Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Υ

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)
Συγγραφέας: Ὅμηρος
Ραψωδία Υ


Έτσι στα κοίλα πλοία ομπρός τριγύρω σου οι Αργίτες,
γιε του Πηλιά, αρματώθηκαν, αχόρταγε πολέμων·
και πάλε οι Τρώες αντικρύ στο καμποβούνι απάνου.
Κι' ο Δίας λέει της Θέμιστας σε συντυχιά να κράξει
κάθε θεό στου ορθόβραχου κορφοβουνιού την άκρη.    5
Κι' αφτή τρεχάτη από παντού προστάζει χέρι χέρι
κάθε θεόνε ως στου Διός τον πύργο να κοπιάσει.
Κανένα, εξόν ο Ωκιανός, δεν έλειψε ούτε ρέμα,
ξωθιά καμιά όσες χαίρουνται χορταριασμένους βάλτους
και βρύσες και πηγές νερών κι' όσες πανώρια δάσα.
Κι' όλοι σαν ήρθαν στου Διός τον πύργο, παν καθίζουν    10
στα μαρμαρόκοφτα θρονιά που του πατέρα Δία
του τάχε κάνει ο Ήφαιστος με τη σοφή του τέχνη.
Έτσι οι θεοί είταν στου Διός τον πύργο συναγμένοι.
Κι' όχι δεν είπε της θεάς μήτε της γης ο σείστης,
μόν πάει στον πύργο οχ του γιαλού τα βαθιά, και καθίζει    15
καταμεσύς τους κι' αρωτάει τον ορισμό του Δία
« Τί πάλι, Αργυροκέραβνε, σε συντυχιά μάς κράζεις;
» Κάτι για Τρώες κι' Αχαιούς σα ν' αναδέβει ο νους σου,
» τι τώρα αυτών ο πόλεμος είναι άσβυστα αναμένος.»
Τότε απαντάει ο συγνεφιάς του Κρόνου γιος, ο Δίας
« Σείστη της γης, μου μάντεψες με τί βουλή και γνώμη    20
» σας έκραξα· ναί, συλλογή που σφάζουνται τους έχω.
» Μα εγώ στα κορφοβούνια εδώ θα μείνω, κι' οχ τη ράχη
» θα χαίρουμαι το θέαμα· μα εσείς οι άλλοι κάτου,
» το προτιμάω, πηγαίνετε στον κάμπο, και βοηθάτε
» όπιους σας συμπαθά η καρδιά, θες Αχαιούς θες Τρώες.    25
» Μόνους αν του Πηλιά το γιο να πολεμάν αφίστε
» τους Τρώες, πάει αδύνατο και μιά στιγμή να μείνουν.
» Αφτοί και πριν θωρώντας τον τρεμούλιαζαν, μα τώρα
» που για το βλάμη κι' η ψυχή τού μάνιασε, φοβάμαι
» μήπως —γραμένο είτ' άγραφο— τη χώρα τούς πατήσει.»    30
Είπε, και σήκωσε φριχτή πολέμου ανεμοζάλη.
Κι' εφτύς όλοι οι θεοί κινούν στον πόλεμο να πάνε
μ' αντίθετους στο νου σκοπούς. Τί στο καραβοστάσι
η Ήρα η αρχιθέαινα, κι' η Αθηνά η Παλλάδα,
κι' ο σειστής πήγε Ποσειδός, κι' Ερμής ο καλοδότης
που νους γερός το νιόθωρο κεφάλι του στολίζει·    35
μαζί κι' ο Ήφαιστος φωτιά γιομάτος κούτσα κούτσα
ροβόλαε... κούτσα, μα γοργά του δρόμιζαν τα πόδια.
Μα ο Άρης πήγε ο πλουμιστός στους Τρώες, και μαζί του
το ρέμα ο Ξάνθος κι' η Λητό κι' η ρόδινη Αφροδίτη
κι' η σαϊτέφτρα Άρτεμη κι' ο σγουρομάλλης Φοίβος.    40
Τότε όσο στέκανε οι θεοί απ' τους αθρώπους χώρια,
τόχαν μεγάλη οι Δαναοί χαρά που ο Αχιλέας
βγήκε στον κάμπο, και καιρό σπαθί δεν είχε αγγίξει·
όμως τρέμουλα σύγκορμη τους Τρώες παραλούσε
κι' απελπισιά, που το γοργό θωρούσαν Αχιλέα    45
καθώς μες στ' άρματα άστραφτε σα θνητοφάγος Άρης.
Μα όταν μιάς σμίξανε οι θεοί τ' αθρώπινα κοπάδια,
ξεσπά η Αμάχη ανήμερη, χουγιάζει κι' η Παλλάδα,
πότε όρθια απ' όξω απ' το τειχί και το σκαφτό χαντάκι,
πότε μακρόσκουζε κοντά στ' αφρόδαρτα ακρογιάλια·    50
κι' έσκουζε ο Άρης αντικρύ σα σίφουνας στους Τρώες
άγρια οχ του κάστρου την κορφή, και πότε πιλαλούσε
κοντά στο ρέμα πίσω ομπρός στ' Ωριοκολλώνι απάνου.
Έτσι οι παντοτινοί θεοί τους διο στρατούς τρακαίρνουν
πυρώνοντας τους, και βαρύ στη μέση ανάβει πάθος.    55
Και βρόντησε άγρια των θεών κι' αθρώπων ο πατέρας
οχ τα ούράνια· κάτωθες κι' ο Ποσειδός τραντάζει
της γης τον όγκο, των βουνών τις αψηλές κορφάδες.
Κι' όλες οι ράχες σάλεβαν της πηγοδότρας Ίδας,
σαλέβανε όλοι οι πόδες της, το κάστρο, τα καράβια.    60
Τρόμαξε κάτου ο Πλούτονας, ο νεκραφέντης τ' Άδη,
κι' εφτύς πηδάει απ' το θρονί και σκούζει, φοβισμένος
τη γη μη σπάσει ο Ποσειδός, της γης απάνου ο σείστης,
και σε θνητούς κι' αθάνατους φανεί η φριχτή φωλιά του,
μούχλα και πίσσα, που οι θεοί μ' ανατριχιά τη βλέπουν.    65
Κι' ο κάμπος ξέχειλος στρατό χαλκολαμποκοπούσε    156
απ' άντρες κι' άλογα, κι' η γης κροκρότιζε απ' τα πόδια.
Εκεί χοιμάει μες στων οχτρών τη μέση ο Αχιλέας    381
μ' αψές φωνές και με καρδιά αρματωμένη θάρρος.
Και πρώτος τρώει το Βιφιτιό, λεβέντη γιο του Οτρύντα,
τρανά αρχηγό, που μιά ξωθιά τον γέννησε στο πλούσιο
χωριό της Ύδας, στα ριζά του χιονισμένου Τμώλου·    385
αφτόν, εκεί ίσα πούτρεχε, στης κεφαλής τη μέση
τον κρούει με τ' όπλο, π' άνοιξε σε διο κομάτια η κάρα.
Κι' έσκασε χάμου, κι' ο λαμπρός παινέφτηκε Αχιλέας
« Ψόφα του Οτρύντα γιε, κορμί πιο φαντασμένο απ' όλους !
» Εδώ θα ρέψεις, κι' η γενιά ας σου βαστά απ' τη λίμνη    390
» τη Γύγια, οπούχει γονικό μετόχι σας στην άκρη,
» κοντά στου Χύλλου τα νερά, στα κύματα του Χέρμου.»
Έτσι είπε, και βασίλεψαν του Βιφιτιού τα μάτια,
κι' αφτού στη μπροστινή γραμμή της μάχης με τις ρόδες
τον λιάνιζαν των Αχαιών τα πλουμισμένα αμάξα.
Δέφτερο του Πηλέα ο γιος καρφώνει στο μηλίγγι
μέσα απ' το κράνο τ' όμορφο τον άρχο Λιοντοδήμο,
γιο τ' Αντηνόρου και γερό της μάχης παλικάρι·
και δεν αμπόδισε ο χαλκός, γιατί μ' ορμή περνώντας
η μύτη τ' όπλου ξέσκισε το κόκκαλα, και λιώμα
μέσα όλος τούγινε ο μιαλός και κόπηκε η αντριά του.    400
Τον Ιπποδάμα παρακεί, σαν πήδησε οχ τ' αμάξι
κι' έφεβγε ομπρός του, τούμπηξε στους ώμους το κοντάρι.
Κι' αφτός φυσούσε μούγκριζε, σαν τάβρος που μουγκρίζει
σαν τον τραβούνε οι νιοι μπροστά στον Ελικώνιο αφέντη
ναν του τον σφάξουν, κι' ο θεός θωρώντας καμαρώνει·    405
έτσι ενώ μούγκραε, η αντρικιά φτερούγιασε ψυχή του.
Κατόπι τον Πολύδωρο με το κοντάρι τρέχει
να πιάσει, του Πριάμου γιο. Πού ο γέρος του πατέρας
στη μάχη δεν τον άφινε να βγει, τι στερνοπαίδι
τον είχε ακριβογέννητο και πιο τον αγαπούσε·    410
μα τότε αφτός απ' αμιαλιά —ζητώντας γοργοσύνη
να δείξει, τι στο τρέξιμο κάθε άλλο νιο νικούσε—
πιλάλαε με τους μπροστινούς ως που τον ήβρε ο χάρος.
Γιατί στη μέση τον βαράει με τ' όπλο ο Αχιλέας—
δίπλα ενώ πέρναε φτερωτός—στου ζουναριού τα μέρη,
εκεί που σμίγανε τα διο χρυσόμορφα θηλύκια    415
με πίσω διπλοτσάτιραζο· κι' αντίκρυ τ' όπλου η μύτη
πρόβαλε, εκεί στον αφαλό. Και ξεφωνώντας πέφτει
στο γόνα ο νιός, ενώ πυκνή τον σκέπαζε θολούρα,
κι' έγυρε αρπώντας τ' άντερα σιμά του με τα χέρια.
Κι' ο Έχτορας τον αδερφό σαν είδε που κρατώντας
στα χέρια τ' άντερα έγερνε να πέσει, εφτύς σα ζάλη    420
τα μάτια του συγνέφιασε, και πια απ' τη μάχη αλάργα
δεν τον βαστάς ν' αργογυρνάει, μόν το βαρύ κοντάρι
σιώντας στον Αχιλέα ομπρός, χοιμάει θαρρείς σα φλόγα.
Κι' αφτός τον βλέπει, εφτύς πηδάει και κράζει με περφάνια,
« Να το θεριό που την ψυχή μού μάσησε ως στη ρίζα,    425
» που μούσφαξε τ' αδέρφι μου ! Κρυφτούς πια εδώ δεν έχει,
» παρά θα δούμε τώρα εφτύς πιός θενά φάει τον άλλο.»
Είπε, τον κοίταξε λοξά και του φωνάζει πάλι
« Έλα σιμά να μπεις γοργά στου χάρου τα πλεμάτια !»
Μα δίχως φόβο απάντησε ο Έχτορας και τούπε    430
« Γιε του Πηλέα, εγώ παιδί δεν είμαι, και με λόγια
» δε με τρομάζεις, τι κι' εγώ το ίδιο αν θες κατέχω
» να σου μιλήσω προσβολές και να σου πω βλαστήμιες.
» Το ξέρω, εσύ είσαι δυνατός, κι' ίσως εγώ όχι τόσο·
» μά 'ναι στα χέρια των θεών, χειρότερος ή όχι,    435
» μπορεί ίσως να σε σφάξω εγώ και να σε στείλω πρώτος
» στον Άδη, τι σα μυτερό μπροστά κι' εμένα τ' όπλο.»
Είπε, και σιώντας τόρηξε· μα του Διός η κόρη
με μιά πνοή τ' αλάργεψε μακριά απ' τον Αχιλέα,
φυσώντας το αλαφρά αλαφρά· κι' αφτό γυρίζει πίσω    440
και πέφτει χάμου, αφτού μπροστά στου Έχτορα τα πόδια.
Χύνεται ο άλλος σα θεριό, με λύσσα κι' αλυχτώντας
φριχτά· μα του τον άρπαξε ο Φοίβος, έτσι αμέσως
σα δα θεός, και με πυκνό τον σκέπασε σκοτάδι.
Τρεις τότες χύθηκε βολές ζητώντας ναν τον σφάξει,    445
και τρεις με τ' όπλο τη βαθιά κοπάνισε θολούρα·
μα όταν και τέταρτη όρμησε λες σα στοιχιό οχ τον Άδη,
τότε έμπηξε φριχτή φωνή και τούπε αφτά τα λόγια
« Πάλε απ' το χάρο σώθηκες, σκυλί! Μιά τρίχα ακόμα
» και σ' έτρωγα. Σε γλύτωσε πάλε, σκυλί, ο Απόλλος,    450
» π' όλο και θάν του κλαίγεσαι σαν έρχεσαι στη μάχη.
» Έννια σου ! σα σε βρω ξανά, σου πίνω εγώ το αίμας,
» αν έχω δα κι' εγώ θεούς βοηθητικούς μου κάπου.
» Μα τώρα πάω τους Τρώες σου να σφάξω, όπιον πετύχω.»
Έτσι είπε, και μεσόσβερκα το Δρύοπα ακοντίζει    455
και τον σωριάζει εκεί μπροστά στα πόδια του. Κατόπι
αφίνει αφτόν, κι' άντρα γερό λεβέντη, το Δημούχο,
πεδούκλωσε, μιά κονταριά στο γόνα σφίγγοντάς του,
και με τη σπάθα του έπειτα τον τέλιωσε για πάντα.
Ύστερα τρέχει και διο γιους του Βιά, το Λαογόνο    460
και Δάρδανο, οχ τ' αμάξι τους γκρεμίζει, τι τη σπάθα
στον ένα μπήγει από κοντά, στον άλλον το κοντάρι.
Τον Τρώα, τ' Αλαστόρου γιο —αφτός του πέφτει ομπρός του
στα πόδια, μην τον λυπηθεί και τη ζωή τ' αφίσει,    464
ο έρμος! μα δεν τόξερε πως άδικα λαλούσε,    466
τι δα απαλόκαρδη ψυχή και μαλακιά δεν είχε,
παρά θεριού. Και τούπιασε ο Τρώας με τα χέρια
τα γόνατα του, θέλοντας να πει, ναν τον ξορκίσει,
μα αφτός στο σκώτι τούμπηξε τη λάμα, και το σκώτι
του ξεκολνάει, και μελανά τα αίματα αναβρύζουν    470
και όλο τον κόρφο πλημμυρούν, κι' ενώ 'βγαινε η ψυχή του,
τα διο τα μάτια ολόμαβρο τού σκέπασε σκοτάδι.
Τότες στο Μόλη πάει κοντά και τον τρυπάει στ' αφτί του,
κι' ως στ' άλλο του ίσα πέρασε ο τροχισμένος στόκος.
Κατόπι τ' Αγηνόρου γιο, τον Έχεκλο, σπαθίζει
στην κεφαλή κατάμεσα, π' όλη απ' το αίμα μέσα    475
ζεστάθη η σπάθα του η φαρδιά, κι' έτσι στον Άδη κάτου
τον πήγε ο μάβρος θάνατος κι' η άπονη του η μοίρα.
Και το Δεφκάλη ακόμα, εκεί που στον αγκώνα σμίγουν
τα διο ποντίκια, του τρυπάει με τ' όπλο το βραχιόνι.
Έτσι με χέρι αφτός βαρύ τον πρόσμενε, θωρώντας    480
το χάρο ομπρός του· μιά σπαθιά τού κατεβάζει εκείνος
στο σνίχι, και πετάει μακριά κάρα μαζί και κράνο.
Οχ τα σφοντύλια πήδηξε τότε όξω το μεδούλι,
κι' εκείνος χάμου στρώθηκε μακρύς πλατύς στις σκόνες.
Έπειτα ορμάει τον άρχοντα να πιάσει γιο του Πείρου,
το Ρίγμο, π' οχ την καρπερή ότι είχε φτάσει Θράκη,    485
και μιά του δίνει π' ο χαλκός μες στην κοιλιά τού μπήκε,
κι' ήρθε απ' τ' αμάξι ανάποδα. Μα και του παραγιού του
Αρήθου, ενώ τα διο φαριά προσπάθαε να γυρίσει,
του κάθισε μιά κονταριά στη ράχη, κι' οχ τ' αμάξι
έπεσε χάμου κι' έφυγαν τα ζα του σαστισμένα.
Πώς παίρνει σβάρνα λαγκαδιές βαθιές φωτιά μεγάλη    490
σ' όρος ξερό και καίγουνται τα πεφκοπλήθια δάση,
και φλόγα ο άνεμος παντού σκορπάει στριφοκλωθώντας·
έτσι ξοπίσω απ' τους οχτρούς σα λάμια λες με τ' όπλο
χοιμούσε σκότωνε, κι' η γης κατέβαζε αίμα μάβρο.
Πώς ζέβεις βόδια ασερνικά μεγάλα κουτελάτα    495
και τρίβεις σταροκρίθαρο σε μαρμαρένια αλώνια,
κι' εφτύς λιανό όλο γίνεται απ' των βοδιών τα πόδια·
έτσι και τ' άπιαστα άλογα του ξακουστού Αχιλέα
νεκρούς πατούσαν κι' άρματα, κι' όλο τ' αξόνι κάτου
κι' οι αμαξόγυροι είτανε πασπαλισμένοι μ' αίμας    500
απ' τις σταλιές που των τροχών πετούσαν τα στεφάνια
και τ' αλογόνυχα. Κι' αφτός δε χόρταινε να σφάζει,
κι' έβαφε μ' αίμας μελανό τ' αζύγωτά του χέρια.