Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ισθμιονίκων

Από Βικιθήκη
Ισθμιόνικοι
Συγγραφέας:
Μεταφραστής: Ιωάννης Γρυπάρης



Κλεάνδρω Αιγινήτη, παγκρατίω

[Επεξεργασία]


Στον Κλέαντρο και στη νιότη του
ας πάμε, ώ νέοι, τ' άξια των μόχτων του λύτρα
και μπρός στα λαμπρά του πατέρα του
του Τελεσάρχου τα πρόθυρα
το γιορτινό το τραγούδι ας του υψώσομε,
πλερωμή για τη νίκη του τα Ίσθμια
και για τ' άθλα που στα Νέμεα κέρδισε.
Γι' αυτόν κι απο μένα ζητούν,
αν κι έχω βαριά πληγωμένη καρδιά,
τη χρυσή να καλέσω τη Μούσα.
Μ' αφού απ' τα μεγάλα γλιτώσαμε πένθη,
σε στεφάνων ορφάνια ας μην πέσουμε
μην παραχαϊδεύεις τις λύπες
σε ανώφελους βάζοντας τέλος καημούς
και μετά απο τον πόνο
χαρούμενο ας βγάλουμε κάτι στη μέση,
μια και την πέτρα του Τάνταλου
που στο κεφάλι μας κρέμονταν,
την απόστρεψε κάποιος θεός απο πάνω μας,
για την Ελλάδα ένα μόχτον ατόλμητο.
Έτσι για μένα, κι ο φόβος που πέρασε
απ' τη σκληρή μου την έγνια με λύτρωσε
Κάλλιο το τί 'ναι στα πόδια σου μπρος
νά'χεις κάθε φορά να κοιτάς
γιατί άπιστος κρέμεεται ο Χρόνος στον άνθρωπο επάνω
και της ζωής κλωθοστρίβει τους δρόμους
μα τ' άλλα εκείνα γιατρεύουνται, φτάνει
να μη χαθεί η λευτεριά.
Ο άντρας, του αξίζει να θρέφει γενναίες ελπίδες
κι εγώ της εφτάπυλης γέννημα Θήβας,
την ανθοκορφή των Χαρίτων χρωστώ
να προσφέρω στην Αίγινα πρώτα,
γιατ' από 'να πατέρα γεννήθηκαν δίδυμες
του Ασωπού θυγατέρες νεώτερες
κι απ' το Δία πατέρα το ίδιο αγαπήθηκαν,
που τη μιά στης καλλίροης τις όχτες της Δίρκης
την κατάστησε δέσποινα πάλης φιλάρματης
και σένα, ω Αίγινα, φέρνοντας
στο νησί της Οινόπιας μαζί σου κοιμόνταν
και κεί του θεού του βαρύβροντου γέννησες
τον θεϊκόν Αιακό, που κανένας
σαν κι αυτόν δε γεννήθηκε κι άλλος στη γη,
που ως κι αυτών των θεών εξεδιάλυνε δίκες.
Κι έτσι ισόθεοι γιοί του και παιδιών του παιδιά
ξεχωρίζαν απ' όλους, μ΄αντρεία πολεμόχαρη
να κυβερνούνε χαλκόβροντες
πολυστέναχτες μάχες
και μαζί 'χανε γνώση και φρόνηση νού.
Όλ' αυτά των μακάρων θυμόνταν η Σύναξη,
όταν ο Δίας κι ο λαμπρός Ποσειδώνας
για το γάμο της Θέτιδας μάλωσαν,
που κι οι δυό των την ήθελαν,
δαμασμένοι απ' τον έρωτα,
να την έχουν ωραία των γυναίκα.
Μα δεν τους αφήσανε οι αθάντες
βουλές των θεών να τελειώσουν το γάμο,
όταν ακούσαν τα θέσφατα
που τους είπε η βαθύβουλη Θέμη στημέση:
Πώς ήταν γραμμένο
άρχοντα γιό να γεννήσει του πόντου η Θεά
κι απ' τον πατέρεα του ακόμα καλύτρο,
που θα τινάζει το χέρι του βέλος τρανύτερο
κι απο τον κεραυνό
κι απο την τεράστια την τρίαινα,
αν κοιμηθεί με το Δία
ή με κανένα του Δία αδερφό.
"Μά παύσατε αυτά και κρεβάτι ας της λάχει θνητού
και το γιό της να δει σκοτωμένο σε μάχη,
γιό, που δεύτερος Άρης θε νά'ναι στα χέρια
κι αστραπή στα γοργά του τα πόδια.
Είναι η γνώμη μου εμένα, στον Πηλέα την τιμή
του θεοχάριστου αυτού γάμου να κάμουμε,
στον Πηλέα του Αιακού, που η χώρα, όπως λέγουν,
της Ιωλικώς ευσεβέστατο θρέφει.
Κι ας παν τα μηνύματ' αμέσως
στου Χείρωνα τ' άφθαρτο το άντρο,
μηδ' ας βάλει ξανά του Νηρέα η θυγατέρα
της αμάχης τους ψήφους στα χέρια μας
μα όταν θα φτάσει η ολοφέγγαρη νύχτα,
στον ήρωα ας λύσει
της παρθενιάς το χρυσό χαλινάρι".
Αυτά είπε η θεά στους Κρονίδες
και κείνοι τα δέχτηκαν μ' ένα
απ' τ' αθάνατα βλέφαρα νεύμα
κι ουδέ χαμένος των λόγω της πήγε ο καρπός,
γιατί σύμφωνοι, λέγουν οι δυό βασιλιάδες
της Θέτιδας το γάμο φρόντισαν μαζί.
Κι έτσι απ' το στόμα σοφών ποιητών
κι οι άμαθοι μάθαν του νιού του Αχιλλέα την αντρεία,
που έρανε με το Τηλέφου το μαύρο το αίμα
τ' αμπέλια του Μύσιου του κάμπου,
και στους Ατρείδες γεφύρωσε
του γυρισμού των τους δρόμους
και την Ελένη λευτέρωσε, κόβοντας
με το σπαθί του της Τροίας τα νεύρα,
που τόνε μπόδιζαν κάθε φορά που στον κάμπο
πολύνεκρη αρμάτωνε μάχη,
τέτοιοι, σαν τον αντρείο το Μέμνονα
και τον αγέρωχον Έχτορα
κι άλλοι πολλοί πολεμάρχοι
που όλους αυτούς προβοδώντας
στα δώματα της Περσεφόνης
των Αιακιδών το καμάρι ο Αχιλλέας
την Αίγινα λάμπρυνε και της γενιάς του τη ρίζα.
Έτσι κι ούτε σαν πέθανε του'λείψαν οι ύμνοι
μα οι Ελικώνιες παρθένες
στην πυρά του σταθήκανε γύρω
και με πολύφημους θρήνους τον έραναν
γιατ' οι αθάνατοι θέλησαν
και νεκρό τον υπέροχον ήρωα
με θεών να τιμήσουνε ύμνους.

Γι' αυτό έρχεται ο λόγος και τώρα
κι ορμή των Μουσών το άρμα παίρνει, να ψάλομε
του Νικοκλή του πυγμάχου τη μνήμη.
Φέρετέ του τιμή που στου Ισθμού την κοιλάδα
των δωρικών αξιώθηκε τ' άθλα σελίνων
γιατί και κείνος τους περίοικους νίκησε
μια φορά, με τα χέρια ταράζοντας τ' άφευχτα.
Μά δεν τον ντροπιάζει
και τ' άξιου η γενιά πατραδέρφου του
κι ας πλέξουν λοιπόν για τον Κλέαντρο
οι συνομήλικοι οι φίλοι του
στεφάνι μυρτιάς ζηλευτό για τη νίκη του
γιατί και πριν του Αλκαθόου ο αγώνας
και στην Επίδαυρο η φίλαθλη νιότη
με θρίαμβό του τον δέχτηκε
κι έτσι έχουν να υμνούν τ' όνομά του οι καλοί,
που δεν έθαψε μες σε μια τρύπα τα νιάτα του
στου καλού τον αγώνα αδοκίμαστος.
Μετάφραση: Ιωάννης Γρυπάρης