Ιλιάδα (Πολυλάς)/λ

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ιλιάδα
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος Πολυλάς
Ραψωδία λ


Τοῦ γέρου ἀφήνει Τιθωνοῦ τὸ πλάγ’ ἡ χρυσωμένη
᾽Ηὼς νὰ φέρη τῶν θεῶν τὸ φῶς καὶ τῶν ἀνθρώπων·
κι ἔστελνε ὁ Ζεὺς τὴν ῎Εριδα στῶν Ἀχαιῶν τὰ πλοῖα
κι εἶχε στὸ χέρι τὸ φρικτὸ σημάδι τοῦ πολέμου.
Ἐστήθη στὸ θεόρατο καράβι τοῦ Ὀδυσσέως,
ποὺ ἦταν στὴν μέσην, καὶ ἡ φωνὴ καὶ στὰ δυὸ μέρ’ ἠχοῦσε,
καὶ εἰς τὲς σκηνὲς τοῦ Αἴαντος τοῦ Τελαμωνιάδη
καὶ στοῦ Ἀχιλλέως, ποὺ ἀκρινὰ τὰ πλοῖα τους ἐστῆσαν,
θαρρώντας εἰςτὴν ρώμην τους καὶ εἰς τὴν ἀνδραγαθίαν.
᾽Εκεῖθεν ἔσυρε ἡ θεὰ δεινὴν φωνὴν μεγάλην,    10
κι ἐφύσησε στῶν Ἀχαιῶν τὰ στήθη τὴν ἀνδρείαν,
νὰ πολεμοῦν, νὰ μάχωνται καὶ παῦσιν νὰ μὴ θέλουν.
Καὶ ἀγάπησαν τὸν πόλεμον σφοδρότερα ἢ νὰ γύρουν
μὲ τὰ βαθιὰ καράβια τους στὴν ποθητὴν πατρίδα.
Κι ἐβόησε τῶν Ἀχαιῶν ν’ ἀρματωθοῦν ὁ Ἀτρείδης·
καὶ μὲ χαλκὸν ἀστραφτερὸν ὁ ἴδιος ὁπλιζόνταν.
Τὰ σκέλη πρῶτα μὲ λαμπρὲς κνημίδες ἔζωσ’ ὅλα
ὅποὺ ἐθηλυκώνονταν μὲ ὁλάργυρ;ς περόνες.
Τὸ στῆθος σκέπασ’ ἔπειτα μὲ θώρακα ὁποὺ δῶρον
φιλοξενίας ἄλλοτε τοῦ ἔδωκε ὁ Κινύρας,    20
ὅτι τὸ μέγα ἄκουσμα στὴν Κύπρον εἶχε φθάσει
ποὺ ἀρμένιζαν οἱ Ἀχαιοὶ ν’ ἀνέβουν εἰς τὴν Τροίαν·
ὅθεν ἐφιλοδώρησεν αὐτὸς τὸν βασιλέα
καὶ δώδεκα εἶχε ὁ θώρακας κλωστὲς ἀπὸ χρυσάφι,
δέκ’ ἀπὸ μαῦρον χάλυβα κι εἴκοσι κασσιτέρου·
καὶ δράκοντες χαλυβικοὶ τρεῖς ἀπὸ κάθε μέρος
ὡς τὸν λαιμὸν ἁπλώνονταν, ὡς ῎Ιριδες, ποὺ ὁ Δίας
σταίνει στὰ νέφη φοβερὸ σημάδι στοὺς ἀνθρώπους.
Καὶ ἀπὸ τοὺς ὤμους κρέμασε τὸ ξίφος, ποὺ ἡ λαβή του
ἄστραπτε χρυσοκόμπωτη κι εἶχε ἀργυρὴν τὴν θήκην,    30
μὲ κρεμαστάρια ὁλόχρυσα καλὰ συναρμοσμένην,
Κι εὔμορφην, πολυδαίδαλην, σκέπην ἀνδρῶν, ἀσπίδα
ἐπῆρε, καὶ τὴν ἔζωναν χάλκινοι κύκλοι δέκα·
κι εἴκοσιν ἦσαν ὀμφαλοὶ λαμπροὶ τοῦ κασσιτέρου
λευκοὶ κι ἕνας χαλύβδινος ἐμαύριζε στὴν μέσην.
Στὸν γύρον ἦταν ἡ Γοργὼ μὲ τ’ ἄγριο κοίταγμά της
τρομακτικὸν καὶ ὁλόγυρα μὲ τὴν Φυγὴν ὁ Φόβος.
Τὸν τελαμώνα εἶχε ἀργυρόν· καὶ δράκοντας ἐπάνω
ἐστρέφετο ἀπὸ χάλυβα, καὶ τρεῖς ἀπὸ τὸν μόνον
λαιμὸν φυτρώνουν κεφαλὲς ἀντίστροφα γυρμένες.    40
Μὲ κράνος τετραφάληρον τὴν κεφαλήν του σκέπει
καὶ μὲ τὴν χήτην σείετο φρικτὸς ἐπάν’ ὁ λόφος.
Ἐπῆρε δύο κοφτερὰ κοντάρια χαλκοφόρα
κι ἡ λάμψις ἀπ’ τὲς ἄκρες των κτυποῦσε στὸν αἰθέρα.
Τότ’ ἐβροντῆσαν ἡ Ἀθηνᾶ κι ἡ Ἥρα νὰ τιμήσουν
τῶν πολυχρύσων Μυκηνῶν τὸν μέγαν βασιλέα.
Τότε τοὺς κυβερνήτας των παράγγειλαν νὰ στήσουν
μὲ καλὴν τάξιν ἔμπροσθεν τοῦ χάντακος τ’ ἁμάξια,
καὶ ἀρματωμένοι αὐτοὶ πεζοὶ μὲ ὁρμὴν ἐπροχωροῦσαν
καὶ ἀλαλαγμὸς ἀπέραντος τὸ χάραμ’ ἀκουὸνταν.    50
Καὶ πρῶτοι ἐπαρατάχθηκαν καὶ ἀπὸ σιμὰ κατόπιν
ἀκολουθοῦσαν οἱ ἱππεῖς˙ καὶ τάραχον ὁ Δίας
ὀλέθριον ἐσήκωσε κι αἱματωμένην δρόσον
ἀπ’ τὸν αἰθέρα ἐστάλαζεν, ὅτ’ εἶχε ἀποφασίσει
πολλὲς γενναῖες κεφαλὲς νὰ στείλη μὲς στὸν Ἅδη.
Ἀλλὰ τοὺς Τρῶας ἔστησε στὸν ὄχθον τοῦ πεδίου
ὁ μέγας ῞Εκτωρ καὶ μ’ αὐτὸν ὁ θεῖος ΙΙολυδάμας,
ὁ Αἰνείας ὁποὺ ἐδόξαζαν ὡσὰν θεὸν οἱ Τρῶες,
ὁ Ἀγήνωρ μὲ τὸν Πόλυβον, οἱ τρεῖς Ἀντηνορίδες,
ὁ Ἀκάμας νέος πόμοιαζεν εἰς τοὺς ἐπουρανίους.    60
Καὶ ὁ ῞Εκτωρ μ’ ὁλοστρόγγυλην ἀσπίδα ἐπρομαχοὗσε.
Καὶ ὡς ἀπ’ τὰ νέφη ὁλόφωτο τ’ ὀλέθριο ἀστέρι λάμπει
κι ἔπειτα πάλιν χάνεται στὰ σκιοφόρα νέφη,
καὶ ὁ ῞Εκτωρ πότ’ ἐφαίνετο στοὺς πρώτους νὰ προστάζη,
καὶ πότε εἰς τοὺς ὑστερινους, καὶ στ’ ἄρματά του ὅλος
ἔλαμπεν ὡς ἡ ἀστραπὴ τοῦ αἰγιδοφόρου Δία.
Καὶ ὅπως ἀντίκρυ θερισταί, σ’ ἀγρὸν ἀνδρὸς πλουσίου
μέσα στὴν ἴσιαν αὐλακιὰ θερίζουν προχωρώντας
κριθάρ’ ἣ σίτον καὶ οἱ χεριὲς πυκνὲς ὀπίσω πέφτουν,
ἔτσι ἀντιμέτωποι μὲ ὁρμὴν οἱ Δαναοὶ καὶ οἱ Τρῶες    70
φονεῦαν καὶ τὴν ἄνανδρην φυγὴν στὸν νοῦν δὲν εἶχαν.
Ἡ μάχ’ ἦτο ἰσοκέφαλη· καὶ αὐτοὺς ποὺ ὡς λύκοι ἀφρίζαν
ἡ ῎Ερις ἡ πολύθρηνος ἐχαίρετο νὰ βλέπη·
ὅτι αὐτὴ μόνη τῶν θεῶν παράστεκε στὴν μάχην
ἄλλος δὲν παρευρίσκετο θεὸς ἀλλὰ καθίζαν
στὰ μέγαρά τους ἥσυχοι, κεῖ ποὺ καθένας εἶχε
λαμπρὴν τὴν κατοικίαν του στὲς φάραγγες τοῦ Ὀλύμπου.
Καὶ ὅλοι τὸν μαυρονέφελον Κρονίδη ἐκατακρέναν,
ὅτι νὰ δώση ἐβούλετο τὴν δόξαν εἰς τοὺς Τρῶας.
Ἀλλὰ δὲν τοὺς ἐλόγιαζεν ὁ ὕψιστος πατέρας    80
κι ἐκάθιζε ὑπερήφανος ἀνάμερ’ ἀπ’ τοὺς ἄλλους,
τοὺς Τρῶας καὶ τοὺς Ἀχαιούς, τὴν πόλιν καὶ τὰ πλοῖα
καὶ τοῦ χαλκοῦ τὲς ἀστραψιὲς θωρώντας καὶ τοὺς φόνους.
Καὶ ὅσο ἦτο αὐγὴ καὶ τ’ ἅγιο φῶς αὔξαινε τῆς ἡμέρας,
ἔπεφταν καὶ τῶν δυὸ στρατῶν ἄνδρες πολλοὶ στὴν μάχην˙
ἀλλ’ ὅταν ἑτοιμάζεται νὰ φάγη ὁ ξυλοκόπος
στὰ ὄρη ἀφοῦ δείλιασαν τὰ χέρια του νὰ σχίζουν
δένδρα μεγάλα κι ἔφθασεν εἰς τὴν ψυχήν του ὁ κόρος,
κι ἡ ὄρεξις τῆς ποθητῆς τροφῆς τὸν κυριεύει,
τότ’ οἱ ἀνδρειωμένοι Δαναοὶ τὲς φάλαγγες ἐσπάσαν    90
ἀντιπαρακινούμενοι. Πρῶτος τὸν πολεμάρχον
ἐφόνευσε Βιάνορα ὁ Ἀτρείδης καὶ κατόπιν
τὸν ᾽Οϊλέα σύντροφον ἐκείνου κυβερνήτην,
ποὺ ἐπήδησ’ ἀπ’ τὴν ἅμαξαν κι ἴσια του ἐπάνω ὁρμοῦσε,
στὸ μέτωπο τὸν κτύπησε μὲ ἀκονητὸ κοντάρι·
τὴν λόγχην δὲν σταμάτησε τ’ ὁλόχαλκο στεφάνι
ὥστ’ ἦβρε αὐτὴ τὸ κόκαλο, κι ἐγέμισ’ ὅλος αἷμα
ὁ ἐγκέφαλος· κι ἔπεσε αὐτός, μ’ ὅσην ὁρμὴν καὶ ἂν εἶχε.
Αὐτοῦ τὰ λαμπρὰ στήθη των τοὺς ἄφησε νὰ δείχνουν
ἀφοῦ τοὺς ἀπογύμνωσε· κι εὐθὺς ἐχύθη ἐπάνω    100
στὸν ῎Ισον καὶ τὸν Ἄντιφον, δυὸ τέκνα τοῦ Πριάμου,
νόθον καὶ νόμιμον ὁμοῦ, τὰ δύο σ’ ἕν’ ἁμάξι.
Ὁ Ἄντιφος ἐμάχονταν καὶ ὁ νόθος κυβερνοῦσε·
αὐτοὺς ἐπῆρεν ἄλλοτε μὲ λυγαριὲς δεμένους
ἐνῶ τ’ ἀρνιά τους ἔβοσκαν εἰς τὲς πλαγιὲς τῆς ῎Ιδης
ὁ Ἀχιλλεὺς κι ἐξαγορὰν ἐδέχθη νὰ τοὺς λύση.
Καὶ αὐτῶν τὸν ἕνα κτύπησεν ὁ μέγας Ἀγαμέμνων
μὲ λόγχην ἄνω τοῦ μαστοῦ, τὸν Ἄντιφον μὲ ξίφος,
σιμὰ στ’ αὐτὶ κι ἔπεσε αὐτὸς νεκρὸς ἀπὸ τ’ ἁμάξι.
Καὶ θυμωμένος τ’ ἄρματα τὰ ὑπέρλαμπρα τοὺς πῆρε    110
ὅτι καλὰ τοὺς γνώριζεν ἀπ’ ὅταν εἰς τὰ πλοῖα
ὁ ἀνεμοπόδης Ἀχιλλεὺς τοὺς ἔφερε ἀπ’ τὴν ῎Ιδην.
Καὶ ὅπως λεοντάρι ἄν ἔπεσε στὴν κοίτην ἐλαφίνας,
μὲ τ’ ἀνδρειωμένα δόντια του συντρίβει τὰ μικρά της
εὔκολα καὶ τὲς ἁπαλὲς ζωοῦλες ἀφανίζει·
καὶ αὐτὴ καὶ ἂν τύχη αὐτοῦ σιμὰ νὰ εἶναι, τόσος τρόμος
τὴν πιάνει ὁποὺ δὲν δύναται σ’ αὐτὰ βοηθὸς νὰ γίνη·
πετιέται, ἱδρώνει τρέχοντας στὰ λογγωμένα δάση
κυνηγημένη ἀπ’ τὴν ὁρμὴν τοῦ δυνατοῦ θηρίου·
ὅμοια μ’ ἐκείνην τὴν ζωὴν δὲν δύνανται νὰ σώσουν    120
οἱ Τρῶες, ἀπ’ τοὺς Ἀχαιοὺς καὶ αὐτοὶ κυνηγημένοι.
Τὸν Πείσανδρον καὶ ῾Ιππόλοχον, ἀγόρια τοῦ Ἀντιμάχου
τοῦ ἀνδρὸς ποὺ ἀπ’ τὸν Ἀλέξανδρον περίσσια ἐπῆρε δῶρα
χρυσάφι καὶ δὲν ἄφηνε, πρῶτος αὐτός, νὰ δώσουν
εἰς τὸν ξανθὸν Μενέλαον ὀπίσω τὴν ῾Ελένην,
ἐπρόφθασεν ὁ κραταιὸς Ἀτρείδης καὶ τοὺς δύο
εἰς ἕν’ ἁμάξι, ποὺ ἡθελαν τοὺς ἵππους νὰ κρατήσουν·
ὅτι ἀπ’ τὰ χέρια οἱ χαλινοὶ τοὺς φύγαν καὶ ἄνω κάτω
ἦσαν οἱ ἵπποι· τότε αὐτόν, ποὺ ὡσὰν λεοντάρι ἐχύθη,
ἐκεῖνοι ἀπὸ τὴν ἅμαξαν ἱκέτευαν: «Ἀτρείδη,    130
πάρε μας » εἶπαν «ζωντανοὺς καὶ ἀντάξια λάβε δῶρα·
περισσοὺς ἔχει θησαυροὺς ὁ Ἀντίμαχος στὸ σπίτι,
ἔχει χρυσάφι, ἔχει χαλκὸν καὶ σίδερο ἐργασμένο
καὶ ἀπ’ ὅλα λύτρα περισσὰ θέλει σοῦ δώσει, ἂν μάθη
ποὺ ζωντανοὶ κρατούμεθα στῶν Ἀχαιῶν τὰ πλοῖα».
Κλαίοντας γλυκομίλησαν αὐτοὶ στὸν βασιλέα,
ἀλλὰ πικρὴν ἀντάκουσαν αὐτοῦ τὴν ὁμιλίαν.
«Ἂν τοῦ Ἀντιμάχου γέννημα σεῖς εἶσθε τοῦ ἀνδρειωμένου
ποὺ ἄλλοτ’ ἐσυμβούλευε στὴν σύνοδον τῶν Τρώων
νὰ σφάξουν τὸν Μενέλαον, ποὺ μὲ τὸν Ὀδυσσέα    140
ἀπεσταλμένος πῆγε αὐτοῦ, σεῖς τώρα τοῦ πατρός σας
ὅλο θὰ μοῦ πληρώσετε τ’ ὀνειδισμένο κρίμα».
Καὶ μὲ τὴν λόγχην πλήγωσε τὸν Πείσανδρον στὸ στῆθος
κι ἔπεσε ἀπὸ τὴν ἅμαξαν τ’ ἀνάσκελα στὸ χῶμα˙
τὸν ἄλλον, ποὺ ἐπετάχθηκε νὰ φύγη, ρίχνει χάμου,
τὰ χέρια καὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ κόφτει μὲ τὸ ξίφος
καὶ τὸν ἀμπώθει ὡς κύλινδρον στὸ πλῆθος νὰ κυλάη.
Κι εὐθύς, ἐκεῖ ποὺ φάλαγγες πυκνότερες κτυπιόνταν,
ὅρμησε μέσα καὶ μ’ αὐτὸν ἄλλοι Ἀχαιοὶ γενναῖοι.
Πεζοὶ φονεῦαν τοὺς πεζοὺς ποὺ βιασμένοι ἐφεῦγαν,    150
ἱππεῖς φονεῦαν τοὺς ἱππεῖς, κι ἐπλήθυνεν ἡ σκόνη
ποὺ ὁ βροντερὸς ἐσήκωνε ποδόκτυπος τῶν ἵππων.
Κατόπι τους ὁ βασιλεὺς ὁ μέγας ἀπ’ τὸν φόνον
δὲν παύει καὶ τοὺς Ἀχαιοὺς στὴν μάχην ἐμψυχώνει.
Καὶ ὡς ὅταν φλόγα φθαρτικὴ ξεσπάσ’ εἰς μέγα δάσος,
γύρω τὴν στρέφ’ ὁ ἄνεμος καὶ πανταχοῦ τὴν φέρνει
καὶ ἀπ’ τὴν ὁρμήν της σύρριζα πέφτουν τὰ δένδρα κάτω,
τόσες ἐπέφταν κεφαλὲς εἰς τὴν φυγὴν τῶν Τρώων
ἀπὸ τοῦ Ἀτρείδη τὴν ὁρμὴν, κι ἵπποι πολλοὶ κροτοῦσαν
ἄδεια τ’ ἁμάξια σέρνοντας στοὺς δρόμους τοῦ πολέμου.    160
Καὶ οἱ ποθητοί τους ὁδηγοὶ ἐκείτοντο στὸ χῶμα
τὰ ὄρνεα νὰ τοὺς χαροῦν καὶ ὄχ’ οἱ ὁμόκλινές των.
Κι ἔσυρ’ ὁ Ζεὺς τὸν ῞Εκτορα μακρὰν ἀπὸ τὰ βέλη,
τὴν ταραχήν, τὰ αἵματα καὶ τὴν ἀνδροφονίαν·
καὶ οἱ Τρῶες στὴν ἀγριοσυκιά, στὸν τάφον τοῦ ἀρχαίου
Ἴλου ἔτρεχαν ἄτακτοι, στὴν μέσην τῆς πεδιάδος,
πρόθυμοι πρὸς τὴν πόλιν τους· καὶ μὲ κραυγὲς ὁ Ἀτρείδης
πάντοτε μὲ τοὺς Δαναοὺς σφοδρὰ τοὺς κυνηγοῦσε
κι εἶχε τὰ χέρι’ ἀνίκητα, σ’ αἷμα πηκτὸ βαμμένα.
Καὶ ἀντίκρυ τῶν Σκαιῶν Πυλῶν φθασμένοι καὶ στὸν φράξον    170
ἐστάθηκαν καὶ ἀνέμεναν οἱ ὑστερινοὶ νὰ φθάσουν.
Κι ἐκεῖνοι ἐφεῦγαν σκορπιστοὶ στὸν κάμπον ὡς δαμάλες,
ὁποὺ λεοντάρι ἐσκόρπισεν ἐρχόμενες τὸ δείλι
καὶ ἀπ’ ὅλες μία φανερὰ τὸν ὅλεθρον γνωρίζει·
μὲ τὰ ἀνδρειωμένα δόντια του συντρίβει τὸν λαιμόν της,
καὶ ὅλα τὰ ἐντόσθια της ρουφᾶ καὶ πίνει της τὸ αἷμα.
Ὅμοια καὶ αὐτοὺς κατάποδα πατοῦσεν ὁ Ἀγαμέμνων
καὶ πάντοτε τὸν ὕστερον ἐφόνευε ὡς ἐφεῦγαν.
Κι ἐπίστομα καὶ ἀνάσκελα ἐπέσαν ἀπ’ τὰ ἁμάξια
πάμπολλοι ἀπὸ τὴν λόγχην του, καθὼς λυσσομανοῦσε.    180
Ἀλλ’ ὅταν ἐπλησίαζαν στὴν πόλιν καὶ στὸν πύργον,
τότε ὁ πατέρας τῶν θεῶν καὶ τῶν θνητῶν ἀνθρώπων
κατέβη ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ κεραυνὸν κρατώντας
στὰ πλάγια τὰ πολύβρυσα τῆς ῎Ιδης νὰ καθίση.
Καὶ πρὸς τὴν ῎Ιριν ἔλεγε, χρυσόπτερην μηνύτραν:
«Πτερόποδ’ ῎Ιρι, πήγαινε στὸν ῞Εκτορα καὶ εἰπέ του,
ὅσο τὸν Ἀγαμέμνονα θωρεῖ, τὸν πολεμάρχον
μὲς στοὺς· προμάχους λυσσερὰ τοὺς ἄνδρες νὰ θερίζη,
ἂς πάγη αὐτὸς ἀνάμερα, καὶ τὸν στρατόν του ἂς σπρώχνη
πρὸς τοὺς ἐχθρούς, τὸν φοβερὸν ἀγώνα νὰ κρατήση.    190
Καὶ ὅταν ἢ βέλος ἢ λογχιὰ τὸν βιάση νὰ πηδήση
στ, ἁμάξι, τότε δύναμιν τοῦ ῞Εκτορος θὰ δώσω
νὰ σφάζη καὶ τοὺς Ἀχαιοὺς νὰ διώχνη πρὸς τὰ πλοῖα,
ὥσπου νὰ πέσ’ ὁ ἥλιος καὶ τ’ ἅγιο σκότος φθάση».
Τὸν Δία δὲν παράκουσεν ἡ ἀνεμόποδ’ ῎Ιρις˙
καὶ στὴν ἁγίαν Ἴλιον κατέβη ἀπὸ τὴν ῎Ιδην
κι ἦβρε τὸν θεῖον ῞Εκτορα, τὸ τέκνον τοῦ Πριάμου
νὰ στέκη μὲ τοὺς ἵππους του καὶ τὰ λαμπρά του ἁμάξια.
Κι ἡ ῎Ιρις ἡ πτερόποδη σιμά του ἐστάθη κι εἶπε:
«῏Ω ῞Εκτορ, ποὺ συγκρίνεσαι στὴν γνῶσιν μὲ τὸν Δία,    200
ὁ Ζεὺς πατέρας μ’ ἔστειλε τὰ ἑξῆς νὰ σοῦ ὁμιλήσω:
ὅσο τὸν Ἀγαμέμνονα θωρεῖς τὸν πολεμάρχον
μὲς στοὺς προμάχους λυσσερὰ τοὺς ἄνδρες νὰ θερίζη,
τὴν μάχην ἀναμέριζε καὶ σπρῶχνε τὸν στρατόν σου
πρὸς τοὺς ἐχθροὺς τὸν φοβερὸν ἀγώνα νὰ κρατήσης·
καὶ ὅταν ἢ βέλος ἢ λογχιὰ τὸν βιάση νὰ πηδήση
στ’ ἁμάξι, τότε δύναμιν σ’ ἐσὲ θὰ δώση ὁ Δίας,
νὰ σφάζης καὶ τοὺς Ἀχαιοὺς νὰ διώχνης ὡς τὰ πλοῖα,
ὥσπου νὰ πέσ’ ὁ ἥλιος καὶ τ’ ἅγιο σκότος φθάση».
Αὐτὰ τοῦ εἶπε κι ἔφυγεν ἡ ἀνεμόποδ’ ῎Ιρις.    210
Καὶ ὁ ῞Εκτωρ μ’ ὅλα τ’ ἄρματα ἐπήδησε ἀπ’ τ’ ἁμάξι,
δυὸ λόγχες σείει καὶ παντοῦ στὸ στράτευμα γυρίζει,
στὴν μάχην σπρώχνει καὶ δεινὴν πολέμου ἀνάφτει φλόγα.
Τινάχθηκαν καὶ ἀντίκρισαν τοὺς Ἀχαιοὺς ἐκεῖνοι.
Καὶ ἀπ’ τ’ ἄλλο μέρος ἔσφιξαν τὲς φάλαγγες οἱ Ἀργεῖοι
τὴν μάχην πάλι ἐσύστησαν οἱ ἀντίθετοι· καὶ πρῶτος
ὅρμησ’ ὁ ᾽Ατρείδης πρόθυμος παντοῦ νὰ προμαχήση.
Μοῦσες τοῦ Ὀλύμπου ἐγκάτοικοι, σεῖς τώρα λέγετέ μου,
ποιός πρῶτος τότ’ ἐστήθηκεν ἐμπρὸς εἰς τὸν Ἀτρείδην
τῶν Τρώων ἢ τῶν ξακουστῶν στὴν μάχην βοηθῶν των.    220
Ὁ Ἀντηνορίδης καλοειδὴς καὶ μέγας ᾽Ιφιδάμας·
αὐτὸν στὴν Θράκην κάρπιμην μητέρα τῶν προβάτων
μικρὸν ἀκόμη ἀνάθρεψεν ὁ πάππος του Κισσέας
ποὺ τῆς εὐμορφοπρόσωπης Θεανοῦς ἦταν πατέρας·
καὶ ὅτ’ ἔφθασε τῆς ζηλευτῆς νεότητος στὸ ἄνθος,
τοῦ ἔδωκε τὴν κόρην του σιμά του νὰ τὸν ἔχη,
καὶ ἀπ’ τὸν νυμφώνα, ὡς ἄκουσε τῶν Ἀχαιῶν τὴν φήμην,
ξεκίνησε μὲ δώδεκα κυρτόπρωρα καράβια.
Κι ἔπειτα ὀπίσω τ’ ἄφησε στὴν πόλιν τῆς Περκώτης
κι ἦλθε πεζὸς στὴν ῎Ιλιον καὶ αὐτὸς νὰ πολεμήση·    230
κι ἐκεῖνος τότ’ ἐστήθηκεν ἐμπρὸς εἰς τὸν Ἀτρείδην.
Καὶ ὁπόταν ἐπροχώρησαν κι ἐβρέθηκαν ἀντίκρυ,
τοῦ Ἀτρείδ’ ἡ λόγχη ἔγυρε ἀλλοῦ κι ἐκεῖνον δὲν ἐπῆρε·
καὶ κάτω ἀπὸ τὸν θώρακα, στὴν ζώνην, ὁ ᾽Ιφιδάμας
τὸν κτύπησε κι ἐστήριξε μὲ τὸ βαρύ του χέρι
τὴν λόγχην, πλὴν δὲν ἔσχισε τὸν εὔμορφον ζωστήρα,
κι ἡ ἄκρη της στὸν ἄργυρον κυρτώθη ὡσὰν μολύβι.
Τὴν ἔπιασεν ὁρμητικός, ὡς λέοντας, ὁ Ἀτρείδης
καὶ τραβηκτὰ τὴν ἔσυρεν ἀπὸ τὸ χέρι ἐκείνου,
καὶ μὲ τὸ ξίφος ἔπειτα τὴν κεφαλὴν τοῦ ἐπῆρε.    240
Ὁ θλιβερὸς τὸν χάλκινον ὕπνον ἀποκοιμήθη
στοὺς συμπολίτες του βοηθὸς μακρὰν τῆς νυμφευτῆς του,
πρὶν διὰ τὰ μύρια δῶρα του τοῦ ἀνταποδώση χάριν.
Βόδια τῆς ἔδωκ’ ἑκατὸν κι ἔταξε χίλι’ ἀκόμη
γίδια καὶ ἀρνιά, ποὺ ἀμετρητα τοῦ ἐβόσκαν οἱ ποιμένες.
Αὐτὸν τότε ἀπογύμνωσεν ὁ Ἀτρείδης καὶ τὰ ὡραῖα
ἄρματα ἐπῆρε ἀνάμεσα στῶν Ἀχαιῶν τὸ πλῆθος.
Τὸν ἀδελφόν του ὅπ’ ἔπεσεν ἅμ’ εἶδ’ ὁ Ἀντηνορίδης
ὁ Κόων, ὁ πρωτότοκος, ἐξαίσιος πολεμάρχος,
λύπης μαυρίλα ἐσκέπασε τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν του.    250
Τοῦ θείου Ἀγαμεμνονος κρυφὰ στὸ πλάγι ἐστήθη,
καὶ κάτω ἀπὸ τὸν ἄγκωνα τὸν κτύπησε κι ἡ λόγχη
τὸν ἄνοιξε ἡ στιλβωτη κι ἡ ἄκρη ἐβγῆκε ἀντίκρυ.
Ρίγος αἰσθάνθη στὴν καρδιὰν ὁ μέγας βασιλέας·
ὅμως δι’ αὐτὸ δὲν ἔπαυσε ποσῶς ἀπὸ τὴν μάχην·
τοῦ ἐχύθη μ’ ἀνεμόθρεπτο κοντάρι στὴν παλάμην
καὶ ἀπὸ τὸν πόδα ὡς ἓσερνε τὸν ἀδελφόν του ὁ Κόων
μέσα στὸ πλῆθος κι ἔκραζε τοὺς πρώτους πολεμάρχους,
κάτω ἀπὸ τὴν ἀσπίδα του τὸν λάβωσεν ὁ Ἀτρείδης
μὲ τὸ κοντάρι κι ἔλυσε τὰ μέλη του κι ἐπάνω    260
στὸ σῶμα τοῦ ᾽Ιφιδάμαντος τὴν κεφαλὴν τοῦ ἐπῆρε.
Καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ Ἀντήνορος, ὡς ἤθελεν ἡ μοίρα,
μέσα στὸν Ἅδη ἀπέστειλεν ὁ Ἀτρείδης βασιλέας.
Καὶ ἀκόμα ἐπεριφέρετο στὲς τάξες τῶν ἀνδρείων
μὲ τὸ κοντάρι, μὲ τρανὰ λιθάρια καὶ μὲ ξίφος,
ὡσότου ἀπὸ τὸ λάβωμα ζεστὸν ἀνάβρυζ’ αἷμα.
Ἀλλ’ ὅτε ἐστέγνωσε ἡ πληγὴ κι ἐστάθηκε τὸ αἷμα,
πόνοι τότ’ ἔσφαζαν πικροὶ τοῦ Ἀτρείδη τὴν ἀνδρείαν,
καὶ ὡς εἰς γυναίκα ὅταν γεννᾶ δριμὺ τοξεύουν βέλος
οἱ ὀδυνηρὲς Εἰλείθυιες τῆς ῞Ηρας θυγατέρες,    270
ὅπου τῆς γέννας τοὺς πικροὺς πόνους μαζί τους φέρουν,
παρόμοιοι πόνοι ἐθέριζαν τοῦ Ἀτρείδη τὴν ἀνδρείαν.
Πηδώντας εἰς τὴν ἅμαξαν στὸν κυβερνήτην εἶπε
νὰ στρέψη πρὸς τὰ πλοῖα τους, ὅτ’ ἡ καρδιά του ἐπιάσθη.
Κι ἐφώναξε τῶν Δαναῶν: «῏Ω φίλοι πολεμάρχοι,
ὧ τῶν Ἀργείων ἀρχηγοί, σεῖς τώρ’ ἀκολουθεῖτε
διὰ τὰ γοργὰ καράβια μας τὸν ἱερὸν ἀγώνα,
διότι ἐμὲ δὲν ἄφησε ὁ πάνσοφος Κρονίδης
νὰ πολεμήσ’ ὁλήμερα τοὺς ἀποτόλμους Τρῶας».
Εἶπε καὶ αὐτὸς ἐράβδισε τοὺς ἵππους πρὸς τὰ πλοῖα,    280
καὶ αὐτοὶ πετάξαν πρόθυμοι· τὰ στήθη τους ἀφρίζαν
καὶ ὁ κονιορτὸς τοὺς ἔραινεν ἐνῶ τὸν βασιλέα
μακρὰν τῆς μάχης ἔφερναν σκληρὰ βασανισμένον.
Καὶ ὁ Ἕκτωρ ἅμα ἐνόησε ποὺ ἀποχωροῦσ’ ὁ Ἀτρείδης,
τῶν Τρώων μεγαλόφωνα καὶ τῶν Λυκίων εἶπε:
«Τρῶες, Λύκιοι, Δάρδᾳνοι καὶ σεῖς κονταρομάχοι,
ἄνδρες φανῆτε, μ’ ὅλην σας τὴν δύναμιν, ὦ φίλοι.
Τοὺς ἄφησ’ ὁ καλύτερος κι ἐμένα θὰ δοξάση
ὁ Ζεύς· ἀλλὰ κινήσετε τοὺς ἵππους σας ἐπάνω
τῶν ἀνδρειωμένων Δαναῶν πολὺ νὰ δοξασθῆτε».    290
Εἶπε καὶ εἰς ὅλους ἄναψε τὸ θάρρος τῆς ἀνδρείας
καὶ ὡς κυνηγὸς λευκόδοντα σκυλιὰ κινεῖ νὰ πιάσουν
ἀγριόχοιρον ἢ λέοντα, παρόμοια τὸν γενναῖον
λαὸν τῶν Τρώων ἔσπρωχνεν ἐνάντια στοὺς Ἀργείους
ὁ μέγας ῞Εκτωρ, καὶ ὅμοιαζε τὸν ἀνδρειωμένον Ἄρην.
Εἰς τοὺς προμάχους μ’ ἔπαρσιν αὐτὸς ἐπροχωροῦσε
καὶ μὲς στὴν μάχην ἔπεσεν, ὡς πέφτει ἡ ἀνεμοζάλη
καὶ τὰ γαλάζια κύματα σηκώνει τῆς θαλάσσης.
Αὐτοῦ ποιόν πρῶτον φόνευσε, ποιόν ὕστερον ὁ ῞Εκτωρ,
ποὺ τότε ὁ Ζεὺς ἐδόξαζε; Καὶ τὸν Ἀσαῖον πρῶτον,    300
κατόπιν τοὺς πολεμιστὰς Αὐτόνοον, Ὀπίτην,
Ὀφέλτιον, Ὦρον, Αἴσυμνον, Δόλοπα τὸν Κλυτίδην,
Ἀγέλαον καὶ Ἱππόνοον ἀκλόνητον στὴν μάχην.
Καὶ ἀφοῦ τούτους ἐφόνευσε τοὺς ἀρχηγούς, ἐχύθη
στὸ πλῆθος· καὶ ὡς ὁ Ζέφυρος μὲ στρόβιλον καὶ κτύπον
σκορπᾶ τὰ νέφη ὅπ’ ἔφερεν ὁρμὴ σφοδρὴ τοῦ Νότου,
κυλοῦν τρανὰ τὰ κύματα πυκνὰ καὶ ἀφρὸς πετιέται
ψηλὰ τοῦ ἀνέμου ἀπ’ τὴν ροπήν, ποὺ ἐδῶ κι ἐκεῖ μανίζει·
ὁμοίως πέφταν κεφαλὲς πολλὲς ἀπ’ τὴν ροπήν του.
Κακὸ τότε θὰ ἔβρισκε μεγάλο τοὺς Ἀργείους    310
καὶ θά ᾽φευγαν στὰ πλοῖα τους, ἐὰν τοῦ Διομήδη
δὲν φώναζεν ὁ Ὀδυσσεύς: «Τί ἐπάθαμε, ὦ Τυδείδη,
καὶ τόσον ἡ πολεμικὴ μᾶς ἔλειψεν ἀνδρεία;
Ὦ φίλε, στήσου ἐδῶ σιμά· καὶ ὄνειδος θά ᾽ναι μέγα
ἂν πάρη τὰ καράβια μας ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ».
Καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπάντησεν ὁ δυνατὸς Τυδείδης:
«Ἐγὼ θὰ μείνω ἀκλόνητος στὴν μάχην· ἀλλὰ ὀλίγο
καλὸ θὰ ἰδοῦμεν, ὅτι ὁ Ζεὺς ὁ νεφελοσυνάκτης
στοὺς Τρῶας νίκην βούλεται καὶ ὄχι σ’ ἐμᾶς νὰ δώση».
Εἶπε καὶ ἀπὸ τὴν ἅμαξαν μὲ λόγχην τὸν Θυμβραῖον    320
στὴν γῆν ἐβρόντησε νεκρόν, καὶ ὁ θεῖος Ὀδυσσέας
φονεύει τὸν Μολίονα λαμπρὸν ἡνίοχόν του.
Καὶ ἀφοῦ νεκροὺς τοὺς ἄφησαν, τρικύμισαν τὸ πλῆθος,
ὡσὰν δυὸ χοῖροι ἀτρόμητοι ποὺ πέφτουν μανιωμένοι
ἐπάνω εἰς σκύλους κυνηγούς· ὅμοια καὶ αὐτοὶ στραφῆκαν
καὶ τὸν ἐχθρὸν ἀφάνιζαν, καὶ ἀναπνοὴν ἐδῶσαν
τῶν Ἀχαιῶν ποὺ ἔφευγαν τὸν Ἕκτορα τὸν θεῖον.
Ἔπιασαν εἰς μιὰν ἅμαξαν ἔξοχ’ ἀγόρια δύο
τοῦ Περκωσίου Μέροπος, ποὺ ἐξαίσιος ἦταν μάντις,
καὶ αὐτὸς ποσῶς δὲν ἄφηνε τὰ τέκνα του νὰ ὑπάγουν    330
στὸν ἀνδροφθόρον πόλεμον· ἀλλὰ δὲν ὑπακοῦσαν
ὅτι τοὺς ἔφερναν αὐτοῦ μαῦρες θανάτου μοῖρες.
Ἐκείνους τότ’ ἐφόνευσεν ὁ δοξαστὸς Τυδείδης
κι ἐπῆρε τὰ λαμπρ’ ἄρματα· καὶ ἀπὸ τοῦ ᾽Οδυσσέως
τὴν λόγχην ὁ Ἱππόδαμος καὶ ὁ ῾Υπείροχος ἐπέσαν.
Κι ἐζυγοστάτησεν ὁ Ζεὺς ἴσην σ’ αὐτοὺς τὴν μάχην
καὶ ἀπὸ τὴν Ἴδην ἔβλεπε˙ καὶ οἱ φόνοι ἀκολουθοῦσαν.
Τὸν Παιονίδην ἥρωα ἐλόγχισε ὁ Τυδείδης
στὸν γόφον, τὸν Ἀγάστροφον, ποὺ τόσο ἀπομωράνθη
ὥστε τοὺς ἵππους δὲν εἶχε σιμά του νὰ προσφύγη·    340
μακρὰν τοὺς εἶχε ὁ ἀκόλουθος, καὶ αὐτὸς ἐπρομαχοῦσε
πεζός, ὡσότου ἔχασε τὴν ποθητὴν ζωήν του.
Ἅμα τοὺς εἶδε, μὲ κραυγὴν ἐπάνω τους ἐχύθη
ὁ Ἕκτωρ καὶ κατόπι του οἱ φάλαγγες τῶν Τρώων.
Καὶ ἅμα τὸν εἶδ’ ἐπάγωσεν ὁ δυνατὸς Διομήδης,
καὶ τοῦ ᾽Οδυσσέως ἔλεγε ποὺ εὑρίσκετο σιμά του:
«Κακὸ μεγάλο ροβολᾶ σ’ ἐμᾶς ὁ μέγας Ἕκτωρ.
Ἀλλ’ ἂς μείνωμε ἀκλόνητοι μαζὶ ν’ ἀντισταθοῦμε».
Εἶπε καὶ τὸ μακρόσκιον τοῦ ἐτίναξε κοντάρι,
καὶ ὡς ἤθελε τοῦ ἐπέτυχε τὴν κεφαλὴν στὴν ἄκρην    350
τῆς κόρυθος· ἀλλ’ ὁ χαλκὸς ἀπ’ τὸν χαλκὸν ἐδιώχθη˙
τ’ ὡραῖον δέρμα ἐφύλαξεν ἡ περικεφαλαία
ἡ κωνικὴ μὲ δίπλες τρεῖς, δῶρον λαμπρὸν τοῦ Φοίβου.
Πολὺ μακρὰν ἐσύρθηκεν ὁ Ἕκτωρ μὲς στὸ πλῆθος,
γονατιστὸς ἐστάθηκε κι ἐστήριξε τὸ χέρι
στὴν γῆν καὶ σκότος σκέπασε βαθὺ τοὺς ὀφθαλμούς του.
Κι ὥσπου ὁ Τυδείδης ἔτρεχε μακρὰν μὲς στοὺς προμάχους
κατόπιν εἰς τὴν λόγχην του στὸ μέρος ὅπου ἐμπήχθη
ὁ ῞Εκτωρ ἐξανάσανε, στ’ ἁμάξι πάλι ἀνέβη
καὶ μὲς στὸ πλῆθος ξέφυγε τὴν μοίραν τοῦ θανάτου    360
καὶ ὁρμώντας μὲ τὴν λόγχην του τοῦ φώναξε ὁ Τυδείδης:
«Καὶ πάλιν, σκύλ᾽, ἐξέφυγες τὸν θάνατον· τὸν εἶδες
κοντά σου· πάλιν σ’ ἔσωσεν ὁ Φοῖβος, καὶ σ’ ἐκεῖνον
εὐχήσου, ὁπόταν προχωρῆς κεῖ ποὺ κροτοῦν τ’ ἀκόντια.
Θὰ σ’ ἀπαντήσω κι ὕστερα καὶ θὰ σὲ τελειώσω
ἂν κάποιος εἶναι τῶν θεῶν κι ἐμὲ νὰ βοηθήση.
Διὰ τώρα πάλιν θὰ χυθῶ στοὺς ἄλλους, ὅποιον ἔβρω».
Εἶπε κι ἐβάλθη τὸν λαμπρὸν νὰ γδύση Παιονίδην.
Καὶ ὁ Πάρις τότε, ὁ σύγκλινος τῆς εὔμορφης ῾Ελένης,
εἰς τὸν Τυδείδην τέντωνε τὸ τόξο, στηριγμένος,    370
ἀπὸ στήλην τοῦ μνήματος, πού ᾽χε ὁ λαὸς σηκώσει
τοῦ ἀρχαίου δημογέροντος τοῦ Ἴλου Δαρδανίδου.
Καὶ ἀπ’ τὸν λαμπρὸν Ἀγάστροφον ὡς σήκωνε ὁ Τυδείδης
τὸν θώρακα, τὴν φωτεινὴν ἀσπίδα καὶ τὸ κράνος,
ὁ Ἀλέξανδρος τοῦ τόξου του τὸ κέρατο ἐτραβοῦσε,
καὶ ὄχι χαμένα ἐπέταξε τὸ βέλος καὶ τὸν πῆρε
στὸ κτένι τοῦ δεξιοῦ ποδὸς καὶ ἀντίπερα τὸ βέλος
στὴν γῆν ἐμπήχθη· ἐπήδησεν ἀπ’ τὸ καρτέρι ὁ Πάρις,
γελώντας καὶ καυχώμενος «λαβώθηκες » τοῦ εἶπε˙
«χαμένα δὲν ἐτόξευσα· νὰ σ’ εἶχα στὸ λαγγόνι    380
μέσα ἐπιτύχει, νά ᾽πεφτες αὐτοῦ νεκρὸς ἐμπρός μου
καὶ τότε ἀπὸ τὴν συμφορὰν θ’ ἀνάσαιναν οἱ Τρῶες
ποὺ τρέμουν σὲ ὡς τὸν λέοντα τὰ ἐρίφια ποὺ βελάζουν».
Καὶ ὁ Διομήδης ἄφοβα τοῦ ἐφώναξεν: «Ἀχρεῖε
ἄνδρα στὸ τόξον ἔνδοξε, δειλὲ παρθενοσκόπε,
ἐὰν μ’ ἐμὲ δοκιμασθῆς ἐσὺ νὰ πολεμήσης,
θὰ ἰδῆς πόσο τὸ τόξο σου ἀξίζει καὶ τὰ βέλη·
καὶ τώρα ὅτι μοῦ χάραξες τὸν πόδα τό ᾽χεις δόξαν.
Λογιάζω πὼς μ’ ἐκτύπησε γυναίκα ἢ καὶ παιδάκι˙
ἄστοχον εἶναι ἀνδρὸς δειλοῦ, μηδαμινοῦ τὸ βέλος.    390
Ἀλλ’ ἀπ’ τὸ χέρι μου πικρὸ πολὺ φεύγει τὸ βέλος
καὶ θανατώνει ἄνθρωπον καὶ ἂν ξώδερμα τὸν πάρη˙
ἡ χήρα του μὲ τὰ ὀρφανὰ τὰ μάγουλά της δέρνει,
καὶ αὐτὸν ποὺ σέπεται νεκρὸς στὸ αἱματωμένο χῶμα
γυναῖκες δὲν μοιρολογοῦν, ἀλλ’ ὄρνια τριγυρίζουν.
Εἶπε, κι ἐμπρός του ἐστήθηκεν ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας
καὶ ὀπίσω αὐτὸς καθήμενος τραβοῦσε ἀπὸ τὸ πόδι
τὸ πικρὸ βέλος καὶ δριμὺς τὸν ἔσφαζεν ὁ πόνος.
Καὶ ὅρμησ᾽ εὐθὺς στὴν ἅμαξαν κι εἶπε στὸν κυβερνήτην
νὰ στρέψη πρὸς τὰ πλοῖα τους ὅτ’ ἡ καρδιά του ἐπιάσθη.    400
Ἔμεινε μόνος ὁ Ὀδυσσεύς, οὐδὲ σιμά του ἐστάθη
κανένας ἀπ’ τοὺς Ἀχαιούς· ὅλους ἐπῆρε ὁ φόβος.
Κι ἔλεγε μὲ παράπονον στὴν ἀνδρικὴν ψυχήν του:
«Ἄχ! τί θὰ γίνω; Εἶναι φρικτὸν τὸ πλῆθος ἀπὸ φόβον
νὰ φύγω, ἀλλὰ χειρότερον ἐὰν μὲ πιάσουν μόνον,
ἀφοῦ τοὺς ἄλλους Δαναοὺς ἐσκόρπισε ὁ Κρονίδης.
Πλὴν τοῦτα νὰ διαλογισθῆ τί θέλησε ἡ ψυχή μου;
Καλῶς γνωρίζ’ ὅτ’ οἱ δειλοὶ τὸν πόλεμον ἀφήνουν,
ἀλλ’ ὅποιος εἶναι ἀνδράγαθος, ἀκλόνητος θὰ μείνη
τὸν θάνατον εἰς τὸν ἐχθρὸν νὰ δώσ’ ἢ νὰ τὸν λάβη».    410
Τοῦτα ἐνῶ κεῖνος ἔλεγε στὰ βάθη τῆς ψυχῆς του,
τῶν ἀσπιστῶν τοῦ ἔπεσαν λόχοι πολλοὶ τῶν Τρώων,
τὸν ἔζωσαν, ἀλλὰ κακὸ στὰ σπλάχνα τους ἐκλεῖσαν.
Καὶ ὡς ὅταν ἀγριόχοιρον μὲ σκύλους ἄνδρες νέοι
κυκλώνουν καὶ πετιέται αὐτὸς ἀπ’ τὴν καρδιὰ τοῦ λόγγου·
τὸ λευκὸ δόντι στὰ κυρτὰ σαγόνια του τροχίζει,
ἐκεῖνοι ὁρμοῦν ἐπάνω του νὰ τὸν δεχθοῦν, ἂν κι εἶναι
τρομακτικὸς καὶ τοῦ κροτοῦν τὰ δόντι’ ἀπὸ τὴν λύσσαν·
ὁμοίως τὸν διίφιλον κυκλῶναν Ὀδυσσέα
οἱ Τρῶες καὶ αὐτὸς ὅρμησε μὲ ἀκονισμένην λόγχην    420
καὶ ἄνω τοῦ ὤμου κτύπησε τὸν θεῖον Δηοπίτην,
τὸν Θώνα καὶ τὸν Εὔνομον ἐφόνευσε κατόπι·
κι εὐθὺς τὸν Χερσιδάμαντα ποὺ ἐχύνετο ἀπ’ τ’ ἁμάξι
ἐλάβωσε στὸν ὀμφαλὸν ἀπ’ τὴν ἀσπίδα κάτω
ἔπεσε αὐτὸς κι ἐφούκτωσε τὴν γῆν μὲ τὴν παλάμην.
Τοὺς άφησε κι ἐλόγχισε τὸν Χάροπα ῾Ιππασίδην,
ποὺ ἦτο τοῦ Σώκου αὐτάδελφος τοῦ λαμπρογεννημένου.
Βοηθὸς ὁ Σῶκος ἔδραμεν εὐθὺς ὁ ἰσόθεος ἄνδρας,
καὶ ἀπὸ κοντὰ τοῦ ἔλεγεν: «Ὦ πολυεπαινεμένε,
στοὺς δόλους καὶ στὸν πόλεμον ἀκούραστε Ὀδυσσέα,    430
σήμερον ἢ θὰ καυχηθῆς ποὺ ἐφόνευσες τὰ δύο
λαμπρὰ τοῦ Ἱππάσου ἀγόρϊα καὶ τ’ ἄρματα τοὺς πῆρες,
ἢ τώρ’ ἀπὸ τὴν λόγχην μου θὰ χάσης τὴν ζωήν σου».
Αὐτὰ ’πε και τον κτύπησε στὴν στρογγυλὴν ἀσπίδα,
καὶ τὴν ἀσπίδα ἐτρύπησε τὸ δυνατὸ κοντάρι
καὶ στὸν τεχνικὸν θώρακα ἐμπήχθη πέρα πέρα,
καὶ ὅλην τὴν σάρκα τοῦ ᾽σχισεν ἀπ’ τὰ πλευρά του, ἀλλ’ ὅμως
ἡ Ἀθηνᾶ δὲν τ’ ἄφησε στὰ σωθικὰ νὰ φθάση.
Ἐννόησε ποὺ εἰς ἀκριβὸ δὲν ἐλαβώθη μέρος
ὁ Ὀδυσσεὺς κι ἐσύρθηκε καὶ πρὸς τὸν Σῶκον εἶπε:    440
«Ἀπὸ τὸν ἄκρον ὄλεθρον δὲν θὰ σωθῆς, χαμένε·
κι ἐὰν ἐσὺ μὲ ξέκοψες νὰ πολεμῶ τοὺς Τρῶας,
θαρρῶ ποὺ σήμερον ἐδῶ φόνος καὶ μαύρη μοίρα
σὲ θ’ ἀπαντήση καὶ ἀπ’ αὐτὴν τὴν λόγχην μου θὰ πέσης,
νὰ πάρω ἐγὼ τὸ καύχημα καὶ ὁ Ἅδης τὴν ψυχήν σου».
Εἶπε καὶ ὅπως ἔστρεψεν ὁ Σῶκος διὰ νὰ φύγη,
ὁ Ὀδυσσεὺς τοῦ ἔμπηξε στὴν ράχην τὸ κοντάρι·
κι ἡ ἄκρη ἀπὸ τοὺς ὤμους του στὸ στῆθος πέρα ἐβγῆκε.
Κι ἐπάνω του ἐκαυχήθηκεν ὁ θεῖος Ὀδυσσέας:
«Ὦ Σῶκε, γόνε ἀγαπητὲ τοῦ ἱπποδάμου Ἱππάσου,    450
σ’ ἐβρῆκε, δὲν τὸ ξέφυγες, τὸ τέλος τοῦ θανάτου.
Δὲν θὰ σοῦ κλείσουν, δύστυχε, τὰ βλέφαρα ὁ πατέρας
οὔτ’ ἡ μητέρ᾽, ἀλλ’ ὄρνεα πυκνὰ πτεροκοπώντας
Θὰ σὲ σπαράξουν· ἀλλ’ ἐμὲ στὸν θάνατόν μου, ἄν ἔλθη,
οἱ διογέννητοι Ἀχαιοὶ μὲ τάφον θὰ τιμήσουν».
Εἶπε καὶ μέσ’ ἀπ’ τὸ πλευρὸ καὶ ἀπ’ τὴν λαμπρὴν ἀσπίδα
τὴν σκληρὴν λόγχην τράβηξε ποὺ τοῦ ᾽χε ρίξει ὁ Σῶκος.
Κι εὐθὺς τὸ αἷμ’ ἀνάβρυσε κι ἐδείλιασε ἡ ψυχή του.
Τὸ αἷμα του ἅμα ἐννόησαν οἱ ἀνδρειωμένοι Τρῶες
παρακινοῦντο μὲ βοὴν κι ἐπάνω του ἐχυθῆκαν.    460
Καὶ ὑποχωρώντας ἔκραζεν ἐκεῖνος τοὺς συντρόφους
καὶ τρεῖς φορὲς τοὺς ἔκραξε μ’ ὅσην πνοὴν καὶ ἂν εἶχε.
Καὶ τρεῖς τὸν ἄκουσε φορὲς ὁ δεύτερος Ἀτρείδης
κι ἔλεγε πρὸς τὸν Αἴαντα, ποὺ εὑρίσκετο σιμά του:
«Ὦ Αἴας διογέννητε, μεγάλε πολεμάρχε,
στ’ αὐτιά μου ἔφθασ’ ἡ φωνὴ τοῦ ἀδάμαστου Ὀδυσσέως,
ποὺ ὁμοιάζει, ὡς νὰ τὸν ἔπνιγαν κατάμονον οἱ Τρῶες
ἀφοῦ στῆς μάχης τὴν ὁρμὴν τὸν ἔχουν ἀποκλείσει.
Ἀλλὰ βοηθοὶ ἂς δράμωμεν, ὡς πρέπει, ὅτι φοβοῦμαι
μὴ πάθη, ὡς μόνος ἔμεινεν ἀνάμεσα εἰς τοὺς Τρῶας,    470
καὶ θενὰ κλάψουν οἱ Ἀχαιοὶ μεγάλον πολεμάρχον».
Εἶπ᾽, ἐκινήθη καὶ σ’ αὐτὸν κατόπι ὁ μέγας ἥρως.
Κι ἔφθασαν ὅπου ἐκύκλωναν τὸν θεῖον ᾽Οδυσσέα
οἱ Τρῶες ὡς ξανθότριχοι χρυσόλυκοι στὰ ὄρη
κερατοφόρο τριγυρνοῦν ἐλάφι λαβωμένο
ποὺ ξέφυγε τοῦ κυνηγοῦ καὶ τρέχει ὅσον ἀκόμη
τὸ αἷμα του εἶναι χλωρὸ κι ἔχει ἐλαφρὰ τὰ πόδια·
καὶ ὅταν πέση ἀπ’ τὴν πληγὴν μὲς στὴν σκιὰν τοῦ λόγγου
τὰ ὠμοφάγ’ ἀγριόσκυλα τὸ τρώγουν, ἀλλὰ ἡ μοίρα
κακοποιὸ τοὺς στέρνει ἐκεῖ λιοντάρι καὶ ἀπ’ τὸν τρόμον    480
τ’ ἀγριόσκυλα σκορπίζονται καὶ αὐτὸ τὸ κατατρώγει.
Ὁμοίως τὸν πολύβουλον ἀνδρεῖον Ὀδυσσέα
Τρῶες πολλοὶ καὶ ἀνδράγαθοι κτυποῦσαν, καὶ ὁ γενναῖος
τὴν λόγχην του ἔσειε μ’ ὁρμὴν νὰ σώση τὴν ζωήν του.
Σιμά του ὁ Τελαμώνιος, μὲ τὴν ὰσπίδα ὡς πύργον,
ἐστήθη, καὶ ὅλοι ἐδῶ κι ἐκεῖ σκορπίσθηκαν οἱ Τρῶες.
Κι ἐκεῖνον ὁ Μενέλαος ὁδήγ’ ἀπὸ τὸ χέρι
ἔξω ἀπ’ τὸ πλῆθος κι ἔφερνεν ὁ ἀκόλουθος τοὺς ἵππους.
῞Ορμησε ὁ Τελαμώνιος καί, νόθον Πριαμίδην,
τὸν Δόρυκλον ἐφόνευσε, τὸν Πάνδοκον κατόπιν,    490
τὸν Λύσανδρον, τὸν Πύρασον καὶ ἀκόμη τὸν Πυλάρτην.
Καὶ ὡς ἀπ’ τὰ ὄρη ροβολᾶ ποτάμι στὴν πεδιάδα,
χείμαρρος ὁποὺ τοῦ Διὸς νεροποντιὰ φουσκώνει
καὶ ξερὰ δρυὰ σέρνουν πολλὰ καὶ πεύκους τὰ νερά του
κι ὕλην πολλὴν στὸ πέλαγος· ὅμοια τὴν πεδιάδα
κλονίζει καὶ ἄνδρες καὶ ἄλογα φονεύει ὁ λαμπρὸς Αἴας.
Καὶ ὁ ῞Εκτωρ δὲν τὸ γνώριζεν ἀκόμα, ἐπειδὴ πέρα,
στῆς μάχης τὸ ἀριστερὸ πλευρὸν ἐπολεμοῦσε,
ἐκεῖ ποὺ ἐξόχως κεφαλὲς ἀνδρῶν πολλὲς ἐπέφταν
στὸν Ξάνθον, ὅπου ἀλαλαγμὸς ἀσίγητος βροντοῦσε.    500
Σιμὰ στὸν μέγαν Νέστορα καὶ τὸν ᾽Ιδομενέα
ἐκεῖ στὴν λόγχην τρομερὸς καὶ τὴν ἱππομαχίαν
ὁ Ἕκτωρ θρῆνον ἔκαμνε στὲς φάλαγγες τῶν νέων·
καὶ οἱ λαμπρογέννητοι Ἀχαιοὶ δὲν θὰ ὀπισθοποδίζαν,
ἀλλὰ ὁ Πάρις, σύγκλινος τῆς εὔμορφης ῾Ελένης,
ἔπαυσε τὸν ἀνδράγαθον Μαχάον’ ἀπ’ τὴν μάχην·
ὅτι μὲ βέλος τρίγωνο τὸν λάβωσε στὸν ὧμον.
Διὰ κεῖνον ἐλαχτάρισαν οἱ Ἀχαιοὶ γενναῖοι,
μὴ πέση, ἂν κλίνη ὁ πόλεμος, εἰς τῶν ἐχθρῶν τὰ χέρια.
Καὶ πρὸς τὸν θεῖον Νέστορα τότ’ εἶπε ὁ ᾽Ιδομενέας:    510
«Στὴν ἅμαξάν σου ἀνέβα εὐθύς, ὦ Νέστορ Νηληιάδη,
καὶ πάρε τὸν Μαχάονα, καὶ· κτύπα πρὸς τὰ πλοῖα
τὰ δυνατὰ πουλάρια σου· πολλῶν ἀντάξιος ἄλλων
ἀνθρώπων εἶν’ ὁ ἰατρός, ποὺ βέλη ν’ ἀποσπάση
γνωρίζει καὶ μὲ βότανα λαβώματα νὰ γιάνη».
Εἶπε καὶ ὁ Νέστωρ ἔστερξε στὸν λόγον τοῦ Τυδείδη.
Στὴν ἅμαξάν του ἀνέβη εὐθύς, σιμά του καὶ ὁ Μαχάων,
ποὺ γέννησ’ ὁ Ἀσκληπιὸς ἰατρὸς ἐξακουσμένος.
Τοὺς ἵππους ράβδισεν εὐθὺς καὶ αὐτοὶ μὲ προθυμίαν
πρὸς τὰ καράβια πέταξαν, στ’ ἀγαπημένα μέρη.    520
Ὁ Κεβριόνης νόησε τὴν ταραχὴν τῶν Τρώων
κι ἔλεγε πρὸς τὸν Ἕκτορα, στ’ ἁμάξι σύντροφός του:
«Εἰς μίαν ἄκρην τοῦ κακοῦ πολέμου ἐμεῖς οἱ δύο
τοὺς Δαναοὺς μαχόμεθα, καὶ ὡστόσ’ οἱ ἄλλοι Τρῶες
θορυβημένοι εὑρίσκονται κι οἱ ἵπποι των κι ἐκεῖνοι
ἀπὸ τὸν Τελαμώνιον· τὸν γνώρισα, ὅπως φέρνει
αὐτὸς ἀσπίδ’ ἀπέραντην· ἀλλὰ κι ἐμεῖς τ’ ἁμάξι
εὐθὺς ἂς σπρώξωμεν ἐκεῖ, ὅπου μὲ τόσο πεῖσμα
πεζοὶ καὶ ἱππόμαχοι φρικτὸν κροτοῦν πολέμου ἀγώνα
σφαζόμενοι καὶ ἀλαλαγμὸς ἀσίγητος βροντάει».    530
Εἶπε καὶ μὲ τὴν μάστιγα ξεκίνησε τοὺς ἵππους
κι ἐκεῖνοι ὡς τὴν αἰσθάνθηκαν γοργὰ τὸ ἁμάξι ἐφέραν
τῶν Τρώων καὶ τῶν Ἀχαιῶν στὴν μέσην κι ἐπατοῦσαν
νεκροὺς καὶ ἀσπίδες εἰς τὴν γῆν· καὶ κάτωθε τὸ ἀξόνι
καὶ τῆς ἁμάξης τὰ πλευρὰ μαυρίζαν ἀπ’ τὸ αἷμα,
ποὺ ἐπάνω τους ἐράντιζαν οἱ ὁπλὲς τῶν τετραπόδων
καὶ τὰ στεφάνια τῶν τροχῶν· κι ἐλύσσ’ αὐτὸς στὸ πλῆθος
νὰ ὁρμήση μέσα τῶν ἀνδρῶν· καὶ συντριμμὸν εἰς ὅλες
τὲς φάλαγγες τῶν Δαναῶν γυρνώντας μὲ τὸ ξίφος
καὶ μὲ τὴν λόγχην ἔφερνε καὶ μὲ τρανὰ λιθάρια,    540
καὶ μόνον μὲ τὸν Αἴαντα τὸν Τελαμωνιάδην
ἀπέφευγε ν’ ἀγωνισθῆ, διότι, ἂν πολεμοῦσε
μ’ ἄνδρ’ ἀπ’ αὐτὸν καλύτερον, τοῦ ἀγανακτοῦσε ὁ Δίας.
Καὶ στὴν ψυχὴν τοῦ Αἴαντος ἔβαλε ὁ Ζεὺς τὸν φόβον.
Στέκει, ἀπορεῖ, τὲς πλάτες του μὲ τὴν ἀσπίδα σκέπει,
φεύγει, ἀφοῦ πρῶτα ἐκοίταξε τὸ πλῆθος, ὡς θηρίον
ἀργοκινεῖ τὰ γόνατα καὶ στρέφεται νὰ βλέπη·
ὅμοια λεοντάρι πύρινον ἄνδρες τοῦ ἀγροῦ καὶ σκύλοι
διώχνουν μακρὰν ἀπ’ τὴν αὐλὴν καὶ ὁλόνυκτ’ ἀγρυπνώντας
ν’ ἁρπάξη δὲν τοῦ συγχωροῦν τὸ ἄνθος τῶν βοδιῶν των,    550
κι ἐκεῖνο, ἀπὸ τὴν ὄρεξη σπρωγμένο τῶν κρεάτων,
ὁρμᾶ πλὴν ἀνωφέλητα, μὲ τόσην τόλμην ρίχνουν
ἀκόντια ἐπάνω του οἱ βοσκοὶ καὶ δέματ’ ἀναμμένα,
ποὺ τὰ φοβεῖται ἂν καὶ λυσσᾶ· καὶ ἅμα χαράξ’ ἡ ἡμέρα
κατηφιασμένο ἀποχωρεῖ· παρόμοια τότε ὁ Αἴας
ἀπὸ τοὺς Τρῶας ἔφευγε πολὺ κατηφιασμένος
ἀθέλητα, φοβούμενος μὴ κάψουν τὰ καράβια.
Καὶ ὡς ὅνος σ’ ἄκρην χωραφιοῦ παιδόπουλα νικάει
ἀπάθητος, καὶ τοῦ ᾽σπασαν πολλὰ ραβδιὰ στὴν ράχην
καὶ στὰ βαθιὰ σπαρτὰ πατεῖ καὶ κόβει τὸ σιτάρι    560
καὶ ἂν καὶ τὸν δέρναν ἄκοπα μικρή ᾽ναι ἡ δύναμίς των,
καὶ μόλις ὅταν χορτασθῆ νὰ φύγη τὸν βιάζουν·
ὅμοια τὸν μέγαν Αἴαντα τὸν Τελαμωνιάδη,
οἱ Τρῶες οἱ ἀπότολμοι καὶ οἱ βοηθοὶ κτυποῦσαν
ὀπίσω του ἀκατάπαυστα στὴν μέσην τῆς ἀσπίδας.
Κι ἐκεῖνος πότ’ ἐγύριζε τὴν μάχην ν’ ἀπαντήση,
κι ἐκράτει αὐτοῦ τὲς φάλαγγες τῶν ἱπποδάμων Τρώων,
καὶ πότε πάλι ἐστρέφετο νὰ φύγη καὶ αὐτὸς μόνος
σ’ ὅλους τὸν δρόμον ἔφραζε πρὸς τὰ γοργὰ καράβια
ὁλόρθος, ἄγριος μεταξὺ τῶν Ἀχαιῶν καὶ Τρώων.    570
Καὶ ἀπὸ τ’ ἀκόντια, ποὺ ἔριχναν μὲ λύσσαν, ἄλλα μέσα
εἰς τὴν ἀσπίδα ἐμπήγονταν μὲ ὁρμὴν νὰ προχωρήσουν,
πολλὰ στὴν μέσην καὶ πρὶν ἢ γευθοῦν τὸ λευκὸ σῶμα
στὴν γῆν στυλώνονταν ὀρθά, γιὰ σάρκα πεινασμένα.
Ἅμα τὸν εἶδε ὁ Εὐρύπυλος λαμπρὸς Εὐαιμονίδης
ἀπὸ τὰ βέλη τὰ πυκνὰ κακὰ βασανισμένον,
σιμά του ἐστήθη, ἀκόντισε μὲ τὸ λαμπρὸ κοντάρι
τὸν μέγαν Ἀπισάονα Φαυσιάδην πολεμάρχον
εἰς τὸ συκώτι κι ἔλυσε τὰ μέλη τ’ ἀνδρειωμένου.
Καὶ ὅρμησ’ εὐθὺς καὶ τ’ ἄρματα τοῦ ἔπαιρνε ἀπ’ τοὺς ὤμους.    580
Καὶ ὁ Πάρις ὁ θεόμορφος, ἅμα τὸν εἶδ’ ἐπάνω
εἰς τὸν νεκρόν, δὲν ἄργησε τὸ τόξο νὰ τραβήξη
καὶ μέσα στὸ δεξιὸ μερὶ τὸν πίτυχε τὸ βέλος,
καὶ τὸ μερὶ τοῦ ἐβάραινεν ὡς τὸ καλάμι ἐκόπη.
Ἐσύρθη στοὺς συντρόφους του τὴν μοίραν ν’ ἀποφύγη,
κι ἐφώναξε τῶν Δαναῶν: «Ὦ φίλοι πολεμάρχοι,
ὧ τῶν Ἀργείων ἀρχηγοί, γυρίσατε, σταθῆτε
τὸν Αἴαντα νὰ σώσετε ἀπ’ τὴν σκληρὴν ἡμέραν,
ἀπὸ τὰ βέλη πνίγεται καὶ ἀπ’ τὴν καταραμένην
μάχην δὲν θά ᾽βγη ζωντανός, ἀλλ’ ὀλοι ἐδῶ σταθῆτε    590
σιμὰ στὸν μέγαν Αἴαντα ἀντίμαχοι στοὺς Τρῶας».
Τὸν λαβωμένον ἄκουσαν κι ἐστήθηκαν πλησίον
φορώντας τὲς ἀσπίδες των, προβάλλοντες τὲς λόγχες.
Καὶ ὁ Αἴας τοὺς ἀπάντησεν, ἐγύρισε κι ἐστάθη,
ἀφοῦ στὸ πλῆθος ἔφθασε τῶν ποθητῶν συντρόφων.
῾Ως φλόγα μ’ ἄσβεστην ὁρμὴν ἐκεῖνοι ἐπολεμοῦσαν,
ἐνῶ τὸν Νέστορα ἔφερναν οἱ ἵπποι τοῦ Νηλέως
ὁμοῦ μὲ τὸν Μαχάονα γοργὰ μακρὰν τῆς μάχης.
Τὸν εἶδε καὶ τὸν γνώρισεν ὁ θεῖος Ἀχιλλέας
ὡς ἔστεκε στὸ εὐρύχωρο καράβι του στὴν πρύμνην    600
νὰ βλέπη τὴν πολύθρηνην φυγὴν καὶ τὸν ἀγώνα.
Τὸν σύντροφόν του Πάτροκλον ἐφώναξε ἀπ’ τὸ πλοῖον·
εἰς τὴν φωνήν του ἐβγῆκε αὐτὸς ἀπ’ τὴν σκηνὴν ὡραῖος
ὡσὰν ὁ Ἄρης καὶ ἄρχισεν ἐκεῖθε ἡ συμφορά του.
Πρῶτος τοῦ εἶπ’ ὁ ἀνδράγαθος υἱὸς τοῦ Μενοιτίου:
«Τί μὲ φωνάζεις; Ἀπὸ ἐμὲ τί θέλεις, Ἀχιλλέα;»
Καὶ ὁ πτεροπόδης Ἀχιλλεὺς σ’ ἐκεῖνον ἀπαντοῦσε:
«Μενοιτιάδη ἐξαίσιε καὶ φίλε τῆς ψυχῆς μου,
τώρα θὰ ἰδῶ τοὺς Ἀχαιοὺς στὰ πόδια μου νὰ πέσουν
ὅτι τοὺς ἦβρε ἀβάστακτη τῆς συμφορᾶς ἀνάγκη,    610
ἀλλ’ ἄμε, θεῖε Πάτροκλε, στὸν Νέστορα, νὰ μάθης
ποιόν λαβωμένον φέρνει αὐτός, ὡς βλέπω, ἀπὸ τὴν μάχην.
Ὁμοιάζει τὸν Μαχάονα, τοῦ ᾽Ασκληπιοῦ τὸν γόνον
ὄπισθεν ὅλος· πλὴν τοῦ ἀνδρὸς τὰ μάτια ἐγὼ δὲν εἶδα
ὅτι ἔμπροσθέν μου ἐπέρασαν ὀγρήγορα οἱ φοράδες».
Καὶ ὁ Πάτροκλος ὑπάκουσε τὸν ποθητόν του φίλον
καὶ στὲς σκηνὲς τῶν Ἀχαιῶν ἔδραμ’ εὐθὺς νὰ φθάση.
Καὶ ὅτ’ ἔφθασαν εἰς τὴν σκηνὴν ἐκεῖνοι, ἀπὸ τ’ ἁμάξι
κατέβηκαν κι ἐξέζεψε τοὺς ἵππους ὁ Εὐρυμέδων,
ἀκόλουθος τοῦ Νέστορος· κι ἐκεῖνοι στ’ ἀκρογιάλι    620
ἐμέναν πρὸς τὸν ἄνεμον τὸν ἵδρον νὰ δροσίσουν.
Κι ἔπειτα ἐμπῆκαν στὴν σκηνὴν καὶ στὰ θρονιὰ καθίσαν.
Καὶ μίγμα ἡ καλοπλέξουδη τοὺς ἔφτιασ’ ῾Εκαμήδη,
ἡ θυγατέρα τοῦ ὑψηλοῦ στὸ φρόνημ’ Ἀρσινόου,
ποὺ ὅτ’ ἔριξε τὴν Τένεδον ὁ θεῖος Ἀχιλλέας
οἱ Ἀχαιοὶ τοῦ γέροντος τὴν κόρην ἐδιαλέξαν
διότι στὸ συμβούλιον ἀπ’ ὅλους ἦταν πρῶτος.
Καὶ αὐτὴ τοὺς ἔσυρεν ἐμπρὸς τραπέζι στιλβωμένο
μαυρόποδον καὶ χάλκινον ἐπάνω του κανίστρι
μὲ τὸ κρεμμύδι, γευστικὸ προσφάγι διὰ νὰ πίνουν,    630
μὲ χλωρὸ μέλι καὶ λευκὸν τοῦ ἁγίου σίτου ἀθέρα,
κι ἔστησε χρυσοκούμπωτο ποτήρι ποὺ εἶχε φέρει
ὁ γέρος ἀπ’ τὸ σπίτι του κι εἶχε διπλὸ τὸ πόδι,
τέσσερ’ αὐτιὰ καὶ ὁλόχρυσες εἰς τὸ καθένα δύο
περιστερὲς ἐφαίνονταν ὡς νὰ σπυρολογοῦσαν·
μὲ κόπον ἀπ’ τὴν τράπεζαν καθ’ ἄλλος τὸ κινοῦσε
γεμάτο, ἀλλ’ ἀκόπιαστα τὸ ἐσήκωνεν ὁ γέρος.
Σ’ ἐκεῖνο τοὺς ἑτοίμαζε τὸ μίγμα ἡ γυνὴ θεία,
κρασὶ Πράμνειο καὶ τυρὶ τῆς αἴγας ποὺ μὲ τρίφτην
χάλκινον ἔτριψεν αὐτή, κι ἔραν’ ἐπάνω ἀλεύρι    640
λευκὸ καὶ ἀφοῦ τὸ ἑτοίμασε νὰ τὸ γευθοῦν τοὺς εἶπε.
Καὶ ἀφοῦ μ’ αὐτὰ τὴν ἄναψιν τῆς δίψας ἐπραΰναν,
μὲ ὁμιλίες ἔτερπαν τὸ πνεῦμ’ ἀνάμεσόν τους
καὶ ὁ Πάτροκλος ὡσὰν θεὸς εἰς τὸ κατὠφλι ἐφάνη.
Ἅμα τὸν εἶδε ὁ γέροντας, σηκώθη ἀπ’ τὸ θρονί του,
τὸν ἔμπασε καὶ τοῦ ᾽λεγε σιμά του νὰ καθίση.
Δὲν τό ᾽στεργεν ὁ Πάτροκλος, καὶ τοῦ ᾽πε: «Σεβαστέ μου,
δὲν δύναμαι, ὅ,τι καὶ ἂν εἰπῆς, ὡς θέλεις, νὰ καθίσω.
Φοβοῦμαι τὸν θυμὸν τοῦ ἀνδρὸς ποὺ μ’ ἔστειλε νὰ μάθω
ποιὸν λαβωμένον ἔφερες· ἀλλὰ καὶ μόνος τώρα    650
τὸν ἀρχηγὸν Μαχάονα, καὶ βλέπω καὶ γνωρίζω,
καὶ ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν θὰ φέρω τοῦ Ἀχιλλέως.
Πόσο εἶν’ ἐκεῖνος τρομερός, γνωρίζεις, σεβαστέ μου,
ποὺ εὐκόλως καὶ στὸν ἄπταιστον πταῖσμα νὰ ἐβρῆ συμβαίνει».
Καὶ ὁ Νέστωρ τότε ἀπάντησε: «Πῶς γίνεται ὁ Πηλείδης
διὰ τοὺς υἱοὺς τῶν Ἀχαιῶν, ὅσ᾽,εἶναι λαβωμένοι,
νὰ ὀδύρεται; Καὶ αὐτὸς ποσῶς τὴν λύπην δὲν γνωρίζει,
ποὺ κυριεύει τὸν στρατόν, ἀφ’ ὄτου εἰς τὰ καράβια
κείτονται ἀπὸ λαβωματιὲς οἱ πρῶτοι πολεμάρχοι,
Κεῖ λαβωμένοι εὑρίσκονται καὶ ὁ δυνατὸς Τυδείδης,    660
ὁ Ὀδυσσεὺς καὶ ὁ δοξαστὸς στὴν λόγχην Ἀγαμέμνων·
λαβώθη καὶ ὁ Εὐρύπυλος εἰς τὸ μερὶ μὲ βέλος·
καὶ ἀπὸ τὴν μάχην ἔφερα καὶ τοῦτον πληγωμένον
μὲ βέλος, ὅμως ὁ Ἀχιλλεὺς ἂν καὶ γενναῖος εἶναι
διὰ μᾶς καθόλου δὲν πονεῖ καὶ δὲν μᾶς ἐλεεῖται.
Ἢ μένει ὥσπου τὰ πλοῖα μας ἐπάνω στ’ ἀκρογιάλι
μὲ ὅλον τὸν ἀγώνα μας τὸ πῦρ νὰ καταλύση,
καὶ νὰ σφαγοῦμεν ὅλοι ἐκεῖ; Καὶ ἄχ! διατὶ δὲν ἔχουν
τὴν παλαιάν τους δύναμιν τὰ λυγερά μου μέλη;
Ἄς εἶχα τὴν νεότητα καὶ ἀκέριαν τὴν ἀνδρείαν    670
καθὼς ὅταν στὸν πόλεμον ἐξ ἀφορμῆς τῶν μόσχων
μὲ τοὺς Ἠλείους φόνευσα τὸν ἄνδρα Ἰτυμονήα,
ἐγκάτοικον τῆς ῎Ηλιδος, λαμπρὸν Ὑπειροχίδην,
ζητώντας ἀνταπόδοσιν. Τὸν κτύπησα μ’ ἀκόντι
ἐκεῖ ποὺ αὐτὸς τὰ βόδια του νὰ σώση ἐπρομαχοῦσε,
καὶ ὡς ἔπεσ’ ἐφοβήθηκαν οἱ ἀγρότες, ἐσκορπίσαν.
Λάφυρα τότ’ ἐπήραμεν ἀπ’ τὸ πεδίον πλῆθος,
βοδιῶν κοπὲς πεντήκοντα, τόσες κοπὲς προβάτων
καὶ τόσες χοίρων καὶ γιδιῶν τόσα πλατιὰ κοπάδια,
καὶ τρεῖς φορὲς πεντήκοντα ξανθότριχες φοράδες,    680
κι εἶχαν οἱ περισσότερες νεογέννητα πουλάρια.
Νύκτα μ’ ἐκεῖνα ἐφθάσαμε στὴν Πύλον τοῦ Νηλέως·
καὶ ὁ γέρος ἀναγάλλιασεν, ὅτι ὡς ἐβγῆκα νέος
στὸν πόλεμον μοῦ ἔτυχε τόσα πολλὰ νὰ πάρω.
Καὶ οἱ κήρυκες τὸ χάραμα φωνάξαν νά ᾽λθουν ὅλοι
σ’ ὅσους χρεωστεῖτο ἀπόδοσις μέσα στὴν θείαν ῏Ηλιν.
Συνάχθηκαν κι ἐμοίραζαν οἱ γέροντες τῆς Πύλου,
ὅτ’ εἰς πολλοὺς ἀπόδοσιν οἱ ᾽Επειοὶ χρεωστοῦσαν
μ’ ὅλον ποὺ ὀλίγοι ἐμέναμεν ἐμεῖς καὶ ἀφανισμένοι,
ὅτι μᾶς ταλαιπώρησεν εἰς τοὺς ἀρχαίους χρόνους    690
ὁ ῾Ηρακλῆς κι ἐσφάγησαν ὅλ’ οἱ καλοὶ τῆς Πύλου.
Ὅτι ἀπ’ τὰ δώδεκα παιδιὰ τὰ ἐξαίσια τοῦ Νηλέως,
ἐγὼ μόνος τοῦ ἔμεινα καὶ τ’ ἄλλα τοῦ ἀπέθαναν.
Διὰ τοῦτο αὐθαδιάζοντας πολὺ μᾶς ἀδικοῦσαν
τῶν ἀποτόλμων ᾽Επειῶν τὰ χαλκοφόρα πλήθη.
Καὶ ἀπ’ ὅλα μιὰν κοπὴν βοδιῶν καὶ πρόβατα τριακόσια
μὲ τοὺς βοσκούς των ἔλαβε μερίδα του ὁ Νηλέας,
ὡς εἶχε ἀπόδοσιν τρανὴν νὰ λάβη ἀπ’ τοὺς ᾽Ηλείους
τέσσαρες ἵππους μ’ ὅλα τους τ’ ἁμάξια νικηφόρους,
ποὺ ἔμελλαν διὰ τρίποδα νὰ κάμουν τὸν ἀγώνα·    700
στὴν ῎Ηλιδα τοὺς κράτησεν ὁ βασιλεὺς Αὐγείας
καὶ πονεμένον ἔδιωξε σκληρὰ τὸν ἱππηλάτην.
Καὶ ὁ γέρος διὰ τὴν ὕβριν του καὶ τ’ ἄνομά του ἔργα
λάφυρα ἐπῆρε ἀμέτρητα˙ καὶ τ’ ἄλλα εἰς τὸν λαόν του
ἔδωκε νὰ τὰ μοιρασθοῦν ἰσόμετρα καθένας.
Τοῦτα ἐνῶ κάμναμεν ἐμεῖς καὶ τῶν θεῶν θυσίες
στὴν πόλιν ἐπροσφέρναμεν, τρεῖς πέρασαν ἡμέρες
κι ἦλθαν ἐκεῖνοι ἀμέτρητοι μὲ ἄρματα, μὲ ἵππους,
ὁ λαὸς ὅλος, κι οἱ ἀδελφοὶ Μολίονες μ’ ἐκείνους,
ἀγόρι’ ἀκόμη ἀμάθητα πολεμικῆς ἀνδρείας.    710
Πόλις Θρυοῦσσα εὑρίσκεται κτισμέν’ εἰς ἄκρην λόφου
μακράν, αὐτοῦ στὸν Ἀλφειόν, ἀπ’ τὴν ἀμμώδη Πύλον.
Αὐτὴν ἐκύκλωσε ὁ στρατὸς μὲ λύσσαν νὰ τὴν πάρουν.
Στὴν πεδιάδα εἶχαν χυθῆ κι ἦλθε ἡ Ἀθηνᾶ τὴν νύκτα
μηνύτρ’ ἀπὸ τὸν ῎Ολυμπον, νὰ εἰπῆ ν’ ἀρματωθοῦμε,
καὶ τὸν λαόν, ποὺ ὁλόγυρα τὸν πόλεμον ζητοῦσε
συνάθροισ’ εὔκολα ἡ θεά κι ἐμὲ νὰ πολεμήσω
δὲν μ’ ἄφηνεν ὁ γέροντας καὶ μοῦ ᾽κρυψε τοὺς ἵππους·
ὅτ’ ἤμουν, ἔλεγε, ἄπραγος στὰ ἔργα τοὺ πολέμου.
Καὶ ὅμως ἀνδραγάθησα πεζὸς μὲς στοὺς ἱππέας,    720
ὡς ἐκυβέρνησ’ ἡ Ἀθηνᾶ τῆς μάχης τὸν ἀγώνα.
Στὸν ποταμὸν Μινύειον, ποὺ βρέχει τὴν Ἀρήνην
καὶ χύνεται στὴν θάλασσαν, ὅσο νὰ φέξ’ ἡ ἡμέρα
τῆς Πύλου ἱππεῖς καὶ τῶν πεζῶν συνέρρεαν τὰ πλήθη.
Κεῖθε ὁ στρατός μας ὅρμησε μὲ ὅλα τ’ ἄρματά του
καὶ στ’ ἅγιο ρεῦμα τοῦ Ἀλφειοῦ τὸ μεσημέρι εὑρέθη.
Θυσίαν τότ’ ἐκάμαμεν στὸν ὕψιστον Κρονίδην,
ταῦρον κατόπιν τοῦ Ἀλφειοῦ, ταῦρον τοῦ Ποστιδῶνος,
καὶ τῆς γλαυκόματης θεᾶς ὡραίαν ἀγελάδα,
καὶ ἀφοῦ στὴν τάξιν του κανεὶς ἐδείπνησε, στὲς ὄχθες    730
τοῦ ποταμοῦ πλαγιάσαμε μὲ τ’ ἄρματά μας ὅλοι.
Καὶ οἱ μεγαλόψυχοι ᾽Επειοὶ τὴν πόλιν περιζῶναν,
νὰ τὴν χαλάσουν πρόθυμοι· ἀλλὰ πρὶν νὰ προφθάσουν,
φρικτὴ σ’ αὐτοὺς ἐξέσπασε πολέμου ἀνεμοζάλη˙
ὁ ἥλιος μεσουράνιζε καὶ οἱ δυὸ στρατοὶ κινοῦντο
εὐχόμενοι στὴν Ἀθηνᾶ καὶ στὸν πατέρα Δία.
Ἀλλ’ ὅταν Πύλιοι κι ᾽Επειοὶ πιασθῆκαν εἰς τὴν μάχην,
τὸν Μούλιον πολεμιστὴν ἐφόνευσα ἐγὼ πρῶτος
κι έπῆρα καὶ τοὺς ἵππους του· κι εἶχεν αὐτὸς τὴν πρώτην
τοῦ Αὐγείου κόρην τὴν ξανθήν, ποὺ ἐλέγετο Ἀγαμήδη,    740
κι ἐγνώριζ’ ὅσα βότανα τῆς γῆς τὸ πλάτος τρέφει.
῾Ως ἔρχονταν τὸν κτύπησα μ’ ἀκόντι καὶ στὸ χῶμα
ἔπεσε κι ἐγὼ πήδησα στ’ ἁμάξι, καὶ στοὺς πρώτους
πολεμιστὰς ἐστήθηκα· κι εὐθὺς ἐσκορπισθῆκαν
οἱ μεγαλόψυχοι ᾽Επειοὶ καθὼς ἔπεσ’ ἐκεῖνος
ποὺ τῶν ἱππέων ἀρχηγὸς ἐπρώτευε στὴν μάχην.
Καὶ ὅρμησα ἐπάνω τους εὐθύς, ὡς μαύρη ἀνεμοζάλη,
πενήντα ἐπῆρ’ ἁμάξια τους καὶ ἀπὸ καθένα δύο
ἄνδρες ἔκαμε ἡ λόγχη μου τὸ χῶμα νὰ δαγκάσουν.
Καὶ άκόμα τοὺς Μολίονας θὰ ἐφόνευ’ ἀλλ’ ὁ μέγας    750
ὁ Ποσειδῶν πατέρας των τοὺς ἔσκεπε μὲ ὁμίχλην.
Νίκην τότ’ ἔδωκεν ὁ Ζεὺς μεγάλην τῶν Πυλίων·
ὅτι τοὺς κυνηγούσαμε, φονεύαμε τοὺς ἄνδρες,
τὰ ὅπλα τους ἐπαίρναμε, μέσ’ ἀπὸ τὴν πεδιάδα,
ὅσον ὁποὺ ἀνεβήκαμεν εἰς τὰ Βουπράσια μέρη
εἰς τὸν ᾽Ωλένιον κρημνόν, στὸν λόφον τοῦ Ἀλεισίου˙
ἐκεῖθεν γύρισ’ ἡ Ἀθηνᾶ τὰ πλήθη κι ἕναν ἄνδρα
ὕστερον ἄφησα νεκρόν· τότ’ οἱ Ἀχαιοὶ τοὺς ἵππους
ἀπ’ τὸν Βουπράσιον ἀγρὸν ἐστρέψον πρὸς τὴν Πύλον,
καὶ μ’ ἕνα στόμα ὁλόκληρος λαὸς ὑμνολογοῦσε    760
τὸν Νέστορα ἀπὸ τοὺς θνητοὺς καὶ ἀπ’ τοὺς θεοὺς τὸν Δία.
᾽Ιδοὺ πῶς ἀνδραγάθιζα μὲ τοὺς ἀνδρειωμένους.
Ἀλλ’ ὁ Ἀχιλλεὺς θὰ χαίρεται τὴν ἀρετήν του μόνος·
ἄχ! ὅταν ὁ λαὸς χαθῆ πολὺ καὶ ἀργὰ θὰ κλαύση.
Θυμήσου ὅ,τι ὁ Μενοίτιος σοῦ πρόσταξε, ὦ γλυκέ μου,
ὅταν στὸν Ἀγαμέμνονα σὲ ἔστελνε ἀπ’ τὴν Φθίαν.
Καὶ ὅλα τ’ ἀκούσαμεν ἐγὼ καὶ ὁ θεῖος Ὀδυσσέας,
στὸ δῶμα ὁπότ’ ἐφθάσαμε τὸ μέγα τοῦ Πηλέως,
ἐνῶ τῆς Ἀχαιίδος γῆς συνάζαμεν τὰ πλήθη.
Κεῖ ἐβρήκαμε τὸν ἥρωα Μενοίτιον κα σένα·    770
σιμά σας ἦτ’ ὁ Ἀχιλλεύς· καὶ ὁ γέρος ὁ Πηλέας
τοῦ μόσχου τὰ παχιὰ μεριὰ στὸν βροντητὴν Κρονίδην
ἔκαιε μέσα εἰς τὴν αὐλήν, καὶ μὲ χρυσὸ ποτήρι
σπόνδιζε τὸ γλυκὸ κρασὶ στὲς προσφορὲς ποὺ ἐκαῖαν.
Κι ἐνῶ ἐσυγυρίζατε τὰ κρέατα, μᾶς εἶδεν
ὁ Ἀχιλλέας στὰ πρόθυρα· μᾶς πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι,
μᾶς εἶπε νὰ καθίσουμε κι ἔβαλε αὐτὸς ἐμπρός μας
τὸ φίλεμα ποὺ δίδεται τοῦ ξένου, ὡς θέλ’ ἡ τάξις.
Καὶ τὴν τροφὴν καὶ τὸ πιοτὸν ἅμ’ ἐχαρήκαμ’ ὅλοι,
τὸν λόγον πρῶτος ἄρχισα καὶ σᾶς παρακινοῦσα    780
νὰ μᾶς ἀκολουθήσετε· καὶ πρόθυμοι σεῖς ἦσθε,
καὶ τότε οἱ δυὸ πατέρες σας πολλὰ σᾶς συμβουλεῦαν.
Καὶ τοῦ Ἀχιλλέως σύσταινεν ὁ γέροντας Πηλέας
πάντοτε μέγας νὰ φανῆ καὶ τῶν Ἀργείων πρῶτος˙
κι ἐσένα ἰδοὺ τί σύσταινεν ὁ γέρος σου πατέρας:
«Παιδί μου, ἂν ὁ Ἀχιλλεὺς στὸ γένος σὲ ὑπερβαίνη,
καὶ στὴν ἀνδρείαν, εἶσαι σὺ στὰ χρόνια ἀνώτερός του.
Ἀλλ’ ὅ,τι χρήσιμον σκεφθῆς, σὺ βάλε το στὸν νοῦν του,
εὔμορφα καὶ πρὸς τὸ καλὸν τοὺς λόγους σου θὰ στέργη».
Τοῦτα, καὶ σὺ τὰ λησμονεῖς, ποὺ σύσταινεν ὁ γέρος.    790
Μὲ τοῦτα τώρα πάσχισε νὰ πείσης τὸν Πηλείδην.
Ποιός ξέρει μὴν ὁ λόγος σου, μ’ ἑνὸς θεοὗ τὴν χάριν,
τοῦ συγκινήση τὴν ψυχήν; Καλὸς τοῦ φίλου ὁ λόγος.
Κι ἐὰν στὸν νοῦν του ἔχη χρησμὸν ποὺ νὰ τὸν ἐμποδίζη,
ὁποὺ ἡ μητέρα του ἡ θεὰ τοῦ ἀνάφερε ἀπ’ τὸν Δία,
ἂς ξαναστείλη κὰν ἐσὲ καὶ οἱ Μυρμιδόνες ὅλοι
ἂς ἔλθουν, ὥστε φῶς ἐσὺ τῶν Δαναῶν νὰ γίνης.
Καὶ νὰ σοῦ δώση νὰ φορῆς στὴν μάχην τ’ ἄρματά του,
ἴσως φανῆς πὼς εἶσαι αὐτὸς καὶ ἀποσυρθοῦν οἱ Τρῶες,
ἀπ’ τὸν ἀγών’ ἀνασασμὸν οἱ Δαναοὶ νὰ λάβουν    800
κι εἶναι τ’ ἀνάσαμα καλὸν ὅσον μικρὸν καὶ ἂν εἶναι.
Κι εὔκολα σεῖς ἀκούραστοι τὰ κουρασμένα πλήθη
θὰ διῶξτε πρὸς τὴν πόλιν τους ἀπ’ τὰ γοργὰ καράβια».
Εἶπε καὶ τὸν ἐτάραξε στὰ βάθη τῆς καρδίας,
κι ἔγυρ’ εὐθὺς σπουδακτικὰ ὀπίσω στὸν Πηλείδην.
Καὶ ὅτ᾽ εἶχε φθάσει ὁ Πάτροκλος στὰ πλοῖα τοῦ Ὀδυσσέως
στὸ μέρος ὅπου ἐδίκαζαν κι ἐκάμναν τὰς συνόδους
καὶ τῶν θεῶν εἶχαν βωμοὺς ὁλόγυρα κτισμένους,
ἐμπρός του ἦλθ’ ὁ Εὐρύπυλος, λαμπρὸς Εὐαιμονίδης,
ποὺ ἐρχόνταν ἀπ’ τὸν πόλεμον τρεκλὸς ἀπ’ τὴν πληγήν του,    810
ποὺ εἶχε λάβει εἰς τὸ μερί· κι ἐκεῖθε μαῦρον αἷμα
ἔβγαινε κι ἵδρωτας πολὺς τοῦ ἐνότιζε τὲς πλάτες,
ἀλλ’ εἶχε ἀκόμη τὴν ψυχὴν ἀσάλευτην στὰ στήθη.
Ἅμα τὸν εἶδ’ ὁ ἀνδράγαθος υἱὸς τοῦ Μενοιτίου,
μὲ πόνον τὸν προσφώνησεν: «Ἔτσι, ὦ δυστυχισμένοι,
τῶν Δαναῶν ὦ ἀρχηγοί, καὶ πρῶτοι πολεμάρχοι,
τοὺς σκύλους νὰ χορτάσετε σᾶς ἔμελλε στὴν Τροίαν,
μακρὰν ἀπ’ τὴν πατρίδα σας κι ἀπὸ τοὺς ποθητούς σας;
Ἀλλὰ εἰπέ μου, Εὐρύπυλε, διόθρεπτε ἥρωά μου,
οἱ Ἀχαιοὶ στοῦ Ἕκτορος τὴν ἄμετρην ἀνδρείαν    820
θ’ ἀντισταθοῦν ἢ θὰ χαθοῦν στὴν λόγχην του ἀποκάτω;»
Καὶ ὁ συνετὸς Εὐρύπυλος: «῏Ω Πάτροκλε γενναῖε,
προπύργιον τῶν Ἀχαιῶν ὀιμὲ δὲν εἶναι πλέον,
ἀλλὰ στὰ μαῦρα πλοῖα τους ὀγρήγορα θὰ πέσουν.
Κείτονται στὰ καράβια τους οἱ πρῶτοι πολεμάρχοι
ἀπ’ τὰ πολλὰ λαβώματα ποὺ ἐπῆραν εἰς τὴν μάχην
καὶ πάντοτε σφοδρότερη γίνετ’ ἡ ὁρμὴ τῶν Τρώων.
Ἀλλὰ στὸ πλοῖον φέρε με νὰ σώσης τὴν ζωήν μου,
τ’ ἀκόντι βγάλε ἀπ’ τὸ μερί, νίψε τὸ μαῦρον αἷμα
μὲ χλιὸ νερό, καὶ χρίσε το μὲ τὰ γλυκὰ βοτάνια,    830
ποὺ ἀπὸ τὸν δικαιότατον στὸ γένος τῶν Κενταύρων,
τὸν Χείρονα ἔμαθ’ ὁ Ἀχιλλεὺς κι ἐδίδαξε καὶ σένα·
ὅτι ἀπ’ τοὺς δυό μας ἰατρούς, λαβώθηκε ὁ Μαχάων,
κι εἰς τὲς σκηνές μας κείτεται, κι ἔχει καὶ αὐτὸς ἀνάγκην
ἀπὸ ἐξαίσιον ἰατρόν, καὶ ὁ ἄλλος μὲ τοὺς Τρῶας
κτυπιέται, ὁ Ποδαλείριος, ἀκλόνητος στὴν μάχην».
Τοῦ ἀπάντησεν ὁ ἀνδράγαθος υἱὸς τοῦ Μενοιτίου:
«Ἄχ! τί θὰ γίνη, Εὐρύπυλε; Καὶ ἂν εἶμαι κινημένος
πρὸς τὸν Πηλείδην νὰ τοῦ εἰπῶ τί μόχει παραγγείλει
ὁ Νέστωρ ὁ Γερήνιος, τῶν Ἀχαιῶν σωτήρας,    840
ἀφοῦ σὲ βλέπω εἰς κίνδυνον, ἐγὼ δὲν θὰ σ’ ἀφήσω».
Εἶπε καὶ μέσα στὴν σκηνὴν ἀγκαλιαστὰ τὸν πῆρε·
καὶ εἰς τὸ τομάρι, ποὺ ἅπλωσεν ὁ ἀκόλουθος, τὸν στρώνει.
Μὲ τὸ μαχαίρι ἀπ’ τὸ μερὶ τὸ πικρὸ βέλος βγάζει,
ἀπ’ τὴν πληγὴν μὲ χλιὸ νερὸ πλύνει τὸ μαῦρον αἷμα,
ρίζαν τοῦ ἔβαλε πικρήν, ποὺ πρῶτα μὲ τὰ χέρια
ἐμάλαξε, παυσίπονην, ποὺ τοῦ ἔπαυσε τοὺς πόνους
ὅλους, κι ἐστέγνωσε ἡ πληγή, κι ἐστάθηκε τὸ αἷμα.