποκύψουν, απέλυσε τον στρατόν της ξηράς, ο ίδιος δε έπλευσεν εις Λευκάδα και ενήργησεν απόβασιν εις τον Νήρικον, όπου αυτός και μέρος του στρατού του,επιστρέφονες εις τα πλοία, εφονεύθησαν από τους κατοίκους, οι οποίοι έσπευσαν εναντίον του, και από μικράν Πελοποννησιακήν φρουράν. Αποπλεύσαντες οι Αθηναίοι μετά την αποτυχίαν αυτήν, παρέλαβαν ακολούθως τους νεκρούς των ζητήσαντες προς τούτο βραχείαν ανακωχήν από τους Λευκαδίους.

8. Γενική συνέλευσις των Πελοποννησίων συμμάχων εν Ολυμπία

Επειδή οι Λακεδαιμόνιοι προσεκάλεσαν τους πρέσβεις των Μυτιληναίων, οι οποίοι είχαν αποστολή δια του πρώτου πλοίου, να προσέλθουν εις την Ολυμπίαν, δια να τους ακούσουν και οι λοιποί σύμμαχοι και ληφθή από κοινού απόφασις, μετέβησαν πράγματι εκεί. Ήτο δε η Ολυμπιάς αυτή εκείνη, κατά την οποίαν ο Ρόδιος Δωριεύς ανεδείχθη δια δεύτερον φοράν νικητής. Και όταν μετά την εορτήν συνήλθαν εις διάσκεψιν οι πρέσβεις, ωμίλησαν ως εξής περίπου:

9. Λόγος των Μυτιληναίων πρέσβεων

"Λακεδαιμόνιοι και λοιποί σύμμαχοι, γνωρίζομεν ποία είναι η επικρατούσα μεταξύ των Ελλήνων αντίληψις. Λαός, ο οποίος αποστατεί εν καιρώ πολέμου και εγκαταλείπει τους τέως συμμάχους του, καθίσταται μεν ευχάριστος εις τους νέους φίλους του, εφόσον ωφελούνται, δεν εκτιμάται όμως απ' αυτούς, διότι τον θεωρούν προδότην των πρώην φίλων του. Και πράγματι, η κρίσις αυτή δεν είναι άδικος, εάν τύχη μεταξύ εκείνου που αποστατεί και εκείνων, από τους οποίους αποστατεί, να υπάρχη αμοιβαιότης αισθημάτων και ευμενείας και ισότης πόρων και δυνάμεως, και εάν, εξ άλλου, δεν υπάρχη εύλογος αιτία δια την αποστασίαν. Τοιαύτη όμως δεν ήτο η ιδική μας θέσις απέναντι των Αθηναίων, ούτε πρέπει να μας μεμφθή κανείς, λόγω του ότι, ενώ ετιμώμεθα από αυτούς εν καιρώ ειρήνης, τους εγκατελείψαμεν κατά την ώραν του κινδύνου.

10. "Και πρώτον μεν θα ομιλήσωμεν περί του δικαίου του αγώνος μας και της ευθύτητός μας, όπως επιβάλλεται εις εκείνους που ζητούν την συμμαχίαν άλλων. Διότι γνωρίζομεν ότι ούτε φιλία μεταξύ ιδιωτών, ούτε συμμαχία μεταξύ πόλεων ημπορεί να είναι στερεά, εάν οι συνάπτοντες τας σχέσεις αυτάς δεν στηρίζονται επί της αναγνωρίσεως της αμοιβαίας ευθύτητας και δεν εμπνέωνται γενικώς από κοινότητα αντιλήψεων. Διότι από την διαφοράν των αντιλήψεων προέρχεται και η διαφορετική δράσις των. Η συμμαχία μας λοιπόν προς τους Αθηναίους συνωμολογήθη δια πρώτην φοράν, όταν σεις απεσύρθητε από τον Περσικόν πόλεμον και εκείνοι έμειναν εις την θέσιν των, προς συμπλήρωσιν του αγώνος. Σύμμαχοι όμως εγίναμεν όχι των Αθηναίων, χάριν υποδουλώσεως των Ελλήνων, αλλά των Ελλήνων, χάριν απελευθερώσεώς των από τους Πέρσας. Και εφόσον την αρχηγίαν ήσκουν υπό όρους ισότητος τους ηκολουθούμεν προθύμως, όταν όμως τους είδαμεν να χαλαρώνουν την κατά των Περσών έχθραν και να επιδιώκουν την υποδούλωσιν των συμμάχων, ηρχίσαμεν ν' ανησυχούμεν. Επειδή όμως δια το πολυκέφαλον ήτο αδύνατος η σύμπραξις προς κοινήν άμυναν, οι λοιποί σύμμαχοι, εκτός από ημάς και τους Χίους, έχασαν την ανεξαρτησίαν των. Ημείς, ανεξάρτητοι βέβαια και ελεύθεροι κατ' όνομα, ηγωνίσθημεν παρά το πλευρόν των. Αλλά παραδειγματιζόμενοι από όσα προηγουμένως έλαβαν χώραν, δεν εθεωρούμεν πλέον τους Αθηναίους ως αρχηγούς, εις τους οποίους ημπορούμεν να έχωμεν εμπιστοσύνην. Διότι δεν ήτο πιθανόν, ότι αυτοί ενώ υπεδούλωσαν εκείνους, προς τους οποίους είχαν συνδεθή διά συνθήκης συγχρόνως με ημάς, δεν θα έκαμναν το ίδιον και απέναντι των λοιπών, εάν τυχόν ήθελε τους παρουσιασθή κατάλληλος προς τούτο ευκαιρία.

11. "Εάν πάλιν εξηκολουθούμεν να είμεθα όλοι ανεξάρτητοι, θα είμεθα βεβαιότεροι ότι δεν θα επιδιώξουν βιαίαν μεταβολήν της απέναντί μας σχέσεώς των. Αλλ' έχοντες τους περισσοτέρους των συμμάχων υποχειρίους, και διατηρούντες σχέσεις ισότητος προς ημάς, ήτο φυσικόν ότι, εν μέσω της γενικής υποταγής, δυσκολώτερον θα ηνείχοντο την διατήρησιν της ισότητος από μόνους ημάς, καθόσον μάλιστα εκείνοι εγίνοντο οσημέραι ισχυρότεροι, ενώ ημείς περιηρχόμεθα εις μεγαλυτέραν απομόνωσιν. Ίσος και αμοιβαίος τωόντι φόβος είναι η μόνη ασφαλής βάσις μιας συμμαχίας. Διότι εις τοιαύτην περίστασιν εκείνος που θέλει να την παραβίαση αποτρέπεται από την συναίσθησιν ότι δεν ημπορεί να επιτεθή με ανωτέρας δυνάμεις. Εάν, εξ άλλου, μας άφησαν ανεξαρτήτους έως τώρα, το έκαμαν όχι δι' άλλον κανένα λόγον, παρά μόνον εφόσον έκριναν ότι ημπορούν να γίνουν κύριοι της καταστάσεως προς επιβολήν της ηγεμονίας των, δι' ευσχήμων επιχειρημάτων και πολιτικών μεθόδων μάλλον παρά δια της βίας. Διότι, αφ' ενός μεν επεκαλούντο το τεκμήριον ότι οι έχοντες ίσην προς αυτούς ψήφον, όπως ημείς, δεν θα ελάμβαναν εκουσίως μέρος εις τας εκστρατείας των εάν εκείνοι, κατά των οποίων επήρχοντο, δεν ήσαν ένοχοι. Ενώ, εξ άλλου, εχρησιμοποίουν πρώτον την ηνωμένην δύναμιν των ισχυρότερων κρατών εναντίον των υποδεεστέρων, και αφίνοντες εκείνα τελευταία, θα τα εύρισκαν ασθενέστερα, όταν όλα τ' άλλα πέριξ των θα είχαν τεθή εκποδών. Αλλ' εάν ήρχιζαν από ημάς τους ιδίους, εφόσον όχι μόνον η δύναμις όλων των συμμάχων ήτο ακέραια, αλλά και είχαν αυτοί που να στηριχθούν, δεν θα τους υπέτασσαν με την ιδίαν ευκολίαν. Και το ναυτικόν μας, άλλωστε, τους ανησυχεί, διότι εφοβούντο μήπως, ενούμενον με το ιδικόν σας ή προστιθέμενον εις το ναυτικόν άλλου κράτους, καταστή επικίνδυνον δι' αυτούς, Εν μέρει, άλλωστε, την διατήρησιν της ανεξαρτησίας μας οφείλομεν εις τας παντός είδους περιποιήσεις μας προς τον Αθηναϊκόν λαόν και τους εκάστοτε ηγέτας του. Έχοντες όμως παράδειγμα την προς τους άλλους συμπεριφοράν των Αθηναίων, δεν ενομίζαμεν ότι ημπορούμεν να διατηρήσωμεν επί πολύ την ανεξαρτησίαν μας αυτήν, εκτός εάν επήρχετο ο σημερινός πόλεμος.

12. "Τι είδους λοιπόν φιλία ή ελευθερία αξία εμπιστοσύνης ήτο αυτή, υπό την οποίαν η αμοιβαία φιλική επικοινωνία εστερείτο ειλικρινείας, και εκείνοι μεν μας επεριποιούντο εν καιρώ πολέμου εκ φόβου, ημείς δε επράτταμεν το αυτό απέναντί των, εν καιρώ ειρήνης; Διότι εκείνο, το οποίον μεταξύ των άλλων ανθρώπων στερεώνει κυρίως η αμοιβαία ευμένεια, εις ημάς εξησφάλιζεν ο φόβος, και από τον φόβον αυτόν μάλλον παρά από την φιλίαν συγκρατούμενοι, εμέναμεν σύμμαχοι. Και εκείνος εκ των δύο, εις τον οποίον το αίσθημα της ασφαλείας ήθελεν εμπνεύσει ενωρίτερον θάρρος, θα ήτο ο πρώτος τωόντι που έμελλε να παραβίαση την συμμαχίαν. Δια τούτο, εάν κανείς θεωρή ότι έχομεν άδικον, διότι ενώ εκείνοι ανέβαλαν την εφαρμογήν των βιαίων μέτρων, τα οποία εφοβούμεθα, ημείς απεστατήσαμεν προηγουμένως, χωρίς να περιμείνωμεν το καθ' εαυτούς, όπως αποδείχθη σαφώς το βάσιμον των υπονοιών μας, δεν σκέπτεται ορθώς. Καθόσον, εάν είμεθα όπως εκείνοι εις θέσιν να επιτεθώμεν κατά τον κατάλληλον δι' ημάς καιρόν, τότε θα έπρεπε και ν' αναβάλωμεν επίσης δια μερικόν διάστημα την εναντίον των επίθεσίν μας, όπως εκείνοι. Εφόσον όμως απόκειται εις την ελεύθερον διάθεσιν εκείνων να επιτεθούν εναντίον μας εις κάθε στιγμήν, πρέπει να έχωμεν και ημείς το δικαίωμα να προλάβωμεν την επίθεσίν των.

13. "Τοιαύται, Λακεδαιμόνιοι και λοιποί σύμμαχοι, υπήρξαν αι αιτίαι και οι λόγοι της αποστασίας μας, αρκετά σαφείς δια να πείσουν κάθε ακροατήν ότι ορθώς επράξαμεν, και αρκετά ισχυροί δια να μας φοβίσουν και μας αναγκάσουν να ζητήσωμεν κάποιον μέσον ασφαλείας. Προ πολλού ήδη ηθέλαμεν να προβώμεν εις τούτο, όταν από τον καιρόν ακόμη της ειρήνης σας εστείλαμεν πρέσβεις δια να διαπραγματευθούν περί της αποστασίας μας, αλλ' ημποδίσθημεν, διότι σεις δεν εδέχθητε τας προτάσεις μας. Τώρα όμως που οι Βοιωτοί μας προσεκάλεσαν, υπηκούσαμεν ευθύς, διότι επιστεύσαμεν, ότι δια μιας και της αυτής ενεργείας, ημπορούμεν να επιτύχωμεν διπλόν σκοπόν, και από την συνομοσπονδίαν των Ελλήνων δηλαδή ν' αποσπασθώμεν, δια να μη συμπράττωμεν με τους Αθηναίους εις την δυστυχίαν εκείνων, αλλά να συντελέσωμεν εις την απελευθέρωσίν των, και από τους Αθηναίους ν' αποστατήσωμεν, δια να προλάβωμεν να τους καταστρέψωμεν, αντί να καταστραφώμεν από αυτούς αργότερα. Η αποστασία μας, εν τούτοις, έγινεν ενωρίτερον παρ' ό,τι υπελογίζαμεν και χωρίς επαρκή προετοιμασίαν. Αλλά τούτο είναι πρόσθετος λόγος δια να μας δεχθήτε συμμάχους και στείλετε ταχείαν βοήθειαν δια να γίνη εις όλους φανερόν ότι προστατεύετε τους άξιους προστασίας και συγχρόνως ότι βλάπτετε τους εχθρούς σας. Ουδέποτε τωόντι παρουσιάσθη καλλιτέρα προς τούτο ευκαιρία. Διότι οι Αθηναίοι είναι εξηντλημένοι όχι μόνον από την ασθένειαν, αλλά και από τας πολεμικάς δαπάνας. Μέρος του στόλου των ευρίσκεται απησχολημένον πέριξ των παραλίων σας και μέρος είναι παρατεταγμένον εναντίον μας. Ώστε δεν είναι πιθανόν ότι θα έχουν διαθέσιμα αρκετά πλοία, εάν κατά την διάρκειαν του θέρους αυτού εισβάλετε και πάλιν δια δευτέραν φοράν εις την Αττικήν δια ξηράς και δια θαλάσσης, αλλ' ή δεν θ' αντισταθούν εις την κατά θάλασσαν επίθεσίν σας, ή θ' αποσύρουν τα πλοία των και από τα ιδικά μας και από τα ιδικά σας παράλια. Ούτε πρέπει, εξ άλλου, να νομίση κανείς ότι εκτίθεται εις προσωπικόν κίνδυνον, χάριν ξένης χώρας. Διότι, αν και θα νομίζη τις, ότι η Λέσβος απέχει πολύ, εν τούτοις εγγύς θα είναι η βοήθεια, την οποίαν θα παράσχη εις αυτόν. Καθόσον ο πόλεμος δεν θ' αποφασισθή εις την Αττικήν, όπως φαντάζονται μερικοί, αλλ' εις τας χώρας, αι οποίαι παρέχουν εις την Αττικήν τους πόρους των. Τα εισοδήματα, τωόντι, των Αθηναίων προέρχονται από τους συμμάχους των, και θ' αυξήσουν έτι μάλλον εάν μας υποτάξουν. Διότι όχι μόνον δεν θ' αποστατήση πλέον άλλος κανείς, αλλά και οι πόροι μας θα προστεθούν εις τους ιδικούς των, και επί πλέον θα μας μεταχειρισθούν με μεγαλυτέραν αυστηρότητα παρ' εκείνους, οι οποίοι από πριν έχουν γίνει υποτελείς υπήκοοί των. Ενώ, εάν σπεύσετε να μας βοηθήσετε, θα προσθέσετε εις την δύναμίν σας πόλιν έχουσαν στόλον ισχυρόν, του οποίου προ πάντων έχετε ακόμη ανάγκην, και θα καταβάλετε ευκολώτερα τους Αθηναίους, αφαιρούντες βαθμιαίως απ' αυτούς τους συμμάχους των (διότι καθείς τότε θαρραλεώτερον θα ταχθή με το μέρος σας), και θ' απαλλαγήτε από την μομφήν η οποία θα σας απηυθύνετο εις το παρελθόν, ότι δεν βοηθείτε τους αποστατούντας. Εάν άλλωστε παρουσιασθήτε δημοσία ως ελευθερωταί, η νίκη σας κατά τον πόλεμον θα είναι ασφαλεστέρα.

14. "Σεβασθήτε λοιπόν και τας ελπίδας που οι Έλληνες στηρίζουν εις σας και τον Ολύμπιον Δία, εις τον ναόν του οποίου καθήμεθα οιονεί ικέται, και βοηθήσατε τους Μυτιληναίους, δεχόμενοι αυτούς εις την συμμαχίαν σας. Και μη εγκαταλείψετε ημάς, οι οποίοι μολονότι εκθέτομεν ατομικώς την ζωήν μας εις κίνδυνον, θα παράσχωμεν, εν περιπτώσει επιτυχίας, κοινήν εις όλους την ωφέλειαν αλλ' επίσης γενικωτέραν την βλάβην, εάν μείνετε αμετάπειστοι και ως εκ τούτου αποτύχωμεν. Φανήτε άνδρες τοιούτοι οποίους οι Έλληνες σας θεωρούν και οποίους ο φόβος μας θέλει να δειχθήτε".

15. Οι Μυτιληναίοι σύμμαχοι των Πελοποννησίων. Οι Λακεδαιμόνιοι εις τον Ισθμόν

Κατ' αυτόν τον τρόπον ωμίλησαν οι Μυτιληναίοι. Οι Λακεδαιμόνιοι και λοιποί σύμμαχοι, αφού τους ήκουσαν εδέχθησαν τας προτάσεις των, και όχι μόνον έκαμαν τους Λεσβίους συμμάχους, αλλά και εις όλους τους συμμάχους, πριν ακόμη αναχωρήσουν, συνεστήθη να συγκεντρωθούν εσπευσμένως εις τον ισθμόν με τα δύο τρίτα των δυνάμεών των, δια να εισβάλουν εις την Αττικήν. Οι Λακεδαιμόνιοι έφθασαν εκεί πρώτοι, και ήρχισαν να κατασκευάζουν μηχανάς, δια να σύρουν τα πλοία και τα μεταφέρουν δια του Ισθμού εις την προς τας Αθήνας θάλασσαν, δια να επιτεθούν εναντίον των Αθηνών δια ξηράς συγχρόνως και δια θαλάσσης. Και αυτοί μεν προέβαιναν δραστηρίως εις τας ενεργείας των, αλλ' οι λοιποί σύμμαχοι συνεκεντρώνοντο βραδέως, καθόσον ήσαν απησχολημένοι με την συγκομιδήν της εσοδείας και είχαν πολύ ολίγην διάθεσιν προς εκστρατείαν.

16. Ναυτική επίδειξις των Αθηναίων εις Πελοπόννησον

Εννοήσαντες οι Αθηναίοι ότι αι προετοιμασίαι αυταί εγίνοντο ένεκα υποτιμήσεως της ιδικής των δυνάμεως, ηθέλησαν ν' αποδείξουν ότι η γνώμη αυτή ήτο εσφαλμένη και ότι ήσαν εις θέσιν, χωρίς να μετακινήσουν τον εναντίον της Λέσβου παρατεταγμένον στόλον, ν' αποκρούσουν ευκόλως και την απειλουμέχην ναυτικήν εκ Πελοποννήσου επίθεσιν. Εξώπλισαν λοπόν εκατόν πλοία, των οποίων τα πληρώματα εστρατολογήθησαν μεταξύ των Αθηναίων πολιτών (εξαιρουμένων των Ιππέων και των πεντακοσιομεδίμνων) και των μετοίκων, και εκπλεύσαντες έκαμαν επίδειξιν κατά μήκος του Ισθμού και ενήργουν αποβάσεις επί της Πελοποννησιακής ακτής κατ' αρέσκειαν. Οι Λακεδαιμόνιοι, ενώπιον του εντελώς απροσδόκητου τούτου θεάματος, εθεώρησαν ότι τα λεχθέντα από τους Λεσβίους δεν ήσαν αληθή, και κρίνοντες την κατάστασιν δύσκολον, καθόσον όχι μόνον οι σύμμαχοι δεν προσήρχοντο, αλλά και ανηγγέλθη προς τούτοις ότι η περί την Πελοπόννησον μοίρα των Αθηναϊκών τριάκοντα πλοίων ηρήμωνε τα παράλια των Περιοίκων, επέστρεψαν εις τα ίδια. Βραδύτερον, εν τούτοις, ήρχισαν να ετοιμάζουν στόλον δια να τον στείλουν εις την Λέσβον, προσεκάλεσαν τους συμμάχους να εξοπλίσουν σαράντα πλοία, και διώρισαν ναύαρχον τον Αλκίδαν, ο οποίος θα ήτο αρχηγός της ναυτικής αυτής εκστρατείας. Όταν οι Αθηναίοι είδαν ότι και ο εχθρός απεσύρθη, επέστρεψαν και αυτοί με τον στόλον των εκατόν πλοίων κατ' οίκον.

17. Η δύναμις του Αθηναϊκού στόλου

Κατά το διάστημα που τα πλοία αυτά ευρίσκοντο εν πλώ οι Αθηναίοι είχαν εν ενεργεία εις τα διάφορα θέατρα του πολέμου ένα από τους μεγαλύτερους τωόντι στόλους που είχαν ποτέ. Μόνον κατά την αρχήν του πολέμου είχαν ανάλογον και ακόμη μάλιστα μεγαλύτερον στόλον. Διότι εκατόν πλοία επροστάτευαν την Αττικήν, την Εύβοιαν και την Σαλαμίνα, εκατόν δ' άλλα επεριπόλουν περί την Πελοπόννησον, μη υπολογιζομένων των ευρισκομένων προ της Ποτειδαίας και εις άλλα μέρη, ώστε, κατά την διάρκειαν ενός και του ιδίου θέρους, η ολική δύναμις του στόλου των είχεν ανέλθει εις διακόσια πενήντα πλοία. Η διατήρησις τόσον μεγάλων στόλων κυρίως και η πολιορκία της Ποτειδαίας εξήντλησαν ολίγον κατ' ολίγον το δημόσιον ταμείον. Διότι οι οπλίται, που επολιόρκουν την Ποτείδαιαν, ελάμβαναν ημερησίως δύο δραχμάς έκαστος (μίαν δια τον εαυτόν του και μίαν δια τον υπηρέτην του). Ο αριθμός των ανήρχετο αρχικώς εις τρεις χιλιάδας και δεν ηλαττώθη καθ' όλην την διάρκειαν της πολιορκίας. Χίλιοι εξακόσιοι προσετέθησαν βραδύτερον υπό τον Φορμίωνα, αλλ' απήλθαν προ του τέλους της πολιορκίας. Και οι επί των πλοίων ναύται ελάμβαναν τον αυτόν με τους στρατιώτας μισθόν. Κατά τοιούτον λοιπόν τρόπον εξηντλήθησαν τα χρήματα ολίγον κατ' ολίγον, και τόσος υπήρξεν ο μεγαλύτερος αριθμός πλοίων που εξώπλισαν ποτέ.

18. Αποκλεισμός της Μυτιλήνης υπό των Αθηναίων και από ξηράς

Εις την ιδίαν εποχήν που οι Λακεδαιμόνιοι ευρίσκοντο εις τον Ισθμόν, οι Μυτιληναίοι εξεστράτευσαν δια ξηράς, οι ίδιοι μαζί με την μισθοφορικήν των δύναμιν, εναντίον της Μηθύμνης με την ελπίδα ότι θα παρεδίδετο δια προδοσίας, Επειδή όμως η κατά της πόλεως επίθεσίς των δεν ευωδώνετο, όπως είχαν ελπίσει, απήλθαν εις την Άντισσαν, την Πύρραν και την Έρεσον, και αφού ερρύθμισαν τα πράγματα των πόλεων αυτών, κατά τρόπον ασφαλίζοντα καλλίτερα τα συμφέροντά των, και ενίσχυσαν τα τείχη των, επέστρεψαν ταχέως εις τα ίδια. Μετά την αναχώρησίν των εξεστράτευσαν και οι Μηθυμναίοι εναντίον της Αντίσσης. Αλλά ηττηθέντες σοβαρώς από τους εξορμήσαντας Αντισσαίους και τους μισθοφόρους αυτών, εφονεύθησαν πολλοί και οι περισωθέντες υπεχώρησαν εσπευσμένως. Οι Αθηναίοι, μαθόντες ταύτα, ότι δηλαδή όχι μόνον οι Μυτιληναίοι ήσαν κύριοι της υπαίθρου χώρας, αλλά και ο ιδικός των στρατός δεν ήτο εις θέσιν να τους κρατή αποκλεισμένους εντός των τειχών των, απέστειλαν κατά τας αρχάς του φθινοπώρου χίλιους ιδικούς των οπλίτας, υπό τον στρατηγόν Πάχητα, υιόν του Επικούρου. Οι στρατιώται αυτοί, εκτελέσαντες οι ίδιοι χρέη κωπηλατών, έφθασαν εις Μυτιλήνην, την οποίαν περιεκύκλωσαν με απλούν τείχος, ενώ εις τα εκ φύσεως οχυρώτερα σημεία ανηγέρθησαν συγχρόνως προσιτά οχυρώματα, αποτελούντα μέρος του τείχους. Κατ' αυτόν τον τρόπον, η Μυτιλήνη ευρίσκετο πλέον στενώς αποκλεισμένη και από τα δύο μέρη, από ξηράς δηλαδή και από θαλάσσης, και εν τω μεταξύ ήρχιζεν ήδη ο χειμών.

19. Επιβολή ειδικού φόρου εις Αθήνας. Είσπραξις των συμμαχικών φόρων

Επειδή οι Αθηναίοι είχαν ανάγκην προσθέτων δαπανών δια την εξακολούθησιν της πολιορκίας, και οι ίδιοι δια πρώτην τότε φοράν κατέβαλαν έκτακτον πολεμικόν φόρον επί του κεφαλαίου, ανελθόντα εις διακόσια τάλαντα, και συγχρόνως απέστειλαν μοίραν δώδεκα πλοίων, υπό τον στρατηγόν Λυσικλή και τέσσαρας άλλους, προς είσπραξιν των καθυστερουμένων φόρων των συμμάχων. Ο Λυσικλής περιέπλεε πολλά μέρη συνάζων τους φόρους, αλλ' όταν επροχώρησεν από τον Μυούντα της Καριάς εις το εσωτερικόν, δια της πεδιάδος του Μαιάνδρου, μέχρι του Σανδίου λόφου, επετέθησαν κατ' αυτού Κάρες και Αναιίται και εφόνευσαν και τον ίδιον και μέγα μέρος του στρατού του.

20. Επιτυχής έξοδος του ημίσεος της φρουράς των Πλαταιών πολιορκουμένων υπό των Πελοποννησίων

Κατά την διάρκειαν του ιδίου χεμώνος, οι Πλαταιείς (οι οποίοι επολιορκουντο ακόμη από τους Πελοποννησίους και τους Βοιωτούς), επειδή και από την έλλειψιν τροφίμων επιέζοντο και από τας Αθήνας δεν ήλπιζαν καμμίαν βοήθειαν, ούτε καμμία άλλη σωτηρία εφαίνετο, απεφάσισαν κατ' αρχάς, από κοινού με τους συμπολιορκουμένους Αθηναίους, να ενεργήσουν όλοι έξοδον και υπερβούν τα εχθρικά τείχη, διασπώντες, αν ημπορέσουν, τον αποκλεισμόν. Εισηγηταί της επιχειρήσεως ήσαν ο μάντις Θεαίνετος, υιός του Τολμίδου, και ο Ευπομπίδης, υιός του Λαϊμάχου, ο οποίος ήτο και στρατηγός. Έπειτα όμως οι ημίσεις εδίστασαν να λάβουν μέρος, διότι εθεώρησαν τον κίνδυνον πολύ μεγάλον, και μόνον διακόσιοι είκοσι περίπου επέμειναν αυτοπροαιρέτως εις την έξοδον, η οποία έγινε κατά τον εξής τρόπον: Κατεσκεύασαν κλίμακας ίσας με το υψος του εχθρικού τείχους, υπολογίσαντες το μήκος των από τας αλλεπαλλήλους σειράς των πλίνθων εις μέρος, όπου το τείχος, κατά το μέτωπον το εστραμμένον προς τας Πλαταιάς, έτυχε να μην έχη επιχρισθή δια κονιάματος. Επειδή πολλοί συγχρόνως έκαμαν τον υπολογσμόν αυτόν, ήτο φυσικόν ότι μερικοί θα επλανώντο, οι περισσότεροι όμως θα επετύγχαναν τον ορθόν υπολογισμόν, άλλωστε και διότι τον επανελάμβαναν πολλάκις, και συγχρόνως ευρίσκοντο εις μικράν απόστασιν και επομένως ημπορούσαν ευκόλως να διακρίνουν όσον μέρος του τείχους ήθελαν. Το μέτρον λοιπόν των κλιμάκων έλαβαν κατ' αυτόν τον τρόπον, υπολογίσαντες αυτό από το πάχος των πλίνθων.

21. Το τείχος των Πελοποννησίων ήτο οικοδομημένον κατά τον ακόλουθον τρόπον. Είχε περιβόλους δύο, τον ένα βλέποντα προς τας Πλαταιάς, τον άλλον προς τα έξω, εναντίον ενδεχομένης επθέσεως των Αθηναίων, και μεταξύ των δύο περιβόλων υπήρχε διάστημα δέκα εξ περίπου ποδών. Εις το μεταξύ τούτο διάστημα των δέκα εξ ποδών ήσαν οικοδομημέναι κατοικίαι, αι οποίαι είχαν διανεμηθή εις τους φρουρούς και ήσαν συνεχείς, ώστε να φαίνεται το όλον ως ένα παχύ τείχος με επάλξεις και από τα δύο μέρη. Εις κάθε διάστημα δέκα επάλξεων υπήρχαν πύργοι μεγάλοι ίσου πλάτους με το τείχος, εκτεινόμενοι έκαστος καθ' όλον το διάστημα από το εσωτερικόν έως το εξωτερικόν μέτωπον, ώστε δεν υπήρχε πάροδος εις την πλευράν των πύργων, αλλ' οι φρουροί διήρχοντο δια του μέσου αυτών. Κατά την νύκτα, όταν ο καιρός ήτο βροχερός και οι φρουροί εγκατέλειπαν τας επάλξεις και εξετέλουν την φρούρησιν από τους πύργους, οι οποίοι ήσαν εις μικράν απ' αλλήλων απόστασιν και στεγασμένοι. Τοιούτο λοιπόν ήτο το τείχος, με το οποίον ήσαν πολιορκημένοι γύρω γύρω οι Πλαταιείς.

22. Οι τελευταίοι, αφού συνεπλήρωσαν τας ετοιμασίας των, επωφελήθησαν μίαν νύκτα ασέληνον, και συγχρόνως θυελλώδη και βροχεράν, και ήρχισαν την έξοδον, υπό την αρχηγίαν εκείνων οι οποίοι ήσαν και εισηγηταί της επιχειρήσεως. Και πρώτον διέβησαν την τάφρον, η οποία περιέβαλλε το τείχος των, και έφθασαν αμέσως εις την βάσιν του εχθρικού τείχους, χωρίς να τους αντιληφθούν οι φρουροί, οι οποίοι δεν ημπόρεσαν ούτε να τους διακρίνουν, ένεκα του επικρατούντος πανταχού σκότους, ούτε να τους ακούσουν, διότι τον κρότον του βαδίσματος των κατέπνιγεν ο πάταγος της θυέλλης. Άλλωστε εβάδιζαν εις ικανήν ο εις από τον άλλον απόστασιν, δια να μη προδοθούν από τον αλληλοσυγκρουόμενον οπλισμόν των. Έφεραν δε ελαφρόν οπλισμόν και υπόδησιν εις μόνον τον αριστερόν πόδα, δια να μη γλυστρούν επί του πηλού. Κατά πρώτον εκείνοι που εκράτουν τας κλίμακας έφθασαν και τας εστήριξαν εις το μεταξύ δύο πύργων διάστημα, όπου ήσαν αι επάλξεις, γνωρίζοντες ότι ήσαν αφρούρητοι. Ευθύς μετά τούτο ήρχισαν ν' αναβαίνουν δώδεκα ελαφροί στρατιώται, φέροντες ξιφίδιον και θώρακα. Πρώτος ανέβη ο αρχηγός των Αμμέας, υιός του Κοροίβου, κατόπιν δ' από αυτόν ανέβησαν οι ακόλουθοί του και εστράφησαν ανά εξ εις καθένα από τους δύο πύργους. Ευθύς έπειτα επροχώρουν άλλοι ελαφροί στρατιώται φέροντες μικρά δόρατα. Δια να διευκολύνουν την ανάβασίν των άλλοι, ερχόμενοι όπισθέν των, εκράτουν τας ασπίδας των, τας οποίας θα τους έδιδαν όταν θα ήσαν πλησίον του εχθρού. Όταν είχαν ήδη αναβή αρκετοί επί του τείχους, οι φρουροί αντελήφθησαν από τους πύργους τα συμβαίνοντα, καθόσον εις από τους Πλαταιείς, ενώ εζήτει να στηριχθή επί των επάλξεων, παρέσυρεν ένα κεραμίδι, το οποίον έπεσε και επροξένησε κρότον. Και αμέσως ηκούσθησαν κραυγαί κινδύνου και οι φρουροί ώρμησαν εις τας επί του τείχους θέσεις των. Διότι, ως εκ της σκοτεινής νυκτός και συγχρόνως οι Πλαταιείς, που είχαν μείνει εντός της πόλεως, εξήλθαν και προσέβαλαν το τείχος των Πελοποννησίων, προς το αντίθετον μέρος από εκείνο επί του οποίου ανερριχώντο οι συναγωνισταί των, δια ν' αποτρέψουν όσον το δυνατόν απ' αυτούς την προσοχήν των πολιορκητών. Ως εκ τούτου, μολονότι οι τελευταίοι ευρίσκοντο εις μεγάλην ταραχήν, έμειναν ακίνητοι, χωρίς κανείς να τολμά ν' απομακρυνθή από την ωρισμένην δι' αυτόν θέσιν, δια να δώση βοήθειαν, εφόσον δεν ημπορούσαν να συμπεράνουν τι συνέβαινε. Και οι τριακόσιοι, οι οποίοι είχαν διαταγήν να σπεύσουν εις βοήθειαν οπουδήποτε παρουσιάζετο ανάγκη, επροχώρησαν έξω από το τείχος προς το μέρος, από το οποίον ήρχοντο αι κραυγαί του κινδύνου, ενώ εξ άλλου υψώθησαν πυρσοί, δια να μεταδώσουν εις τας Θήβας την είδησιν της εχθρικής επιθέσεως. Αλλά και οι μείναντες εις την πόλιν Πλαταιείς ύψωσαν και αυτοί από το τείχος πυρσούς πολλούς, ετοιμασμένους εκ των προτέρων, με τον σκοπόν να συγχύσουν οι εχθροί τα σήματα των πυρσών, και νομίσαντες ότι συμβαίνει άλλο τι παρά το αληθές, να μην έλθουν εις βοήθειαν, πριν οι ενεργήσαντες την έξοδον συναγωνισταί των διαφύγουν και φθάσουν εις ασφαλές μέρος.

23. Εν τω μεταξύ, αφού οι πρώτοι από τους λαβόντας μέρος εις την έξοδον Πλαταιείς είχαν αναβή εις το τείχος και γίνει κύριοι των δύο πύργων, φονεύσαντες τους φρουρούς των, όχι μόνον ετοποθετήθησαν οι ίδιοι του λοιπού ως φρουροί εις τας υπό τους πύργους διόδους, δια να μην ημπορέση κανείς να διέλθη από εκεί και τους επιτεθή, αλλά και εστήριξαν από το μεταπύργιον κλίμακας επί των πύργων και ανέβασαν εις την στέγην των αρκετούς άνδρας. Και άλλοι μεν απέκρουαν τους επιτιθεμένους, τοξεύοντες αυτούς και από την στέγην και από τας διόδους των πύργων, άλλοι δε, και αυτοί ήσαν οι περισσότεροι, στηρίξαντες πολλάς κλίμακας επί του τείχους και κρημνίσαντες συγχρόνως τας επάλξεις, ήρχισαν να περνούν από το μεταξύ των δύο πύργων διάστημα. Καθείς δε που επερνούσεν εκάστοτε το τείχος, ετοποθετείτο είς το χείλος της εξωτερικής τάφρου, και απ' εκεί ετόξευαν και ηκόντιζαν καθένα που προσεπάθει τυχόν να πλησίαση το τείχος και εμποδίση την διάβασιν. Όταν δε όλοι οι άλλοι είχαν περάσει το τείχος, οι ευρισκόμενοι εις τους δύο πύργους, εκ των οποίων οι τελευταίοι κατέβησαν με μεγάλην δυσκολίαν, επροχώρουν προς την τάφρον, και κατά την στιγμήν αυτήν οι τριακόσιοι, κρατούντες πυρσούς, επετέθησαν κατ' αυτών. Ως εκ τούτου, οι Πλαταιείς, από το σκότος, εις το οποίον ευρίσκοντο, ιστάμενοι εις το χείλος της τάφρου, ημπορούσαν να βλέπουν καλλίτερα και τους ετόξευαν και ηκόντιζαν εις τα απροστάτευτα μέρη του σώματος ενώ οι ίδιοι, ευρισκόμενοι εις το σκότος, διεκρίνοντο ολιγώτερον υπό των πολιορκητών, ένεκα των πυρσών που εκράτουν οι τελευταίοι, ούτως ώστε και οι τελευταίοι Πλαταιείς κατώρθωσαν να διαβούν αισίως την τάφρον, μολονότι με μεγάλην δυσκολίαν και κατόπιν τραχέος αγώνος. Διότι ο πάγος που είχε σχηματισθή εις την τάφρον δεν ήτο αρκετά στερεός δια να βαδίζη κανείς επ' αυτού, αλλά μάλλον υδαρής, όπως συμβαίνει, όταν πνέη ανατολικός άνεμος αντί βορείου, Ενώ, εξ άλλου, επειδή με τον άνεμον αυτόν έπιπτεν ελαφρά χιών καθ' όλην την νύκτα, το νερό υψώθη πολύ εντός της τάφρου, ώστε οι Πλαταιείς την επέρασαν, μόλις έχοντες την κεφαλήν εκτός του ύδατος. Την επιτυχίαν, άλλωστε, της διαφυγής των ώφειλαν κυρίως εις την μεγάλην κακοκαιρίαν.

24. Ορμήσαντες από το χείλος της τάφρου, οι Πλαταιείς επροχώρουν αθρόοι δια της οδού, η οποία φέρει εις τας Θήβας, έχοντες δεξιά το Ηρώον του Ανδροκράτους, καθόσον ενόμιζαν ότι κανείς δεν ημπορούσε να τους υποπτευθή ότι ηκολούθησαν την οδόν αυτήν, η οποία φέρει προς τους εχθρούς. Συγχρόνως έβλεπαν ότι οι Πελοποννήσιοι, κρατούντες δάδας, τους κατεδίωκαν επί της οδού, η οποία δια του Κιθαιρώνος και των Δρυός Κεφαλών φέρει εις τας Αθήνας. Και μέχρι μεν αποστάσεως εξ έως επτά σταδίων, οι Πλαταιείς επροχώρησαν επί της οδού των Θηβών, αλλ' έπειτα εστράφησαν και ηκολούθησαν την ορεινήν οδόν η οποία φέρει προς τας Ερυθράς και τας Υσιάς, και φθάσαντες εις τα όρη, διεσώθησαν εις τας Αθήνας, διακόσιοι δώδεκα τον αριθμόν. Οι λαβόντες μέρος εις την έξοδον ήσαν ολίγον περισσότεροι, αλλά μερικοί επέστρεψαν εις την πόλιν πρίν υπερβούν το τείχος εις δε τοξότης ηχμαλωτίσθη εντός της εξωτερικής τάφρου. Οι Πελοποννήσιοι παρήτησαν τότε την καταδίωξιν και επέστρεψαν εις τας θέσεις των. Οι εντός της πόλεως Πλαταιείς ηγνόουν εντελώς την έκβασιν της επιχειρήσεως, όταν όμως οι ολίγοι επιστρέφοντες ανήγγειλαν εις αυτούς ότι κανείς δεν εσώθη, έστειλαν κήρυκα άμα εξημέρωσε, δια να ζήτηση την παραλαβήν των νεκρών, αλλά μαθόντες την αλήθειαν, παρήτησαν την αίτησίν των. Κατ' αυτόν λοιπόν τον τρόπον εσώθησαν οι ενεργήσαντες την έξοδον Πλαταιείς, υπερβάντες το εχθρικόν τείχος.

25. Οι Μυτιληναίοι αναθαρρούν μανθάνοντες περί προσεχούς αποστολής Σπαρτιατικών δυνάμεων εις την νήσον των

Περί το τέλος του ιδίου χειμώνος, εστάλη από την Λακεδαίμονα επί πολεμικού πλοίου εις την Μυτιλήνην ο Λακεδαιμόνιος Σάλαιθος, ο οποίος κατέπλευσεν εις την Πύρραν, και απ' εκεί δια ξηράς, ακολουθήσας μίαν χαράδραν, προς το μέρος της οποίας ήτο δυνατόν να υπερβή κανείς το περιτείχισμα εισήλθε χωρίς να εννοηθή εις την Μυτιλήνην και ανεκοίνωσεν εις τους άρχοντας και την επικειμένην εισβολήν εις την Αττικήν και την σύγχρονον με αυτήν άφιξιν της μοίρας των σαράντα πλοίων, τα οποία ώφειλαν να έλθουν προς βοήθειάν των, προσθέσας ότι εστάλη ο ίδιος προηγουμένως, δια να φέρη τας ειδήσεις αυτάς και συγχρόνως αναλάβη γενικώς την διεύθυνσιν των πραγμάτων. Ως εκ τούτου, οι Μυτιληναίοι ανεθάρρησαν και ήσαν ολιγώτερον διατεθειμένοι να συνθηκολογήσουν προς τους Αθηναίους. Κατ' αυτόν τον τρόπον ετελείωσεν ο χειμών και το τέταρτον έτος του πολέμου, την ιστορίαν του οποίου εγραψεν ο Θουκυδίδης.

Έτος 5ον : 427 - 426 π.Χ.[Επεξεργασία]

26. Εισβολή των Πελοποννησίων εις την Αττικήν

Κατά το επόμενον θέρος, οι Λακεδαιμόνιοι, αφού απέστειλαν εις Μυτιλήνην την μοίραν των σαράντα πλοίων, υπό την αρχηγίαν του Αλκίδου, ο οποίος ήτο ναύαρχος του έτους εκείνου, εισέβαλαν αμέσως οι ίδιοι με τους συμμάχους των εις την Αττικήν, διότι επεδίωκαν όπως οι Αθηναίοι, παρενοχλούμενοι δια ξηράς συγχρόνως και δια θαλάσσης, αποτραπούν, ει δυνατόν, από του να έλθουν δια του στόλου των εις ενίσχυσιν των πολιορκουσών την Μυτιλήνην δυνάμεών των. Αρχηγός της εισβολής αυτής, αντί του ανηλίκου εισέτι βασιλέως Παυσανίου, υιού του Πλειστοάνακτος, ήτο ο Κλεομένης, ο οποίος, ως γνωστόν, ήτο προς πατρός θείος του. Και όχι μόνον τα προηγουμένως δενδροτομημένα μέρη της Αττικής, οπουδήποτε είχε παρουσιασθή νέα βλάστησις, ηρήμωσαν, αλλά και όσα είχαν μείνει άθικτα κατά τας προηγούμενας εισβολάς. Μετά την δεύτερον εισβολήν, η του έτους τούτου υπήρξε τωόντι επαχθεστέρα δια τους Αθηναίους από όλας τας άλλας. Διότι οι Πελοποννήσιοι, περιμένοντες από ημέρας εις ημέραν να μάθουν από την Λέσβον κανέν κατόρθωμα του στόλου των, ο οποίος επίστευαν ότι είχεν ήδη φθάσει εκεί, διέτρεξαν το μεγαλύτερον μέρος της χώρας καταστρέφοντες αυτήν. Αλλ' επειδή αι προσδοκίαι των δεν επραγματοποιούντο και τα τρόφιμα των είχαν εξαντληθή, απεσύρθησαν, και τα διάφορα συμμαχικά αποσπάσματα επέστρεψαν εις τα ίδια.

27. Συνθηκολόγησις των Μυτιληναίων με τους Αθηναίους

Εν τω μεταξύ, οι Μυτιληναίοι, επειδή και τα πλοία δεν τους ήρχοντο από την Πελοπόννησον, αλλ' εχρόνιζαν, και η εξάντλησις των τροφίμων είχε προχωρήσει, εξηναγκάσθησαν να συνθηκολογήσουν προς τους Αθηναίους, ένεκα της επομένης αφορμής. Επειδή και ο ίδιος ο Σάλαιθος έπαυσε πλέον να ελπίζη ότι θα φθάσουν τα πλοία, έδωσεν εις τους ανθρώπους του λαού βαρύν οπλισμόν, ενώ προηγουμένως ήσαν ελαφρώς μόνον ωπλισμένοι, διότι εσκόπευε να ενεργήση έξοδον, δια να επτεθή κατά του εχθρού. Αλλ' εκείνοι, ευθύς ως έλαβαν τον βαρύν οπλισμόν, δεν ήθελαν πλέον να υπακούσουν εις τους άρχοντας, αλλά συνερχόμενοι εις συλλαλητήρια, επροκάλουν τους ολιγαρχικούς να φανερώσουν και διανείμουν εις όλους τα τρόφιμα που είχαν κρυμμένα· άλλως εδήλωσαν ότι αυτοί θα συνεννοηθούν μόνοι των με τους Αθηναίους και θα παραδώσουν την πόλιν.

28. Επειδή δε η ολιγαρχική μερίς που ήτο εις τα πράγματα αντελήφθη ότι όχι μόνον να εμποδίσουν τούτο δεν ήσαν εις θέσιν, αλλά και ότι εάν μείνουν έξω από την συνθηκολογίαν, θα εκτεθούν εις μεγάλον κίνδυνον, εσυνθηκολόγησαν από κοινού με την δημοκρατικήν μερίδα προς τον Πάχητα και τον στρατόν αυτού. Κατά τους ορούς της συνθηκολογίας, οι Αθηναίοι είχαν το δικαίωμα να λάβουν οιανδήποτε ήθελαν απόφασιν περί της τύχης των Μυτιληναίων, οι οποίοι θα εδέχοντο τον Αθηναϊκόν στρατόν εντός της πόλεως, τους επέτρεπαν όμως να στείλουν πρεσβείαν εις τας Αθήνας, δια να υποστηρίξουν τα συμφέροντά των. Μέχρις επιστροφής της πρεσβείας, ο Πάχης δεν είχε δικαίωμα ούτε να φυλάκιση, ούτε να πωλήση ως δούλον, ούτε να θανατώση κανένα Μυτιληναίον. Αυτοί ήσαν οι όροι της συνθηκολογίας. Αλλ' όσοι Μυτιληναίοι είχαν πρωτοστατήσει εις τας μυστικάς συνεννοήσεις με τους Λακεδαιμονίους ήσαν περίφοβοι, και ευθύς ως ο στρατός εισήλθεν εντός της πόλεως, μη δυνάμενοι να ησυχάσουν, παρ' όλας τας δοθείσας υποσχέσεις, εκάθισαν ικέται εις τους βωμούς. Αλλ' ο Πάχης τους έπεισε να σηκωθούν απ' εκεί, υποσχόμενος να μη τους βλάψη, και τους ετοποθέτησε χάριν ασφαλείας εις την Τένεδον, έως ότου οι Αθηναίοι αποφασίσουν περί αυτών. Έστειλεν ωσαύτως τριήρεις εις την Άντισσαν και, την κατέλαβε, και έλαβεν όσα άλλα στρατιωτικά μέτρα εθεώρησε χρήσιμα.

29. Αι Πελοποννησιακαί δυνάμεις φθάνουν εις Μυτιλήνην μετά την συνθηκολόγησιν αυτής με τας Αθήνας

Οι επιβαίνοντες της μοίρας των σαράντα Πελοποννησιακών πλοίων, τα οποία έπρεπε να φθάσουν εσπευσμένως εις την Μυτιλήνην, όχι μόνον εχρονοτρίβησαν, πλέοντες κατά μήκος της ακτής της Πελοποννήσου, αλλά και τον επίλοιπον πλουν με βραδύτητα διεξήγαν. Είχαν δ' ήδη φτάσει εις την Δήλον, πριν αντιληφθούν από τας Αθήνας τον πλουν των. Απ' εκεί προσήγγισαν εις την Μύκονον και την Ίκαρον, όπου κατά πρώτον έμαθαν ότι η Μυτιλήνη είχε κυριευθή, θέλοντες, εν τούτοις, να βεβαιωθούν, κατέπλευσαν εις το Έμβατον της Ερυθραίας, επτά περίπου ημέρας μετά την άλωσιν της Μυτιλήνης. Αφού εβεβαιώθησαν τούτο συνεσκέφθησαν περί των μέσων, τα οποία ενδεικνύονται από τας περιστάσεις, και ο Ηλείος Τευτίαπλος ωμίλησε προς αυτούς ως εξής:

30. Ο Ηλείος Τευτίαπλος προτείνει να γίνη επίθεσις προς άλωσιν της Μυτιλήνης, αλλ' ο Σπαρτιάτης ναύαρχος αρνείται

"Αλκίδα και όσοι, καθώς εγώ, παριστάμεθα εδώ αρχηγοί των Πελοποννησιακών δυνάμεων, η γνώμη μου είναι να πλεύσωμεν εις την Μυτιλήνην, χωρίς να χάνωμεν στιγμήν και πριν μας αντιληφτούν. Διότι κατά πάσαν πιθανότητα θα εύρωμεν την πόλιν πολύ ανεπαρκώς φρουρουμένην εκ μέρους ανθρώπων, οι οποίοι προ ολίγου την εκυρίευσαν. Προ πάντων προς το μέρος της θαλάσσης, από το οποίον εκείνοι όχι μόνον δεν περιμένουν, ότι ημπορεί να γίνη αιφνιδία εχθρική επίθεσις, αλλά και ημείς συμβαίνει να ημπορούμεν να πλήξωμεν αποτελεσματικώτερον. Και ο κατά γήν στρατός των, άλλωστε, είναι πολύ πιθανόν να ευρίσκεται διεσπαρμένος εις διαφόρους οικίας με την συνήθη εις τους νικητάς αμέλειαν. Εάν λοιπόν επιπέσωμεν εναντίον των αιφνιδίως και εν καιρώ νυκτός, ελπίζω με την βοήθειαν των κατοίκων, όσοι τυχόν έχουν μείνει φίλοι μας, να γίνωμεν κύριοι των πραγμάτων. Ούτε πρέπει να φοβηθώμεν τον κίνδυνον, διότι πρέπει να γνωρίζωμεν ότι εις τούτο ακριβώς συνίστανται τα απρόοπτα του πολέμου, και ότι εκείνος ο στρατηγός επιτυγχάνει ως επί το πλείστον, ο οποίος όχι μόνον προφυλάσσεται από αυτά ο ίδιος, αλλά και προσέχει να εύρη την κατάλληλον ευκαιρίαν, δια να επιτεθή αιφνιδιαστικώς εναντίον του εχθρού".

31. Αυτά μόνον είπεν ο Τευτίαπλος, αλλ' ο Αλκίδας δεν επείθετο. Εξ άλλου όμως, μερικοί φυγάδες από την Ιωνίαν και οι επιβαίνοντες επί του στόλου Λέσβιοι τον συνεβούλευαν, αφού φοβείται τον κίνδυνον αυτόν, να καταλάβη καμμίαν από τας πόλεις της Ιωνίας, ή την Αιολικήν Κύμην, όπως, χρησιμοποιούντες αυτήν ως ορμητήριον, επιτύχουν την αποστασίαν της Ιωνίας (λέγοντες ότι υπήρχε τοιαύτη ελπίς, καθόσον κανείς δεν ήκουσε δυσαρέστως την άφιξίν των), και ότι δια του μέσου αυτού θα στερήσουν βαθμηδόν από την μεγαλυτέραν πηγήν των εισοδημάτων των τους Αθηναίους, ενώ εξ άλλου εάν εφήρμοζαν κατ' αυτών αποκλεισμόν, θα υπεβάλλοντο εις σημαντικάς δαπάνας. Επίστευαν συγχρόνως ότι θα έπειθαν και τον Πισσούθνην να συμπολεμήση μαζί των. Αλλ' ο Αλκίδας ούτε τας συστάσεις αυτάς απεδέχθη, διότι, αφού δεν επρόλαβε την άλωσιν της Μυτιλήνης τίποτε άλλο κυρίως δεν εσκέπτετο παρά πώς να επιστρέψη όσον το δυνατόν ταχύτερον εις την Πελοπόννησον.

32. Επιστροφή του Πελοποννησιακού στόλου

Αποπλεύσας ούτως από το Έμβατον, έπλεε κατά μήκος της ακτής, και προσεγγίσας εις την Μυόννησον, πόλιν των Τηίων, εθανάτωσε τους περισσοτέρους από τους αιχμαλώτους ,όσους είχε συλλάβει κατά τον πλουν. Προσωρμίσθη επίσης εις την Έφεσον, όπου ήλθαν προς αυτόν πρέσβεις των Σαμίων, οι όποιοι είχαν εγκατασταθή εις τα Άναια, να του είπουν ότι ήτο κακή μέθοδος απελευθερώσεως της Ελλάδος το να θανατώνη ανθρώπους, οι οποίοι ούτε χέρι εσήκωσαν εναντίον του, ούτε εχθροί του ήσαν, αλλ' ήσαν εξ ανάγκης σύμμαχοι των Αθηναίων, και ότι αν δεν έπαυεν ολίγους εχθρούς θα προσεταιρίζετο ως φίλους, αλλά πολύ περισσοτέρους φίλους θα έκαμνεν εχθρούς. Ο Αλκίδας επείσθη και απέλυσεν όσους ακόμη είχε Χίους αιχμαλώτους και μερικούς από τους άλλους. Οι άνθρωποι, τωόντι, αυτοί, όταν έβλεπαν τα Πελοποννησιακά πλοία, δεν επεχείρουν να φύγουν, αλλά μάλλον τα επλησίαζαν, διότι υπέθεταν ότι είναι Αθηναϊκά, ούτε ημπορούσαν να φαντασθούν ποτέ, ότι ενώ ήσαν οι Αθηναίοι κύριοι της θαλάσσης, Πελοποννησιακός στόλος θα έπλεε μέχρις Ιωνίας.

33. Ο Αλκίδας απέπλευσεν εσπευσμένως από την Έφεσον, ως να ετρέπετο εις φυγήν, διότι ενώ ακόμη ήτο ηγκυροβολημένος εις τα ύδατα της Κλάρου, τον είχαν αντιληφθή η Σαλαμινία και η Πάραλος (αι οποίαι έτυχε να έρχωνται από τας Αθήνας), και επειδή εφοβείτο μήπως καταδιωχθή, έπλευσε δια μέσου του ανοικτού πελάγους, αποφασισμένος να μη προσεγγίση εκουσίως εις άλλην γήν πλην της Πελοποννήσου. Η περί του Πελοποννησιακού στόλου αγγελία δεν ήλθεν εις τον Πάχητα και τους Αθηναίους από την Ερυθραίαν μόνον, αλλ' έφθανε και από όλα τα μέρη. Διότι, επειδή αι πόλεις της Ιωνίας είναι ατείχιστοι, ο φόβος των υπήρξε μεγάλος μήπως ο Πελοποννησιακός στόλος, την ώραν που παρέπλεε τας ακτάς των, έστω και αν δεν είχε σκοπόν να μείνη εκεί, επιτεθή εναντίον των και τας λεηλατήση. Επί τέλους η Πάραλος και η Σαλαμινία εξέθεσαν λεπτομερώς ότι τον είδαν αι ίδιαι εις την Κλάρον. Ο Πάχης τότε εσπευσεν εις καταδίωξίν του, και συνέχισεν αυτήν δραστηρίως μέχρι της Πάτμου, αλλά βλέπων ότι δεν ημπορούσε πλέον να τον φθάση, εστράφη προς τα οπίσω. Και αφού δεν επέτυχε τον Πελοποννησιακόν στόλον εις το ανοικτόν πέλαγος, εθεώρησε κέρδος, ότι δεν τον επρόφθασε πλησίον της ξηράς, οπότε θα ηναγκάζετο ούτος να οχυρωθή και θα υποχρεώνοντο οι Αθηναίοι να τον επιτηρούν και τον αποκλείσουν.

34. Κατά τον παράκτιον πλουν της επιστροφής, ο Πάχης προσωρμίσθη και εις το Νότιον, λιμένα των Κολοφωνίων, όπου είχαν εγκατασταθή οι Κολοφώνιοι, αφού η άνω πόλις είχε κυριευθή από τον Ιταμάνη, επί κεφαλής βαρβάρων, τους οποίους είχε προσκαλέσει μία από τας διαπληκτιζομένας φατρίας. Η άλωσις του Νοτίου είχε γίνει κατά την εποχήν περίπου της δευτέρας εισβολής των Πελοποννησίων εις την Αττικήν. Αλλ' οι καταφυγόντες και εγκατασταθέντες εις το Νότιον περιήλθαν εις νέας εμφυλίους έριδας. Εκ τούτων, οι ανήκοντες εις την μίαν μερίδα προσέλαβαν μισθοφόρους Αρκάδας και βαρβάρους, τους οποίους τους παρεχώρησεν ο Πισσούθνης, και τους ετοποθέτησαν εις μέρος, το οποίον εχωρίζετο από την επίλοιπον πόλιν με τείχος (και οι Κολοφώνιοι της άνω πόλεως, όσοι ανήκαν εις την Περσικήν φατρίαν, ηνώθησαν με αυτούς και διηύθυναν από κοινού τα πράγματα), ενώ οι ανήκοντες εις την αντίθετον μερίδα, οι οποίοι έφυγαν κρυφίως από την πόλιν και ήσαν ήδη εξόριστοι, προσεκάλεσαν τον Πάχητα. Ο τελευταίος ούτος εκάλεσε προς συνεννόησιν τον Ιππίαν, αρχηγόν των Αρκάδων, που έμειναν εις το ωχυρωμένον τμήμα του Νοτίου, υποσχεθείς ότι αν αι προτάσεις του δεν κριθούν ικανοποιητικοί, θα τον επαναφέρη σώον και υγιά εντός του τείχους. Αλλ' όταν ο Ιππίας ήλθε προς αυτόν, τον έθεσεν υπό επιτήρησιν, χωρίς να τον επιβάλη με δεσμά, ενώ ο ίδιος επετέθη κατά του οχυρώματος αιφνιδίως και χωρίς η φρουρά να περιμένη επίθεσιν, το εκυρίευσε και εθανάτωσεν όλους τους Αρκάδας και τους βαρβάρους που ευρέθησαν εντός αυτού. Έπειτα ωδήγησε τον Ιππίαν εις το οχύρωμα, όπως είχε συμφωνηθή, και ευθύς ως εφθασεν εντός, τον συνέλαβε και τον κατετόξευσε, παρέδωκε δε το Νότιον εις τους Κολοφωνίους εκτός εκείνων που ανήκαν εις την Περσικήν φατρίαν. Ακολούθως οι Αθηναίοι έπεμψαν αντιπροσώπους, δια να συνοικίσουν εκ νέου το Νότιον, επί τη βάσει του Αθηναϊκού πολιτεύματος, και συνεκέντρωσαν εις αυτό από τας διαφόρους πόλεις τους εις αυτάς τυχόν διεσπαρμένους Κολοφωνίους.

35. Οι Αθηναίοι κατ' αρχήν αποφασίζουν να φονεύσουν τους Μυτιληναίους ως υπαιτίους της αποστασίας. Σύγκλησις της εκκλησίας του δήμου προς επανεξέτασιν της αποφάσεως

Μετά την επιστροφήν του εις την Μυτιλήνην, ο Πάχης υπέταξε την Πύρραν και Έρεσον, και συλλαβών τον Λακεδαιμόνιον Σάλαιθον, κρυμμένον εντός της πόλεως, τον απέστειλεν εις τας Αθήνας μαζί με τους Μυτιληναίους, που είχε τοποθετήσει χάριν ασφαλείας εις την Τένεδον, και όσους τυχόν άλλους εθεώρει αιτίους της αποστασίας. Απέστειλεν επίσης εις τας Αθήνας το μεγαλύτερον μέρος της στρατιωτικής του δυνάμεως, και παραμείνας αυτός με το υπόλοιπον, ήρχισε να ρυθμίζη τα πράγματα της Μυτιλήνης και της λοιπής Λέσβου, όπως ενόμιζε καλλίτερον.

36. Μετά την άφιξιν των Μυτιληναίων και του Σαλαίθου, οι Αθηναίοι εθανάτωσαν αμέσως τον τελευταίον, μολονότι, πλην διαφόρων άλλων υποσχέσεων, προσεφέρετο και τους Πελοποννησίους να πείση να εγκαταλείψουν τας Πλαταιάς (αι οποίαι επολιορκούντο ακόμη). Ως προς τους Μυτιληναίους, αφού διεσκέφθησαν, απεφάσισαν, παρασυρόμενοι υπό της οργής, να θανατώσουν όχι μόνον τους ευρισκομένους εις τας Αθήνας, αλλά και όλους τους άλλους ενηλίκους Μυτιληναίους, και να πωλήσουν τα γυναικόπαιδά των ως δούλους. Η κυρία εναντίον των κατηγορία ήτο ότι απεστάτησαν χωρίς να έχουν υποβληθή υπό την ηγεμονίαν των Αθηναίων, όπως οι άλλοι. Αλλ' ό,τι προ πάντων εξώθησεν αυτούς ήτο το γεγονός, ότι ο Πελοποννησιακός στόλος, δια να τους βοηθήση, ετόλμησε να διακινδύνευση τον μέχρις Ιωνίας πλουν. Διότι συνεπέραναν εκ τούτου ότι η αποστασία των Μυτιληναίων δεν ημπορούσε να θεωρηθη παρά ως ένδειξις ευρύτερου σχεδίου. Απέστειλαν λοιπόν προς τον Πάχητα τριήρη, δια ν' ανακοινώση τα αποφασισθέντα, με την διαταγήν να θανατώση τους Μυτιληναίους άνευ αναβολής, Αλλ' ευθύς την επιούσαν τους κατέλαβεν αίσθημα μεταμέλειας, διότι ανελογίσθησαν πόσον σκληρά και τρομερά ήτο η ληφθείσα απόφασις δια της οποίας κατεδικάζετο εις θάνατον ολόκληρος πόλις και όχι μόνον οι ένοχοι. Ευθύς ως αντελήφθησαν την μεταβολήν των πνευμάτων, οι παρόντες πρέσβεις των Μυτιληναίων και οι συμπαθούντες προς αυτούς Αθηναίοι έπεισαν, δια των ενεργειών των τους εν τέλει να υποβάλουν το ζήτημα εις νέαν διάσκεψιν του λαού, και τους έπεισαν με μεγαλυτέραν ευκολίαν, διότι και εκείνοι καλώς αντελαμβάνοντο ότι η πλειοφηφία των πολιτών επεθύμει να τους δοθή ευκαιρία να συζητήσουν εκ νέου και αποφασίσουν το πράγμα. Συγκληθείσης αμέσως εκτάκτου συνελεύσεως του λαού, καθείς από τους ρήτορας εξέφρασε την γνώμην του. Και ο Κλέων, υιός του Κλεαινέτου, του οποίου είχεν εκνικήσει προηγουμένως η γνώμη όπως θανατωθούν οι Μυτιληναίοι, και ο οποίος δεν ήτο μόνον γενικώς ο πλέον βίαιος από τους πολίτας, αλλά και είχε τότε πολύ μεγαλυτέραν από κάθε άλλον επιρροήν επί του λαού, προχωρήσας πάλιν εις το βήμα, ωμίλησε περίπου ως εξής:

37. Λόγος του Κλέωνος

"Και άλλοτε πολλάκις μου εδόθη αφορμή εις το παρελθόν ν' αντιληφθώ ότι αι δημοκρατίαι είναι ανίκανοι να άρχουν επί ξένων λαών, αλλά προ πάντων σήμερον, όταν βλέπω την μεταμέλειάν σας δια την περί Μυτιληναίων απόφασιν. Διότι, επειδή συνηθίσατε εις τον καθημερινόν βίον, ούτε να φοβήσθε, ούτε να επιβουλεύεσθε οι μεν τους δε, συμπεριφέρεσθε και προς τους συμμάχους επί τη βάσει των ιδίων αρχών, και οσάκις περιπίπτετε εις σφάλματα, είτε παραπειθόμενοι από τα επιχειρήματά των, είτε ενδίδοντες απέναντί των από οίκτον, δεν αντιλαμβάνεσθε ότι η αδυναμία σας αυτή αποβαίνει επικίνδυνος δια σας, χωρίς να σας εξασφαλίζη την ευγνωμοσύνην των συμμάχων. Ούτε συλλογίζεστε ότι η ηγεμονία σας είναι εξουσία δεσποτική, ασκούμενη επί ανθρώπων, οι όποιοι σας επιβουλεύονται και υπόκεινται άκοντες εις την εξουσίαν σας. Οι άνθρωποι αυτοί υποτάσσονται εις σας, όχι χάριν των προς αυτούς ευεργεσιών, τας οποίας τους κάμνετε προς ιδικήν σας βλάβην, αλλ' ένεκα της υπεροχής, την οποίαν σας εξασφαλίζει η δύναμίς σας και όχι η εύνοιά των. Αλλά το δεινότατον όλων θα ήτο εάν του λοιπού ουδεμία σταθερότης υπάρχη εις τας αποφάσεις μας, και αν δεν εννοήσωμεν, ότι ισχυρoτέρα είναι μία πόλις όταν κυβερνάται με νόμους ολιγώτερον καλούς, αλλ' απαραβιάστους, παρά με νόμους καλούς, αλλά μη εφαρμοζομένους, και ότι αμάθεια, ηνωμένη με νηφαλιότητα, είναι ωφελιμότερα από επιτηδειότητα, συνοδευομένην από ακολασίαν, και ότι κατά κανόνα οι περισσότερον απλοί άνθρωποι είναι καλλίτεροι πολίται από τους περισσότερον εξύπνους. Διότι οι τελευταίοι θέλουν όχι μόνον να φαίνονται σοφώτεροι από τους νόμους, αλλά και εις κάθε διάσκεψιν περί των δημοσίων υποθέσεων να επιβάλουν τας γνώμας των, ως να μην επρόκειτο να παρουσιασθή ποτέ άλλο ζήτημα σπουδαιότερον, εις το οποίον να δείξουν την σοφίαν των, και συνέπεια τούτου είναι, ότι οδηγούν συνήθως τας πόλεις των εις την καταστροφήν. Ενώ οι πρώτοι, επειδή δυσπιστούν προς την ιδικήν των αντίληψιν, αρκούνται να είναι αμαθέστεροι από τους νόμους, και ολιγώτερον ικανοί από τους άλλους να επικρίνουν τον λόγον καλώς ομιλήσαντος ρήτορος, και επειδή είναι αμερόληπτοι κριταί και όχι ενδιαφερόμενοι, γενικώς ευδοκιμούν. Τοιούτο επομένως πνεύμα έπρεπε να καθοδηγή και ημάς και να μη παρασυρώμεθα από ευγλωττίαν και διαγωνισμόν ευφυΐας, ώστε να σας δίδωμεν συμβουλάς αντιθέτους προς τας πεποιθήσεις μας.

38. "Και εγώ μεν την ιδίαν έχω πάντοτε γνώμην, και εκπλήττομαι με εκείνους που επέτρεψαν την νέαν αυτήν περί των Μυτιληναίων συζήτησιν και επροκάλεσαν χρονοτριβήν, η οποία είναι προς όφελος των αδικησάντων και όχι των αδικηθέντων, διότι κατόπιν τοιαύτης χρονοτριβής η οργή του παθόντος εναντίον του αδικήσαντος αμβλύνεται, ενώ η εκδίκησις που επακολουθεί από πολύ πλησίον την προσβολήν επιβάλλει όσον το δυνατόν ανάλογον τιμωρίαν. Είμαι συγχρόνως περίεργος να ιδώ ποίος θα παρουσιασθή ν' απαντήση εις τον λόγον μου και θ' αναλάβη ν' αποδείξη ότι το έγκλημα των Μυτιληναίων είναι ωφέλιμον εις ημάς, ενώ αι ατυχίαι μας βλάπτουν τους συμμάχους μας. Είναι φανερόν ότι ο τοιούτος, ή εμπιστευμένος εις την ευγλωττίαν του, θα προσεπάθει ν' αποδείξη ότι εκείνο που θεωρείται γενικώς ως ορθόν, δεν είναι αποτέλεσμα ορθής κρίσεως, ή παρασυρόμενος από το χρηματικόν κέρδος, θα προσπαθήση δια της εκφωνήσεως ευπροσώπου κατ' επίφασιν λόγου να σας παραπλανήση. Αλλ' εις αγώνας τοιούτου είδους, η πόλις τα μεν άθλα δίδει εις άλλους, αυτή όμως αποκομίζει τους κινδύνους. Του κακού τούτου αίτιοι είσθε σεις, οι οποίοι κακώς διευθύνετε τους αγώνας αυτούς. Διότι συνηθίζετε να είσθε θεαταί των λόγων και ακροαταί των έργων, κρίνοντες το δυνατόν των μελλόντων γεγονότων από τους ωραίους λόγους των ρητόρων, ενώ προς τα ήδη τετελεσμένα, παρέχετε ολιγωτέραν πίστιν εις το ό,τι είδατε τελούμενον υπό τας όψεις σας παρά εις το ό,τι ακούσετε λεγόμενον από ευφραδείς επικριτάς. Διακρίνεστε κυρίως εις το να παρασύρεσθε εις πλάνας από νεωτεριστικούς λόγους και εις το να μη θέλετε ν ακολουθήτε τον ρήτορα όταν προβάλλη δεδοκιμασμένα επιχειρήματα, διότι είσθε δούλοι κάθε νέας παραδοξολογίας και περιφρονηταί παντός ό,τι είναι σύνηθες. Καθείς από σας επιθυμεί προ πάντων να είναι ο ίδιος ρήτωρ, ειδεμή αμιλλάσθε προς αλλήλους, ώστε να μη φανήτε ότι καθυστερείτε ως προς την οξύτητα της αντιλήψεως, και χειροκροτείτε κάθε πνευματώδη παρατήρησιν, πριν ακόμη εξέλθη εντελώς από τα χείλη του ρήτορος, δεικνύεσθε δ' εξ ίσου ταχείς εις το να προμαντεύετε τα λεγόμενα, όσον βραδείς εις το να προΐδετε τας συνεπείας των. Τρέχετε, ημπορεί κανείς να είπη, εις ανεύρεσιν κόσμου άλλου παρά εκείνου, εις τον οποίον ζώμεν, χωρίς να είσθε εις θέσιν να κρίνετε ορθώς περί των παρόντων. Εις δύο λέξεις, παρασυρόμενοι από την τέρψιν της ακοής, ομοιάζετε μάλλον ανθρώπους, οι οποίοι κάθηνται ως θεαταί επιδείξεως σοφιστών, παρά ανθρώπους, οι οποίοι διασκέπτονται περί του συμφέροντος της πόλεως.

39. "Από τα άτοπα αυτά θέλω να σας αποτρέψω, ισχυριζόμενος ότι οι Μυτιληναίοι σας έβλαψαν πολύ περισσότερον, τωόντι, παρά οιαδήποτε άλλη μεμονωμένη πόλις. Το κατ' εμέ, δύναμαι να συγχωρήσω εκείνους, οι οποίοι τυχόν απεστάτησαν, διότι δεν ημπορούσαν να υποφέρουν την ηγεμονίαν σας ή διότι εξηναγκάσθησαν εις τούτο από τους εχθρούς σας. Αλλα προκειμένου περί ανθρώπων, οι οποίοι κατοικούν νήσον ωχυρωμένην, και δεν εφοβούντο επίθεσιν των εχθρών μας παρά μόνον δια θαλάσσης, όπου άλλωστε και χωρίς την συνδρομήν μας είχαν αρκετόν στόλον, δια ν' αμυνθούν κατ' αυτών, οι οποίοι επί πλέον ήσαν ανεξάρτητοι και απελάμβαναν τας μεγαλύτερας εκ μέρους μας τιμάς, τοιαύτη συμπεριφορά, οποία η επιδειχθείσα υπ' αυτών, πώς άλλως ημπορεί να χαρακτηρισθη παρά ως επιβουλή και επανάστασις (την λέγω επανάστασιν και όχι αποστασίαν, διότι αποστασία γίνεται εκ μέρους καταπιεζομένων) και σύμπραξις με τους ασπονδοτέρους εχθρούς μας, προς τον σκοπόν του να μας καταστρέψουν; Τοιαύτη συμπεριφορά είναι, μα την αλήθειαν, πολύ τρομερωτέρα, παρά εάν ελάμβαναν τα όπλα εναντίον μας, εμπιστευόμενοι εις μόνους εαυτούς, και επιδιώκοντες επέκτασιν της δυνάμεώς των. Ούτε αι συμφοραί των άλλων, όσοι αποστατήσαντες από ημάς προηγουμένως έχασαν την ανεξαρτησίαν των, εχρησίμευσαν εις αυτούς ως μάθημα, ούτε η ευτυχία, την οποίαν απελάμβαναν, τους έκαμε να διστάσουν να ριφθούν εις τους κινδύνους του πολέμου. Πλήρεις αλαζόνος εμπιστοσύνης εις το μέλλον, συλλαβόντες ελπίδας μεγαλυτέρας της δυνάμεώς των, αν και μικροτέρας της φιλοδοξίας των, έλαβαν τα όπλα, θέτοντες την σκαιάν βίαν υπεράνω του δικαίου. Διότι, ευθύς ως ενόμισαν ότι ημπορούν να επικρατήσουν, επετέθησαν εναντίον μας, χωρίς να τους δώσωμεν καμμίαν αφορμήν. Αι πόλεις, τωόντι, αι οποίαι μεγάλως ευτυχήσουν εξ αιφνιδίας και απροσδοκήτου ευνοίας της τύχης, εκτρέπονται συνήθως εις αυθάδειαν. Ενώ αι ατυχίαι, αι οποίαι έρχονται εις τους ανθρώπους σύμφωνα με τας λελογισμένας προσδοκίας των, είναι ως επί το πολύ διαρκέστεραι από εκείνας που τας υπερβαίνουν, και είναι σχεδόν ευκολώτερον ν' αποκρούση κανείς την κακοτυχίαν, παρά να διατηρήση την ευδαιμονίαν. Έπρεπεν εξ αρχής να μην είχαμεν τιμήσει τους Μυτιληναίους τόσον περισσότερον από τους άλλους συμμάχους, και τότε δεν θα έφθαναν εις τοιούτο σημείον αλαζονείας. Διότι φύσει ο άνθρωπος καταφρονεί γενικώς τους κόλακας και θαυμάζει τους μη υποκύπτοντας. Και σεις τώρα εφαρμόσατε εναντίον αυτών ανάλογον προς το έγκλημα τιμωρίαν, και μη απαλλάξετε τους δημοκρατικούς, καταλογίζοντες την ευθύνην εις μόνους τους ολιγαρχικούς. Διότι όλοι ανεξαιρέτως ήσαν ηνωμένοι εις την εναντίον μας τουλάχιστον επίθεσιν, ενώ εάν, όπως ημπορούσαν, ήρχοντο τότε με το μέρος μας, θα αποκαθίσταντο τώρα εις τας εστίας των. Αλλ' επειδή εθεώρησαν ασφαλέστερον να συμμερισθούν τον κίνδυνον των ολιγαρχικών, έλαβαν και αυτοί μέρος εις την αποστασίαν. Σκεφθήτε καλά. Εάν επιβάλετε την ιδίαν τιμωρίαν τόσον εις εκείνους τους συμμάχους οι οποίοι εκουσίως απεστάτησαν, όσον και εις εκείνους που έπραξαν τούτο εξαναγκαζόμενοι από τους εχθρούς, νομίζετε ότι θα ευρεθή κανένας από αυτούς, ο οποίος να μην αποστατήση με την παραμικράν πρόφασιν όταν γνωρίζει ότι εάν μεν επιτύχη, θα ελευθερωθή, εάν πάλιν δ' αποτύχη, δεν θα πάθη τίποτε το αθεράπευτον; Ενώ ημείς θα έχωμεν εκθέσει εις μέγιστον κίνδυνον και τας περιουσίας μας και την ζωήν μας απέναντι εκάστης των συμμάχων πόλεων, και οσάκις μεν επιτύχωμεν, θ' ανακτώμεν πόλιν κατεστραμμένην εκ του πολέμου, και θα στερούμεθα του λοιπού τα μέλλοντα εξ αυτής εισοδήματα, τα οποία αποτελούν την πηγήν της δυνάμεώς μας, ενώ οσάκις αποτύχωμεν θα προσθέτωμεν νέους εχθρούς εις τους προϋπάρχοντας, και θα καταναλίσκωμεν εις καταπολέμησιν των συμμάχων μας τον καιρόν που έπρεπε να διαθέτωμεν προς απόκρουσιν των ήδη κηρυγμένων εχθρών μας.

40. "Ας μη εμπνεύσωμεν λοιπόν εις αυτούς την ελπίδα ότι δια της ευγλωττίας ή της δωροδοκίας ημπορούν να συγχωρηθούν, λόγω του ότι έσφαλαν ως άνθρωποι. Διότι δεν σας έβλαψαν ακουσίως, αλλά σας επεβουλεύθησαν εσκεμμένως, ενώ το ακούσιον μόνον είναι άξιον συγγνώμης. Την γνώμην αυτήν υπεστήριξα θερμώς και χθες κατά την πρώτην συζήτησιν, και σήμερον επιμένω ότι δεν πρέπει ν' ανακαλέσετε την προηγουμένην απόφασίν σας, εάν θέλετε ν' αποφύγετε τους τρεις βλαβερωτάτους δια την ηγεμονίαν σας σκοπέλους, τον οίκτον, την γοητείαν της ευγλωττίας και την επιείκειαν. Διότι και ο οίκτος δίκαιον είναι να επιδεικνύεται προς τους έχοντας όμοια αισθήματα, όχι προς εκείνους, οι oποίοι ούτε αίσθημα οίκτου θα δείξουν ποτέ προς ημάς και εξ ανάγκης είναι διαρκείς εχθροί μας. Και οι ρήτορες, οι οποίοι τέρπουν με την ευγλωττίαν των, θα λάβουν την ευκαιρίαν να επιδείξουν αυτήν και εις άλλας περιστάσεις μικροτέρας σπουδαιότητος, και δεν πρέπει να επιμείνουν εις την παρούσαν, κατά την οποίαν αυτοί μεν θ' αμειφθούν δια τον ωραίον λόγον των, ενώ η πόλις θα πληρώση τόσον ακριβά την εξ αυτού βραχείαν ευχαρίστησιν. Και η επιείκεια πρέπει να επιδεικνύεται προς εκείνους μάλλον, οι οποίοι, άπαξ συμφιλιωθέντες, θα είναι του λοιπού πιστοί σύμμαχοι, παρά προς εκείνους, οι οποίοι θα μείνουν πάντοτε οι ίδιοι και των οποίων η εχθρότης καθόλου δεν θα ελαττωθή. Συγκεφαλαιώνων λοιπόν λέγω ότι εάν μεν πεισθήτε εις τους λόγους μου, θα ενεργήσετε κατά τρόπον όχι μόνον δίκαιον προς τους Μυτιληναίους, αλλά και συμπεριφορά δια σας, ενώ εάν αποφασίσετε αντιθέτως, την μεν ευγνωμοσύνην εκείνων δεν θα κερδίσετε, θα καταδικάσετε όμως τους ιδίους τους εαυτούς σας. Διότι εάν εκείνοι δικαίως απεστάτησαν, η άσκησις της ηγεμονίας σας θα ήτο αδικαιολόγητος. Εάν, εν τούτοις, επιμένετε τωόντι εις την άσκησιν αυτής, έστω και αδικαιολογήτου, το συμφέρον σας ακριβώς επιβάλλει όπως και παρά το δίκαιον ακόμη τους τιμωρήσετε, ειδεμή, παραιτήσατε την ηγεμονίαν, δια να ημπορήτε να επιδεικνύετε ακινδύνως την γενναιοφροσύνην σας. Αποφασίσατε να τιμωρήσετε τους Μυτιληναίους με την τιμωρίαν που συνιστώ και να μη δειχθήτε σεις,οι οποίοι διεφύγατε τον κίνδυνον, πλέον ανάλγητοι από εκείνους,οι οποίοι τον εσχεδίασαν δολίως. Συλλογισθήτε πως είναι πιθανόν ότι θα σας μετεχειρίζοντο, εάν σας ενίκων, αφού μάλιστα αυτοί πρώτοι μας επετέθησαν. Κατά κανόνα τωόντι, εκείνοι που αδικούν άλλον χωρίς αιτίαν, τον καταδιώκουν μέχρις ολοσχερούς μάλιστα εξοντώσεως, διότι φοβούνται τον κίνδυνον που θα τους ηπείλει, εάν ο εχθρός των δεν κατεστρέφετο εντελώς. Και τούτο διότι εκείνος που υποστή επίθεσιν, εις την οποίαν ο επιτεθείς προέβη άνευ ανάγκης, εάν απ' αυτήν αποβαίνη εχθρός αμειλικτότερος από εκείνον, ο οποίος υπήρξεν ανέκαθεν και απευθείας εχθρός. Μη προδώσετε λοιπόν οι ίδιοι τους εαυτούς σας, αλλά μεταφερθήτε δια της διανοίας όσον το δυνατόν πλησιέστερον προς την στιγμήν της εναντίον σας επιθέσεως, και συλλογιζόμενοι ότι θα εδίδατε τότε κάθε τι δια να τους συντρίψετε, ανταποδώσατε τώρα εις αυτούς τα ίσα χωρίς να δείξετε υπερευαισθησίαν, επηρεαζόμενοι από την παρούσαν δυστυχίαν των, και χωρίς να λησμονήσετε τον κίνδυνον, ο οποίος όχι προ πολλού επεκρεμάσθη επάνω σας. Οφείλετε όχι μόνον να τους τιμωρήσετε όπως το αξίζουν, αλλά και να καταστήσετε δια του παραδείγματός των φανερόν εις τους άλλους συμμάχους ότι πάσης αποστασίας η τιμωρία θα είναι θάνατος. Διότι, εάν αντιληφθούν τούτο, σπανιώτερον θα ευρίσκεσθε εις την ανάγκην ν' αμελήτε τους εχθρούς σας και να καταπολεμήτε τους ιδίους σας συμμάχους".

41. Λόγος του Διοδότου

Τοιαύτα περίπου είπεν ο Κλέων. Μετ' αυτόν ο Διόδοτος, υιός του Ευκράτους, ο οποίος και εις την προηγουμένην συνέλευσιν του λαού αντετάχθη κυριώτατα κατά της θανατώσεως των Μυτιληναίων, προχωρήσας και πάλιν εις το βήμα, είπε τα εξής περίπου:

42. "Ούτε εκείνους που επέτρεψαν την νέαν κατά των Μυτι ληναίων διάσκεψιν κατηγορώ, ούτε εκείνους που επικρίνουν την επανειλημμένην σύσκεψιν περί σπουδαιοτάτων ζητημάτων επαινώ.Νομίζω, τουναντίον, ότι δύο πράγματα είναι εναντιώτατα εις την λήψιν ορθής αποφάσεως, η σπουδή και η οργή, από τας οποίας η μεν πρώτη συνοδεύεται συνήθως από ανοησίαν, η δε δευτέρα από αγροικίαν και στενότητα αντιλήψεως. Όστις επιμένει ότι οι λόγοι δεν πρέπει να είναι οδηγοί των πράξεών μας, είναι ή ασύνετος, ή ιδιοτελής. Ασύνετος, εάν νομίζη, ότι ημπορεί με άλλο μέσον να διασαφηνίση το σκοτεινόν μέλλον, ιδιοτελής, εάν, θέλων να επιτύχη την παραδοχήν αισχράς προτάσεως, αντιλαμβάνεται ότι δεν δύναται μεν να ομιλήση καλώς περί υποθέσεως κακής, δύναται όμως, διαβάλλων επιτηδείως, να εκφοβίση και τους αντιφρονούντας και τους ακροατάς του. Κινδυνωδέστατοι, άλλωστε, είναι εκείνοι ιδίως, οι οποίοι κατηγορούν εκ των προτέρων τους αντιφρονούντας ως μετερχομένους είδος ρητορικής επιδείξεως, χάριν χρηματικού κέρδους. Διότι, εάν τους κατηγορούν απλώς ως ασυνέτους, τότε αυτοί, εις περίστασιν που θα ηττώντο κατά την συζήτησιν, θ' απεσύροντο απ' αυτήν, θεωρούμενοι ασύνετοι μάλλον παρά μη έντιμοι. Αλλ' ενώπιον κατηγορίας δι' ιδιοτέλειαν, ο ρήτωρ, και εάν κατορθώση να πείση, γίνεται ύποπτος, και αν αποτύχη χάνη όχι μόνον την περί της συνέσεώς του, αλλά και την περί της εντιμότητάς του εκτίμησιν του πλήθους. Η πόλις, εξ άλλου, ουδαμώς ωφελείται εκ τούτου, διότι στερείται των συμβουλών των πολιτικών της ανδρών, οι οποίοι φοβούνται μήπως παρεξηγηθούν, ενώ αι υποθέσεις της θα ευωδούντο πολύ περισσότερον, εάν οι τοιούτου είδους πολίται εστερούντο του χαρίσματος του λόγου, καθόσον θα την παρέσυραν εις ολιγώτερα σφάλματα. Ο χρηστός τωόντι πολίτης οφείλει να δεικνύη τον εαυτόν του καλλίτερον ρήτορα, όχι δι' εκφοβισμού των αντιφρονούντων, αλλά δι' επιχειρημάτων καλής πίστεως. Η σώφρων εξ άλλου πόλις, χωρίς ν' απονέμη νέας τιμάς εις εκείνον, του οποίου αι συμβουλαί αποδεικνύονται ως επί το πλείστον ορθαί, οφείλει να μην τον αποστερή τουλάχιστον από τας ήδη απονεμηθείσας, ενώ ως προς εκείνον, του οποίου αι γνώμαι απέτυχαν, μακράν του να τον τιμωρή, δεν πρέπει ούτε να τον καταφρονή. Κατ' αυτόν τον τρόπον, ούτε ο επιτυγχάνων εις τας γνώμας του θα ομιλή παρά την πεποίθησίν του, προς κολακείαν του πλήθους, δια να κριθή άξιος μεγαλυτέρων τιμών, ούτε ο αποτυχών θα καταφεύγη εις τα ίδια μέσα, χαριζόμενος και αυτός εις το πλήθος, δια να το προσεταιρισθή.

43. Αλλ' ημείς πράττομεν αντιθέτως, και επί πλέον, και εάν κανείς συμβουλεύση τα άριστα, υποπτευόμεθα όμως αυτόν ότι ομιλεί χάριν ιδιοτελείας, επειδή δε τον φθονούμεν δια την αμφίβολον υποψίαν του κέρδους, στερούμεν την πόλιν προδήλου ωφελείας. Διότι κατήντησαν αι καλαί συμβουλαί, διδόμεναι μ' ευθύτητα, να μην είναι ολιγώτερον ύποπτοι από τας κακάς, ώστε είναι ανάγκη, οχι μόνον ο θέλων να παρασύρη το πλήθος εις αποδοχήν ολεθριωτάτης γνώμης να προσεταιρίζεται αυτό δια της απάτης, αλλά και ο προτείνων τ' άριστα να καταφεύγη εις το ψεύδος, δια να γίνη πιστευτός. Και ούτως αι Αθήναι, ένεκα της υπερβολικής των ευφυΐας, είναι η μόνη πόλις που δεν ημπορεί κανείς να υπηρέτηση δια της ευθείας οδού, χωρίς να την απατήση. Διότι, οσάκις κανείς σας προσφέρει φανερά κάποιαν ωφέλειαν, τον ανταμείβετε δια της υπονοίας ότι με κάποιον κρύφιον τρόπον επιζητεί ατομικόν κέρδος. Αλλ' οσάκις πρόκειται περί ζωτικών συμφερόντων, και εις περιστάσεις οποία η παρούσα, έπρεπε ν' απαιτήτε από ημάς, οι οποίοι σας συμβουλεύομεν, να βλέπωμεν μακρύτερα οπωσδήποτε από σας, οι οποίοι ολίγην ωραν αφιερώνετε εις την μελέτην αυτών, αφού μάλιστα ημείς μεν δίδομεν τας συμβουλάς μας υπευθύνως, ενώ σεις τας ακούετε και τας ακολουθείτε ανευθύνως. Διότι, εάν και ο δίδων συμβουλήν και ο ακολουθήσας αυτήν εζημιώνοντο εξ ίσου, θα είσθε πολύ νηφαλιώτεροι εις την λήψιν των αποφάσεών σας. Ενώ τώρα συμβαίνει πολλάκις, παρασυρόμενοι από την πρώτην ορμήν του πάθους εις σφάλματα, να τιμωρήτε την μίαν γνώμην εκείνου, ο οποίος σας έπεισε, και όχι τας πολλάς ιδικάς σας αι οποίαι υπέπεσαν εις το ίδιον με εκείνον σφάλμα.

44. "Αλλ' εγώ παρουσιάζομαι εις το βήμα, όχι δια ν' ανασκευάσω άλλους, ομιλών υπέρ των Μυτιληναίων, ούτε ως κατήγορος αυτών. Διότι το ζήτημα που μας απασχολεί, εάν σωφρονούμεν, είναι όχι ποίον είναι το έγκλημα εκείνων, αλλά ποία η συμφερωτέρα δι' ημάς απόφασις. Διότι, οσονδήποτε ενόχους και αν τους απεδείκνυα, δεν θα συνίστων να τους θανατώσωμεν δια τούτο, εάν δεν συμφέρη και αν απεδείκνυα, ότι υπάρχουν οπωσδήποτε ελαφρυντικαί περιστάσεις, δεν θα συνίστων να τους συγχωρήσωμεν, εάν τούτο αντιτίθεται εις το συμφέρον της πόλεως. Νομίζω, άλλωστε, ότι πρέπει να σκεφθώμεν περί του μέλλοντος μάλλον παρά περί του παρόντος. Το κύριον επιχείρημα του Κλέωνος είναι ότι έχετε συμφέρον να επιβάλετε την ποινήν του θανάτου, δια να καταστήσετε τας αποστασίας εις το μέλλον ολιγώτερον συχνάς. Αλλα το συμφέρον ακριβώς του μέλλοντος υποστηρίζων και εγώ, έχω αντίθετον γνώμην από την γνώμην αυτήν του Κλέωνος. Και ζήτω από σας να μη παρασυρθήτε από την κατ' επίφασιν ορθότητα των επιχειρημάτων του, όπως απορρίψετε την πρακτικήν ωφέλειαν των ιδικών μου. Διότι, ωργισμένοι καθώς είσθε την στιγμήν αυτήν κατά των Μυτιληναίων, είναι ενδεχόμενον να παρασυρθήτε από τα επιχειρήματά του, τα οποία στηρίζονται μάλλον επί της απόψεως του δικαίου. Αλλ' ημείς δεν δικαζόμεθα προς αυτούς, ώστε να έχωμεν ανάγκην να εξετάσωμεν την άποψιν του δικαίου, αλλά συσκεπτόμεθα περί αυτών δια ν' αποφασίσωμεν σύμφωνα με το συμφέρον μας.

45. "Αι διάφοροι πόλεις, ως γνωστόν, καθιέρωσαν την ποινήν του θανάτου δια πολλά εγκλήματα, μερικά από τα οποία δεν εξισούνται καν με την βαρύτητα του ιδικού των, αλλ' είναι ελαφρότερα. Οι άνθρωποι όμως, παρασυρόμενοι από την ελπίδα, αψηφούν τους κινδύνους, και κανείς δεν εξετέθη εις τον κίνδυνον εγκληματικής επιχειρήσεως, ενώ επίστευεν, ότι θ' αποτύχη. Ομοίως, προκειμένου περί πόλεων, ποία ποτέ εξετέθη εις τον κίνδυνον της αποστασίας, χωρίς να πιστεύη, ότι τα μέσα, τα οποία διέθετεν, είτε ιδικά της είτε υπό συμμάχων παρεχόμενα, ήσαν επαρκή; Διότι όλοι φύσει ρέπουν εις παρανομίαν, εις τε τον ιδιωτικόν και τον δημόσιον βίον, και δεν υπάρχει νόμος δυνάμενος να εμποδίση τούτο, αφού μέχρι τούδε οι άνθρωποι διεξήλθαν όλην την κλίμακα των ποινών, με την ελπίδα, ότι εξακολουθούντες να τας επιτείνουν, θα επιτύχουν μετριασμόν της εγκληματικότητος. Είναι μάλιστα πιθανόν, ότι εις την παλαιάν εποχήν, αι ποιναί των βαρυτέρων εγκλημάτων ήσαν ελαφρότεροι παρά σήμερον, αλλ' επειδή εξακολουθεί η διάπραξις αυτών, αι ποιναί επετάθησαν, έως ότου με τον καιρόν έφθασαν αι περισσότεραι από αυτάς μέχρι του θανάτου. Μολαταύτα και με την τοιαύτην επίτασιν των ποινών, εξηκολούθησεν η διάπραξις των αδικημάτων. Οφείλομεν λοιπόν ή να εξεύρωμεν άλλο φόβητρον τρομερώτερον της θανατικής ποινής, ή ν' αναγνωρίσωμεν τουλάχιστον, ότι αυτή δεν προλαμβάνει τα εγκλήματα. Καθόσον οι άνθρωποι παρασύρονται εις κινδυνώδεις επιχειρήσεις, άλλοι μεν από την τόλμην, την οποίαν εμπνέει εις τον πτωχόν η ανάγκη, άλλοι από την πλεονεξίαν, εις την οποίαν ωθούν τον πλούσιον η αλαζονεία και η αυτοπεποίθησις, και άλλοι από τα πάθη, τα οποία εκάστοτε τους εξουσιάζουν εις τας διαφόρους βιοτικάς περιστάσεις δια της ακαθέκτου ορμής των. Εις όλας, άλλωστε, τας περιπτώσεις αυτάς, ο πόθος και η ελπίς, εκείνος προηγούμενος, εκείνη ακολουθούσα, ο πρώτος σχεδιάζων την επιβουλήν, η δευτέρα υποβάλλουσα την ιδέαν της προθύμου συνδρομής της τύχης, προξενούν το μεγαλύτερον κακόν, και επειδή είναι αόριστοι, βλάπτουν περισσότερον από τους κινδύνους που βλέπει κανείς εμπρός στα μάτια του. Και η τύχη, προς τούτοις, συντελεί όχι ολιγώτερον εις την παραπλάνησιν των ανθρώπων. Διότι, παρουσιαζομένη ενίοτε απροσδοκήτως, εξωθεί τον άνθρωπον ν' αναλάβη κινδύνους και με ανεπαρκή ακόμη μέσα, και ακόμη περισσότερον τας πόλεις, καθόσον όχι μόνον ο αγών των αποβλέπει εις τα ζωτικώτατα συμφέροντα (την ιδικήν των ελευθερίαν, ή αντιθέτως, την ηγεμονίαν των άλλων), αλλά και έκαστος, συμπράττων με όλους τους άλλους συμπολίτας του, υπερτιμά αλογίστως τας ατομικάς του δυνάμεις. Με ολίγα λόγια, οσάκις η ανθρωπίνη φύσις ωθείται εις το να πράξη κάτι, το οποίον ζωηρώς επιθυμεί, ούτε η αυστηρότης των νόμων, ούτε άλλος κανείς φόβος ημπορεί να την αποτρέψη, και είναι πολύ ανόητος εκείνος που πιστεύει το εναντίον.

46. "Δεν πρέπει, λοιπόν, από υπερβολικήν εμπιστοσύνην εις την ποινήν του θανάτου ως εγγύησιν κατά της αποστασίας, να προέλθετε εις εσφαλμένην απόφασιν, και ν' αφαιρέσετε από τους αποστατήσαντας κάθε ελπίδα, ότι ημπορούν μετανοούντες να εξαλείψουν ταχύτατα το σφάλμα των. Σκεφθήτε, τωόντι, ότι επίι τη βάσει της μέχρι σήμερον πολιτικής σας, εάν καμμία πόλις, και αφού ακόμη αποστατήση, αναγνωρίση ότι δεν ημπορεί να επιτύχη, δύναται να συνθηκολογήση, ενώ ακόμη είναι εις θέσιν να πληρώση τα έξοδα του πολέμου και να καταβάλη φόρον υποτελείας εις το μέλλον. Αλλ' εάν ακολουθήσετε αντίθετον του λοιπού πολιτικήν, ποία πόλις νομίζετε ότι θα ευρεθή, η οποία δεν ήθελε παρασκευασθή τελειότερον παρ' όσον μέχρι σήμερον, και δεν ήθελεν εξ άλλου προτιμήση να υποστή μέχρις εσχάτων τας ταλαιπωρίας της πολιορκίας, εάν τας ιδίας έχη δι' αυτήν συνεπείας και η ταχεία και η βραδεία υποταγή; Δεν θα είναι, εξ άλλου, ζημία δι' ημάς να υφιστάμεθα τας δαπάνας μακράς πολιορκίας, δια το αδύνατον της συνδιαλλαγής, και εν περιπτώσει επιτυχίας ν' ανακτώμεν πόλιν κατεστραμμένην εκ του πολέμου και να στερούμεθα τα εξ αυτής έσοδα, ενώ τα έσοδα ακριβώς αυτά αποτελούν την πηγήν της δυνάμεώς μας απέναντι των εχθρών μας; Δεν πρέπει, επομένως, να βλάπτωμεν τα συμφέροντά μας, κρίνοντες τους ενόχους επί τη βάσει των αρχών της αυστηράς δικαιοσύνης, αλλά να εξετάζωμεν μάλλον πώς δι' επιεικούς τιμωρίας θα ημπορέσωμεν εις το μέλλον να έχωμεν εις την υπηρεσίαν μας ακμαίας τας πόλεις υπό έποψιν χρηματικών πόρων, αντλούντες την ασφάλειάν μας όχι από την αυστηρότητα των νόμων, αλλ' υπό την προνοητικότητα της διοικήσεώς μας. Το εναντίον όμως τούτου αρχίζομεν ήδη να πράττωμεν, και εάν καμμία πόλις, η οποία ήτο ελευθέρα και η οποία παρά την θέλησίν της υπεβλήθη υπό την κυριαρχίαν μας, αποστατήση, όπως είναι φυσικόν, δια ν' ανακτήση την ανεξαρτησίαν της, και την υποτάξωμεν, νομίζομεν, ότι πρέπει να την τιμωρούμεν με εξαιρετικήν αυστηρότητα. Ενώ οφείλομεν όχι να τιμωρούμεν αυστηρά τους ελευθέρους άνδρας, αφού αποστατήσουν, αλλά να επιτηρούμεν αυτούς αυστηρά πριν αποστατήσουν, και να προλαμβάνωμεν να μην περάση καν από τον νουν των τοιαύτη ιδέα, και αφού εξ άλλου τους υποτάξωμεν, να καταλογίζωμεν την ευθύνην εις όσον το δυνατόν ολιγωτέρους.

47. "Αλλ' οφείλετε να σκεφθήτε πόσον θα σφάλετε και κατά τούτο, εάν ακολουθήσετε την γνώμην του Κλέωνος. Διότι σήμερον η δημοκρατική μερίς όλων των πόλεων είναι ευνοϊκή προς ημάς, και ή δεν λαμβάνει μέρος εις τας αποστασίας των ολιγαρχικών, ή, εάν αναγκασθή εις τούτο, είναι εξ αρχής εχθρός των προκαλεσάντων την αποστασίαν, ούτως ώστε όταν αναλαμβάνετε τον πόλεμον, έχετε σύμμαχόν σας το μεγαλύτερον μέρος της επαναστατημένης πόλεως. Εάν εν τούτοις εξολοθρεύσετε σήμερον τους δημοκρατικούς της Μυτιλήνης, οι οποίοι όχι μόνον εις την αποστασίαν δεν έλαβαν μέρος, αλλά και μόλις επέτυχαν να οπλιστούν με βαρύν οπλισμόν, σας παρέδωσαν την πόλιν εκουσίως, πρώτον θα διαπράξετε έγκλημα φονεύοντες εκείνους, οι οποίοι σας προσέφεραν μεγάλην υπηρεσίαν, και δεύτερον θα εξασφαλίσετε υπέρ των ολιγαρχικών εκείνο που επιθυμούν κατ' εξοχήν. Διότι αυτοί, αποστατούντες εναντίον σας τας πόλεις των, θα έχουν ευθύς συμπράττοντας μαζί των τους δημοκρατικούς, αφού σεις θα έχετε καταστήσει εις όλους φανερόν, ότι η ιδία τιμωρία περιμένει όχι μόνον τους ενόχους, αλλά και τους αθώους, και αν ακόμη είναι ένοχοι, οφείλετε να προσποιηθήτε άγνοιαν, δια να μη κάμετε εχθρούς το μόνον μέρος του πληθυσμού το οποίον είναι ακόμη φιλικόν προς σας. Και θεωρώ τούτο πολύ συμφερώτερον δια την διατήρησν της ηγεμονίας μας, το να υφιστάμεθα δηλαδή εκουσίως αδικίαν, παρά το να θανατώσωμεν, κατά τας υπαγορεύσεις της αυστηράς δικαιοσύνης, εκείνους, τους οποίους συμφέρον έχομεν να φεισθώμεν. Και ούτως αποδεικνύεται ότι δεν ημπορεί να συμπέση εις την θανατικήν εκτέλεσιν των Μυτιληναίων το δίκαιον συγχρόνως και το συμφέρον, όπως υποστηρίζει ο Κλέων.

48. "Χωρίς λοιπόν να παρασυρθήτε ούτε από οίκτον, ούτε από επιείκειαν (διότι ούτε εγώ θα ήθελα να επηρεασθήτε από τοιαύτα αισθήματα), αλλά πειθόμενοι ακριβώς από τα επιχειρήματα, τα οποία ανέπτυξα, οφείλετε ν' αναγνωρίσετε, ότι η καλλιτέρα απόφασις που ημπορείτε να λάβετε, είναι να δικάσετε ηρέμως τους Μυτιληναίους εκείνους, όσους ο Πάχης έστειλεν εδώ ως ενόχους, και να αφίσετε τους λοιπούς ησύχους εις τας εστίας των. Τοιαύτη απόφασις θα είναι ωφέλιμος δια το μέλλον και φοβερά από τούδε εις τους εχθρούς μας. Καθόσον ο ορθώς κρίνων είναι ισχυρότερος απέναντι των εχθρών του από εκείνον, ο οποίος αφρόνως επιτίθεται εναντίον των, έστω και με ισχυράν υλικήν δύναμιν."

49. Ανάκλησις της αποφάσεως περί θανατώσεως των Μυτιληναίων

Τοιαύτα περίπου είπεν ο Διόδοτος. Παρά την μεταβολήν, εν τούτοις, των αισθημάτων, η οποία είχεν εκδηλωθή, οι Αθηναίοι, αφού αι γνώμαι αυταί εξητάσθησαν με ίσην περίπου εκατέρωθεν δύναμιν, διεφώνησαν ως, προς την ληπτέαν απόφασιν, και κατά την γενομένην δι' ανατάσεως των χειρών ψηφοφορίαν, εδείχθησαν περίπου ισόψηφοι. Τελικώς όμως επεκράτησεν η γνώμη του Διοδότου. Απέστειλαν λοιπόν αμέσως και μετά σπουδής δευτέραν τριήρη, δια να μη προλάβη η πρώτη, η οποία είχεν αναχωρήσει εν περίπου ημερονύκτιον ενωρίτερα, και εύρουν την πόλιν εξωλοθρευμένην. Οι Μυτιληναίοι πρέσβεις εφωδίασαν το πλήρωμα της δευτέρας αυτής τριήρους με οίνον και κριθάλευρον, και υπέσχοντο μεγάλην αμοιβήν, εάν έφταναν εγκαίρως. Ως εκ τούτου, ο πλους έγινε με τοιαύτην ταχύτητα, ώστε ενώ εκωπηλάτουν, έτρωγαν συγχρόνως ψωμί κατασκευασμένον από κριθάλευρον, ζυμωμένον με οίνον και έλαιον, και εκ περιτροπής άλλοι εκοιμώντο και άλλοι εκωπηλάτουν. Και επειδή κατά καλήν τύχην δεν έπνευσε κανείς εναντίος άνεμος, και το μεν πρώτον πλοίον ως εκ της τερατώδους παραγγελίας που εκόμιζε, δεν έπλεε ταχέως, ενώ το δεύτερον έσπευδε κατά τον εκτεθέντα τρόπον, το πρώτον επρόλαβε τόσον μόνον, ώστε να έχη ο Πάχης αναγνώσει το ψήφισμα και να ετοιμάζεται δια την εκτέλεσιν των διατάξεων αυτού, όταν ο κατάπλους του δευτέρου επρόλαβε τον όλεθρον. Τόσον ολίγον έλειψε να καταστραφή η Μυτιλήνη.

50. Κατάληψις της Λέσβου υπό των Αθηναίων

Τους άλλους Μυτιληναίους, τους οποίους ο Πάχης είχεν αποστείλει εις Αθήνας ως πρωταιτίους της αποστασίας και οι οποίοι ήσαν ολίγον περισσότεροι των χιλίων, εθανάτωσαν οι Αθηναίοι, κατά πρότασιν του Κλέωνος. Συγχρόνως κατεδάφισαν τα τείχη της πόλεως και κατέσχον τον στόλον της. Έπειτα, αντί να επιβάλουν εις τους Λεσβίους την πληρωμήν φόρου, διήρεσαν ολόκληρον την νήσον, εκτός του εδάφους των Μηθυμναίων, εις τρεις χιλιάδας κλήρους. Τριακοσίους εξ αυτών αφιέρωσαν εις τους θεούς και απέστειλαν Αθηναίους κληρούχους, ορισθέντας δια κλήρου, όπως καταλάβουν τους λοιπούς. Οι Λέσβιοι, αναλαβόντες απέναντι των εν λόγω κληρούχων την υποχρέωσιν να καταβάλλουν δυο μνας ετησίως δι' έκαστον κλήρον, εκράτησαν οι ίδιοι την καλλιέργειαν της γης. Οι Αθηναίοι κατέλαβαν επίσης και τας μικροτέρας πόλεις, όσας εξουσίαζαν οι Μυτιληναίοι επί της απέναντι στερεάς, και αι πόλεις αυταί κατέστησαν του λοιπού υπήκοοι των Αθηνών. Τοιούτον υπήρξε το τέλος της αποστασίας της Λέσβου.

51. Κατάληψις της νήσου Μινώας υπό του Νικίου

Κατά το ίδιον θέρος, μετά την υποταγήν της Λέσβου, οι Αθηναίοι, υπό την αρχηγίαν του Νικίου, υιού του Νικηράτου, εξεστράτευσαν κατά της νήσου Μινώας, κειμένης απέναντι των Μεγάρων, επί της οποίας οι Μεγαρείς, οικοδομήσαντες πύργον, είχαν εγκατεστημένην φρουράν. Σκοπός του Νικίου ήτο όπως η νήσος αυτή καταλαμβανομένη χρησιμοποιηθή υπό των Αθηναίων ως επιτηρητικός σταθμός, όπως από αυτήν, από μικροτέραν δηλαδή απόστασιν, και όχι από το Βούδορον και άλλα σημεία της Σαλαμίνος, αφ' ενός εμποδίζουν τους Πελοποννησίους να χρησιμοποιούν την Νίτσαιαν, δια να ενεργούν εκείθεν απαρατήρητοι εξόδους πολεμικών πλοίων, η οποία η προηγουμένως γενομένη, ή ληστρικάς επιδρομάς, αλλά και εξ άλλου μη επιτρέπουν καμμίαν διά θαλάσσης εισαγωγήν εις τα Μέγαρα. Προσβαλών λοιπόν πρώτον διά του στόλου την νήσον από το αντίθετον προς την Νίτσαιαν μέρος, εκυρίευσε, χρησιμοποιήσας πολεμικάς μηχανάς, δυο προεξέχοντας πύργους, και αφού εξησφάλισε τον είσπλουν εις το μεταξύ των δύο τούτων πύργων διάστημα, ήρχισε ν' αποφράσση διά της κατασκευής τείχους και το απέναντι της ξηράς μέρος, εις το σημείον, από το οποίον ήτο δυνατόν να έλθη εις την ολίγον από της ξηράς απέχουσαν νήσον εχθρική βοήθεια, διά της υπεράνω του τενάγους εκτεινομένης γεφύρας. Και όταν εις ολίγας ημέρας το έργον τούτο συνεπληρώθη και κατεσκεύασε και άλλο φρούριον επί της νήσου, άφισεν εις την φρουράν, και επέστρεψε με τον επίλοιπον στρατόν εις Αθήνας.

52. Συνθηκολόγησις των Πλαταιέων με τους Λακεδαιμονίους

Περί την ιδίαν εποχήν του ιδίου θέρους, και οι Πλαταιείς επειδή εξηντλήθησαν τα τρόφιμά των, και δεν ημπορούσαν ν' ανθέξουν περισσότερον εις την πολιορκίαν, εσυνθηκολόγησαν προς τους Πελοποννησίους υπό τας εξής περιστάσεις. Εις γενομένην υπό των τελευταίων επίθεσιν εναντίον του τείχους, οι Πλαταιείς δεν ήσαν εις θέσιν ν' αντισταθούν αποτελεσματικώς. Ο αρχηγός των Λακεδαιμονίων, αντιληφθείς την αδυναμίαν των, δεν ήθελε να κυριεύση την πόλιν εξ εφόδου, συμμορφούμενος προς τας διαταγάς που είχεν από την Λακεδαίμονα και των οποίων σκοπός ήτο, εάν ποτέ συνήπτετο ειρήνη προς τους Αθηναίους και ανεγνωρίζετο δι' αυτής η αμοιβαία υπό των εμπολέμων απόδοσις των μερών, όσα είχαν καταλάβει δια της βίας των όπλων, να μη αποδοθούν ως εκ τούτου αι Πλαταιαί, λόγω του ότι οι ίδιοι οι Πλαταιείς είχαν προσχωρήσει εκουσίως προς τους Λακεδαιμονίους. Έστειλε λοιπόν προς αυτούς κήρυκα, δια να είπη, ότι εάν θέλουν να παραδώσουν εκουσίως την πόλιν εις τους Λακεδαιμονίους και δεχθούν αυτούς ως δικαστάς, θα τιμωρήσουν τους ενόχους, ουδένα όμως αδίκως. Τα ολίγα αυτά είπεν ο κήρυξ εις τους Πλαταιείς, οι οποίοι, ευρισκόμενοι εις την εσχάτην πλέον αδυναμίαν, παρέδωσαν την πόλιν.

Δίκη των Πλαταιέων[Επεξεργασία]

Οι Πελοποννήσιοι, τωόντι, διέτρεφαν τους Πλαταιείς μερικάς ημέρας, έως ότου έφθασαν εκ Λακεδαίμονος οι δικασταί, πέντε τον αριθμόν. Μετά την άφιξιν αυτών, καμμία κατηγορία δεν διετυπώθη εναντίον των Πλαταιέων, αλλά προσκαλέσαντες αυτούς οι δικασταί, περιωρίσθησαν ερωτήσουν μόνον, εάν κατά τον παρόντα πόλεμον είχαν προσφέρει καμμίαν υπηρεσίαν εις τους Λακεδαιμονίους και τους συμμάχους των. Οι Πλαταιείς, εν τούτοις, παρεκάλεσαν να τους επιτραπή να ομιλήσουν δια μακρών, και διώρισαν πληρεξουσίους των τους συμπολίτας των Αστύμαχον, υιόν του Ασωπολάου, και Λάκωνα, υιόν του Αειμνήστου, πρόξενον των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι, παρουσιασθέντες εις το δικαστήριον, ωμίλησαν ως εξής περίπου:

53. Απολογία των Πλαταιέων

"Την πόλιν παρεδώσαμεν, Λακεδαιμόνιοι, από εμπιστοσύνην προς σας, διότι ενομίζαμεν, ότι θα υποβληθώμεν εις δίκην, όχι τοιαύτην οποία η παρούσα, αλλά δικαιοτέραν, και αφού εδέχθημεν να παρουσιασθώμεν όχι ενώπιον άλλων δικαστών, αλλ' ενώπιόν σας, όπως πράγματι συμβαίνει, διότι επιστεύαμεν, ότι τοιουτοτρόπως εξησφαλίζαμεν αμερόληπτον δικαιοσύνην. Τώρα όμως φοβούμεθα,ότι εσφάλαμεν διττώς. Διότι ευλόγως υποπτεύομεν, ότι και η ζωή μας κινδυνεύει και σεις δεν θα δειχθήτε αμερόληπτοι. Και συμπεραίνομεν τούτο εκ του ότι ούτε προκατηγορία καμμία διετυπώθη εναντίον μας, εις την οποίαν να ημπορούμεν ν' απαντήσωμεν, αλλ' ημείς εδέησε να ζητήσωμεν άδειαν να ομιλήσωμεν δια μακρών, και ότι η σύντομος ερώτησις, η οποία μας απευθύνεται, είναι τοιαύτη, ώστε η απάντησις εις αυτήν, εάν μεν είναι αληθής, μας καταδικάζει, εάν δε ψευδής, δύναται ευκόλως ν' ανασκευασθή. Αλλά μη έχοντες που να στραφώμεν, αναγκαζόμεθα ν' αντιμετωπίσωμεν τον κίνδυνον, ομιλούντες απροκαλύπτως. Η οδός άλλωστε αυτή φαίνεται ασφαλεστέρα. Διότι όσοι ευρίσκονται εις την θέσιν που ευρισκόμεθα ημείς, εάν δεν ομιλήσουν, ημπορούν να μέμφωνται εαυτούς ακολούθως, ότι εάν ωμιλούσαν, ημπορούσαν να σωθούν. Εις τα άλλα, εν τούτοις, μειονεκτήματα της θέσεώς μας προστίθεται και η δυσκολία του να σας πείσωμεν. Διότι, εάν είμεθα άγνωστοι οι μεν προς τους δε, θα ηδυνάμεθα ίσως να ωφεληθώμεν, προσάγοντες αποδείξεις περί πραγμάτων, τα οποία δεν γνωρίζετε. Αλλά τώρα, κάθε τι που ημπορούμεν να είπωμεν σας είναι γνωστόν, και φοβούμεθα όχι ότι εκρίνατε τας αρετάς μας κατωτέρας από τας ιδικάς σας, και τούτο θεωρείται κεφάλαιον κατηγορίας εναντίον μας, αλλ' ότι, όπως ευαρεστήσωμεν άλλους, προσερχόμεθα εις δίκην, η οποία είναι ήδη προαποφασισμένη.

54. "Εκθέτοντες, εν τούτοις, τα επί του δικαίου στηριζόμενα επιχειρήματά μας, όσον αφορά τας διενέξεις προς τους Θηβαίους, και υπενθυμίζοντες τας υπηρεσίας που έχομεν προσφέρει εις σας και τους λοιπούς Έλληνας, θα προσπαθήσωμεν να σας πείσωμεν. Εις την σύντομον, τωόντι, ερώτησιν, εάν κατά τον παρόντα πόλεμον έχωμεν προσφέρει καμμίαν υπηρεσίαν εις τους Λακεδαιμονίους και τους συμμάχους των, απαντώμεν, αν μεν μας ερωτάτε ως εχθρούς, ότι το να μην ευηργετήθητε από ημάς δεν σημαίνει ότι ηδικήθητε, εάν δε πάλιν μας θεωρείται φίλους, απαντώμεν, ότι σεις αντιθέτως διεπράξατε σφάλμα, εκστρατεύσαντες εναντίον μας. Κατά τον πόλεμον, εξ άλλου, προς τους Πέρσας και την επακολουθήσασαν ειρήνην, η διαγωγή μας υπήρξεν άψογος. Ούτε την ειρήνην παρεβιάσαμεν τώρα πρώτοι, και μόνοι από όλους τους Βοιωτούς συνηγωνίσθημεν τότε υπέρ της ελευθερίας της Ελλάδος. Διότι, αφ' ενός, και εις την ναυμαχίαν του Αρτεμισίου ελάβαμεν μέρος, μολονότι χερσαίοι, και εις την μάχην, η οποία διεξήχθη επί του εδάφους μας, εστάθημεν παρά το πλευρόν σας και το πλευρόν του Παυσανίου και κάθε άλλον κίνδυνον ο οποίος τότε ηπείλησε την Ελλάδα, συνεμερίσθημεν υπέρ τας δυνάμεις μας. Αφ' ετέρου, προς σας ιδιαιτέρως, Λακεδαιμόνιοι κατά την εποχήν ακριβώς που ο φόβος εκυρίευε την Σπάρτην μετά τον σεισμόν, ένεκα των Ειλώτων, οι οποίοι επαναστατήσαντες κατέλαβαν την Ιθώμην, επέμψαμεν προς βοήθειάν σας το τρίτον των πολιτών μας. Τοιαύται υπηρεσίαι δεν πρέπει να λησμονούνται.

55. "Τοιούτοι εθεωρήσαμεν καθήκον μας να δειχθώμεν κατά τας αξιομνημονεύτους εκείνας περιστάσεις του παρελθόντος. Μόνον βραδύτερον περιήλθαμεν προς σας εις αντίθεσιν. Αλλ' η ευθύνη της αντιθέσεως αυτής βαρύνει σας. Διότι, όταν οι Θηβαίοι μετήλθαν εναντίον μας βίαν, και εζητήσαμεν την συμμαχίαν σας, σεις μας απεκρούσατε και μας εσυστήσατε να στραφώμεν προς τους Αθηναίους, λόγω του ότι είναι γείτονές μας, ενώ σεις κατοικείτε μακράν. Κατά τον παρόντα εν τούτοις πόλεμον, ούτε επάθατε, ούτε εκινδυνεύσατε ποτέ να πάθετε τίποτε το αθέμιτον εκ μέρους μας. Ούτε διεπράξαμεν έγκλημα, διότι ηρνήθημεν να συμμορφωθώμεν με την απαίτησίν σας να αποσπασθώμεν από τους Αθηναίους. Διότι εκείνοι μας εβοήθησαν εναντίον των Θηβαίων, όταν σεις εδιστάσατε να το πράξετε, θα ήτον αισχρόν κατόπιν τούτου να προδώσωμεν την φιλίαν των, προ πάντων αφού κατ' αίτησίν μας εγίναμεν δεκτοί εις την συμμαχίαν των, και μας εδόθη το δικαίωμα της ισοπολιτείας. Ωφείλαμεν, τουναντίον, να συμμορφωθώμεν με τας διαταγάς των προθύμως. Διότι οσάκις, συνεπεία των διαταγών, τας οποίας είτε σεις, είτε εκείνοι δίδετε εις τους συμμάχους σας, γίνεται τίποτε αξιοκατάκριτον, την ευθύνην φέρουν όχι οι ακολουθούντες, αλλ' οι οδηγούντες εις τας αξιοκατακρίτους πράξεις.

56. "Οι Θηβαίοι, αντιθέτως, και άλλας πολλάς αδικίας διέπραξαν εναντίον μας, και την τελευταίαν αυτήν, την οποίαν οι ίδιοι γνωρζετε και η οποία είναι η αιτία της παρούσης δυστυχίας μας. Διότι, όταν επεχείρουν να καταλάβουν την πόλιν μας εν καιρώ ειρήνης, και μάλιστα εις ημέραν εορτάσιμον, και δικαίως τους ετιμωρήσαμεν, σύμφωνα με τα γενικώς κρατούντα, κατά τα οποία νόμιμον είναι ν' αποκρούη κανείς εκείνον που επέρχεται ως εχθρός, και δεν είναι δίκαιον να πάθωμεν σήμερον εξ αιτίας των. Διότι εάν κρίνετε περί του δικαίου, επί τη βάσει του παρόντος συμφέροντός σας και της εναντίον μας εχθρότητος εκείνων, θέλετε αποδειχθή όχι αληθείς κριταί του ορθού, αλλά δούλοι μάλλον του υλικού συμφέροντος. Μολονότι, εάν νομίζετε, ότι οι Θηβαίοι σας είναι σήμερον χρήσιμοι, πολύ περισσότερον χρήσιμοι υπήρξαμεν ημείς και οι άλλοι Έλληνες τότε, όταν ευρίσκεσθε εις μεγαλύτερον κίνδυνον. Διότι σήμερον μεν επέρχεσθε τρομεροί εναντίον άλλων, τότε όμως, που ο βάρβαρος ηπείλει την ελευθερίαν όλων των Ελλήνων, αυτοί ετάχθησαν με το μέρος του. Και δίκαιον είναι προς το σημερινόν σφάλμα μας, και αν τυχόν διεπράχθη τοιούτον, ν' αντισταθμισθή ο ζήλος που εδείξαμεν τότε και θα εύρετε ότι ο ζήλος υπήρξε μεγαλύτερος από το σφάλμα, και ότι εδείχθη εις περιστάσεις, κατά τας οποίας ολίγοι ήσαν οι Έλληνες που αντέτασσαν την ανδρείαν των κατά της δυνάμεως του Ξέρξου. Τότε περισσότερον επηνούντο όσοι, αντί να έρχωνται εις συνεννοήσεις με τον εχθρόν, δια ν' ασφαλίσουν τα ιδικά των συμφέροντα απέναντι της εισβολής ηψήφουν εκουσίως τους κινδύνους χάριν ευγενεστάτου σκοπού. Με τους τελευταίους αυτούς ετάχθημεν και ημείς τότε και ετιμήθημεν με τας μεγαλυτέρας τιμάς. Και όμως φοβούμεθα σήμερον μήπως εξολοθρευθώμεν, διότι την ιδίαν επεδείξαμεν διαγωγήν, προτιμήσαντες να ταχθώμεν με τους Αθηναίους, όπως επέβαλλε το δίκαιον, και όχι με σας, όπως υπηγόρευε το συμφέρον. Οφείλετε, εν τούτοις, να φαίνεσθε συνεπείς, κρίνοντες κατά τον ίδιον τρόπον περί των αυτών πραγμάτων, και να θεωρήτε, ότι τότε μόνον εξυπηρετείτε το συμφέρον σας, όταν η επιδίωξις του αμέσως τυχόν ωφελίμου συνδυάζεται με την αναλλοίωτον ευγνωμοσύνην προς τους συμμάχους σας, δια τας υπ' αυτών παρασχεθείσας υπηρεσίας.

57. "Σκεφθήτε, προς τούτοις, ότι τώρα μεν θεωρείσθε από τους περισσοτέρους Έλληνας υπόδειγμα ευθύτητος. Εάν όμως η περί ημών απόφασίς σας είναι άδικος (επειδή η παρούσα δίκη δεν θα μείνη μυστική, διότι όχι μόνον οι δικάζοντες είσθε ονομαστοί, αλλά και η εκτίμησις δι' ημάς τους αδικουμένους είναι αγαθή), προσέξατε μήπως ο κόσμος αποδοκιμάση το ότι εναντίον ανδρών αμέμπτων, σεις, οι οποίοι είσθε ακόμη καλλίτεροι, εξεδώσατε απόφασιν αδικαιολόγητον, και ότι εις τους κοινούς ναούς ανεθέσατε ως αφιέρωμα τα σκύλα, τα οποία ελάβατε από ημάς, τους ευεργέτας της Ελλάδος, θα θεωρήται τωόντι τερατώδες, ότι σεις οι Λακεδαιμόνιοι εξολοθρεύσατε τας Πλαταιάς, και ότι ενώ οι πατέρες σας ανέγραψαν εις τον τρίποδα των Δελφών το όνομα της πόλεώς μας, εις διαιώνισιν της ανδρείας της, σεις την εξηφανίσατε εκ θεμελίων από τον Ελληνικόν κόσμον, δια να ευχαριστήσετε τους Θηβαίους. Διότι εις τοιούτο σημείον δυστυχίας έχομεν καταντήσει, ώστε και όταν οι Πέρσαι εκυρίευσαν την χώραν μας κατεστράφημεν, και τώρα τιθέμεθα από σας, τους άλλοτε αρίστους φίλους μας, εις υποδεεστέραν των Θηβαίων θέσιν, και αντιμετωπίσαμεν δύο κινδύνους, τους φοβερωτάτους, προ ολίγων μεν ημερών ν' αποθάνωμεν από την πείναν, εάν δεν παρεδίδαμεν την πόλιν, τώρα δε να δικαζώμεθα περί ζωής ή θανάτου. Και ημείς οι Πλαταιείς,οι οποίοι επεδείξαμεν υπέρ της ελευθερίας των Ελλήνων ζήλον υπέρ τας δυνάμεις μας, ευρισκόμεθα απολακτισμένοι από όλους, εγκαταλελειμμένοι και αβοήθητοι, και όχι μόνον κανείς από τους τότε συμμάχους δεν μας βοηθεί, αλλά φοβούμεθα, ότι ούτε εις σας, την μόνην ελπίδα μας, ημπορούμεν να στηριχθώμεν.

58. "Σας εξορκίζομεν, εν τούτοις, εις τους θεούς, οι οποίοι επροστάτευσαν άλλοτε τον κοινόν αγώνα μας, και εις την αφοσίωσίν μας υπέρ του κοινού συμφέροντος των Ελλήνων, να καμφθήτε και μεταβάλετε γνώμην, εάν τυχόν παρεσύρθητε οπωσδήποτε από τους Θηβαίους, και ν' απαιτήσετε σεις, αντιθέτως από από αυτούς, ως χάριν, να μη θανατώσετε εκείνους, τους οποίους θα ήτο αισχρόν δια σας να θανατώσετε. Τοιουτοτρόπως, θα εξασφαλίσετε την άσπιλον ευγνωμοσύνην μας αντί της αισχράς ιδικής των, και δεν θα επισύρετε επάνω σας δυσφυμίαν, απλώς δια να φανήτε ευχάριστοι προς άλλους. Διότι εύκολον πράγμα είναι ν' αφαιρέσετε την ζωήν μας, αλλά θα είναι δύσκολον να εξαλείψετε την εκ τούτου κακοφημίαν, αφού δεν είμεθα εχθροί σας, ότε η τιμωρία θα ήτο δικαία, αλλά φίλοι, οι οποίοι εξ ανάγκης επολεμήσαμεν εναντίον σας. Δια τούτο θα δικάσετε σύμφωνα με τον θείον νόμον, εάν μας παράσχετε ατιμωρησίαν, και εάν πριν εκδώσετε την απόφασίν σας, δεν λησμονήσετε, ότι παρεδόθημεν εκουσίως, τείνοντες προς σας ικέτιδας χείρας (κατά τα κρατούντα δε μεταξύ των Ελλήνων, απαγορεύεται ο φόνος των ικετών), και ότι σας προσεφέραμεν ανέκαθεν μεγάλας υπηρεσίας. Στρέψατε τα βλέμματα εις τους τάφους των πατέρων σας, τους οποίους, φονευθέντας από τους Πέρσας και ταφέντας εις το έδαφός μας, ετιμώμεν δημοσία καθ' έκαστον έτος, προσφέροντες ενδύματα και τας άλλας ειθισμένας προσφοράς, καθώς και τας απαρχάς όλων των καρπών της γης μας, φίλοι από χώραν φιλικήν και σύμμαχοι προς αρχαίους συναγωνιστάς. Τα εναντία ακριβώς τούτων θα πράξετε σεις, εάν εκφέρετε άδικον απόφασιν. Σκεφθήτε, τωόντι, ότι ο μεν Παυσανίας τους έθαψεν εδώ τότε, διότι ενόμιζεν, ότι τους απέθετεν εις γην φιλικήν και εν μέσω φίλων. Ενώ σεις, εάν μας φονεύσετε και μεταβάλετε την γην των Πλαταιών εις γην των Θηβών, τί άλλο θα κάμετε παρά να εγκαταλείψετε τους πατέρας και συγγενείς σας εις χώραν εχθρικήν και εις το μέσον των ιδίων των φονέων, στερημένους των τιμών, τας οποίας απολαύουν σήμερον; Και όχι μόνον τούτο, αλλά και την γην, εις την οποίαν οι Έλληνες εκέρδισαν την ελευθερίαν των, θα υποδουλώσετε, και τους ναούς των θεών, των οποίων επικαλεσθέντες την βοήθειαν ενίκησαν τους Πέρσας, ερημώνετε και τας πατροπαραδότους προς τους θεούς θυσίας θ' αφαιρέσετε από εκείνους, οι οποίοι εθέσπισαν και εκανόνισαν αυτάς.

59. "Τοιαύτη διαγωγή, Λακεδαιμόνιοι, τοιαύτη ενέργεια εναντία προς τα κοινώς κρατούντα μεταξύ των Ελλήνων και υβριστική προς τους προγόνους σας, τοιαύτη απόφασις, όπως εξολοθρεύσετε ημάς τους ευεργέτας σας, ένεκα ξένης έχθρας και χωρίς σεις οι ίδιοι να έχετε πάθει από ημάς, είναι αναξία της κοινής προς σας εκτιμήσεως. Η κοινή αυτή εκτίμησις επιβάλλει τουναντίον να φεισθήτε την ζωήν μας και να καμφθήτε κρίνοντες μας οικτιρμόνως, όπως απαιτεί η φρόνησις, αναλογιζόμενοι όχι μόνον το τρομερόν της πονής, την οποίαν πρόκειται να υποστώμεν, αλλά και εις ποίους άνδρας πρόκειται να επιβληθή και να πόσον δυσκόλως δύναται να προβλεφθή επί ποίου, και αθώου ακόμη, ημπορεί να επιπέση η δυστυχία. Ημείς, εξ άλλου, όπως αρμόζει εις την θέσιν μας και όπως επιβάλλει η ανάγκη, σας εκλιπαρούμεν, επικαλούμενοι τους κοινώς από όλους τους Έλληνας και επί των αυτών βωμών τιμωμένους θεούς, όπως σας πείσουν περί της ορθότητας των λόγων μας, και αναφερόμενοι εις τους όρκους, τους οποίους οι πατέρες σας ωρκίσθησαν γινόμεθα ικέται των τάφων, εις τους οποίους εκείνοι αναπαύονται, και επικαλούμεθα τους αποθανόντας να μην ανεχθούν, όπως περιέλθωμεν υπό την εξουσίαν των Θηβαίων, μήτε να παραδοθώμεν εις τους χειροτέρους εχθρούς των ημείς, οι οποίοι υπήρξαμεν οι καλλίτεροι φίλοι των. Σας υπενθυμίζομεν ακόμη την ημέραν, κατά την οποίαν ελάβαμεν μέρος εις τα λαμπρότατα κατορθώματά των ημείς, οι οποίοι κινδυνεύομεν σήμερον να υποβληθώμεν εις την τρομερωτέραν των ποινών. Είναι ανάγκη να τερματίσωμεν τον λόγον μας, μολονότι τούτο είναι δυσκολώτατον δι' όσους ευρίσκονται εις την θέσιν που ευρισκόμεθα ημείς, καθόσον με το τέρμα του λόγου προσεγγίζει δι' αυτούς και το τέρμα της ζωής. Και τούτο πράττοντες τώρα, ισχυριζόμενα ότι δεν παρεδώσαμεν εις τους Θηβαίους την πόλιν (διότι αντί τούτου θα επροτιμώμεν να υποβληθώμεν εις τον πλέον επονείδιστον θάνατον, τον της πείνης), αλλά προσήλθαμεν προς σας με εμπιστοσύνην, και είναι δίκαιον εάν δεν σας πείσωμεν, να μας αποκαταστήσετε εις την προ της παραδόσεως θέσιν μας, και μας επιτρέψετε να εκλέξωμεν τον κίνδυνον που μας επιφυλάσσεται. Σας εξορκίζομεν συγχρόνως, Λακεδαιμόνιοι, να μη μας παραδώσετε με τα ιδικά σας χέρια και εναντίον της εμπιστοσύνης, την οποίαν εναπεθέσαμεν εις σας, ημάς τους Πλαταιείς, οι οποίοι με τόσον ζήλον υπερησπίσαμεν την Ελληνικήν ελευθερίαν και είμεθα σήμερον ικέται σας,εις τους Θηβαίους, οι οποίοι είναι οι χειρότεροι εχθροί μας, αλλά να γίνετε σωτήρες μας και μη μας εξολοθρεύσετε τώρα που αγωνίζεσθε υπέρ της ελευθερίας των άλλων Ελλήνων".

60. Το κατά των Πλαταιέων κατηγορητήριον των Θηβαίων

Τοιαύτα περίπου είπαν οι Πλαταιείς. Και οι Θηβαίοι, φοβηθέντες μήπως οι Λακεδαιμόνιοι, υπό την επιρροήν του λόγου τούτου, δειχθούν οπωσδήποτε ενδοτικοί, προχωρήσαντες, εδήλωσαν ότι επιθυμούν και αυτοί να ομιλήσουν, αφού εναντίον της γνώμης των εδόθη και εις τους Πλαταιείς η άδεια ν' απαντήσουν δια μακρών εις το ερώτημα. Και λαβόντες την άδειαν των δικαστών, ωμίλησαν ως εξής περίπου.

61. "Δεν θα εζητούμεν τον λόγον, εάν και οι Πλαταιείς απήντων δι' ολίγων εις την τεθείσαν ερώτησιν και δεν εστρέφοντο εναντίον μας, διατυπώνοντες κατηγορητήριον, και εάν συγχρόνως δεν κατέφευγαν εις μακράν υπέρ εαυτών απολογίαν, έξω του προκειμένου και μάλιστα δια κατηγορίας τας οποίας κανείς δεν τους απηύθυνε, και εις πολύν έπαινον, εκεί όπου κανείς δεν τους κατηγόρησε. Τώρα όμως αναγκαζόμεθα και εις τας κατηγορίας των ν' απαντήσωμεν και την απολογίαν και τον έπαινόν των ν' αποσκευάσωμεν, εις τρόπον ώστε ούτε η δική μας κακία, ούτε η αγαθή περί αυτών εκτίμησις να τους ωφελήση, αλλά να αποφασίσετε, αφού ακούσετε την αλήθειαν και δια τους δύο. Η μεταξύ Θηβών και Πλαταιών έρις ήρχισε το πρώτον εκ του ότι όταν ημείς βραδύτερον από την λοιπήν Βοιωτίαν ιδρύσαμεν τας Πλαταιάς και μερικά άλλα συγχρόνως μέρη, τα οποία κατελάβαμεν, αφού εξεδιώξαμεν τον πληθυσμόν των, αποτελούμενον από ανθρώπους πάσης προελεύσεως οι Πλαταιείς, αυτοί εδώ, απηξίωσαν παρά την αρχικήν συμφωνίαν να δεχθούν την αρχηγίαν μας, και μόνοι από όλους τους Βοιωτούς, παραβαίνοντες τα πατροπαράδοτα έθιμα, προσεχώρησαν προς τους Αθηναίους, ευθύς ως επεχειρήσαμεν να τους σωφρονίσωμεν, και από κοινού με αυτούς μας επροξένουν πολλάς βλάβας, δια τας οποίας τους ανταπεδίδαμεν τα ίσα.

62. "Και μετά την εισβολήν του βαρβάρου εις την Ελλάδα, ισχυρίζονται, ότι μόνοι εξ όλων των Βοιωτών δεν ετάχθησαν με τους Πέρσας, και ένεκα τούτου προ πάντων και αυτοί μεγαλαυχούν και ημάς ονειδίζουν. Ημείς, εν τούτοις, ισχυριζόμεθα,ότι δεν ετάχθησαν με τους Πέρσας μόνον και μόνον διότι ούτε οι Αθηναίοι δεν έπραξαν τούτο, αλλ' ότι ακολουθούντες την ιδίαν μέθοδον, όταν βραδύτερον οι Αθηναίοι ανέλαβαν τον πόλεμον εναντίον των Ελλήνων, αυτοί πάλιν μόνοι εξ όλων των Βοιωτών ετάχθησαν με αυτούς. Σκεφθήτε όμως υπό ποίας περιστάσεις ενηργήσαμεν όπως ενηργήσαμεν, αφ' ενός ημείς, αφ' ετέρου εκείνοι. Το πολίτευμα, τωόντι, της πόλεώς μας ούτε συνταγματική ολιγαρχία ήτο τότε, ούτε δημοκρατία, αλλά τα πράγματα διείπεν όμιλος ολίγων δεσποτών, πράγμα, το οποίον είναι εναντιώτατον και προς τους νόμους και προς την ορθήν σύνταξιν της πολιτείας και πλησιέστατον προς την τυραννίδα. Και οι ολίγοι αυτοί, πιστεύσαντες ότι θέλουν ενισχύσει την εξουσίαν των έτι μάλλον, εάν επεκράτουν οι Πέρσαι, τους προσεκάλεσαν, σιυγκρατήσαντες τον λαόν δια της σκαιάς βίας. Η πόλις ως σύνολον, πράττουσα τούτο, δεν ήτο δέσποινα εις τον ίδιον αυτής οίκον, ούτε είναι δίκαιον να την ονειδίζη κανείς δια σφάλματα, εις τα οποία υπέπεσεν όταν δεν εκυβερνατο συμφώνως προς τους νόμους της. Μετά την αναχώρησιν όμως των Περσών και την αποκατάστασιν του νομίμου πολιτεύματος, όταν οι Αθηναίοι έγιναν επιθετικοί και επεχείρησαν να υποβάλουν υπό την ηγεμονίαν των και την άλλην Ελλάδα και την ιδικήν μας χώραν, και συνεπεία εμφυλίων σπαραγμών είχαν ήδη καταλάβει το μεγαλύτερον μέρος της, συλλογισθήτε ότι πολεμήσαντες ενανίον των εις την Κορώνειαν και νικήσαντες, ηλευθερώσαμεν την Βοιωτίαν, και συναγωνιζόμενα τώρα προθύμως με σας δια την απελευθέρωσιν των άλλων Ελλήνων, παρέχοντες ιππικόν και πολεμικά εφόδια περισσότερα από κάθε άλλον σύμμαχον. Και ως προς μεν την κατηγορίαν ότι ελάβαμεν το μέρος των Περσών, τα ολίγα αυτά θεωρούμεν αρκετήν απολογίαν μας.

63. "Ότι εξ άλλου σεις, οι Πλαταιείς, όχι μόνον περισσότερον από ημάς έχετε αδικήσει τους Έλληνας, αλλά και είσθε περισσότερον άξιοι κάθε τιμωρίας, θα προσπαθήσωμεν ν' αποδείξωμεν, Εγίνατε, ως ισχυρίζεσθε, σύμμαχοι και ισοπολίται των Αθναίων, δια να βοηθηθήτε από αυτούς εναντίον μας. Αλλ' εν τοιαύτη περιπτώσει, οφείλατε να επικαλεσθήτε την συνδρομήν των εναντίον μας μόνον και όχι να βοηθήσετε αυτούς και εις τας εναντίον άλλων επιθέσεις των. Και την πολιτικήν αυτήν ημπορούσατε ν' ακολουθήσετε, εάν υποτεθή ότι εξηναγκάζεσθε οπωσδήποτε υπό των Αθηναίων να ταχθήτε με το μέρος των παρά την θέλησίν σας, καθόσον η προς τους Λακεδαιμονίους αυτούς εδώ συμμαχία κατά των Περσών, την οποίαν διαρκώς επικαλείσθε, είχεν ήδη συνομολογηθή. Και η συμμαχία αυτή ήτο βεβαίως ικανή και ημάς ν' αποτρέπη από κάθε εναντίον σας επίθεσιν, και το σπουδαιότερον, να εξασφαλίση την ελευθερίαν των αποφάσεών σας. Αλλ' εκουσίως, και όταν κανείς πλέον δεν μετήρχετο εναντίον σας βίαν, επροτιμήσατε να ταχθήτε με το μέρος των Αθηναίων. Και λέγετε ότι ήτο αισχρόν να προδώσετε τους ευεργέτας σας. Αλλά πολύ αισχρότερον και αδικώτερον ήτο να καταπροδώσετε όλους τους Έλληνας, με τους οποίους ωρκίσθητε τους ιδίους συμμαχικούς όρκους, παρά τους Αθηναίους μόνους, αφού αυτοί μεν ειργάζοντο προς ολοσχερή υποδούλωσιν της Ελλάδος, εκείνοι δε προς απελευθέρωσιν αυτής. Δεν ανταπεδώσατε, άλλωστε, προς αυτούς χάριν ομοίαν με εκείνην που σας παρέσχον, ούτε τοιαύτην, δια την οποίαν να μην έχετε λόγον να εντρέπεσθε. Διότι σεις μεν αδικούμενοι, ως ισχυρίζεσθε, επεκαλέσθητε την βοήθειάν των, εγίνατε όμως συνεργοί αυτών, ενώ ηδίκουν άλλους. Και είναι βεβαίως αισχρόν να μην ανταποδώση κανείς χάριν δι' ομοίας χάριτος, δεν είναι όμως αισχρόν το ν' αφίνη ανανταπόδοτον χάριν μεν δικαίως οφειλομένην, της οποίας όμως η πληρωμή δεν ημπορεί να γίνη χωρίς αδικίαν.

64. "Απεδείξατε λοιπόν, ότι και τότε μόνοι από τους Βοιωτούς δεν ετάχθησαν με το μέρος των Περσών, όχι χάριν των Ελλήνων, αλλά διότι ούτε οι Αθηναίοι ετάχθησαν με το μέρος των, ενώ ημείς ετάχθημεν ως ετάχθημεν, επειδή ηθέλατε να συνεργασθήτε με εκείνους και ν αντιπράξετε εναντίον μας. Και τώρα έχετε την αξίωσιν να ωφεληθήτε δια καλήν συμπεριφοράν, η οποία οφείλεται εις άλλους. Τούτο όμως δεν είναι ορθόν. Αλλ' όπως επροτιμήσατε τους Αθηναίους, συνεχίσατε μέχρι τέλους τον αγώνα εις το πλευρόν των, και μην επικαλήσθε την συμμαχίαν,εις την οποίαν ωρκίσθητε τότε, ζητούντες να σωθήτε τώρα ένεκα αυτής. Διότι την συμμαχίαν αυτήν εγκαταλείψατε, και κατά παράβασιν των διατάξεών της συνεπράττατε προς υποδούλωσιν των Αιγινητών και μερικών άλλων από τους συμμάχους, αντί να εμποδίζετε αυτήν, και μάλιστα όχι άκοντες, αλλ' ενώ είχατε το ίδιον πολίτευμα, το οποίον και μέχρι σήμερον, και χωρίς κανείς να σας εξαναγκάση, όπως ημάς. Απεκρούσατε ακόμη και την τελευταίαν προ του περιτειχισμού της πόλεώς σας πρότασιν, όπως μείνετε ήσυχοι και ουδέτεροι. Ποίοι λοιπόν ημπορούν να μισούνται από όλους τους Έλληνας δικαιότερον παρά σεις, οι οποίοι επεδείξατε ανδραγαθίαν δια να τους βλάψετε; Δια της σημερινής διαγωγής σας, εδείξατε εκ των υστέρων, ότι η άλλοτε καλή συμπεριφορά, την οποίαν επικαλείστε, δεν ωφείλετο εις σας και ήλθεν εις φως ο διαρκής και πραγματικός χαρακτήρ σας, αφού ηκολουθήσατε τους Αθηναίους εις την οδόν της αδικίας. Αυτά έχομεν να δηλώσωμεν ως προς τον ακούσιον μηδισμόν μας και τον εκούσιον αττικισμόν σας.

65. "Αλλά και ως προς το τελευταίον εναντίον σας αδίκημα, δια το οποίον μας κατηγορείτε (ότι δηλαδή επετέθημεν παρανόμως κατά της πόλεώς σας εν καιρώ ειρήνης και εις ημέραν εορτής), δεν νομίζομεν ότι και κατά τούτο εσφάλαμεν περισσότερον από σας. Διότι, αν εξ ιδίας μας πρωτοβουλίας ηρχόμεθα εναντίον της πόλεώς σας ως εχθροί, με τον σκοπόν να πολεμήσωμεν και καταστρέψωμεν αυτήν, είμεθα ενοχοι. Αλλ' εάν οι πρώτοι πολίται σας, και λόγω πλούτου και λόγω γένους, θέλοντες να θέσουν τέρμα εις την συμμαχίαν σας με ξένον και σας επαναφέρουν εις τους πατροπαραδότους θεσμούς, οι οποίοι είναι κονοί εις όλους τους Βοιωτούς, εξ ιδίας των ελευθέρας θελήσεως επεκαλέσθησαν την βοήθειάν μας, κατά τι αδικούμεν, αφού τον νόμον παραβιάζουν οι έχοντες την πρωτοβουλίαν της παρανομίας μάλλον παρά οι ακολουθούντες; Ούτε εκείνοι όμως, κατά την κρίσιν μας παρεβίασαν τον νόμον, ούτε ημείς. Αλλά πολίται όντες καθώς σεις και έχοντες περισσότερα από άλλους να χάσουν, ήνοιξαν τας πύλας του τείχους των και μας εδέχθησαν εις την πόλιν των ως φίλους, όχι εχθρούς. Ήθελαν οι κακοί από σας να μη γίνουν ακόμη χειρότεροι και οι καλοί να τιμηθούν κατ' αξίαν. Ήθελαν να σας επαναφέρουν εις ορθότερας πολιτικάς αντιλήψεις, χωρίς ν' αποξενώσουν την πόλιν από τα άτομά σας, αλλά να σας συμφιλιώσουν αντιθέτως προς τους ομοφύλους σας. Ήθελαν να μη σας κάμουν εχθρούς κανενός, αλλά να σας εξασφαλίσουν την ειρήνην με όλους.

66. "Απόδειξις ότι δεν ενηργούμεν με διαθέσεις εχθρικάς είναι ότι όχι μόνον δεν εκακοποιήσαμεν κανένα, αλλά και επροκηρύξαμεν, ότι όστις θέλει να κυβερνάται κατά τους πατροπαραδότους θεσμούς των Παμβοιωτών οφείλει να έλθη μαζί μας. Και σεις, δεχθέντες προθύμως και συνθηκολογήσαντες, εμένατε κατ' αρχάς ήσυχοι, κατόπιν όμως, όταν αντελήφθητε ότι είμεθα ολίγοι, και αν ακόμη εθεωρείτε ότι ενηργήσαμεν οπωσδήποτε ατόπως, διότι εισήλθαμεν εις την πόλιν άνευ της συγκαταθέσεως της πλειοψηφίας, αντί να μας ανταποδώσετε τα ίσα, αποφεύγοντες την χρήσιν βιαίων μέτρων και προσπαθούντες να μας πείσετε δι' επιχειρημάτων, όπως αποσυρθώμεν, τουναντίον μας επετέθητε, κατά παράβασιν της συμφωνίας. Και δι' όσους μεν εφονεύσατε κατά την επακολουθήσασαν συμπλοκήν, δεν θλιβόμεθα εξ ίσου (διότι ημπορεί κανείς να δεχθή ότι έπαθαν σύμφωνα με τους νόμους του πολέμου), αλλά ήτο ή δεν ήτο τρομερόν κακούργημα, ότι εθανατώσατε, παρά τα κρατούντα μεταξύ Ελλήνων, εκείνους, τους οποίους ηχμαλωτίσατε την ώραν που εξέτειναν προς σας ικέτιδας χείρας και τους οποίους μας υπεσχέθητε ακολούθως ότι δεν θα φονεύσετε; Και ενώ τοιουτοτρόπως, εις διάστημα ολίγων ωρών διεπράξατε τρία εγκλήματα, την παραβίασιν της συμφωνίας, τον επακολουθήσαντα φόνον των αιχμαλώτων, και την αθέτησιν της υποσχέσεως που μας εδώσατε να μη τους φονεύσετε, εάν δεν βλάψωμεν τους αγρούς σας, υποστηρίζετε εν τούτοις, ότι ημείς είμεθα οι παραβιάζοντες τους νόμους, και ζητείτε να μη δώσετε λόγον των πράξεών σας. Αλλά τούτο δεν θα επιτύχετε, εφ' όσον τουλάχιστον οι Λακεδαιμόνιοι, δικάσουν ορθώς, αλλά θα τιμωρηθήτε δι' όλα αυτά τα εγκλήματά σας.

67. "Εις τας λεπτομερείας αυτάς, Λακεδαιμόνιοι, εισήλθαμεν και προς χάριν σας και προς χάριν μας, δια να μάθετε ότι και σεις θα τους καταδικάσετε δικαίως και η εκδίκησις που θα λάβωμεν είναι ακόμη δικαιοτέρα. Ούτε πρέπει να καμφθήτε από την διήγησιν των παλαιών αρετών των, και αν τυχόν επέδειξαν καμμίαν τοιαύτην. Διότι αι παλαιαί αρεταί πρέπει μεν να ωφελούν τους αδικουμένους, αλλά πρέπει να επισύρουν διπλήν τιμωρίαν κατά των δραστών επαισχύντων πράξεων, καθόσον το έγκλημά των είναι ασυμβίβαστον προς τον χαρακτήρα των. Ας μην ωφελήσουν αυτούς ούτε οι ολοφυρμοί των, ούτε ο οίκτος σας, ούτε αι επικλήσεις των προς τους τάφους των πατέρων σας, και την εγκατάλειψιν, εις την οποίαν ευρίσκονται. Διότι ημείς εις απάντησιν αντιτάσσομεν ότι και πολύ τρομερώτερον κακόν έπαθεν η υπ' αυτών εξολοθρευθείσα νεολαία μας, της οποίας οι πατέρες, άλλοι εφονεύθησαν εις την Κορώνειαν, εξασφαλίζοντες εις σας την συμμαχίαν της Βοιωτίας, και άλλοι, εγκαταλελειμμένοι κατ' οίκον γέροντες και άνευ τέκνων, σας ικετεύουν πολύ δικαιότερον να εκδικήσετε αυτούς εδώ. Μεγαλύτερον, άλλωστε, δικαίωμα επί του οίκτου των άλλων έχουν οι αναξιοπαθούντες, ενώ οι πάσχοντες δικαίως, όπως οι Πλαταιείς αυτοί εδώ, πρέπει αντιθέτως να προκαλούν αίσθημα χαράς. Και την σημερινήν των εγκατάλειψιν οφείλουν εις τους εαυτούς των, διότι απελάκτισαν εκουσίως τους καλλιτέρους συμμάχους των. Και παρεβίασαν πρώτοι τους νόμους εναντίον μας, όχι διότι τους εβλάψαμεν ποτέ, αλλ' αγόμενοι από μίσος μάλλον παρά από αίσθημα δικαιοσύνης και χωρίς η τιμωρία, την οποίαν πρόκειται σήμερον να υποστούν, να ημπορή να ισοφαρίση το έγκλημά των. Διότι θα τιμωρηθούν σύμφωνα με τους νόμους, και όχι καθόλου διότι έτειναν επί του πεδίου της μάχης ικέτιδας χείρας, ως ισχυρίζονται, αλλά διότι κατόπιν ρητής συμφωνίας παρεδόθησαν δια να δικασθούν. Μην αφίσετε λοιπόν, Λακεδαιμόνιοι, να καταπατηθή το δίκαιον, το οποίον ισχύει μεταξύ των Ελλήνων και το οποίον αυτοί εδώ παρεβίασαν, και εις ημάς, οι οποίοι επάθαμεν από το έγκλημά των, ανταποδώσατε χάριν δικαίαν, δια τας υπηρεσίας, τας οποίας προθύμως έχομεν προσφέρει. Μη παρασυρθήτε από τους λόγους αυτών εδώ δια να μας απολακτίσετε, αλλά δώσατε έμπρακτον εις τους Έλληνας απόδειξιν ότι το δικαστήριόν σας βραβεύει όχι τους λόγους αλλά τα έργα, και ότι εάν τα έργα είναι καλά, αρκεί και σύντομος μόνον υπόμνησις αυτών, εάν όμως είναι κακά, λόγοι κοσμημένοι με ωραίας φράσεις αποτελούν απλά προσχήματα. Αλλ' εάν, ως αρμόζει εις αρχηγούς, οποίοι σεις είσθε τώρα, περιοριζόμενοι εις το κύριον κεφάλαιον της κατηγορίας, εκδώσετε επ' αυτού την απόφασίν σας ως προειδοποίησιν προς όλους, είναι πιθανόν ότι θα παύση του λοιπού η χρήσις ωραίων λόγων, προς συγκάλυψιν αδίκων έργων".

68. Καταδικαστική κατά των Πλαταιέων απόφασις των Λακεδαιμονίων

Τοιαύτα περίπου είπαν οι Θηβαίοι. Οι Λακεδαιμόνιοι δικασταί έκριναν ότι ήσαν εν τάξει θέτοντες εις τους Πλαταιείς το ερώτημα, εάν τους προσέφεραν κατά τον παρόντα πόλεμον καμμίαν υπηρεσίαν. Διότι όχι μόνον προηγουμένως είχαν δήθεν συστήσει πάντοτε εις αυτούς να μένουν ήσυχοι, σύμφωνα με την επί Παυσανίου συναφθείσαν, μετά την Περσικήν εισβολήν συνθήκην, αλλά και ύστερον, πριν περιτειχισθούν αι Πλαταιαί, η πρότασίς των περί ουδετερότητος δεν είχε γίνει δεκτή από τους Πλαταιείς, κατά τα πρότερον συμπεφωνημένα, θεωρούντες συνεπώς ότι είχαν αδικηθή, τώρα όπου, μετά την αποτυχίαν των αγαθών προθέσεών των, είχαν λυθή από κάθε δεσμόν πηγάζοντα εκ της συμμαχίας, προσήγαγαν πάλιν αυτούς ενώπιόν των αλληλοδιαδόχως και τους απηύθυναν την ιδίαν ερώτησιν, εάν δηλαδή έχουν προσφέρει κατά τον παρόντα πόλεμον καμμίαν υπηρεσίαν εις τους Λακεδαιμονίους και τους συμμάχους των. Όταν δε απήντησαν "Όχι", τους απεμάκρυναν από το δικαστήριον και τους εθανάτωσαν, χωρίς να εξαιρέσουν κανένα. Οι τοιουτοτρόπως θανατωθέντες Πλαταιείς ήσαν όχι ολιγώτεροι των διακοσίων, συνεθανατώθησαν δε και είκοσι πέντε Αθηναίοι, οι οποίοι είχαν συμπολιορκηθή μετ' αυτών. Αι γυναίκες επωλήθησαν ως αιχμάλωτοι πολέμου. Την πόλιν, εξ άλλου, έδωσαν προς κατοικίαν επί εν περίπου έτος εις Μεγαρείς, οι οποίοι συνεπεία εμφυλίων σπαραγμών είχαν εξορισθή, και εις εκείνους από τους Πλαταιείς, οι οποίοι περισωθέντες είχαν ταχθή με το μέρος των Πελοποννησίων. Βραδύτερον όμως κατηδάφισαν εντελώς την πόλιν, και από τα υλικά της βάσεως των κατεδαφισθεισών οικοδομών έκτισαν πλησίον του ναού της Ήρας ξενώνα διακοσίων ποδών μήκους, έχοντα καθ' όλην αυτού την περιφέρειαν διώροφα δωμάτια ύπνου, χρησιμοποήσαντες και την ξυλείαν των κατεδαφισθεισών οικοδομών. Και με τα επίλοιπα υλικά, ήτοι χάλκινα και σιδηρά έπιπλα, τα οποία υπήρχαν εντός της πόλεως, κατεσκεύασαν κλίνας, τας οποίας ανέθεσαν εις την Ήραν, οικοδομήσαντες συγχρόνως δι' αυτήν και ναόν λίθινον μήκους εκατόν ποδών. Και δημεύσαντες την γην, εξεμίσθωσαν αυτήν επί δεκαετίαν, και μισθωταί ανεδείχθησαν οι Θηβαίοι. Άλλωστε, και η όλη σχεδόν αυστηρότης της συμπεριφοράς των Λακεδαιμονίων απέναντι των Πλαταιέων επηρεάσθη από την επιθυμίαν να ευχαριστήσουν τους Θηβαίους διότι τους εθεώρουν χρησίμους δια τον πόλεμον, ο οποίος είχεν αρχίσει ήδη να γίνεται χρόνιος. Τοιούτον υπήρξε το τέλος των Πλαταιών κατά το ενενηκοστόν τρίτον έτος, αφ' ότου είχαν γίνει σύμμαχοι των Αθηναίων.

69. Εμφύλιος αγών των Κερκυραίων και ανάμιξις των Αθηναίων και Λακεδαιμονίων εις αυτόν

Τα σαράντα Πελοποννησιακά πλοία, τα οποία είχαν σταλή προς βοήθειαν των Λεσβίων, καθώς διέσχιζαν, ως ελέχθη ήδη, το ανοικτόν πέλαγος με μεγάλην σπουδήν, αφού πρώτον κατεδιώχθησαν από τους Αθηναίους και κατελήφθησαν έξω της Κρήτης από τρικυμίαν, παρεσύρθησαν από εκεί προς την Πελοπόννησον διασκορπισμένα, όπου εύρον εις την Κυλλήνην δέκα τρία πλοία των Λευκαδίων και Αμπρακιωτών και τον Βρασίδαν, υιόν του Τέλλιδος, ο οποίος είχε φθάσει εκεί ως σύμβουλος του Αλκίδου. Διότι οι Λακεδαιμόνιοι, μετά την αποτυχίαν της Λέσβου, ήθελαν, αφού ενισχύσουν τον στόλον των, να πλεύσουν εις την Κέρκυραν, η οποία ευρίσκετο εις εμφυλίους σπαραγμούς, καθόσον η Αθηναϊκή μοίρα της Ναυπάκτου συνέκειτο από δώδεκα μόνον πλοία και οι Λακεδαιμόνιοι ήθελαν να προλάβουν, πριν έλθη ενίσχυσις άλλων πλοίων από τας Αθήνας. Ο Βρασίδας, επομένως, και ο Αλκίδας ήρχισαν παρασκευαζόμενοι δια την επιχείρησιν αυτήν.

70. Ο εμφύλιος σπαραγμός των Κερκυραίων ήρχισε τωόντι, αφ' ότου οι αιχμάλωτοι, οι οποίοι είχαν συλληφθή εις τας ναυμαχίας που έλαβαν χώραν εξ αφορμής της Επιδάμνου, απελύθησαν από τους Κορινθίους και επέστρεψαν εις την Κέρκυραν. Η απόλυσίς των έγινε κατ' επίφασιν επί τη βάσει εγγυήσεως οκτακοσίων ταλάντων, η οποία είχε δοθή από τους προξένους των, πράγματι όμως διότι είχαν αναλάβει να μεταστρέψουν την πολιτικήν της Κερκύρας υπέρ των Κορινθιακών συμφερόντων. Και ήρχισαν πραγματικώς ραδιουργούντες και προσπαθούντες να κατηχήσουν ένα έκαστον από τους οπλίτας, όπως παρασύρουν την πόλιν ν' αποσπασθή από την Αθηναϊκήν συμμαχίαν. Μετά την άφιξιν, τωόντι, ενός Αθηναϊκού και ενός Κορινθιακού πλοίου, τα οποία έφεραν πρέσβεις, και την διεξαχθείσαν συζήτησιν, οι Κερκυραίοι εψήφισαν όπως εξακολουθήσουν να είναι σύμμαχοι των Αθηναίων, κατά τους όρους της συμφωνίας που είχαν κάμει, ανανεώσουν όμως συγχρόνως και την προηγουμένην φιλίαν των με τους Πελοποννησίους. Αλλά συγχρόνως οι αιχμάλωτοι, που είχαν επιστρέψει από την Κόρινθον, ενήγαγαν εις δίκην τον Πειθίαν, εθελοπρόξενον των Αθηναίων, και αρχηγόν της δημοκρατικής φατρίας, κατηγορούντες αυτόν ότι επιδιώκει να υποδουλώση την Κέρκυραν εις τους Αθηναίους. Εκείνος, εξ άλλου, απαλλαγείς της κατηγορίας, αντενάγει εις δίκην τους πέντε πλουσιωτέρους απ' αυτούς, ισχυριζόμενος ότι κόπτουν στηρίγματα αμπέλων από τα ιερά άλση του Διός και του Αλκινόου, αδίκημα, το οποίον ετιμωρείτο με χρηματικήν ποινήν ενός στατήρος δι' έκαστον στήριγμα. Επειδή δ' οι εναχθέντες κατεδικάσθησαν, εκάθισαν ικέται εις τους ναούς, ζητούντες, ένεκα του μεγέθους της χρηματικής ποινής, να καταβάλουν αυτήν εις δόσεις. Ο Πειθίας έπεισε την Βουλήν, της οποίας επίσης ήτο τότε μέλος, να προβούν εις αναγκαστικήν εκτέλεσιν, σύμφωνα με τον νόμον. Οι πέντε καταδικασθέντες, επειδή όχι μόνον ο νόμος απέκλειε την αποδοχήν της αιτήσεώς των, αλλά και έμαθαν συγχρόνως ότι εφόσον ο Πειθίας ήτο μέλος της Βουλής θα επέμενε να πείση την πλειοψηφίαν, όπως συνάψουν επιθετικήν και αμυντικήν συμμαχίαν με τους Αθηναίους, συνώμοσαν με τους φίλους των, και οπλισθέντες με εγχειρίδια, εισώρμησαν εις την Βουλήν και εφόνευσαν τον Πειθίαν και άλλους εκ των βουλευτών και ιδιωτών, εξήντα τον αριθμόν. Ολίγοι από τους ομόφρονας του Πειθίου κατέφυγαν εις την Αθηναϊκήν τριήρη, η οποία δεν είχεν ακόμη αποπλεύσει.

71. Μετά τους φόνους αυτούς, συνεκάλεσαν τον λαόν και είπαν προς αυτόν ότι η ενέργειά των ήτο προς το κοινόν συμφέρον και ότι τώρα πλέον δεν εφοβούντο ότι θα υποδουλωθούν από τους Αθηναίους, και επρότειναν να μένουν του λοιπού ήσυχοι και να μη δέχωνται κανένα από τους εμπολέμους, εκτός αν' καταπλέουν με εν μόνον πλοίον, εάν όμως καταπλέουν με περισσότερα του ενός, να τους θεωρούν εχθρούς. Τας προτάσεις αυτάς ηνάγκασαν τον λαόν να επικυρώση. Αλλά συγχρόνως έστειλαν ευθύς πρέσβεις εις τας Αθήνας, και δια να παραστήσουν τα πρόσφατα γεγονότα όπως τους συνέφερε, και δια να πείσουν εκείνους που είχαν καταφύγει εκεί να μη προβούν εις εχθρικάς ενεργείας, ώστε να μη ληφθή κανέν μέτρον κατά της Κερκύρας.

72. Αλλ' οι Αθηναίοι, μετά την άφιξιν των πρέσβεων, συνέλαβαν και αυτούς ως στασιαστάς και όσους από τους φυγάδας είχαν παραπείσει, και τους ετοποθέτησαν προς φύλαξιν εις Αίγιναν. Εν τω μεταξύ, μετά την άφιξιν Κορινθιακής τριήρους και Λακεδαιμονίων πρέσβεων, οι επί κεφαλής των πραγμάτων Κερκυραίοι επετέθησαν υπούλως κατά των δημοκρατικών και τους ενίκησαν. Επελθούσης της νυκτός, οι μεν δημοκρατικοί κατέφυγαν εις την Ακρόπολιν και τα υψηλότερα σημεία της πόλεως, όπου συγκεντρωθέντες εγκατεστάθησαν και κατέλαβαν τον Υλλαϊκόν λιμένα. Οι αντίθετοι δε κατέλαβαν την Αγοράν, πέριξ της οποίας οι περισσότεροι απ' αυτούς κατώκουν, και τον απέναντι λιμένα, ο οποίος βλέπει προς την απέναντι στερεάν.

73. Την επομένην, έγιναν μερικοί ακροβολισμοί και συγχρόνως αι δύο μερίδες έστειλαν εις την ύπαιθρον χώραν, δια να τους καλέσουν με το μέρος των, τους δούλους, υποσχόμενοι εις αυτούς την απελευθέρωσίν των. Και η μεν πλειοψηφία των δούλων ηνώθη με τους δημοκρατικούς, ενώ οκτακόσιοι μισθοφόροι από την στερεάν προσήλθαν προς την αντίθετον μερίδα.

74. Την μεθεπομένην, έλαβε χώραν νέα μάχη, κατά την οποίαν ενίκησαν οι δημοκρατικοί και ένεκα της οχυρότητος των θέσεων που κατείχαν και ένεκα της αριθμητικής των υπεροχής. Και αι γυναίκες, εξ άλλου, τους συνέτρεξαν με τόλμην, με το να ρίπτουν από τα σπίτια κεράμους, και να υπομένουν την ταραχήν της μάχης με θάρρος ανώτερον της γυναικείας φύσεως. Η κατατρόπωσις των ολιγαρχικών επήλθε περί την δύσιν του ηλίου, και επειδή ήρχισαν να φοβούνται μήπως οι δημοκρατικοί, εάν προελάσουν, καταλάβουν με τον πρώτον αλαλαγμόν της επιθέσεως το νεώριον και τους περάσουν εν στόματι μαχαίρας, έβαλαν φωτιά εις τας πέριξ της Αγοράς ιδιωτικάς οικίας και τας πολυκατοικίας δια να προληφθή τοιουτοτρόπως η επίθεσις, χωρίς να φεισθούν ούτε τας ιδικάς των, ούτε τας ξένας οικοδομάς, εις τρόπον ώστε και εμπορεύματα πολλά εμπόρων κατεκάησαν και εάν κατά την διάρκειαν της πυρκαϊάς εσηκώνετο άνεμος προς την διεύθυνσιν της πόλεως, θα διέτρεχε κίνδυνον να καταστροφή ολόκληρος. Μετά το τέλος της μάχης, και αι δύο μερίδες ανεπαύθησαν, διατηρούσαι φρουράς, διαρκούσης της νυκτός. Η Κορινθιακή, εξ άλλου, τριήρης, μετά την επικράτησιν των δημοκρατικών, απέπλευσε λάθρα και οι περισσότεροι από τους μισθοφόρους επέρασαν κρυφίως εις την στερεάν.

75. Την ακόλουθον ημέραν, ήλθεν εις βοήθειαν από την Ναύπακτον με δώδεκα πλοία και πεντακοσίους Μεσσηνίους οπλίτας ο Νικόστρατος, υιός του Διειτρέφους, στρατηγός των Αθηναίων, ο οποίος ειργάσθη δραστηρίως, όπως επιτύχη συμφιλίωσιν των φατριών, και έπεισεν αυτούς να συμβιβασθούν, υπό τον όρον, όπως δέκα μεν, τους πρωταιτίους, εισαγάγουν εις δίκην (αυτοί άλλωστε μετά την συνομολόγησιν της συμφωνίας δεν παρέμειναν εις την πόλιν, αλλ' έφυγαν αμέσως), οι δε λοιποί συμφιλιωθούν, παραμένοντες ανενόχλητοι εις τας εστίας των και συνομολογούντες προς τους Αθηναίους επιθετικήν και αμυντικήν συμμαχίαν. Ο Νικόστρατος, αφού επέτυχε τούτο, ητοιμάζετο ν' αποπλεύση. Αλλ' οι αρχηγοί των δημοκρατικών τον έπεισαν να τους αφίση πέντε από τα πλοία του, δια να συγκρατούνται οι αντίθετοι αποτελεσματικώτερον από νέα κινήματα, και να του δώσουν ίσον αριθμόν πλοίων με ιδικά των πληρώματα. Και ο μεν Νικόστρατος απεδέχθη τούτο, εκείνοι δε εζήτησαν να στρατολογήσουν τους εχθρούς των προς συγκρότησιν των πληρωμάτων. Επειδή όμως αυτοί εφοβήθησαν μήπως αποσταλούν εις τας Αθήνας, εκάθισαν ικέται εις τον ναόν των Διοσκούρων. Ο Νικόστρατος τους παρεκίνει να σηκωθούν και προσεπάθει να τους εγκαρδιώση. Αλλ' επειδή δεν επείθοντο,οι δημοκρατικοί ωπλίσθησαν, δικαιολογούμενοι ότι η δυσπιστία των, αρνουμένων να λάβουν μέρος εις τον έκπλουν του στόλου, απεδείκνυε κακάς εκ μέρους των διαθέσεις, αφήρεσαν τα όπλα από τα σπίτια των εχθρών των και θα εφόνευαν μερικούς απ' αυτούς, τους οποίους συνήντησαν κατά τύχην, εάν δεν ημποδίζοντο από τον Νικόστρατον. Οι άλλοι, των οποίων ο αριθμός ανήλθεν εις τετρακοσίους, βλέποντες τα γινόμενα, εκάθισαν ικέται εις τον ναόν της Ήρας. Οι δημοκρατικοί, φοβηθέντες μήπως οι τελευταίοι επιχειρήσουν βιαίαν μεταβολήν της καταστάσεως, τους έπεισαν να σηκωθούν από εκεί, και τους μετέφεραν εις την απέναντι του ναού νήσον, όπου έστελλαν εις αυτούς τακτικά τρόφιμα.

76. Εις το σημείον τούτο ευρίσκετο η στάσις, όταν την τετάρτην ή πέμπτην ημέραν μετά την εις την νήσον μεταφοράν των ολιγαρχικών, ο Πελοποννησιακός στόλος από την Κυλλήνην, όπου ήτο ηγκυροβολημένος μετά την εκστρατείαν εις την Ιωνίαν, κατέπλευσεν, αποτελούμενος από πενήντα τρία πλοία υπό την αρχηγίαν πάντοτε του Αλκίδου, του στόλου δ' επέβαινε και ο Βρασίδας ως σύμβουλος. Αφού δ' ηγκυροβόλησαν την νύκτα εις τον επί της ηπείρου λιμένα των Συβότων, ήρχισαν πλέοντες περί τα εξημερώματα εναντίον της Κερκύρας.

77. Οι δημοκρατικοί, ευρισκόμενοι εις πολλήν ταραχήν και φόβον, ένεκα και της εσωτερικής καταστάσεως και του επερχομένου εχθρικού στόλου, ήρχισαν αμέσως να ετοιμάζουν εξήντα πλοία και όσα εκάστοτε εξώπλιζαν έστελλαν εναντίον του εχθρού, μολονότι οι Αθηναίοι συνίστων ν' αφίσουν αυτούς να εκπλεύσουν πρώτοι και έπειτα ν' ακολουθήση όλος μαζί ο ιδικός των στόλος, όταν ετοιμασθή. Καθώς επλησίαζαν προς τον εχθρικόν στόλον τα Κερκυραϊκά πλοία μεμονωμένα, δύο απ' αυτά ηυτομόλησαν αμέσως, ενώ εις άλλα πάλιν οι αποτελούντες τα πληρώματα ήλθαν εις χείρας μεταξύ των, και γενική επεκράτει αταξία. Οι Πελοποννήσιοι, ιδόντες την σύγχυσιν, αντέταξαν είκοσι μόνον πλοία εναντίον των Κερκυραίων, όλα δε τα άλλα εναντίον των δώδεκα Αθηναϊκών, δύο των οποίων ήσαν η Σαλαμινία και η Πάραλος.

78. Και τα μεν Κερκυραϊκά πλοία, επειδή επετίθεντο ατάκτως και κατά μικράς ομάδας, υπέφεραν πολύ εις το μέρος όπου εναυμάχουν. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, φοβούμενοι περικύκλωσιν ένεκα της αριθμητικής υπεροχής του εχθρού, δεν προσέβαλαν μεν το κέντρον της όλης εχθρικής απέναντί των παρατάξεως, ώρμησαν όμως εναντίον της μιας των πτερύγων και κατεβύθισαν ένα πλοίον, και μετά τούτο, επειδή τα Πελοποννησιακά πλοία παρετάχθησαν εις κύκλον, έπλεαν πέριξ των και προσεπάθουν να επιφέρουν σύγχυσιν μεταξύ αυτών. Αλλ' επειδή αντελήφθησαν τούτο οι απέναντι των Κερκυραίων αντιπαρατεταγμένοι και εφοβήθησαν μήπως επαναληφθή ό,τι είχε γίνει κατά την ναυμαχίαν της Ναυπάκτου, προσέτρεξαν εις βοήθειαν, και ο στόλος, ηνωμένος ήδη, ήρχισε να επιτίθεται συγχρόνως εναντίον των Αθηναίων. Οι τελευταίοι, εξ άλλου, ήρχισαν ήδη να υποχωρούν, ανακρούοντες πρύμναν, και επεδίωκαν συγχρόνως, όπως δια της βραδείας των υποχωρήσεως και της εναντίον των συγκεντρώσεως όλου του εχθρικού στόλου, όσον το δυνατόν περισσότερα Κερκυραϊκά πλοία προλάβουν να καταφύγουν εις τον λιμένα. Τοιαύτη υπήρξεν η πορεία της ναυμαχίας, η οποία έληξε με την δύσιν του ηλίου.

79. Οι Κερκυραίοι, φοβηθέντες μήπως ο εχθρός, ενθαρρυνόμενος από την νίκην, επιτεθή εναντίον της πόλεως και ή παραλάβη από την νήσον τους εκεί κρατουμένους αιχμαλώτους, ή προβή εις καμμίαν αλλην εχθρικήν ενέργειαν, επανέφεραν εις τον ναόν της Ήρας από την νήσον τους εκεί κρατουμένους και έλαβαν μέτρα προς φρούρησιν της πόλεως. Οι Πελοποννήσιοι, εξ άλλου, δεν ετόλμησαν να επιτεθούν εναντίον της πόλεως, μολονότι ενίκησαν κατά την ναυμαχίαν, αλλ' απέπλευσαν εις το μέρος της στερεάς, από το οποίον είχαν εκπλεύσει έχοντες μαζί των και δεκατρία αιχμάλωτα Κερκυραϊκά πλοία. Ούτε την επομένην είχαν περισσοτέραν διάθεσιν να πλεύσουν εναντίον της πόλεως, μολονότι επεκράτει πολλή σύγχυσις και φόβος μεταξύ των κατοίκων και ο Βρασίδας, ως λέγεται, επέμεινε πολύ προς τούτο πλησίον του Αλκίδου, ο οποίος όμως είχε την νικώσαν ψήφον. Ενήργησαν μόνον απόβασιν εις το ακρωτήριον της Λευκίμνης, και κατέστρεψαν τους αγρούς.

80. Εν τω μεταξύ, οι δημοκρατικοί της Κερκύρας, κατατρομαγμένοι μήπως ο στόλος επιτεθή εναντίον των, ήλθαν εις διαπραγματεύσεις προς τους ικέτας και τους λοιπούς ολιγαρχικούς περί των καταλληλοτέρων μέσων προς σωτηρίαν της πόλεως, και έπεισαν μερικούς απ' αυτούς να επιβούν των πλοίων. Οι Κερκυραίοι, τωόντι, παρ' όλας τα δυσκολίας, κατώρθωσαν να εξοπλίσουν τριάντα τοιαύτα. Οι Πελοποννήσιοι, εν τούτοις, αφού μέχρι μεσημβρίας κατέστρεψαν την ύπαιθρον χώραν, απέπλευσαν. Και εν καιρώ νυκτός έλαβαν δια οπτικού τηλεγράφου την είδησιν ότι επλησίαζεν Αθηναϊκός στόλος εξήντα πλοίων, προερχόμενος από το μέρος της Λευκάδος, τον οποίον απέστειλαν οι Αθηναίοι, υπό την αρχηγίαν του Ευρυμέδοντος, υιού του Θουκλέους, άμα έμαθαν την στάσιν και τον επικείμενον εις Κέρκυραν κατάπλουν του στόλου του Αλκίδου.

81. Συνεπεία τούτου, οι Πελοποννήσιοι, μόλις ενύκτωσεν, ανεχώρησαν εσπευσμένως, επιστρέφοντες εις τα ίδια και πλέοντες πλησίον της ακτής, και αφού έσυραν και μετέφεραν τα πλοία δια του Ισθμού της Λευκάδος, δια να μη γίνουν αντιληπτοί, περιπλέοντες την νήσον, συνέχισαν τον πλουν της επιστροφής. Οι Κερκυραίοι, εξ άλλου αντιληφθέντες την προσέγγισιν του Αθηναϊκού στόλου και την αναχώρησιν του εχθρικού, μετέφεραν εντός της πόλεως τους Μεσσηνίους, οι οποίοι έως τότε έμεναν εκτός αυτής, και διατάξαντες τα πλοία, που είχαν εξοπλίσει, να μετασταθμεύσουν περιπλέοντα την πόλιν [από τον λιμένα του Αλκινόου] εις τον Υλλαΐκόν λιμένα, ήρχισαν κατά την διάρκειαν του εν λόγω πλου να φονεύουν κάθε αντίπαλον, ο οποίος έτυχε να πέση εις τα χέρια των. Εκτός τούτου, μετά την άφιξιν των πλοίων εις τον Υλλαϊκόν λιμένα, αποβιβάζοντες από τα πλοία όσους είχαν πείσει να επιβούν αυτών, τους εθανάτωσαν. Ήλθαν επίσης εις τον ναόν της Ήρας, και αφού έπεισαν περί τους πενήντα από τους εκεί ικέτας να υποβληθούν εις δίκην, τους κατεδίκασαν όλους εις θάνατον. Οι περισσότεροι από τους ικέτας, όσοι δεν είχαν δεχθή να δικασθούν, βλέποντες τα γινόμενα, ήρχισαν ν' αλληλοσκοτώνονται μέσα εις τον ίδιον τον ναόν. Μερικοί απηγχονίζοντο από τα δένδρα και άλλοι ηυτοκτόνουν όπως ημπορούσε ο καθείς. Ολόκληρον άλλωστε την εβδομάδα, κατά την οποίαν ο Ευρυμέδων με τα εξήντα πλοία του παρέμεινεν εκεί μετά την άφιξίν του, οι Κερκυραίοι εξηκολούθουν να φονεύουν όσους από τους συμπολίτας των εθεώρουν εχθρούς των, και μολονότι ισχυρίζοντο ότι καταδιώκουν μόνον εκείνους που ήθελαν να καταλύσουν το δημοκρατικόν πολίτευμα, πράγματι όμως μερικοί εφονεύθησαν προς ικανοποίησιν προσωπικών παθών, και άλλοι, οι οποίοι είχαν δανείσει χρήματα, από τους οφειλέτας των. Ημπορούσε κανείς να ίδη τον θάνατον υπό όλας του τας μορφάς. Καμμία από τας φρικαλεότητας που είναι συνήθεις εις τοιαύτας περιστάσεις δεν έλειψε και χειρότεραι ακόμη έλαβον χώραν. Διότι πατέρες εφόνευαν τα τέκνα των, και ικέται απεσπώντο από τους ναούς και εφονεύοντο πλησίον. Μερικοί μάλιστα απέθαναν εντός του ναού του Διονύσου, του οποίου αι θύραι απεφράχθησαν δια τοίχου.

82. Εις τοιαύτας υπερβολάς ωμότητος έφθασεν ο εμφύλιος σπαραγμός, ο οποίος εθεωρήθη ακόμη ωμότερος της πραγματικότητος, λόγω του ότι υπήρξεν ο πρώτος. Διότι βραδύτερον τουλάχιστον, όλος σχεδόν ο Ελληνικός κόσμος συνεταράχθη, καθόσον ο ανταγωνισμός των αρχηγών των δημοκρατικών και των ολιγαρχικών, εις τας διαφόρους πόλεις, αποτέλεσμα είχεν οι μεν πρώτοι να επικαλούνται την βοήθειαν των Αθηναίων, οι δε δεύτεροι των Λακεδαιμονίων. Και εν καιρώ μεν ειρήνης ούτε πρόφασιν είχαν ούτε διάθεσιν να επικαλούνται την επέμβασίν των. Τώρα όμως που αι δύο αυταί πόλεις ευρίσκοντο εις πόλεμον, και οι δημοκρατικοί και οι ολιγαρχικοί των άλλων πόλεων επεδίωκαν βιαίας πολιτικάς μεταβολάς, εύρισκαν ευκόλως την ευκαιρίαν να εξασφαλίζουν συγχρόνως την βοήθειαν των συμμάχων, δια να κατατροπώσουν τους αντιπάλους των, και με το ίδιον μέσον ενισχυθούν οι ίδιοι. Ένεκα τωόντι εμφυλίων σπαραγμών, ενέσκηψαν εις τας πόλεις πολλαί και μεγάλαι συμφοραί, αι οποίαι παρουσιάζονται και θα εξακολουθήσουν να παρουσιάζωνται πάντοτε, εφόσον η ανθρωπίνη φύσις μένει η ιδία, φέρουν όμως βαρύτερον ή ελαφρότερον χαρακτήρα και διαφέρουν κατά την μορφήν, αναλόγως της μεταβολής των παρουσιαζομένων εκάστοτε περιστάσεων. Διότι εν καιρώ μεν ειρήνης και ευημερίας και αι πόλεις και οι ιδιώται διαπνέονται από ευγενέστερα αισθήματα, καθόσον δεν περιπίπτουν υπό την πίεσιν αναποτρέπτων αναγκών. Αλλ' ο πόλεμος, αφαιρών ολίγον κατ' ολίγον από τους ανθρώπους την καθημερινήν ευημερίαν, γίνεται διδάσκαλος βίαιος και τείνει ν' αφομοιώση τας διαθέσεις των πολλών προς την παρούσαν αυτών κατάστασιν. Αι πόλεις λοιπόν ήρχισαν μαστιζόμεναι από στάσεις, και όσαι τυχόν περιέπιπταν εις αυτάς βραδύτερον, επειδή εμάνθαναν τα αλλαχού γινόμενα, εφιλοτιμούντο να υπερβάλουν εις εξεύρεσιν νέων επινοήσεων, δια της πολυμηχάνου υπουλότητος των επιθέσεών των και του πρωτοφανούς των εκδικήσεών των. Και κατήντησαν να μεταβάλουν αυθαιρέτως την καθιερωμένην σημασίαν των λέξεων, δια των οποίων δηλούνται τα πράγματα. Τωόντι η μεν παράλογος τόλμη εθεωρήθη ως ανδρεία, ετοίμη εις θυσίαν χάριν των πολιτικών ομοφρόνων, η προνοητική διστακτικότης ως εύσχημος δειλία, η σωφροσύνη ως πρόσχημα ανανδρίας, η δια κάθε τι σύνεσις ως θραδυκινησία. Η τυφλή παραφορά εκρίθη ως ανδρική αρετή, ενώ η χάριν ασφαλείας περαιτέρω σκέψις ως εύσχημος πρόφασις υπεκφυγής. Ο τα πάντα επικρίνων και τους πάντας κακολογών εθεωρείτο άξιος εμπιστοσύνης εις κάθε περίστασιν, ενώ ο αντιτιθέμενος προς αυτόν, ύποπτος. Ο στήνων επιτυχή παγίδα εθεωρείτο άνθρωπος ευφυής, αλλά πολύ περισσότερον ικανός, ο οσφραινόμενος εγκαίρως αυτήν. Ενώ εκείνος που εφρόντιζε να μην ευρεθή εις την ανάγκην να κάμη ούτε το εν, ούτε το άλλο, εθεωρείτο διαλυτής του κόμματος και πανικόβλητος απέναντι των αντιπάλων. Με μίαν λέξιν, ο προτρέχων άλλου εις την διάπραξιν κακού εκρίνετο άξιος επαίνων, καθώς και ο παρακινών άλλον εις διάπραξιν κακού, το οποίον εκείνος δεν είχε διανοηθή. Και ο ίδιος άλλωστε ο συγγενικός ακόμη δεσμός εθεωρήθη ολιγώτερον στενός του μεταξύ πολιτικών ομοφρόνων δεσμού, διότι οι τελευταίοι ήσαν προθυμότεροι εις το να τολμήσουν κάθε τι χωρίς δισταγμόν. Καθόσον οι φατριαστικοί σύνδεσμοι δεν συνιστώντο χάριν αμοιβαίας βοηθείας, επί τη βάσει των κειμένων νόμων, αλλά χάριν ιδιοτελών σκοπών, αντιθέτων προς τους καθεστώτας νόμους. Και η προς αλλήλους εμπιστοσύνη ενισχύετο όχι τόσον δια των προς τους θεούς όρκων, όσον δια της από κοινού διαπράξεως εγκλημάτων. Οσάκις οι αντίπαλοι διετύπωναν ευλόγους προτάσεις, εκείνοι προς τους οποίους εγίνοντο αι προτάσεις, εάν ήσαν ισχυρότεροι, δεν τας απεδέχοντο με αίσθημα ειλικρινούς εμπιστοσύνης, αλλά λαμβάνοντες συγχρόνως τ' αναγκαία εξασφαλιστικά μέτρα. Επροτίμων πολύ περισσότερον ν' αντεκδικηθούν δια κακόν, το οποίον έπαθαν, παρά να προλάβουν το κακόν. Και οσάκις υπό την πίεσιν των περιστάσεων αντηλλάσσοντο τυχόν όρκοι προς ενίσχυσιν συνδιαλλαγής, οι όρκοι ίσχυαν μόνον προσωρινώς, εφόσον αμφότεροι οι ορκισθέντες δεν είχαν που αλλού να στηριχθούν. Αλλ' εκείνος, ο οποίος, δοθείσης ευκαιρίας, πρώτος ανέκτα το θάρρος του, εάν έβλεπε τον αντίπαλον απροφύλακτον, εξεδικείτο με μεγαλυτέραν ευχαρίστησιν, λόγω του ότι εξηπάτα την προς τον όρκον εμπιστοσύνην του αντιπάλου του, παρά εάν εξεδικείτο παλληκαρίσια. Διότι υπελόγιζεν ότι εκτός του πλεονεκτήματος της ασφαλείας, εκέρδιζε και το βραβείον της επιτηδειότητος αφού επεκράτησε δι' απάτης. Οι περισσότεροι τωόντι άνθρωποι προτιμούν να είναι αχρείοι και να ονομάζωνται επιτήδειοι, παρά να είναι χρηστοί και να λέγωνται ευήθεις, και δια το τελευταίον τούτο μεν εντρέπονται, ενώ δια το πρώτον υπερηφανεύονται. Αιτία όλων αυτών ήτο η δίψα της εξουσίας, την οποίαν γεννά η πλεονεξία και η φιλαρχία, και το φατριαστικόν πνεύμα, το οποίον εκτρέφουν τα δύο αυτά πάθη, εις όσους περιπέσουν άπαξ εις φατριαστικάς έριδας. Διότι οι αρχηγοί των φατριών εις τας διαφόρους πόλεις, προβάλλοντες εκατέρωθεν εύηχα συνθήματα, οι δημοκρατικοί την πολιτικήν ενώπιον του νόμου ισότητα του πλήθους, οι ολιγαρχικοί την σώφρονα αριστοκρατίαν, λόγω μεν υπηρέτουν τα κοινά, πράγματι όμως καθίστων αυτά βραβείον του προσωπικού των ανταγωνισμού. Αγωνιζόμενοι, εξ άλλου, να υποσκελίσουν αλλήλους με κάθε μέσον, ετόλμησαν τα τερατωδέστερα πράγματα. Αλλά και ταύτα ακόμη υπερέβαιναν αι εκδικήσεις των, τας οποίας αι δύο μερίδες ώθουν όχι απλώς μέχρι των ορίων, τα οποία θα επέβαλλε το δίκαιον και το κοινόν συμφέρον, αλλά μέχρι του σημείου, το οποίον ανταπεκρίνετο εκάστοτε εις την ικανοποίησιν της φατρίας των. Και ήσαν έτοιμοι να κορέσουν τον πόθον της αμέσου εκδικήσεως, είτε δι' αδίκων καταδικών, είτε επιβαλλόμενοι δια της βίας. Και ενώ καμμία από τας δύο μερίδας δεν ενεπνέετο από αισθήματα ευσεβείας, εκείνοι που κατώρθωναν να συγκαλύψουν απεχθείς πράξεις υπό ωραίους λόγους επηνούντο πολύ περισσότερον. Οι πολίται, εξ άλλου, όσοι δεν ανήκαν εις καμμίαν από τας δύο μερίδας, έπιπταν θύματα και των δύο, είτε διότι ηρνούντο ν' αγωνισθούν παρά το πλευρόν των, είτε διότι τους εφθόνουν δια την ακίνδυνον και ήσυχον ζωήν που εζούσαν.

83. Τοιουτοτρόπως, ένεκα των εμφυλίων σπαραγμών, όλαι αι μορφαί της μοχθηρίας ενεφανίσθησαν εις τον Ελληνικόν κόσμον. Η αγαθότης, η οποία συνδέεται στενώς με την ευγένειαν του χαρακτήρος, κατεγελάτο τόσον, ώστε εξηφανίσθη, ενώ επεκράτησεν ο πλήρης δυσπιστίας αμοιβαίος ανταγωνισμός, καθόσον δεν υπήρχε τίποτε που να ημπορή να οδηγήση εις συνδιαλλαγήν, ούτε υποσχέσεις πανηγυρικαί, ούτε όρκοι φοβεροί. Έκαστος, εφόσον ήτο ισχυρότερος, σκεπτόμενος πόσον απελπιστικώς αναξιόχρεοι ήσαν αι διδόμεναι εγγυήσεις, ελάμβανε τ' αναγκαία δια την ασφάλειάν του μέτρα, χωρίς να ημπορή να στηριχθή εις άλλους. Και οι έχοντες ασθενεστέραν την αντίληψιν επεκράτουν ως επί το πλείστον. Διότι, φοβούμενοι, ως εκ της ιδικής των ανεπαρκείας και της ευφυΐας των αντιπάλων των, μήπως όχι μόνον ηττηθούν κατά την συζήτησιν, αλλά και ένεκα της ευστροφίας του πνεύματος των τελευταίων πέσουν πρώτοι θύματα των μηχανορραφιών των, έφθαναν τολμηρώς μέχρις εγκλήματος. Ενώ εκείνοι, επειδή ένεκα καταφρονήσεως των αντιπάλων των ενόμιζαν ότι ημπορούν εγκαίρως ν' αντιληφθούν τους σκοπούς των, και ότι δεν υπάρχει ανάγκη να επιδιώξουν δια της δυνάμεως ό,τι ηδύνατο να επιτευχθή δια της ευφυΐας, κατελαμβάνοντο απροφύλακτοι και εφονεύοντο ως επί το πλείστον.

84. Εις την Κέρκυραν, λοιπόν, διεπράχθησαν το πρώτον αι περισσότεραι από τας ανομίας αυτάς και ιδίως εκδικήσεις παντός είδους, τας οποίας άνθρωποι, υποβληθέντες εις εξουσίαν τυραννικήν μάλλον παρά σώφρονα, ημπορούσαν να διαπράξουν εναντίον των αρχόντων των, που τους παρείχαν ήδη την ευκαιρίαν της αντεκδικήσεως, ή άδικα μέτρα, εις τα οποία ημπορούσαν να προσφύγουν άνθρωποι, θέλοντες ν' απαλλαγούν από την συνήθη πενίαν των και εμπαθώς εποφθαλμιώντες τα ξένα προ πάντων αγαθά, ή άλλα ανομήματα, διαπραττόμενα τυχόν κατά τρόπον σκληρόν και ανηλεή εναντίον ανθρώπων της ιδίας τάξεως υπό ανθρώπων, οι οποίοι παρεσύροντο όχι από πλεονεξίαν, αλλά προ πάντων από την ακολασίαν του πάθους. Εις το σημείον που έφθασαν τα πράγματα, η ζωή της πόλεως συνεταράχθη βαθύτατα και η ανθρωπίνη φύσις, η οποία και υπό το κράτος ακόμη των νόμων ρέπει συνήθως προς την αδικίαν, τεθείσα ήδη υπεράνω των νόμων, ησθάνετο χαράν, αποδεικνύουσα ότι τα πάθη της ήσαν ασυγκράτητα και ότι ήσαν ισχυρότερα από τους νόμους και εχθρά πάσης υπεροχής. Διότι, άλλως, εάν ο φθόνος δεν ήσκει ολεθρίαν επιρροήν, κανείς δεν ήθελε προτιμήσει την εκδίκησιν αντί της ευσεβείας και την πλεονεξίαν αντί, της δικαιοσύνης. Οι άνθρωποι, εν τούτοις, προκειμένου να εκδικηθούν άλλους, διαπράττουν το σφάλμα να καταργούν προηγουμένως τας αρχάς του φυσικού δικαίου, αι οποίαι ισχύουν εις τοιαύτας περιστάσεις και επί των οποίων καθείς στηρίζει την ελπίδα της προσωπικής του σωτηρίας, εν περιπτώσει αποτυχίας. Και κατ' αυτόν τον τρόπον, στερούνται οι ίδιοι της προστασίας των αρχών αυτών εις περίπτωσιν, κατά την οποίαν, εάν περιήρχοντο ποτέ εις κίνδυνον, θα ελάμβαναν την ανάγκην των.

85. Τοιαύτα υπήρξαν τ' αποτελέσματα της πρώτης εκρήξεως των φατριαστικών παθών εις την Κέρκυραν. Μετά την αναχώρησιν του υπό τον Ευρυμέδοντα Αθηναϊκού στόλου, οι φυγάδες ολιγαρχικοί, από τους οποίους πεντακόσιοι περίπου είχαν διασωθή, κατέβαλαν μερικά φρούρια επί της απέναντι στερεάς, έγιναν κύριοι του εδάφους, το οποίον ανήκεν εκεί εις την Κέρκυραν, και χρησιμοποιούντες τούτο ως ορμητήριον, ελήστευαν τους επί της νήσου και επέφεραν εις αυτούς μεγάλην βλάβην, εις τρόπον ώστε επηκολούθησε μεγάλη πείνα εις την πόλιν. Έπεμψαν ωσαύτως πρέσβεις εις την Λακεδαίμονα και την Κόρινθον, δια να ζητήσουν να τους βοηθήσουν, όπως επιστρέψουν εις τα ίδια. Αλλ' επειδή η αποστολή των απέτυχεν, ετοιμάσαντες βραδύτερον μεταγωγικά και στρατολογήσαντες μισθοφόρους, διεπεραιώθησαν εις την νήσον, το όλον εξακόσιοι περίπου, και αφού έκαυσαν τα πλοία, δια να μη τους μείνη καμμία άλλη ελπίς εκτός της νίκης, ανέβησαν εις το όρος Ιστώνην, και οικοδομήσαντες εκεί οχύρωμα, έγιναν κύριοι της υπαίθρου χώρας και επροξένησαν μεγάλας ζημίας εις τους κατοίκους της πόλεως.

86. Η πρώτη εκστρατεία των Αθηναίων εις Σικελίαν

Περί το τέλος του ιδίου θέρους, οι Αθηναίοι έστειλαν εις την Σικελίαν μοίραν στόλου είκοσι πλοίων, υπό την αρχηγίαν του Λάχητος, υιού του Μελανώπου, και του Χαροιάδου, υιού του Ευφιλήτου. Αιτία της αποστολής ήτο ότι οι Συρακούσιοι και οι Λεοντίνοι είχαν περιπλακή εις αμοιβαίον πόλεμον. Και των μεν Συρακουσίων σύμμαχοι ήσαν αι άλλαι εκτός της Καμαρίνης Δωρικαί πόλεις, όσαι ευθύς κατά την αρχήν του πολέμου είχαν ταχθή εις την ομοσπονδίαν των Λακεδαιμονίων, δεν είχαν όμως λάβει μέρος εις τον πόλεμον. Των Λεοντίνων, εξ άλλου, σύμμαχοι ήσαν αι Χαλκιδικαί πόλεις και η Καμάρινα. Εκ της Ιταλίας οι Λοκροί ήσαν με το μέρος των Συρακουσίων, ενώ οι Ρηγίνοι ήσαν με τους Λεοντίνους, ένεκα της κοινής των καταγωγής. Οι Λεοντίνοι και οι σύμμαχοί των έστειλαν πρεσβείαν εις τας Αθήνας, και επικαλούμενοι όχι μόνον παλαιάν μεταξύ των συμμαχίαν, αλλά και το γεγονός ότι ήσαν Ίωνες, προσεπάθουν να πείσουν τους Αθηναίους να τους βοηθήσουν δι' αποστολής πλοίων, διότι οι Συρακούσιοι τους είχαν αποκλείσει από ξηράς τε και θαλάσσης. Τωόντι, οι Αθηναίοι έστειλαν τα ζητηθέντα πλοία, προφασιζόμενοι την κοινήν προς τους Λεοντίνους καταγωγήν, πράγματι όμως διότι ήθελαν να μην εισάγεται από εκεί σίτος εις την Πελοπόννησον και συγχρόνως να δοκιμάσουν εάν ήτο δυνατόν να επεκτείνουν την ηγεμονίαν των επί της Σικελίας. Καταστήσαντες ως εκ τούτου βάσιν των επιχειρήσεών των το Ρήγιον της Ιταλίας, ήρχισαν τας πολεμικάς επιχειρήσεις, συνεργαζόμενοι με τους συμμάχους των. Και ούτως ετελείωσε το θέρος.

87. Επανεμφάνισις του λοιμού

Κατά τον επακολουθήσαντα χειμώνα, η νόσος ενέσκηψε δια δευτέραν φοράν εις τας Αθήνας. Είναι, αληθές ότι ουδέποτε είχεν εκλείψει εντελώς, είχεν όμως επέλθει κάποια διακοπή του κακού. Την δευτέραν αυτήν φοράν, διήρκεσεν όχι ολιγώτερον από εν έτος, ενώ την πρώτην ολόκληρα δύο έτη, εις τρόπον ώστε τίποτε άλλο περισσότερον από την νόσον δεν κατέβαλεν ηθικώς και δεν εξησθένησεν υλικώς την πόλιν. Διότι από τους στρατευσίμους του μητρώου των τριών ευπορωτέρων τάξεων, όχι ολιγώτεροι από τέσσαρας χιλιάδας τετρακόσιους οπλίται και τριακόσιοι ιππείς απέθαναν, ενώ είναι αδύνατον να εξακριβωθή πόσοι απέθαναν από τους λοιπούς κατοίκους της πόλεως. Κατά την ιδίαν εποχήν, έγιναν και πολλοί σεισμοί εις τας Αθήνας, την Εύβοιαν και την Βοιωτίαν και προ πάντων τον Βοιωτικόν Ορχομενόν.

88. Ο εις Σικελίαν Αθηναϊκός στρατός προσβάλλει ανεπιτυχώς την νήσον Λιπάραν

Κατά την διάρκειαν του ιδίου χειμώνος, η εις την Σικελίαν σταλείσα Αθηναϊκή δύναμις, μαζί με τους Ρηγίνους, εξεστράτευσαν με μοίραν στόλου, αποτελουμένην από τριάκοντα πλοία εναντίον των καλουμένων νήσων του Αιόλου, κατά των οποίων δεν ήτο δυνατή εκστρατεία εν καιρώ θέρους, ένεκα ανυδρίας. Αι νήσοι του Αιόλου ανήκουν εις τους Λιπαραίους, αποίκους των Κνιδίων, οι οποίοι κατοικούν εις μίαν από αυτάς, όχι μεγάλην, καλουμένην Λιπάραν, από την οποίαν μετέβαιναν και εκαλλιέργουν τας άλλας, την Διδύμην την Στρογγύλην και την Ιεράν. Οι κάτοικοι των μερών εκείνων πιστεύουν ότι ο Ήφαιστος είχε το σιδηρουργείον του εις την Ιεράν, διότι κατά την νύκτα υψώνοντο απ' αυτήν μεγάλαι φλόγες και την ημέραν καπνός. Αι εν λόγω νήσοι κείνται απέναντι του εδάφους των Σικελών και Μεσσηνίων, και ήσαν σύμμαχοι των Συρακουσίων. Οι Αθηναίοι, βλέποντες ότι και μετά την καταστροφήν των κτημάτων των οι κάτοικοι επέμεναν αρνούμενοι να προσχωρήσουν εις αυτούς, απέπλευσαν εις το Ρήγιον. Και ούτως ετελείωσε και ο χειμών και το πέμπτον έτος του παρόντος πολέμου, του οποίου την Ιστορίαν έγραψεν ο Θουκυδίδης.

Έτος 6ον : 426 - 425 π.Χ.[Επεξεργασία]

89. Σεισμοί αποτρέπουν τους Λακεδαιμονίους να εισβάλουν εις την Αττικήν

Κατά το επόμενον θέρος, οι Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοι, υπό την αρχηγίαν του βασιλέως των Λακεδαιμονίων Άγιδος, υιού του Αρχιδάμου, ήλθαν μέχρι του Ισθμού με την πρόθεσιν να εισβάλουν εις την Αττικήν αλλ' επειδή έγιναν πολλοί σεισμοί επέστρεψαν οπίσω, χωρίς να γίνη εισβολή. Κατά την ιδίαν περίπου εποχήν, ενώ εξηκολούθουν οι σεισμοί, η θάλασσα, αφού απεσύρθη από την παραλίαν των Οροβιών της Ευβοίας και επυργώθη εις κύμα, επέδραμε τμήμα της πόλεως, και εν μέρει μεν υπεχώρησεν, εν μέρει όμως κατέκλυσε την ακτήν, ούτως ώστε ό,τι πριν ήτο γη, είναι σήμερον θάλασσα, και όσοι δεν επρόφθασαν να καταφύγουν εις τα υψηλότερα σημεία, επνίγησαν. Και περί την νήσον Αταλάντην, κειμένην πλησίον της παραλίας των Οπουντίων Λοκρών, έγινε παρομοία πλημμύρα, η οποία παρέσυρε μέρος του Αθηναϊκού φρουρίου και συνέτριψεν εν εκ των δύο πλοίων, τα οποία ήσαν ανειλκυσμένα επί της ξηράς. Και εις την Πεπάρηθον, η θάλασσα απεσύρθη από την παραλίαν αλλά δεν κατέκλυσε την ξηράν, σεισμός όμως κατέρριψε μέρος του τείχους και το πρυτανείον και ολίγας άλλας οικίας. Αιτία του φαινομένου αυτού κατά την γνώμην μου είναι ότι ο σεισμός, εις το σημείον όπου ήτο ισχυρότερος, έσπρωξε προς τα οπίσω την θάλασσαν και με την αιφνιδίαν παλινδρόμησίν της κατέστησε την πλημμύραν βιαιοτέραν, χωρίς τον σεισμόν όμως μου φαίνεται ότι δεν ημπορούσε να συμβή τούτο.

90. Επιτυχίαι των Αθηναίων εις την Σικελίαν

Κατά το ίδιον θέρος, και άλλοι λαοί διεξήγαν εις την Σικελίαν διαφόρους πολεμικάς επιχειρήσεις και οι ίδιοι οι Έλληνες κάτοικοι της νήσου επολέμουν εναντίον αλλήλων, των Αθηναίων συμπραττόντων με τους ιδικούς των συμμάχους. Μόνον τας αξιολογωτέρας πράξεις, εις τας οποίας έλαβαν μέρος οι Αθηναίοι, είτε επιτιθέμενοι με τους συμμάχους των, είτε αμυνόμενοι εναντίον των εχθρών των, θα μνημονεύσω. Φονευθέντος του στρατηγού των Αθηναίων Χαροιάδου υπό των Συρακουσίων εις μάχην ο Λάχης μείνας μόνος αρχηγός του στόλου, εξεστράτευσε με τους συμμάχους εναντίον των Μύλων, πόλεως ανηκούσης εις τους Μεσσηνίους. Αι Μύλαι έτυχε τότε να φρουρούνται από δύο τάγματα Μεσσηνίων, οι οποίοι είχαν στήσει ενέδραν κατά του αποβατικού σώματος των Αθηναίων. Αλλ' οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοι έτρεψαν εις φυγήν τους ενεδρεύοντας και εφόνευσαν πολλούς απ' αυτούς, και επιτεθέντες κατά του φρουρίου, ηνάγκασαν την φρουράν να παραδώση δια συνθήκης την ακρόπολιν και βαδίση μαζί των εναντίον της Μεσσήνης. Μετά τούτο, οι Μεσσήνιοι, βλέποντες την προσέγγισιν των Αθηναίων και των συμμάχων των, εσυνθηκολόγησαν και αυτοί, δώσαντες ομήρους και ρυθμίσαντες τα πράγματά των κατά τρόπον παρέχοντα εμπιστοσύνην εις τους Αθηναίους.

91. Εκστρατείαι των Αθηναίων περί την Πελοπόννησον, κατά της Μήλου και της Τανάγρας

Κατά την διάρκειαν του ιδίου θέρους, οι Αθηναίοι έστειλαν περί την Πελοπόννησον μοίραν στόλου 30 πλοίων, υπό την αρχηγίαν του Δημοσθένους, υιού του Αλκισθένους, και του Προκλέους, υιού του Θεοδώρου, και άλλην μοίραν εξήντα πλοίων και δυο χιλιάδας οπλίτας εις την Μήλον, υπό την αρχηγίαν του Νικίου, υιού του Νικηράτου. Διότι ήθελαν να εξαναγκάσουν να ταχτούν με το μέρος των τους Μηλίους, οι οποίοι, αν και νησιώται ηρνούντο να υποταχτούν εις αυτούς και δεν ήθελαν να λάβουν μέρος εις την συμμαχίαν των. Επειδή όμως, μολονότι ηρήμωναν την γην των, αυτοί δεν υπέκυπταν, αποπλεύσαντες εκ της Μήλου έπλευσαν εις τον Ωρωπόν της Γραϊκής, όπου προσήγγισαν την νύκτα και οι πεζοναύται αποβιβασθέντες προήλασαν αμέσως δια ξηράς εις την περιφέρειαν της Τανάγρας της Βοιωτίας. Εκεί, ειδοποιηθείσα δια σήματος, ήλθεν εις προϋπάντησίν των εξ Αθηνών δια ξηράς όλη η διαθέσιμος στρατιωτική δύναμις, υπό την αρχηγίαν του Ιππονίκου, υιού του Καλλίου, και του Ευρυμέδοντος, υιού του Θουκλέους. Και στρατοπεδεύσαντες, ελεηλάτουν καθ' όλην την ημέραν την περιφέρειαν της Τανάγρας, όπου και διενυκτέρευσαν. Και την επομένην, νικήσαντες τους Ταναγραίους, οι οποίοι εξήλθαν από την πόλιν δια να τους επιτεθούν, και μερικούς Θηβαίους, οι οποίοι είχαν προστάξει εις βοήθειάν των, αφού εσκύλευσαν τους πεσόντας και έστησαν τρόπαιον, επέστρεψαν οι μεν εις την πόλιν, οι δε εις τα πλοία των. Και ο Νικίας πλεύσας με τον στόλον των εξήντα πλοίων παρά την ακτήν, κατέστρεψε τα παράλια μέρη της Λοκρίδος και ακολούθως επέστρεψαν εις τα ίδια.

92. Οι Λακεδαιμόνιοι ιδρύουν την αποικίαν Ηράκλειαν εις Τραχινίαν

Κατά την ιδίαν περίπου εποχήν, οι Λακεδαιμόνιοι ήρχισαν την ίδρυσιν της Ηρακλείας, αποικίας των εις την Τραχινίαν, με την εξής πρόθεσιν. Το σύνολον των Μαλιέων διαιρούνται εις τρία, τους Παραλίους, τους Ιερείς και τους Τραχινίους. Εξ αυτών οι Τραχίνιοι, αφού κατεστράφησαν συνεπεία πολέμου προς τους γείτονάς των Οιταίους, εσκέφθησαν κατ' αρχάς να προσχωρήσουν προς τους Αθηναίους, αλλά φοβηθέντες μήπως δεν τους εύρουν πιστούς, εξέλεξαν και έστειλαν ως πρέσβυν εις την Λακεδαίμονα τον Τεισαμενόν, δια να επικαλεστούν την βοήθειάν των. Της πρεσβείας μετέσχον και απεσταλμένοι της Λωρίδος, μητροπόλεως της Λακεδαίμονος, οι οποίοι υπέβαλαν την ιδίαν αίτησιν, καθ' όσον και αυτοί υπέφεραν μεγάλως από τους Οιταίους. Αφού ήκουσαν την αίτησίν των, οι Λακεδαιμόνιοι απεφάσισαν την ίδρυσιν της αποικίας, όχι μόνον δια να βοηθήσουν τους Τραχινίους και τους Δωριείς, αλλά και συγχρόνως διότι ενόμιζαν ότι η ίδρυσις της νέας πόλεως παρείχε στρατηγικά πλεονεκτήματα διά την διεξαγωγήν του πολέμου εναντίον των Αθηναίων. Διότι και ναυτικόν ημπορούσε να εξοπλισθή εκεί, εις τρόπον ώστε από μικράν απόστασιν να ημπορούν να διαβούν προς επίθεσιν κατά της Ευβοίας, και η θέσις ήτο χρήσιμος δια την κατά μήκος της ακτής αποστολήν στρατού εις την Χαλκιδικήν, και με ολίγας λέξεις είχαν ζωηράν επιθυμίαν να ιδρύσουν την αποικίαν αυτήν. Πρώτον, λοιπόν, συνεβουλεύθησαν το μαντείον των Δελφών, και κατά προτροπήν αυτού, εξέπεμψαν τους αποίκους, από τους ιδικούς των πολίτας και από τους περιοίκους, προσκαλέσαντες συγχρόνως να μετάσχουν της αποικίας και όσοι από τους άλλους Έλληνας ήθελαν, εκτός Ιώνων, Αχαιών και μερικών άλλων φύλων. Αρχηγοί της αποικίας και οργανωταί αυτής απεστάλησαν υπό των Λακεδαιμονίων τρεις, ο Λέων, ο Αλκίδας, και ο Δαμάγων,οι οποίοι εγκατασταθέντες εκεί έκτισαν νέον τείχος της πόλεως, η οποία σήμερον ονομάζεται Ηράκλεια, απέχουσα από μεν τας Θερμοπύλας σαράντα περίπου στάδια, από δε την θάλασσαν είκοσι. Ήρχισαν συγχρόνως να κατασκευάζουν νεώρια, και χάριν ασφαλεστέρας αμύνης της πόλεως απέφραξαν το προς τας θερμοπύλας μέρος, δια κατασκευής τείχους επάνω εις αυτό το στενόν.

93. Οι Αθηναίοι, άμα ως ήρχισεν ο συνοικισμός της νέας πόλεως, εφοβήθησαν κατ' αρχάς, διότι ενόμισαν ότι ιδρύεται ως απειλή κατά της Ευβοίας, λόγω της μικράς δια θαλάσσης αποστάσεώς της από το Κήναιον, ακρωτήριον της εν λόγω νήσου. Έπειτα όμως οι φόβοι των διεψεύσθησαν, διότι ουδεμία προήλθεν από την πόλιν αυτήν ζημία. Καθόσον, αφ' ενός μεν οι Θεσσαλοί,οι οποίοι είχαν την υπεροχήν εις τα μέρη αυτά και το έδαφος των οποίων ηπειλείτο από την ίδρυσιν της νέας πόλεως, φοβούμενοι μήπως οι κάτοικοί της αποβούν ισχυροί και επικίνδυνοι γείτονες, δεν έπαυαν να τους πολεμούν και να τους καταστρέφουν μόλις είχαν εγκατασταθή, έως ότου τους εξήντλησαν καθολοκληρίαν, μολονότι ήσαν κατ' αρχάς πολυάριθμοι (διότι, εφόσον την οργάνωσιν της αποικίας ανέλαβαν οι Λακεδαιμόνιοι, καθείς προσήρχετο με θάρρος, θεωρών την νέαν πόλιν ασφαλή). Αφ' ετέρου όμως, εις την καταστροφήν των πραγμάτων και την ελάττωσιν του πληθυσμού της πόλεως συνετέλεσαν όχι ολιγώτερον οι υπό των ιδίων των Λακεδαιμονίων αποστελλόμενοι άρχοντες, οι οποίοι με την καταπιεστικήν και πολλάκις άδικον διοίκησίν των απεθάρρυναν τους πολλούς, εις τρόπον ώστε εις το τέλος οι γείτονες κατώρθωσαν να τους καταβάλουν ευκόλως.

94. Ο Αθηναίος στρατηγός Δημοσθένης εκστρατεύει εις Λευκάδα

Κατά την διάρκειαν του ιδίου θέρους, και περί την ιδίαν εποχήν που οι Αθηναίοι έχαναν τον καιρόν των εις την Μήλον, οι στρατιώται που επέβαιναν επί της μοίρας των τριάντα Αθηναϊκών πλοίων, ενώ επεριπόλουν περί την Πελοπόννησον, έστησαν κατ' αρχάς ενέδραν εις τον Ελλομενόν της χώρας των Λευκαδίων και εφόνευσαν μερικούς από την φρουράν. Ακολούθως εξεστράτευσαν εναντίον της πόλεως της Λευκάδος με μεγαλυτέραν στρατιωτικήν δύναμιν, δηλαδή με όλους τους Ακαρνάνας, οι οποίοι εξαιρουμένων των Οινιαδών, ηκολούθησαν με όλας τας στρατιωτικάς δυνάμεις των, μερικούς Ζακυνθίους και Κεφαλλήνας και δέκα πέντε Κερκυραϊκά πλοία. Και οι μεν Λευκάδιοι, μολονότι έβλεπαν λεηλατουμένην την χώραν των και την έξω του ισθμού και την εντός αυτού, όπου κείται και η πόλις και ο ναός του Απόλλωνος, έμεναν αδρανείς, αναγκαζόμενοι εις τούτο από την αριθμητικήν υπεροχήν των εχθρών. Οι Ακαρνάνες, εξ άλλου, απήτουν από τον στρατηγόν των Αθηναίων Δημοσθένη να τους αποκλείσει δια της οικοδομής τείχους, διότι επίστευαν ότι ευκόλως θα τους ηνάγκαζαν να παραδοθούν και θ' απηλλάσσοντο κατ' αυτόν τον τρόπον από μίαν ανέκαθεν εχθρικήν προς αυτούς πόλιν.

Ο Δημοσθένης επιτίθεται κατά των Αιτωλών και ηττάται

Αλλά κατά τον ίδιον ακριβώς καιρόν, ο Δημοσθένης επείσθη από τους Μεσσηνίους της Ναυπάκτου ότι ήτο λαμπρά δι' αυτόν ευκαιρία, αφού είχεν άπαξ συγκεντρώσει τόσον στρατόν, να επιτεθή εναντίον των Αιτωλών, και διότι ήσαν εχθροί της Ναυπάκτου, και διότι, εάν τους νικήση, θα υποτάξη ευκόλως εις τους Αθηναίους και τα παρακείμενα μέρη της Στερεάς. Καθόσον υπεστήριζαν ότι ο Αιτωλικός λαός είναι αληθώς πολυάριθμος και πολεμικός, αλλ' επειδή κατοικεί εις κώμας ατειχίστους, αι οποίαι μάλιστα κείνται εις μεγάλην απόστασιν η μία από την άλλην, και είναι ελαφρώς ωπλισμένοι, δεν είναι δύσκολον να νικηθούν πριν συγκεντρωθούν προς κοινήν άμυναν. Συνίστων δε να επιτεθή πρώτον εναντίον των Αποδοτών, έπειτα εναντίον των Οφιονέων και τελευταία εναντίον των Ευρυτάνων, οι οποίοι αποτελούν το μεγαλύτερον μέρος των Αιτωλών, ομιλούν γλώσσαν πολύ δυσνόητον και τρώγουν, καθώς λέγουν, άψητον κρέας. Μετά την υποταγήν τωόντι αυτών, και οι λοιποί θα προσχωρήσουν ευκόλως.

95. Ο Δημοσθένης επείσθη όχι μόνον δια να υποχρεώση τους Μεσσηνίους, αλλά κυρίως διότι επίστευεν ότι χωρίς ενισχύσεις από τας Αθήνας ημπορεί, αφού οι Αιτωλοί ενωθούν μαζί του, να βαδίση με τους Στερεολλαδίτας συμμάχους δια ξηράς εναντίον της Βοιωτίας. Προς τούτο, θα διήρχετο από το έδαφος των Οζολών Λοκρών, δια να φθάση εις το Κυτίνιον της Δωρίδος, έχων δεξιά τον Παρνασσόν, έως ότου κατέλθη εις το έδαφος των Φωκέων, οι οποίοι εθεωρούντο ότι θα ελάμβαναν προθύμως μέρος εις την εκστρατείαν, λόγω της κατά παράδοσιν φιλίας των με τους Αθηναίους, ή άλλως θα ημπορούσαν να εξαναγκασθούν εις τούτο. Και όταν έφθανεν εις την Φωκίδα ήτο πλέον εις τα όρια της Βοιωτίας. Εξέπλευσε λοιπόν από την Λευκάδα, εναντίον της γνώμης των Ακαρνάνων, με όλας του τας δυνάμεις, και ήλθε πλέων πλησίον της ακτής, εις το Σόλλιον, όπου τους ανεκοίνωσε το σχέδιόν του. Αλλ' επειδή οι Ακαρνάνες δεν το ενέκριναν, λόγω της αρνήσεώς του ν' αποκλείση την Λευκάδα, αυτός με τον υπόλοιπον στρατόν, αποτελούμενον από Κεφαλλήνας, Μεσσηνίους, Ζακυνθίους, και τριακοσίους Αθηναίους πεζοναύτας, οι οποίοι επέβαιναν επί των Αθηναϊκών πλοίων (διότι τα δέκα πέντε Κερκυραϊκά είχαν αναχωρήσει), εξεστράτευσεν εναντίον των Αιτωλών, εκκινήσας από τον Οινεώνα της Λοκρίδος. Οι Οζόλαι αυτοί Λοκροί ήσαν σύμμαχοι των Αθηναίων, και επρόκειτο να έλθουν με όλας των τας δυνάμεις εις συνάντησίν των εις το εσωτερικόν της χώρας, καθόσον, ως γείτονες των Αιτωλών και φέροντες τον ίδιον οπλισμόν, εθεωρούντο ότι θα ήσαν χρησιμώτατον να λάβουν μέρος εις την εκστρατείαν, διότι και τον τρόπον του πολέμου των Αιτωλών εγνώριζαν και την χώραν.

96. Αφού δε διενυκτέρευσε με τον στρατόν εις τον περίβολον του ναού του Νεμείου Διός, εντός του οποίου ως λέγεται, εφονεύθη υπό των κατοίκων ο ποιητής Ησίοδος, εις τον οποίον χρησμός είχε προείπει ότι θ' αποθάνη εις την Νεμέαν, εξεκίνησε κατά τα εξημερώματα, διευθυνόμενος εις την Αιτωλίαν. Την πρώτην ημέραν εκυρίευσε την Ποτιδανίαν, την δευτέραν το Κρωκύλειον και την τρίτην το Τείχιον, όπου και έμεινεν, αποστείλας τα λάφυρα εις το Ευπάλιον της Λοκρίδος, διότι εσκόπευε να υποτάξη τα άλλα μέρη προηγουμένως, να επιστρέψη έπειτα εις την Ναύπακτον, και τότε μόνον να εκστρατεύση εναντίον των Οφιονέων, εάν ηρνούντο να προσχωρήσουν. Αλλ' η στρατιωτική αυτή ετοιμασία δεν διέφυγε την προσοχήν των Αιτωλών, ούτε όταν το πρώτον εσχεδιάσθη, και μόλις εισέβαλεν ο στρατός εις το έδαφός των, όλοι έτρεξαν εις απόκρουσίν του με μεγάλας δυνάμεις εις τρόπον ώστε προσήλθαν και οι πλέον απομακρυσμένοι από τους Οφιονείς, οι Βωμιείς δηλαδή και οι Καλλιείς, οι οποίοι κατοικούν προς την διεύθυνσιν του Μαλιακού κόλπου.

97. Οι Μεσσήνιοι εξηκολούθουν να δίδουν εις τον Δημοσθένη τας ιδίας συμβουλάς που του έδιδαν εξ αρχής. Του εξήγουν ότι η καθυπόταξις των Αιτωλών ήτο εύκολος και συνίστων να επιτεθή το ταχύτερον εναντίον των διαφόρων κωμοπόλεων, προσπαθών να καταλάβη κάθε φοράν εκείνας που είναι εις τον δρόμον του, χωρίς να περιμένη έως ότου συγκεντρωθούν όλοι εναντίον του. Ο Δημοσθένης επείσθη εις τους λόγους των, και τας ελπίδας του εστήριξεν εις την καλήν του τύχην, διότι όλα επήγαιναν κατ' ευχήν. Χωρίς δε να περιμένη τους Λοκρούς, οι οποίοι επρόκειτο να έλθουν εις βοήθειάν του και τους οποίους εχρειάζετο (διότι του έλειπαν προ πάντων ελαφροί ακοντισταί), επετέθη εναντίον του Αιγιτίου και το κατέλαβε με την πρώτην έφοδον και χωρίς αντίστασιν. Διότι οι κάτοικοι το είχαν εκκενώσει κρυφίως και είχαν καταλάβει τους υπερκείμενους της πόλεως λόφους. Η πόλις, τωόντι, ήτο κτισμένη πλησίον εις υψώματα και απείχεν από την θάλασσαν ογδοήντα περίπου στάδια. Αλλ' οι Αιτωλοί, οι οποίοι είχαν ήδη σπεύσει προς βοήθειαν του Αιγιτίου, επετίθεντο εναντίον των Αθηναίων και των συμμάχων των, κατερχόμενοι άλλοι δρομαίως και ένα λόφον και άλλοι από άλλον και βάλλοντες εναντίον των με ακόντια. Και οσάκις μεν ο στρατός των Αθηναίων προήλαυνεν, αυτοί υπεχώρουν, οσάκις δε εκείνος υπεχώρει, αυτοί επετίθεντο. Το είδος τούτο της μάχης, το οποίον συνίστατο εις αλλεπαλλήλους καταδιώξεις και υποχωρήσεις, διήρκεσεν επί πολύ, και οι Αθηναίοι ήσαν υποδεέστεροι και εις τας δύο.

98. Εφόσον οι τοξόται των είχαν βέλη και την δύναμιν να τα μεταχειρίζονται, οι Αθηναίοι αντείχαν, διότι οι Αιτωλοί, οι οποίοι έφεραν ελαφρόν οπλισμόν, εφόσον ετοξεύοντο, ανεχαιτίζοντο. Αλλ' όταν οι τοξόται, μετά τον θάνατον του αρχηγού των, διεσκορπίσθησαν, καί το κύριον σώμα του στρατού ήτο κατάκοπον, λόγω της πολύ μακράς και μονοτόνου πάλης, και οι Αιτωλοί τους επίεζαν εκ του πλησίον, ακοντίζοντες αυτούς, τότε πλέον ετράπησαν εις φυγήν, και επειδή ο οδηγός των Χρόμων, ο Μεσσήνιος, είχε φονευθή, έπιπταν μέσα εις αδιεξόδους χαράδρας και εις μέρη που δεν εγνώριζαν και εκεί εύρισκαν τον θάνατον. Οι Αιτωλοί, εξ άλλου, που ήσαν ωκύποδες και ελαφρώς οπλισμένοι, τους κατεδίωκαν κατά πόδας, τους ηκόντιζαν, και συλλαμβάνοντες πολλούς την ώραν ακριβώς που έφευγαν, τους υφόνευαν. Τους περισσοτέρους όμως, οι οποίοι έχασαν τον δρόμον και έπεσαν μέσα εις το δάσος, από το οποίον δεν υπήρχε διέξοδος, έφεραν φωτιά, με την οποίαν ήναψαν το δάσος από όλα τα μέρη, και τους έκαυσαν. Ο στρατός των Αθηναίων εδοκίμασε κάθε είδος φυγής και εδοκιμάσθη από κάθε είδος ολέθρου, και όσοι περιεσώθησαν με πολλήν δυσκολίαν κατόρθωσαν να καταφύγουν εις τον παραθαλάσσιον Οινεώνα της Λοκρίδος, από όπου ακριβώς είχαν εκκινήσει. Εφονεύθησαν δε και από τους συμμάχους πολλοί και από τους ιδίους τους Αθηναίους εκατόν είκοσι οπλίται. Τόσοι πολλοί και εις το άνθος της ηλικίας των εφονεύθησαν εκεί, οι καλλίτεροι αληθώς στρατιώται, τους οποίους η πόλις των Αθηνών έχασε κατά την διάρκειαν του πολέμου αυτού. Εφονεύθη δε και ο Προκλής, εις από τους δύο στρατηγούς. Και αφού εζήτησαν από τους Αιτωλούς βραχείαν ανακωχήν προς συλλογήν των νεκρών των, επέστρεψαν εις Ναύπακτον, από όπου μετεφέρθησαν ακολούθως εις Αθήνας δια του στόλου. Αλλ' ο Δημοσθένης παρέμεινεν εις την Ναύπακτον και τα πέριξ, διότι ένεκα των γενομένων εφοβείτο τους Αθηναίους.

99. Επιτυχία του Αθηναϊκοϋ στρατού εις Σικελίαν

Την ιδίαν περίπου εποχήν και ο Αθηναϊκός στρατός που ήτο εις την Σικελίαν έπλευσεν εις την Λοκρίδα, όπου ενήργησεν απόβασιν κατά την οποίαν ενίκησαν τους προσδραμόντας εναντίον των Λοκρούς, και κατέλαβαν έρυμα κείμενον πλησίον του ποταμού Άληκος.

100. Εισβολή των Λακεδαιμονίων εις Οζόλας Λοκρούς

Κατά το ίδιον θέρος, οι Αιτωλοί, οι οποίοι είχαν στείλει από πριν εις την Κόρινθον και την Λακεδαίμονα πρέσβεις, τον Οφιονέα Τόλοφον, τον Ευρυτάνα Βοριάδην, και τον Αποδωτόν Τείσανδρον, τους παρεκίνουν να τους στείλουν στρατόν, δια να τιμωρήσουν την Ναύπακτον, διότι επροκάλεσε την Αθηναϊκήν εισβολήν. Οι Λακεδαιμόνιοι έστειλαν τωόντι περί το φθινόπωρον τρεις χιλιάδας οπλίτας από τους συμμάχους, εκ των οποίων οι πεντακόσιοι ήσαν από την πόλιν Ηράκλειαν, η οποία είχε κτισθή νεωστί εις την Τραχίνα. Αρχηγός της εκστρατείας ήτο ο Σπαρτιάτης Ευρύλοχος, έχων βοηθούς τους συμπολίτας του Μακάριον και Μενεδάϊον.

101. Όταν ο στρατός συνεκεντρώθη εις τους Δελφούς, ο Ευρύλοχος έστειλε κήρυκα προς τους Οζόλας Λοκρούς, και διότι ο δρόμος προς την Ναύπακτον διέρχεται δια του εδάφους των, και διότι ήθελε να τους αποσπάση από την συμμαχίαν των Αθηναίων. Από τους Λοκρούς, οι κάτοικοι της Αμφίσσης ιδίως συνέπραξαν μαζύ του, ένεκα του φόβου, τον οποίον τους ενέπνεεν η έχθρα των Φωκέων. Αυτοί πρώτοι, δώσαντες ομήρους, έπεισαν και άλλους, οι οποίοι εφοβούντο τον επερχόμενον στρατόν, να κάμουν το ίδιον, πρώτον τους γείτονάς των Μυονείς (διότι δια του εδάφους των η είσοδος εις την Λοκρίδα είναι δυσχερεστάτη), και έπειτα τους Ιπνείς, τους Μεσσαπίους, τους Τριταιείς, τους Χαλαίους, τους Τολοφωνίους, τους Ησσίους και τους Οιανθείς. Όλοι αυτοί έλαβαν μέρος εις την εκστρατείαν. Οι Ολπαίοι έδωσαν μεν ομήρους, αλλά δεν ηκολούθησαν τους άλλους, ενώ οι Υαίοι δεν έδωσαν ομήρους, παρά αφού εκυριεύθη η κωμόπολίς των η οποία ονομάζεται Πόλις.

102. Όταν τα πάντα ήσαν έτοιμα, και ετοποθέτησε τους ομήρους εις το Κυτίνιον της Δωρίδος προς φύλαξιν, ο Ευρύλοχος προήλασε με τον στρατόν εναντίον της Ναυπάκτου δια του εδάφους των Λοκρών, κατά την πορείαν δε κατέλαβε τας Λοκρικάς πόλεις Οινεώνα και Ευπάλιον, αι οποίαι ηρνήθησαν να προσχωρήσουν. Άμα δ' έφθασαν εις την Ναυπακτίαν και συγχρόνως οι Αιτωλοί είχαν ήδη έλθει προς βοήθειαν, ήρχισαν να ερημώνουν την χώραν και κατέλαβαν τα προάστεια, τα οποία ήσαν ατείχιστα. Ακολούθως ήλθαν εις το Μολύκρειον, που ήτο αποικία των Κορινθίων αλλ' υποτελές εις τας Αθήνας, και το εκυρίευσαν. Ο Αθηναίος εν τούτοις Δημοσθένης (όστις μετά την αποτυχίαν που είχε πάθει εις την Αιτωλίαν, ευρίσκετο ακόμη εις τα πέριξ της Ναυπάκτου) επληροφορήθη εγκαίρως τα της εκστρατείας, και επειδή ανησύχησε δια την ασφάλειαν της πόλεως, ήλθε προς τους Ακαρνάνας και τους έπεισε, μολονότι με πολλήν δυσκολίαν, λόγω της αναχωρήσεώς του από την Λευκάδα, να έλθουν εις βοήθειαν της Ναυπάκτου. Οι Ακαρνάνες έστειλαν υπό τας διαταγάς του χιλίους οπλίτας, οι οποίοι μετεφέρθησαν δια του στόλου και εισελθόντες εις την πόλιν, την έσωσαν. Διότι υπήρχε φόβος μήπως, ένεκα του μεγέθους του τείχους και της ανεπαρκείας των υπερασπιστών του δεν θα αντείχε. Ο Ευρύλοχος, εξ άλλου, με τον στρατόν του, άμα έμαθαν την είσοδον της δυνάμεως αυτής και το αδύνατον επομένως του να κυριεύσουν την πόλιν εξ εφόδου ανεχώρησαν όχι εις την Πελοπόννησον, αλλ' εις την χώραν, η οποία ονομάζεται σήμερον Αιολίς, εις την Καλυδώνα δηλαδή, την Πλευρώνα και τα γειτονικά μέρη, και εις το Πρόσχιον της Αιτωλίας. Διότι οι Αμπρακιώται ήλθαν και τους παρεκίνουν να επιτεθούν από κοινού με αυτούς εναντίον του Αμφιλοχικού Άργους και της λοιπής Αμφιλοχίας και συγχρόνως εναντίον της Ακαρνανίας, υπεστηρίζοντες ότι αν γίνουν κύριοι των μερών αυτών, όλοι οι κάτοικοι της Στερεάς θα γίνουν σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων. Ο Ευρύλοχος επείσθη, και αφού απέλυσε τους Αιτωλούς, παρέμεινεν ησυχάζων εις τα μέρη αυτά με τον στρατόν του περιμένων έως ότου επιστρατευθούν οι Αμπρακιώται και έλθη τοιουτοτρόπως η κατάλληλος ώρα, δια να σπεύση εις βοήθειάν των εναντίον του Άργους. Και τοιουτοτρόπως έληξε το θέρος.

103. Συγκρούσεις του Αθηναϊκού στρατού εις Σικελίαν

Κατά τον ακόλουθον χειμώνα, ο Αθηναϊκός στρατός της Σικελίας εξεστράτευσε μαζί με τους Σικελιώτας συμμάχους των, και όσους από τους βαρβάρους κατοίκους της νήσου είχαν υποταχθή προηγουμένως υπό την κυριαρχίαν των Συρακουσίων και ήσαν σύμμαχοί των, αλλ' είχαν ήδη επαναστατήσει εναντίον των, και συνέπρατταν με τους Αθηναίους, και επετέθησαν εναντίον της Σικελικής πόλεως Ινήσσης, της οποίας την ακρόπολιν κατείχαν οι Συρακούσιοι. Επειδή όμως δεν ημπόρεσαν να την κυριεύσουν, απεσύρθησαν. Αλλά κατά την υποχώρησιν, οι Συρακούσιοι εξήλθαν από τα οχυρώματα των και επέπεσαν κατά των συμμάχων, οι οποίοι απετέλουν την οπισθοφυλακήν των Αθηναίων, και έτρεψαν μέρος απ' αυτούς εις φυγήν, φονεύσαντες όχι ολίγους. Μετά τούτο, οι Αθηναίοι πεζοναύται του στόλου, των οποίων ηγείτο ο Λάχης, ενήργησαν μερικάς αποβάσεις εις την Λοκρίδα και συνάψαντες μάχην πλησίον του ποταμού Καϊκίνου προς τριακόσιους περίπου Λοκρούς, οι οποίοι είχαν σπεύσει εναντίον των υπό την αρχηγίαν του Προξένου, υιού του Καπάτωνος, τους ενίκησαν, και αφού εσκύλευσαν τους πεσόντας, ανεχώρησαν.

104. Καθαρμός της Δήλου

Κατά τον ίδιον χειμώνα, οι Αθηναίοι προέβησαν εις καθαρμόν της Δήλου, συμμορφούμενοι προς κάποιον χρησμόν. Είναι αληθές ότι και ο τύραννος Πεισίστρατος είχε προβή προηγουμένως εις τοιούτον καθαρμόν, όχι όμως της όλης νήσου, αλλά μόνον του μέρους, το οποίον φαίνεται από τον ναόν. Τώρα όμως ο καθαρμός επεξετάθη εις όλην την νήσον και έγινε κατά τον εξής τρόπον. Εσήκωσαν όλους τους νεκρούς και τα φέρετρά των που υπήρχαν εις την Δήλον, και διέταξαν του λοιπού ούτε ν' αποθνήσκη κανείς, ούτε να γεννάται εις την νήσον, αλλ' οι ετοιμοθάνατοι και αι ετοιμόγεννοι να μεταφέρονται εις την Ρήνειαν. Η απόστασις της Ρηνείας από την Δήλον είναι τόσον μικρά, ώστε ο τύραννος της Σάμου Πολυκράτης, ο όποιος επί εν διάστημα είχεν ισχυρόν στόλον, υπέβαλεν υπό την κυριαρχίαν του και άλλας νήσους και αφού εκυρίευσε την Ρήνειαν την αφιέρωσεν εις τον Δήλιον Απόλλωνα, προσδέσας αυτήν εις την Δήλον με άλυσον. Και τότε, πρώτην φοράν μετά τον καθαρμόν, καθιέρωσαν οι Αθηναίοι την κατά πενταετίαν τελουμένην εορτήν. Και εις παλαιοτέραν άλλωστε εποχήν εγίνετο εκεί μεγάλη πανήγυρις, εις την οποίαν συνέρρεαν ως θεαταί συν γυναιξί και τέκνοις οι Ίωνες και οι κάτοικοι των γειτονικών νήσων (καθώς τώρα οι Ίωνες προσέρχονται ως θεαταί εις τα Εφέσια), και ετελούντο εκεί αγώνες γυμναστικοί και μουσικοί και α πόλεις εχορήγουν θιάσους ορχήσεων. Ότι τοιούτος ήτο ο χαρακτήρ της πανηγύρεως μαρτυρεί ιδίως ο Όμηρος εις τους επομένους στίχους του Ύμνου προς τον Απόλλωνα.

Άλλοτε πάλιν εις την Δήλον, Φοίβε, τέρπεται προ πάντων η ψυχή σου.
Εκεί συναθροίζοντο προς τιμήν σου οι μακροχίτωνες Ίωνες,
Με τα τέκνα και τας γυναίκάς των, επί της οδού, της αγούσης εις τον ναόν.
Εκεί, με πυγμαχίας και ορχήσεις και άσματα,
Υμνούν το όνομά σου και σε τέρπουν, όταν τελούν τους αγώνάς των.

Αλλ' ότι ετελούντο και μουσικοί αγώνες οι οποίοι προσείλκυαν πολλούς αγωνιστάς, μαρτυρεί πάλιν ο ποιητής δια των επομένων στίχων του ιδίου Ύμνου, όπου, αφού υμνεί τον Δηλιακόν χορόν των γυναικών, τελειώνει τον έπαινον με τους εξής στίχους εις τους οποίους μνημονεύει και τον εαυτόν του:

Εμπρός, ας είναι ίλεοι προς ημάς ο Απόλλων και η Άρτεμις.
Και σεις χαίρετε όλοι (παρθένοι). Τηρήσατε και εις το μέλλον την ανάμνησίν μου,
Και όταν κανείς από τους βασανισμένους της γης
Έλθη εδώ και σας ερωτήση:
"Ποίος, κόραι μου, σας φαίνεται γλυκύτερος από τους αοιδούς,
Όσοι συχνάζουν εδώ, και ποίος σας τέρπει περισσότερον;"
Αποκριθήτε σεις με μίαν φωνήν και με λόγους επαινετικούς:
"Ο τυφλός που κατοικεί εις την πετρώδη Χίον".

Αυταί είναι αι μαρτυρίαι που έχομεν από τον Όμηρον, ότι και εις την παλαιάν εποχήν ετελείτο μεγάλη πανήγυρις και εορτή εις την Δήλον. Βραδύτερον, οι Κυκλαδίται και οι Αθηναίοι εξηκολούθουν να στέλλουν τους θιάσους των ορχήσεων μαζί με τα αφιερώματα, αλλ' οι αγώνες και τα πλείστα της τελετής, ως ήτο φυσικόν, περιέπεσαν εις αχρηστίαν, ένεκα των ατυχιών της Ιωνίας, έως ότου τέλος οι Αθηναίοι αποκατέστησαν τους αγώνας, προσθέσαντες δια πρώτην τότε φοράν και ιπποδρομίας.

105. Εκστρατεία και ήττα των Λακεδαιμονίων εις Ακαρνανίαν

Κατά τον ίδιον χειμώνα, οι Αμπρακιώται, προς εκπλήρωσιν της προς τον Ευρύλοχον υποσχέσεως, με την οποίαν επέτυχαν την παραμονήν του στρατού του, εξεστράτευσαν εναντίον του Αμφιλοχιακού Άργους με στρατόν τριών χιλιάδων οπλιτών, εισέβαλαν εις το έδαφός του και κατέλαβαν τας Όλπας, φρούριον οχυρόν επάνω εις λόφον πλησίον της θαλάσσης, το οποίον εις παλαιοτέραν εποχήν είχαν κτίσει οι Ακαρνάνες και εχρησιμοποίουν ως κοινόν της ομοσπονδίας των δικαστήριον, και το οποίον απέχει είκοσι περίπου στάδια από το Άργος, που είναι πόλις παραθαλασσία. Οι Ακαρνάνες, εξ άλλου, άλλοι προσέτρεξαν εις βοήθειαν και άλλοι εστρατοπέδευσαν εις το μέρος της Αμφιλοχίας, το καλούμενον Κρήναι, δια να επιτηρούν τους υπό την αρχηγίαν του Ευρυλόχου Πελοποννησίους, μήπως διαλαθόν τες ενωθούν με τους Αμπρακιώτας. Έστειλαν συγχρόνως να παρακαλέσουν τον Δημοσθένη, ο οποίος ήτο αρχηγός των Αθηναίων κατά την εκστρατείαν εναντίον της Αιτωλίας, ν' αναλάβη την αρχηγίαν των και ζητήσουν την συνδρομήν της μοίρας των είκοσι Αθηναϊκών πλοίων, που έπλεαν τότε γύρω από την Πελοπόννησον, υπό την αρχηγίαν του Αριστοτέλους, υιού του Τιμοκράτους, και του Ιεροφώντος, υιού του Αντιμνήστου. Αλλά και οι Αμπρακιώται έστειλαν από τας Όλπας αγγελιαφόρον προς τους συμπολίτας των ζητούντες να σταλή προς βοήθειάν των όλη η διαθέσιμος στρατιωτική δύναμις, διότι εφοβούντο μήπως οι Ακαρνάνες εμποδίσουν την έλευσιν του στρατού του Ευρυλόχου και είτε αναγκασθούν να συνάψουν μάχην μόνοι, είτε εκτεθούν εις κίνδυνον, αν θελήσουν να υποχωρήσουν.

106. Αλλ' ο Ευρύλοχος με τον στρατόν του, άμα έμαθαν ότι οι Αμπρακιώται είχαν φθάσει εις τας Όλπας, εξεκίνησαν από το Πρόσχιον και ήρχοντο εσπευσμένως προς ενίσχυσίν των. Και αφού διέβησαν τον Αχελώον, προήλασαν δια της Ακαρνανίας, η οποία είχε μείνει αφρούρητος (ένεκα της αποστολής του στρατού της προς βοήθειαν του Άργους), έχοντες δεξιά την πόλιν του Στράτου με την φρουράν της και αριστερά την άλλην Ακαρνανίαν. Αφού δε διήλθαν την χώραν των Στρατίων, προήλασαν δια της Φυτίας, ακολούθως από το άκρον της Μεδεώνος και έπειτα δια της Λιμναίας. Και αφού διέσχισαν όλην την Ακαρνανίαν, εισήλθαν εις την φιλικήν χώραν των Αγραίων, όπου έφθασαν εις το όρος Θύαμον, επέρασαν δι' αυτού, κατέβησαν εις την Αργείαν, εν καιρώ πλέον νυκτός, και αφού διήλθαν απαρατήρητοι μεταξύ του Άργους και των Ακαρνάνων, που εφρούρουν εις τας Κρήνας, ηνώθησαν με τους Αμπρακιώτας, οι οποίοι κατείχαν τας Όλπας.

107. Αφού ηνώθησαν οι δυο στρατοί, εστάθμευσαν, άμα εξημέρωσε, πλησίον της καλουμένης Μητροπόλεως, όπου εστρατοπέδευσαν. Εξ άλλου, ήλθε μετ' ολίγον η μοίρα των είκοσι Αθηναϊκών πλοίων εις τον Αμπρακικόν κόλπον προς βοήθειαν των Αργείων. Ήλθεν επίσης ο Δημοσθένης επί κεφαλής διακοσίων Μεσσηνίων οπλιτών και εξήντα Αθηναίων τοξοτών. Και τα μεν πλοία ηγκυροβόλησαν αντίκρυ εις τας Όλπας, αποκλείοντα τον λόφον από θαλάσσης, οι δε Ακαρνάνες και ολίγοι Αμφιλόχιοι (καθόσον οι περισσότεροι εξηναγκάσθησαν από τους Αμπρακιώτας να μείνουν ήσυχοι), συγκεντρωμένοι ήδη εις το Άργος, ητοιμάζοντο να δώσουν μάχην εναντίον του εχθρού, αφού εξέλεξαν τον Δημοσθένη γενικόν αρχηγόν του συμμαχικού στρατού, έχοντα υπό τας διαταγάς του τους ιδιαιτέρους των αρχηγούς. Ο Δημοσθένης μετεκίνησε τον στρατόν πλησίον της Όλπης, όπου εστρατοπέδευσε, μεταξύ δ' αυτού και του εχθρού υπήρχε μεγάλη χαράδρα. Και επί πέντε ημέρας ησύχαζαν, την έκτην δε ήρχισαν να παρατάσσωνται και οι δύο προς μάχην. Αλλ' επειδή εφάνη ότι ο Πελοποννησιακός στρατός ήτο πολυαριθμότερος και κατέλαβεν ευρύτερον μέτωπον, ο Δημοσθένης εφοβήθη μήπως κυκλωθή και ετοποθέτησεν εις κάποιον κοίλον και θαμνώδη δρόμον ενέδραν, εκ τετρακοσίων περίπου εν όλω οπλιτών και ελαφρώς ωπλισμένων στρατιωτών, με την διαταγήν να εξορμήσουν κατά την στιγμήν της συγκρούσεως από την κρύπτην των και επιτεθούν εναντίον των νώτων του εχθρού, εις το μέρος όπου η παράταξίς του υπερεφαλάγγιζε την ιδικήν του. Αφού ητοιμάσθησαν, οι δύο στρατοί ήλθαν εις τα χέρια, και ο μεν Δημοσθένης με τους Μεσσηνίους και ολίγους Αθηναίους κατείχε το δεξιόν κέρας, το δε λοιπόν μέτωπον κατείχαν οι Ακαρνάνες, έκαστον απόσπασμα με τον ιδιαίτερον αρχηγόν του, και όσοι Αμφιλόχιοι ακοντισταί ήσαν παρόντες. Οι Πελοποννήσιοι και οι Αμπρακιώται, εξ άλλου, ήσαν παρατεταγμένοι αναμίξ, εξαιρουμένων των Μαντινέων, οι οποίοι ήσαν συγκεντρωμένοι μάλλον προς το αριστερόν, αλλ' όχι το άκρον αριστερόν, το οποίον κατείχεν ο Ευρύλοχος με τους υπ' αυτόν, αντιμετωπίζων τους υπό τον Δημοσθένη Μεσσηνίους.

108. Οι δύο στρατοί είχαν ήδη έλθει εις χείρας, και το αριστερόν κέρας των Πελοποννησίων, αφού υπερεφαλάγγισε το δεξιόν των εχθρών, ήρχισε να το κυκλώνη όταν οι Ακαρνάνες, εξορμήσαντες από την ενέδραν, επέπεσαν αιφνιδίως εκ των νώτων εναντίον των και τους έτρεψαν εις φυγήν, ώστε όχι μόνον κανείς δεν εσκέπτετο ν' αντισταθή αλλά και ο πανικός των παρέσυρεν εις φυγήν και το μεγαλύτερον μέρος του στρατού των. Διότι όταν είδαν την πλήρη ήτταν του υπό τας διαταγάς του Ευρυλόχου επιλέκτου μέρους του στρατού, κατελήφθησαν από μεγαλύτερον πανικόν. Οι Μεσσήνιοι, υπό τον Δημοσθένη, οι οποίοι αντιμετώπισαν τους Πελοποννησίους εις το μέρος αυτό, συνετέλεσαν προ πάντων εις την νίκην. Αλλά το δεξιόν κέρας, εις το οποίον ευρίσκοντο και οι Αμπρακιώται, οι οποίοι είναι ο μαχιμώτερος λαός των μερών εκείνων, ενίκησαν τους απέναντί των εχθρούς και τους κατεδίωξαν προς το Άργος. Αλλ' όταν, επιστρέφοντες από την καταδίωξιν, είδαν την ήτταν του μεγαλυτέρου μέρους του στρατού των, και εξ άλλου επιέζοντο από την επίθεσιν του νικηφόρου τμήματος των Ακαρνάνων, με πολλήν δυσκολίαν κατώρθωσαν να διασωθούν εις τας Όλπας. Αι απώλειαι του στρατού του Ευρυλόχου υπήρξαν μεγάλαι, καθόσον η σπουδή των να εισέλθουν εις τας Όλπας έγινεν αφορμή αταξίας και απειθαρχίας. Εξαίρεσιν απετέλεσαν μόνοι οι Μαντινείς, οι οποίοι υπεχώρησαν με περισσοτέραν τάξιν από όλον τον άλλον στρατόν. Η μάχη ετελείωσεν αργά το εσπέρας.

109. Την επομένην, ο Μενεδάϊος, ο οποίος ανέλαβε μόνος την αρχηγίαν καθόσον ο Ευρύλοχος και ο Μακάριος είχαν φονευθή, ευρίσκετο εις μεγάλην απορίαν περί του πρακτέου, κατόπιν τόσον σοβαράς ήττης. Μη βλέπων δε πώς ημπορούσε αν μείνη ν' ανθέξη εις πολιορκίαν, αφού ήτο αποκλεισμένος και από ξηράς αλλά και από θαλάσσης υπό του Αθηναϊκού στόλου, ή αν προβή εις υποχώρησιν να διασωθή έκαμε προς τον Δημοσθένη και τους Ακαρνάνας στρατηγούς προτάσεις ανακωχής, δια να λάβη την άδειαν να συλλέξη του νεκρούς του και συγχρόνως ν' αποσυρθή. Εκείνοι επέτρεψαν την παραλαβήν των νεκρών, και συνέλεξαν τους ιδικούς των νεκρούς, περί τους τριακοσίους, και έστησαν τρόπαιον, αλλ' ηρνήθησαν να επιτρέψουν επισήμως την γενικήν αναχώρησιν. Ο Δημοσθένης όμως, με την συναίνεσιν και των Ακαρνάνων στρατηγών, επέτρεψε κρυφίως εις τους Μαντινείς και τον Μενεδάϊον, τους άλλους Πελοποννησίους αρχηγούς και τους προκριτωτέρους από τους τελευταίους, ν' αποσυρθούν το ταχύτερον, διότι ήθελε ν' απομονώση τους Αμπρακιώτας και τον μισθοφορικόν όχλον των, αλλά προ πάντων διότι επεθύμει να εκθέση εις τα όμματα των Ελλήνων των μερών εκείνων τους Λακεδαιμονίους και Πελοποννησίους, ως καταπροδώσαντας αυτούς, προτιμήσαντες το ιδικόν των συμφέρον. Οι αρχηγοί των Πελοποννησίων, αφού συνέλαξαν τους νεκρούς των, τους έθαψαν εσπευσμένως, όπως αι περιστάσεις το επέτρεπαν, και προητοίμαζαν κρυφίως την αναχώρησιν εκείνων, εις τους οποίους είχε δοθή η προς τούτο άδεια.

110. Αλλ' εις τον Δημοσθένη και τους Ακαρνάνας ανηγγέλθη εν τω μεταξύ ότι οι Αμπρακιώται της πόλως, συνεπεία της πρώτης αιτήσεως, η οποία είχε διαβιβασθή προς αυτούς από τους συμπολίτας των, τους ευρισκομένους εις τας Όλπας, έσπευδαν δια του εδάφους της Αμφιλοχίας με όλην την διαθέσιμον στρατιωτικήν των δύναμιν δια, να ενωθούν με τους ευρισκομένους εκεί, εν πλήρει αγνοία των λαβόντων χώραν. Συνεπεία τούτου, ο Δημοσθένης απέστειλεν ευθύς μέρος του στρατού του, δια να στήσουν ενέδρας εις τους δρόμους και προκαταλάβουν τα οχυρά σημεία, και συγχρόνως παρεσκευάζετο να προελάση με τον λοιπόν στρατόν εναντίον των.

111. Εν τω μεταξύ, οι Μαντινείς και οι άλλοι, εις τους οποίους είχεν επιτραπή η αναχώρησις, εξελθόντες υπό το πρόσχημα της συλλογής χόρτων και φρυγάνων, απεμακρύνοντο σιγά σιγά, κατά μικράς ομάδας, συλλέγοντες συγχρόνως εκείνα, δια τα οποία δήθεν είχαν εξέλθει. Όταν όμως είχαν ήδη προχωρήσει εις ικανήν απόστασιν από την Όλπην, επετάχυναν το βάδισμά των. Αλλ' οι Αμπρακιώται και οι άλλοι Πελοποννήσιοι, όσοι δεν είχαν εξέλθει μαζί με αυτούς, άμα εννόησαν την αναχώρησίν των, ώρμησαν και αυτοί, τρέχοντες κατόπιν των δια να τους φθάσουν. Κατ' αρχάς, οι Ακαρνάνες επειδή ενόμισαν ότι όλοι ανεξαιρέτως έφευγαν άνευ αδείας, ήρχισαν να καταδιώκουν εξ ίσου και τους Πελοποννησίους. Και μερικούς μάλιστα από τους ιδίους τους στρατηγούς που προσεπάθουν να τους εμποδίσουν, βεβαιώνοντας ότι είχε γίνει σύμβασις περί αναχωρήσεως, ηκόντισαν μερικοί στρατιώται, διότι ενόμισαν ότι είχαν προδοθή από τους αρχηγούς των. Έπειτα όμως άφισαν τους Μαντινείς και τους άλλους Πελοποννησίους να φύγουν, εφόνευαν όμως τους Αμπρακιώτας. Και υπήρχε μεγάλη φιλονεικία και αβεβαιότης ποίος ήτο Αμπρακιώτης και ποίος Πελοποννήσιος. Και περί τους διακοσίους μεν εφόνευσαν, οι δε λοιποί έφυγαν προς την γειτονικήν Αγραΐδα, όπου τους υπεδέχθη ο βασιλεύς των Αγραίων Σαλύνθιος, ο οποίος ήτο φίλος των.

112. Εν τω μεταξύ, αι ενισχύσεις που ήρχοντο από την πόλιν της Αμπρακίας έφθασαν εις την Ιδομενήν. Το όνομα τούτο φέρουν δύο λόφοι υψηλοί. Τον υψηλότερον από τους δύο, όταν ενύκτωσεν, επρόφθασε να καταλάβη απαρατήρητον το στρατιωτικόν απόσπασμα, που είχε στείλει προηγουμένως ο Δημοσθένης. Εις τον χαμηλότερον είχαν ήδη αναβή πρώτοι οι Αμπρακιώται και διενυκτέρευσαν εκεί. Ο Δημοσθένης, μετά το δείπνον, ήρχισεν, ευθύς που εβράδυασε, να προελαύνη με τον υπόλοιπον στρατόν, ο ίδιος με το ήμισυ της στρατιωτικής δυνάμεως προς το μεταξύ των δύο λόφων στενόν, ενώ το άλλο ήμισυ επροχώρει δια των Αμφιλοχικών ορέων. Και ολίγον προ της αυγής, επιπίπτει εναντίον των Αμπρακιωτών, ενώ ακόμη ήσαν πλαγιασμένοι και δεν είχαν αντιληφθή περί τίνος πρόκειται. Είχαν μάλιστα νομίσει ότι ήσαν ιδικοί των στρατιώται, διότι ο Δημοσθένης έταξεν επίτηδες επί κεφαλής της δυνάμεώς του τους Μεσσηνίους και παρήγγειλεν εις αυτούς ν' απευθύνωνται προς τους εχθρούς εις την Δωρικήν διάλεκτον, δια να εμπνεύσουν τοιουτοτρόπως εμπιστοσύνην εις τας προφυλακάς. Άλλωστε, επειδή ήταν ακόμη σκοτεινά, δεν ημπορούσαν να διακριθούν αι φυσιογνωμίαι των. Ως εκ τούτου, μόλις ο στρατός επέπεσεν εναντίον των Αμπρακιωτών, τους έτρεψαν εις φυγήν, και τους περισσοτέρους εφόνευσαν επί τόπου, ενώ οι λοιποί φεύγοντες ετράπησαν προς τα όρη. Αλλ' επειδή οι δρόμοι είχαν καταληφθή προηγουμένως, και συγχρόνως οι μεν Αμφιλόχιοι εγνώριζαν καλώς το ιδικόν των έδαφος και είχαν απέναντι βαρέων οπλιτών το πλεονέκτημα ότι ήσαν ελαφρώς οπλισμένοι, ενώ οι Αμπρακιώται δεν εγνώριζαν το έδαφος και ηγνόουν ποίαν διεύθυνσιν έπρεπε να λάβουν, οι τελευταίοι ούτοι ενέπιπταν εις χαράδρας και τας προετοιμασμένας ενέδρας, όπου εύρισκαν τον θάνατον. Όλα τα μέσα διαφυγής εδοκιμάσθησαν, και μερικοί μάλιστα ετράπησαν προς την όχι πολύ απέχουσαν θάλασσαν, και ως είδαν τ' Αθηναϊκά πλοία τα οποία έπλεαν κατά μήκος της ακτής, την ώραν ακριβώς που εγίνετο η καταδίωξις, διηυθύνθησαν προς αυτά κολυμβώντες, διότι μέσα εις τον τρόμον που τους κατείχε εθεώρησαν προτιμότερον να φονευθούν εν ανάγκη από τα πληρώματα των πλοίων μάλλον παρά από τους βαρβάρους Αμφιλοχίους, οι οποίοι ήσαν οι χειρότεροι εχθροί των. Και οι μεν Αμπρακιώται, αφού υπέστησαν τοιαύτην πανωλεθρίαν ολίγοι εκ πολλών διεσώθησαν εις την πόλιν. Οι Ακαρνάνες, εξ άλλου, αφού εσκύλευσαν τους νεκρούς και έστησαν τρόπαια, επέστρεψαν εις το Άργος.

113. Την επομένην, ήλθε προς αυτούς κήρυξ εκ μέρους των Αμπρακιωτών, οι οποίοι από την Όλπην είχαν καταφύγει προς τους Αγραίους, δια να ζητήσουν άδειαν παραλαβής των νεκρών, που είχαν φονευθή κατόπιν της πρώτης μάχης, όταν, χωρίς να προστατεύωνται από την ανακωχήν, επεχείρησαν να φύγουν από την Όλπην, μαζί με τους Μαντινείς και τους άλλους τους προστατευομένους από την ανακωχήν. Ο κήρυξ, όταν είδε τα σκυλευθέντα όπλα των στρατιωτών, όσοι είχαν έλθει από την πόλιν της Αμπρακίας, κατεπλήσσετο από το πλήθος των, διότι δεν εγνώριζε την καταστροφήν της Ιδομενής, αλλ' ενόμιζεν ότι ανήκαν εις συμπολεμιστάς του από τους καταφυγόντας εις την Αγραίαν. Κάποιος, ο οποίος εκ πλάνης επίσης ενόμισεν ότι ο κήρυξ ήρχετο εκ μέρους των ηττηθέντων εις την Ιδομένην, τον ηρώτησε διατί εκπλήττεται και πόσαι ήσαν αι απώλειαί των εις νεκρούς. Εκείνος απήντησε: περί τους διακοσίους. Τότε ο ερωτών είπεν εις απάντησιν: "Αλλά τα όπλα αυτά δεν φαίνεται να είναι διακοσίων, αλλά πλέον παρά χιλίων ανδρών". Και ο κήρυξ πάλιν είπε: "Τότε λοιπόν δεν είναι των ανδρών που επολέμησαν μαζί μας". Και άλλος απεκρίθη: "Είναι, εάν σεις επολεμήσατε χθες εις την Ιδομενήν". - "Αλλ' ημείς δεν επολεμήσαμεν χθες με κανένα, αλλά προχθές κατά την υποχώρησιν."

"Εκείνο που ξεύρω εγώ είναι ότι ημείς επολεμήσαμεν χθες προς αυτούς εδώ τους άνδρας, οι οποίοι ήρχοντο από την πόλιν της Αμπρακίας, προς βοήθειαν των συμπολιτών των." Ο κήρυξ, μόλις ήκουσε τούτο και εννόησεν ότι η επικουρία που ήρχετο προς αυτούς από την πόλιν των είχεν εξολοθρευθή, εξερράγη εις οδυρμούς, και κατάπληκτος από το μέγεθος της συμφοράς που έβλεπεν ανεχώρησεν αμέσως άπρακτος και χωρίς πλέον να ζητήση τους νεκρούς. Κατά την διάρκειαν, τωόντι, του παρόντος πολέμου, καμμία άλλη Ελληνική πόλις δεν έπαθε τόσον μεγάλην συμφοράν εις τόσον ολίγας ημέρας, και δεν ανέγραψα πόσοι έπεσαν, διότι το πλήθος των αναφερομένων νεκρών είναι απίστευτον, εν συγκρίσει προς το μέγεθος της πόλεως. Γνωρίζω όμως ότι, αν οι Ακαρνάνες και οι Αμφιλόχιοι ήθελαν ν' ακούσουν τους Αθηναίους και τον Δημοσθένη και να κυριεύσουν την Αμπρακίαν, θα την κατελάμβαναν με τον πρώτον αλαλαγμόν της επιθέσεως. Η αλήθεια όμως είναι ότι εφοβήθησαν μήπως, εάν την καταλάβουν οι Αθηναίοι, καταντήσουν δι' αυτούς γείτονες πολύ οχληρότεροι από τους Αμπρακιώτας.

114. Μετά ταύτα, αφού εμοίρασαν εις τους Αθηναίους το τρίτον των λαφύρων, διένειμαν οι Ακαρνάνες τα επίλοιπα εις τας διαφόρους πόλεις των. Αλλά το μερίδιον των λαφύρων που εδόθη εις τους Αθηναίους εκυριεύθη κατά τον πλουν της επιστροφής των. Αι τριακόσιαι πανοπλίαι, που φυλάσσονται σήμερον εις τους ναούς της Αττικής ως αφιερώματα, παρεχωρήθησαν εξαιρετικώς εις τον Δημοσθένη, ο οποίος τας έφερε μαζί του, όταν κατέπλευσεν εις τον Πειραιά. Μετά την λαμπράν αυτήν επιτυχίαν, η επιστροφή του εις Αθήνας δεν παρουσίαζε τωόντι τους ιδίους κινδύνους, όπως μετά την συμφοράν της Αιτωλίας. Και η μοίρα των είκοσι Αθηναϊκών πλοίων επανέπλευσεν εις Ναύπακτον. Οι Ακαρνάνες εξ άλλου, και οι Αμφιλόχιοι, μετά την αναχώρησιν των Αθηναίων και του Δημοσθένους, συνωμολόγησαν ανακωχήν προς τους Αμπρακιώτας και τους Πελοποννησίους, οι οποίοι είχαν καταφύγει προς τον Σαλύνθιον και τους Αγραίους, δώσαντες εις αυτούς την άδειαν να επιστρέψουν εις τα ίδια από τας Οινιάδας, όπου είχαν αποσυρθή εν τω μεταξύ από την χώραν του Σαλυνθίου. Και δια το μέλλον οι Ακαρνάνες και οι Αμφιλόχιοι συνωμολόγησαν προς τους Αμπρακιώτας συνθήκην ειρήνης και συμμαχίας εκατόν ετών υπό τους εξής όρους. Οι Αμπρακιώται δεν υπεχρεούντο να συμπράττουν με τους Ακαρνάνας, εις περίπτωσιν επιθετικού πολέμου εναντίον των Πελοποννησίων ούτε οι Ακαρνάνες να συμπράττουν με τους Αμπρακιώτας, εις περίπτωσιν επιθετικού πολέμου εναντίον των Αθηναίων, ώφειλαν όμως να βοηθούνται αμοιβαίως προς άμυναν του εδάφους των. Οι Αμπρακιώται ώφειλαν ν' αποδώσουν όσα μέρη η ομήρους των Αμφιλοχίων κατείχαν και να μη βοηθούν το Ανακτόριον, το οποίον ήτο εχθρικόν προς τους Ακαρνάνας. Υπό τους όρους αυτούς, ετερματίσθη ο πόλεμος. Οι Κορίνθιοι όμως έστειλαν ακολούθως εις την Αμπρακίαν φρουράν από τριακοσίους περίπου ιδικούς των, υπό την αρχηγίαν του Ξενοκλείδου, υιού του Ευθυκλέους, η οποία έφθασε κατόπιν επιπόνου πορείας δια ξηράς. Τοιούτον υπήρξε το τέλος της εναντίον των Αμφιλοχίων εκστρατείας των Αμπρακιωτών.

115. Επιχειρήσεις του Αθηναϊκού στόλου εις Σικελίαν

Κατά τον ίδιον χειμώνα, ο Αθηναϊκός στόλος της Σικελίας όχι μόνον ενήργησεν απόβασιν εις το έδαφος της Ιμέρας, εν συμπράξει με βαρβάρους κατοίκους της Σικελίας, οι οποίοι είχαν εισβάλει εκ του εσωτερικού εις το μεσογειακόν τμήμα του εδάφους της Ιμέρας, αλλά και επετέθησαν εναντίον των νήσων του Αιόλου. Επιστρέψαντες δε εις το Ρήγιον, ευρήκαν ότι ο Αθηναίος στρατηγός Πυθόδωρος, υιός του Ισολόχου, είχε διαδεχθή τον Λάχητα εις την αρχηγίαν του στόλου, καθόσον οι Σικελιώται σύμμαχοι των Αθηναίων είχαν έλθει εις Αθήνας και τους είχαν πείσει να τους βοηθήσουν με μεγαλυτέραν δύναμιν, διότι οι Συρακούσιοι, οι οποίοι ήσαν ήδη κύριοι της ξηράς, αλλ' απεκλείοντο από την χρήσιν της θαλάσσης από ολίγα μόνον πλοία, ητοιμάζοντο, συγκεντρώνοντες ναυτικόν, να μην ανεχθούν περαιτέρω την κατάστασιν αυτήν. Οι Αθηναίοι, τωόντι, ήρχισαν εξοπλίζοντες σαράντα πλοία δια να τα αποστείλουν εις την Σικελίαν, εν μέρει διότι επίστευαν ότι τοιουτοτρόπως θα τερματίσουν την εκεί εκστρατείαν ταχύτερον, και εν μέρει διότι ήθελαν να εξασκήσουν τα πληρώματά των. Απέστειλαν λοιπόν τον ένα από τους στρατηγούς, τον Πυθόδωρον, με ολίγα πλοία, με τον σκοπόν ν' αποστείλουν ακολούθως τον Σοφοκλή, υιόν του Σωστρατίδου, και τον Ευρυμέδοντα, υιόν του Θουκλέους, με την μεγαλυτέραν μοίραν του στόλου. Ο Πυθόδωρος, αφού είχεν ήδη διαδεχθή τον Λάχητα εις την αρχηγίαν, έπλευσε περί το τέλος του χειμώνος εναντίον του ερύματος των Λοκρών, το οποίον είχε καταλάβει προηγουμένως ο Λάχης. Αλλ' ενικήθη από τους Λοκρούς κατά την γενομένην μάχην και επέστρεψεν εις το Ρήγιον.

116. Έκρηξις της Αίτνης

Κατά την αρχήν ακριβώς της επομένης ανοίξεως, εξεχύθη από την Αίτναν χείμαρρος πυρακτωμένης λάβας, όπως συνέβη και άλλοτε, και κατέστρεψε μέρος της χώρας των Καταναίων οι οποίοι κατοικούν εις τους πρόποδας της Αίτνης, που είναι το υψηλότερον όρος της Σικελίας. Λέγεται ότι η έκρηξις αύτη έγινε πενήντα έτη μετά την προηγουμένην, και ότι αφότου κατοικούν Έλληνες εις την Σικελίαν, τρεις εν όλω εκρήξεις έλαβον χώραν. Τοιαύτα υπήρξαν τα γεγονότα του χειμώνος αυτού, με το τέλος του οποίου συμπληρούται και το έκτον έτος του παρόντος πολέμου, την ιστορίαν του οποίου έγραψεν ο Θουκυδίδης.