Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Ζ

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)
Συγγραφέας: Ὅμηρος
Ραψωδία Ζ


Κι' έμειναν μόνοι οι Δαναοί να πολεμάν κι' οι Τρώες·
κι' ώρα ξανάσμιγαν δεξά ώρα ζερβά στον κάμπο,
κι' έρηχναν ένας τ' αλλουνού τα φράξινα κοντάρια
ανάμεσα απ' τα ρέματα του Ξάνθου και Σιμόη.
Πρώτος του Τελαμώνα ο γιος, των Αχαιών το κάστρο,    5
έσπασε λόχο Τρωικό κι' αλάφρωσε τους φίλους,
άντρα λεβέντη ορθόκορμο τρυπώντας, τον Ακάμα,
που μες στους Θράκες είτανε το πιο καλό κοντάρι.
Αφτόνε πρώτος βάρεσε στου φουντοπλούμιου κράνους
τη λάμα, κι' έμπηξε μπροστά στο κούτελο του τ' όπλο·    10
κι' ως μέσα χώθηκε ο χαλκός του στόκου, διαπερνώντας
το κόκκαλα, και σκοτεινιά του σκέπασε τα μάτια.
Και σκότωσε τον Άξυλο ο τολμηρός Διομήδης,
του Τέφτρου γιο, που κάθουνταν στην ομορφοχτισμένη
Αρίσβα, κι' είχε βιός πολύ και φίλους τους αθρώπους,
τι φίλεβε όλους έχοντας στη στράτα απάνου πύργο.    15
Μα πούταν τότε αφτοί μπροστά να μπουν και να προλάβουν
τη συφορά, τι και των διό τους έφαγε το μάτι,
κι' εκείνου και του παραγιού Καλήσου, που τα γκέμια
του βάσταε τότες. Έτσι αφτοί πήγαν κι' οι διό στον Άδη.
Και τον Οφέλτη ο Βρύπυλος σκοτώνει και το Δρήσο,    20
κι' έπειτα ορμάει τον Αίσηπο και Πήδασο να πιάσει,
πούχε η νεράϊδα Αβάρβαρη μιά μέρα κανωμένους
με το λεβέντη Βουκολιό. Αφτός του Λαομέδου
ο πιο μεγάλος είταν γιος, κρυφά ξεγεννημένος,
και τάψησε όξω στη βοσκή με τη χρυσή νεράϊδα,    25
κι' εκείνη αγόρια δίδυμα γκαστρώθηκε και κάνει.
Αφτούς, ο γιος του Μηκιστιά τους νέκρωσε τα κάλλη
και την ψυχή, και τ' άρματα τους έβγαλε απ' τους ώμους.
Κατόπι τον Αστύαλο ο Πολυποίτης σφάζει.
3Ο Μια του Δυσσέα κονταριά ξαπλώνει τον Πιδύτη·
το θεογέννητο Αρετά κι' ο Τέφκρος θανατώνει,
και κάρφωσε ο Αντίλοχος με το λαμπρό κοντάρι
τον Αβληρό. Τ' Ατρέα ο γιος τον Έλατο σκοτώνει,
πούχε πατρίδα τον γκρεμό της Πήδασος, στην άκρη
κοντά του Σάτνη πόταμου με το καθάριο ρέμα.    35
Το Φύλακο, εκεί πούφεβγε, ο αντριωμένος Λήτος,
τόνε τρυπάει· κι' ο Βρύπυλος σκοτώνει το Μελάνθη.
Έπειτα πιάνει ζωντανό τον Άδραστο ο Μενέλας.
Τι τ' άτια καθώς έτρεχαν στον κάμπο αλαφιασμένα,
τούμπλεξαν σε μυρχιάς κλαδί, και το καμπύλο αμάξι
του τόσπασαν μπροστά μπροστά στ' ατιμονιού την άκρη·    40
και παίρνουν τ' άτια του καστριού το δρόμο με τους άλλους
που δειλιασμένοι φέβγανε, κι' αφτός όξω απ' τ' αμάξι
κοντά στη ρόδα πίστομα κατρακυλάει και πέφτει
στα βούρκα μέσα ξαπλωτός. Εκεί ο γερός Μενέλας
σιμά του αμέσως βρέθηκε κρατώντας το κοντάρι.
Με περικάλια ο Άδραστος τού πέφτει στα ποδάρια    45
« Πάρε με, αφέντη, ζωντανό, και ξαγορά θα λάβεις.
» Έχει μεγάλους θησαβρούς στου πλούσιου μου πατέρα,
» χαλκό, χρυσάφι, σίδερο δυσκολοδουλεμένο·
» και θα μετρήσει ο γέρος μου πολλά για να με σώσει,
» αν μάθει ακόμα ζωντανό πως μ' έχουν στα καράβια. »    50
Είπε, και σα ναν τούπειθε το νου στα στήθια μέσα,
κι' ότι έκανε του παραγιού ναν του τον δώκει δίπλα
ναν του τον πάει στα γλήγορα καράβια, νά! τρεχάτος
ο αδερφός του απ' αντικρύ προφταίνει και του σκούζει
« Μενέλα, α μα αδερφούλη μου, τί τους φυλάς τους άντρες ;    55
» Σ' τόσαξαν τάχα μιά χαρά το σπιτικό σου οι Τρώες!
» Έτσι από δάφτους τώρα εδώ ρουθούνι μη γλυτώσει
» απ' τ' Άδη τα κατάβαθα κι' απ' τα δικά μας χέρια,
» μηδ' όπιο ακόμα ασερνικό μες σε κοιλιά ναι μάννας,
» ας μη γλυτώσει μήτε αφτό, μον άφαντοι απ' την Τροία
» όλοι ας χαθούνε σύγκληροι χωρίς θαφή και κλάμα ! »    60
Μ' αφτά τα λόγια τ' αδερφού τού γύρισε τη γνώμη,
σαν που του μίλησε σωστά. Κι εκείνος με το χέρι
αμπώχνει τ' αρχοντόπουλο αλάργα από κοντά του·
κι' ο Αγαμέμνος μιά ακόντια του ζάφτει στο λαγγόνι
και τον ξαπλώνει ανάσκελα, και βάζοντας το πόδι
στα στήθια απάνου, όξω τραβάει το φράξινο κοντάρι.    65
Χούγιαξε τότε ο Νέστορας με μιά φωνή μεγάλη
« Βλαστάρια τ' Άρη ξακουστά, Αργίτικα ξεφτέρια,
» μη τώρα πλιάτσικα! κανείς μην καρτεράει ξοπίσω
» ζητώντας με τα πιο πολλά στα πλοία να γυρίσει,
» παρά έλα ομπρός! ας σφάζουμε νομάτους, και στον κάμπο    70
» στερνά τα παίρνετε ήσυχοι κι' αφτά απ' τους σκοτωμένους. »
Είπε, και σ' όλους έβαλε απόφαση και θάρρος.
Τότες οι πολεμόχαροι Αργίτες μες στο κάστρο
τους Τρώες πίσω θάκλειναν τρομοκυριεμένους,
ανίσως κι' ο λεβέντης γιος του βασιλιά Πριάμου,    75
ο Έλενος, ο πιο βαθύς απ' τους προφήτες όλους,
δεν πάγαινε στον Έχτορα να πει και στον Αινεία
« Αινεία κι' Έχτορα, επειδής σ' εσάς απάνω στέκει
» απ' όλους πιο πολύ η δουλιά, και Τρώες και Λυκιώτες,
» σαν που σε κάθε ανάγκη μας, θες συντυχιά θες μάχη,
» τόσο πιο αξιότεροι είστε εσείς, σταθείτε αφτού κι' ολούθες    80
» τρέξτε, και το λαό μπροστά στις πόρτες σταματήστε,
» πριν πάλι φύγουν και χωθούν στων γυναικών τους κόρφους
» και καταντήσουμε όλοι μας ρεζίλι των οχτρών μας.
» Έτσι σα βάλτε πια καρδιά στα τάγματά μας όλα,
» μένουμε οι άλλοι εμείς εδώ και πολεμούμε πάντα,
» τι πρέπει, κι' έτσι ας είμαστε κατασακατεμένοι·    85
» Έχτορα, μόνε σύρε εσύ στη χώρα, και της μάννας
» πες της σαν πας· τις προεστές ας μάσει κι' ας ανέβει
» στης Αθηνάς την εκκλησά πας στου καστριού την άκρη,
» και τ' άγιου χτήριου ανοίγοντας με το κλειδί την πόρτα,
» όπιο έχει πέπλο πιο όμορφο κι' απ' όλα πιο μεγάλο    90
» και που στον πύργο πιο πολύ το λαχταρά η καρδιά της,
» αφτό στης σεβαστής θεάς τα γόνατα ας το βάλει,
» και πες να τάξει δώδεκα γελάδες πως θα σφάξει
» χρονιάρικες απείραγες στην εκκλησά της μέσα,
» αν την πατρίδα σπλαχνιστεί τα τέρια τα παιδιά μας    95
» μήπως αλάργα απ' το καστρί βαστάξει το Διομήδη,
» άγριο στρατιώτη, της σφαγής ατρόμητο τεχνίτη,
» που στην αντριά ξεπέρασε θαρρώ όλους τους Αργίτες.
» Τόσο ούτε καν τον Αχιλιά δεν τρέμαμε ποτές μας
» που λεν πως είναι γιος θεάς· μα αφτός παραλυσσάζει,    100
» και τέρι στην παλικαριά δεν έχει εδώ κανένα.»
Είπε, κι' εκείνος άκουσε τα λόγια τ' αδερφού του
κι' αμέσως χάμου πήδηξε με τ' άρματα απ' τ' αμάξι.
Και σιώντας τα διό κοφτερά κοντάρια πήγε ολούθες
μες στο στρατό, και φώναζε να πολεμάν και σφάζουν,    105
και σήκωσε άγριο πόλεμο. Γύρισαν τότε οι Τρώες
κι' αντίκρυσαν τους Αχαιούς· κι' αφτοί κωλώνουν πίσω
και παραιτάνε τη σφαγή, τι λέγανε στο νου τους,
κάπιος κατέβηκε θεός τους Τρώες να βοηθήσει
απ' τον αστρόφωτο ουρανό· έτσι γυρίσανε όλοι !
Τότες φωνάζει ο Έχτορας με μιά φωνή μεγάλη    110
« Τρώες λιοντόκαρδοι, κι' εσείς κοσμάκουστοι συμμάχοι,
» άντρες φανείτε, βρε παιδιά, και την παλικαριά σας
» μην ξαστοχάτε, όσο που εγώ να τρέξω ως μες στη χώρα
» να πω στους γεροπροεστούς και στα γλυκά μας τέρια
» να τάξουν των θεών σφαχτά και προσεφκές να κάνουν ! »    115
Είπε, και φέβγει σείνοντας πας στην κορφή τη φούντα.
Και στο κορμί ζερβόδεξα, το σνίχι κι' αστραγάλους
τού τους χτυπούσε το μουντό τομάρι, που στην άκρη
σκέπαζε της αφαλωτής ασπίδας το στεφάνι.
Κι' ο Γλάφκος, τ' Απολόχου ο γιος, κι' ο άσκιαχτος Διομήδης,
μαζί στη μέση των στρατών να χτυπηθούνε ορμούσαν.    120
Και σα ζυγώσανε σιμά με τ' άρματα στα χέρια
πρώτα ο Διομήδης άνοιξε το στόμα να μιλήσει
« Και πιός, ασίκη μου, είσαι εσύ απ' τους θνητούς αθρώπους
» Τι πριν δε σ' είδα εγώ ποτές στη δοξοδότρα μάχη.
» Μα τώρα μίλια πέρασες πάσα αρχηγό στην τόλμη,    125
» που το δικό μου αντίκρυσες μακρόδρομο κοντάρι.
» Μα στην οργή μου αδιαφορούν παιδιά δυστυχισμένων...
» Αν όμως είσαι τ' ουρανού θεός κατεβασμένος,
» εγώ μ' αθάνατους θεούς δεν πάω να πολεμήσω.
» Τι και του Δρύα ακόμα ο γιος, ο δυνατός Λυκούργος,    130
» δεν πρόκοψε που με θεούς ζητούσε να μαλώνει·
» που μιά φορά του μανιακού Διονύσου τις βυζάχτρες
» στης Νύσας το πυκνό βουνό τις πήρε κηνηγώντας,
» κι' εκείνες χάμου τα δαδιά πετούσαν σαν τις χτύπαε
» με τη βουκέντρα. Κι' ο θεός τρυπώνει απ' την τρομάρα    135
» μέσα στο κύμα του γιαλού· κι' η Θέτη σαν τον είδε,
» τον πήρε και τον έκρυψε μες στο λεφκό της κόρφο,
» τι απ' του Λυκούργου τις φωνές τρεμούλιαζε σα φύλλο.
» Έτσι οι γλυκόζωοι θεοί τον μίσησαν, κι* ο Δίας
» τον τύφλωσε, και πια πολύ δεν έζησε στον κόσμο
» μιάς κι' οι αθάνατοι θεοί τον πήραν όλοι σ' έχτρα.    140
» Έτσι ούτε εγώ με τους θεούς να πολεμάω δε θέλω.
» Αν όμως είσαι απ' τους θνητούς που τρων της γης το σπέρμα
» έλα κοντά να μπεις γοργά στου Χάρου τα πλεμάτια. »
Κι' ο Γλάφκος πάλε απάντησε και του Διομήδη, τούπε
« Τί τη γυρέβεις τη γενιά, λιοντόψυχε Διομήδη ;    145
» Ξέρεις των φύλλων τη γενιά ; και των θνητών την ξέρεις.
» Άλλα απ' τα φύλλα κατά γης σκορπάει τ' αγέρι, κι' άλλα
» προβάλλουν με την άνοιξη στα φουντωμένα δάση·
» έτσι κι' οι άντρες άλλοι παν και ξαναβγαίνουν άλλοι.
» Μα αν ναν τα μάθεις θες κι' αφτά, και θες να καλοξέρεις    150
» πιά 'ναι η γενιά μου— και πολλοί στον κόσμο την κατέχουν—
» βρίσκεται στ' Άργους την καρδιά μιά πολιτεία, η Κόρθο,
» κι' εκεί είταν κάπιος Σίσυφος, ο πιο μαργιόλος άντρας
» που ο κόσμος είδε —ο Σίσυφος, βλαστάρι του Αιόλου—
» κι' αφτός το Γλάφκο γέννησε, κι' ο Γλάφκος τον πανώριο    155
» Βελλεροφόντη, που οι θεοί τον στόλισαν με χάρες,
» με χάρες και με λεβεντιά και παλικαροσύνη.
» Όμως ο Προίτος τόβαλε στο νου ναν τον χαλάσει
» κι' απ' το χωριό τον έδιωξε, τι είταν στην Κόρθο απ' όλους
» πιο δυνατός, και βασιλιά τον είχε στήσει ο Δίας.
» Κι' ο λόγος, γιατί η Προίταινα τρελάθηκε μαζί του,    160
» η θεϊκιά Άντια, κι' ήθελε να κρυφαγκαλιαστούνε,
» μα εκείνος δεν την άκουγε, σαν τίμιο παλικάρι.
» Και πάει αφτή και λέει ψεφτιές του βασιλιά του Προίτου
» 'Προίτο, του Γλάφκου, έτσι να ζεις, το γιο ναν τον σκοτώσεις,
» π' αθέλητά μου θέλησε να πάρει την τιμή μου.'    165
» Πιάνει ο θυμός το βασιλιά ν' ακούσει τέτιο πράμα,
» μα δεν τον σκότωσε, ως αφτού δε βάσταξε η καρδιά του,
» μόν στη Λυκιά μ' απόκρυφα τον προβοδάει σημάδια
» θανάτου, μες σε διπλωτό σανίδι σκαλισμένα,
» και ναν τα δείξει τούλεγε στο γέρο πεθερό του,    170
» για να χαθεί. Έτσι κίνησε για της Λυκιάς τα μέρη,
» κι' η χάρη των αθανάτων θεών τον οδηγούσε.
» Και πια σαν ήρθε ως στη Λυκιά π' αφροδροσίζει ο Ξάνθος,
» καλόκαρδα τον δέχτηκε του τόπου ο βασιλέας·
» μέρες εννιά τον φίλεβε και βόδια εννιά του σφάζει.
» Και τότες, με τη δέκατη τριανταφυλλένια αβγούλα,    175
» τόνε ξετάζει και ζητάει να δει σαν τι σημάδια
» πέρα απ' την Κόρθο τούφερνε κι' απ' το γαμπρό του Προίτο.
» Κι' εφτύς σαν είδε τ' άσκημα σημάδια του γαμπρού του,
» πρώτα να πάει τον πρόσταξε τη σκιαχτερή Κατσίκα
» να σφάξει. Αφτή είταν θεϊκό, κι' όχι θνητώνε θρέμμα,    180
» λιοντάρι ομπρός, καταμεσύς κατσίκα, πίσω δράκος,
» κι' έβγαζε φλόγες και φωτιές απ' τα πλατιά ρουθούνια.
» Κάνει καρδιά από θεϊκά σημάδια και παγαίνει
» και τη σκοτώνει. Δέφτερους τους ξακουστούς Σολύμους
» πήγε και βάρεσε· γι' αφτό τον πόλεμο ιστορούσε    185
» πως τάχα απ' όλους τούδωκε τον πιο μεγάλο κόπο.
» Τρίτες τις αντροδύναμες ξεπάστρεψε Αμαζόνες.
» Άλλη παγίδα ο βασιλιάς στο γυρισμό τού στήνει·
» στέλνει τα πιο καλύτερα του τόπου παλικάρια
» και τον παραμονέβουνε· μα πίσω πια δεν ήρθαν,
» τι τους θανάτωσε ο λαμπρός Βελλεροφόντης όλους.    190
» Σαν είδε θρέμμα πια θεού πως είταν αντριωμένο,
» αφτού κοντά του τον κρατάει, του δίνει μιά του κόρη,
» και τυχερά απ' του βασιλιά μισά του δίνει απ' όλα.
» Και για κυβέρνα του ο λαός και γης καλό κομάτι
» του χάρισε απ' τα διαλεχτά, μ' αμπέλι και χωράφι.    195
» Μα όταν κι' αφτόν τον μίσησαν όλοι οι θεοί κατόπι,    200
» αφτός γυρνούσε έτσι έρημος στο Γυριστόνε κάμπο.
» και με καημένη την καρδιά τ' απόμερα ζητούσε.    202
» Κι' εκείνη τρία τούκανε παιδιά, η βασιλοπούλα,    196
» τον Ίσαντρο, κι' Απόλοχο, τη Λαοδάμη τρίτη.
» Τη Λαοδάμη αγάπησε ο καρδιογνώστης Δίας
» και γέννησε το Σαρπηδό, χαλκόπλιστο πρωτάρχο.    199
» Και σκότωσε τον Ίσαντρο ο θνητοφάγος Άρης    203
» μιά μέρα πούχε πόλεμο με τους τρανούς Σολύμους.
» Την κόρη θύμωσε η θεά με το χρυσό δοξάρι    205
» και θέρισε. Ο Απόλοχος κι' αφτός με κάνει εμένα —
» ναι εκείνου γιος παινιέμαι εγώ πως είμαι— και στην Τροία
» να πολεμήσω μ' έστειλε και τόσα περικάλια
» μούκανε, πάντα στη σφαγή να φαίνουμαι απ' τους πρώτους
» κι' απ' όλους πιο καλύτερος, μην τύχει και ντροπιάσω
« το γένος των πατέρων μου π' ατρόμητα κοντάρια
» και μες στην Κόρθο στάθηκαν και στης Λυκιάς τους κάμπους.    210
» Λοιπόν να η φύτρα κι' η γενιά που μ' έσπειραν εμένα.»
Έτσι είπε, κι' αναγάλλιασε ο τρομερός Διομήδης.
Τ' όπλο του κάρφωσε στη Γης που θρέφει κάθε πλάσμα,
κι' έτσι είπε μ' ήμερη φωνή στο στρατολάτη Γλάφκο
« Βλάμη μου σ' έχω πατρικό απ' τα παλιά τα χρόνια.    215
» Γιατί ο Βοινέας μια φορά στο σπίτι το λεβέντη
» Βελλεροφόντη ως είκοσι φιλοξενούσε μέρες.
» Μάλιστα οι διο τους κι' άλλαξαν πανώρια θυμητάρια.
» Ζουνάρι ο ένας έδωκε κοκκινολαμπρισμένο,
» κι' ο γιος του Γλάφκου ένα χρυσό πλουμότεχνο ποτήρι,    220
» π' ακόμα σπίτι βρίσκουνταν, για δω σαν ξεκινούσα.    221
» Για τούτο κι' είμαι βλάμης σου εγώ μες στ' Άργος τώρα,    224
» και στη Λυκιά 'σαι πάλε εσύ αν από κει περάσω.    235
» Κι' απ' τα κοντάρια μας οι διο παράμερα ας τραβάμε,
» και μες στ' ανάστα της σφαγής. Και Τρώες και συμμάχους
» έχει πολλούς να σφάξω εγώ όπιον μου στείλει ο Δίας
» και τον προφτάσω τρέχοντας, πολλοί είναι πάλε Αργίτες
» για σένα εδώ όπιον δύνεσαι στη γης να στρώσεις χάμου.
» Κι' έλα ας αλλάξουμε άρματα, έτσι να δουν εδώ όλοι    230
» πως είμαστε αδερφοποιτοί απ' τους παπούληδές μας.»
Είπαν, και χάμου πήδησαν, και το δεξύ τους χέρι
πιάσανε ο ένας τ' αλλουνού κι' ορκίστηκαν αγάπη.
Μόνε του πήρε τα μιαλά, του Γλάφκου, τότε ο Δίας,
που πήγε κι' άλλαξε άρματα με το Διομήδη τότες,    235
χρυσά με χάλκινα, εκατό βοδιών μ' εννιά βοδιώνε.
Κι' ο Έχτορας τότε έφτασε μπροστά στο Ζερβοπόρτι
και στην οξά, κι' εκεί σωρός των Τρώωνε οι γυναίκες
κι' οι κόρες τρέχανε όλες τους και γύρω τον ρωτούσαν
για άντρες να μάθουν και παιδιά, για σαστικούς κι' αδέρφια.
Κι' αφτός τους είπε στους θεούς να δεηθούνε, σ' όλους    240
με την αράδα· τι πολλές είχαν να πιούν φαρμάκια.
Όμως σαν ήρθε στο λαμπρό τον πύργο του Πριάμου,
φτιασμένο με διό λιακωτά καλοπελεκημένα—
πούχε πενήντα μέσα του γιατάκια στην αράδα
από πελεκητόπετρα, και του Πριάμου μέσα    245
οι γιοι πλαγιάζανε κοντά στα λατρεφτά τους τέρια·
και για τις κόρες πάλε εκεί μες στην αβλή απ' αντίκρυ
είταν ανώι και δώδεκα γιατάκια στην αράδα
από πελεκητόπετρα, και του Πριάμου μέσα
πλάγιαζαν οι γαμπροί κοντά στα λατρεφτά τους τέρια—    250
νά ! βγήκε ομπρός του η σπλαχνικιά μητέρα του, π' αγνάντια
στης Λαοδίκης πάγαινε, της πιο όμορφής της κόρης,
και πήγε τον αγκάλιασε και τούπε με λαχτάρα
« Παιδί μου, τί ήρθες κι' άφηκες τη λύσσα του πολέμου ;
» Αχ οι καταραμένοι οχτροί πολύ σας τυραγνούνε    255
» γύρω στη χώρα, κι' η καρδιά εδώ σε στέλνει εσένα
» στο Δία, απάνου απ' το καστρί, τα χέρια να σηκώσεις.
» Μόν στάσου, μιά γουλιά κρασί θα τρέξω να σου φέρω,
» πρώτα του Δία μιά σταλιά και των θεών των άλλων
» να στάξεις, κι' έπειτα να πιεις κι' εσύ να συνεφέρεις.    260
» Γιατί ανασταίνει τα κρασί ξανά τους κουρασμένους,
» όπως κι' εσύ κουράστηκες βοηθώντας τους δικούς σου.»
Τότε ο λεβέντης Έχτορας της απαντάει διό λόγια
« Μη με κερνάς καρδόγλυκο κρασί, καλή μου μάννα,
» μη μ' αποστάσεις κι' όρεξη δεν έχω πια για μάχη.    265
» Σκιάζουμαι κιόλας μ' άνιφτα τα χέρια το φλογάτο
» κρασί στο μαβροσύγνεφο να στάξω γιο του Κρόνου·
» μήτε π' ακούστηκε ποτές παράκλησες του Δία
» να κάνεις μες στα αίματα και στις πληγές χωμένος.
» Μόν σύρε εσύ στην εκκλησά της Αθηνάς στο κάστρο,
» και πάρε με θυμιάματα τις προεστές μαζί σου,    270
» κι' όπιο έχεις πέπλο πιο όμορφο κι' απ' όλα πιο μεγάλο
» και που στον πύργο πιο πολύ το λαχταρά η καρδιά σου,
» βάλ' της το αφτό στα γόνατα της Αθηνάς, και τάξε,
» μαννούλα, πως ως δώδεκα γελάδες θαν της σφάξεις
» χρονιάρικες απείραγες στην εκκλησά της μέσα,    275
» αν την πατρίδα σπλαχνιστεί τα τέρια τα παιδιά μας,
» μήπως αλάργα απ' το καστρί βαστάξει το Διομήδη,
» άγριο στρατιώτη, της σφαγής ατρόμητο τεχνίτη.
» Ναι σύρε εσύ στην εκκλησά της σεβαστής Παρθένας,
» κι' εγώ τον Πάρη πάω να βρω και ναν τον κράξω, αν θέλει    280
» και να μ' ακούσει μιά φορά... έτσι π' αφτού ν' ανοίξει
» η Γης και ναν τον καταπιεί! Γιατί ο μεγάλος Δίας
» στον κόσμο μάς τον έστειλε για δυστυχιά και πίκρες
» των Τρώων και του βασιλιά κι' εμάς των αδερφών του.
» Αχ κείνον νά θε τόνε δω να κατεβεί στον Άδη,
» θάλεγα εδώ μου σήκωσαν απ' την καρδιά 'να βράχο !»    285
Είπε, και μέσα αφτή γυρνάει τις σκλάβες να φωνάξει.
Κι' οι σκλάβες ως να μάσουνε τις προεστές στη χώρα,
αφτή στη μοσκομύριστη κατέβηκε αποθήκη,
κι' εκεί είχε αφρόπλεχτα σκουτιά, των Σιδωνιτισσώνε
δουλιά, π' ατός του τάφερε απ' τη Σιδώνα ο Πάρης    290
περνώντας τον πλατύ γιαλό, στο ίδιο το ταξίδι
σαν έφερε και τη Λενιό την αρχοντοθρεμένη.
Ένα από κείνα της θεάς διαλέγει να χαρίσει,
πούταν στα ξόμπλια πιο όμορφο κι' απ' όλα πιο μεγάλο,
λαμπρό σαν άστρο· κι' είτανε βαλμένο κάτου κάτου.    295
Και κίνησε, κι' ένα σωρό αρχόντισσες ξοπίσω.
Έτσι σαν ήρθαν στης θεάς την εκκλησά στο κάστρο,
την πόρτα η κρινομάγουλη γυναίκα τ' Αντηνόρου,
η Θεανό, τους άνοιξε, η κόρη του Κισσέα·
τι είχανε αφτή λειτούργισσα της Αθηνάς οι Τρώες.    300
Κι' όλες με κλάμα και φωνή σηκώσανε τα χέρια.
Και παίρνει τότε η Θεανό το πέπλο και το βάζει
στα γόνατα της Αθηνάς με τις χρυσές πλεξούδες,
κι' έπειτα αρχίζει προσεφκή και δέηση να κάνει
« Προστάτρα, δέσποινα Αθηνά, θεά μου δοξασμένη,    305
» αχ του Διομήδη τ' άρματα κομάτιασ' τα, και κάνε
» κι' αφτόν να πέσει πίστομα μπροστά στο Ζερβοπόρτι,
» κι' αμέσως θα σου σφάξουμε ως δώδεκα γελάδες
» χρονιάρικες απείραγες εδώ στην εκκλησά σου,
» αν την πατρίδα σπλαχνιστείς κι' εμάς και τα παιδιά μας.»    310
Είπε, μα δεν τους ξάκουσε τη δέηση η Παλλάδα.
Έτσι οι αρχόντισσες λοιπόν θερμοπερικαλιούνταν,
κι' ο Έχτορας τότε έφτανε στον πύργο τ' Αλεξάντρου,
πού' χε τον μόνος του έξοχο φτιασμένο με μαστόρους
τους πιο καλούς που βρίσκουνταν στην Τροία τότε χτίστες    315
που σάλα τούφτιασαν κι' αβλή και τούφτιασαν γιατάκι
μες στο καστρί, του Έχτορα σιμά και στου Πριάμου.
Και μπαίνει μέσα ο Έχτορας στα χέρια του κρατώντας
κοντάρι ως πήχες έντεκα, με το χαλκένιο στόκο
π' άστραφτε ομπρός κι' ολόχρυσο τον έσφιγγε ζουνάρι.    320
Εκεί τον Πάρη πούσαχνε τον βρήκε την πανώρια
μες στο γιατάκι αρματωσά, ασπίδα και τσαπράζα,
και που στα χέρια το κυρτό δοκίμαζε δοξάρι.
Δίπλα η Λενιό καθότανε με γύρω της τις σκλάβες
κι' είχε σ' αργόχερα ακουστά στρωμένες τις αργάτρες.
Και σαν τον είδε ο Έχτορας, του λέει πικρά διό λόγια    325
« Ντροπής, καημένε, αφτοί οι θυμοί που στην καρδιά σού μπήκαν !
» Λιώνει ο λαός που σφάζεται μπροστά στο καστροπόρτι,
» και για τα σένα οι σκοτωμοί, ο πόλεμος για σένα
» είναι αναμένος στ' αψηλό καστρότειχο τριγύρω.
» Έπρεπε εσύ να μάχεσαι και μ' άλλους, όθε βλέπεις    330
» π' αναμελάν τον πόλεμο. Μόν έλα τώρα σήκω !
» μήπως τις φλόγες δεις και καιν σε λίγο την πατρίδα.»
Τότες ο θεοκάμωτος απολογιέται Πάρης
« Έχτορα, σα με μάλωσες όχι άδικα, μόν δίκια,
» για αφτά θενά σ' το ξηγηθώ· μόν άκου με και κρίνε.
» Εγώ όχι τόσο από θυμό ή φταίξιμο των Τρώων    335
» κλείστηκα εδώ, μόν ήθελα τη λύπη να χορτάσω.
» Μα τώρα μ' έπεισε η Λενιό με τα γλυκά της λόγια
» να βγω στον πόλεμο· θαρρώ καλύτερα κι' ατός μου
» έτσι να γίνει... σ' ένανε δε μένει πάντα η νίκη.
» Μόν έλα στάσου, τ' άρματα ως να βάλω· ή σύρε,    340
» κ' έρχουμαι εγώ κατόπι σου. Θαρρώ θα σε προφτάσω. »
Είπε, κι' αφτός απάντηση δε γύρισε να δώκει.
Τότες του μίλησε η Λενιό μ' αγαπημένα λόγια
« Κουνιάδε εμένα της λωλής, της σιχαμένης σκύλας,
» αχ την αβγή που η μάννα μου με γέννησε στον κόσμο    345
» νά θε μ' αρπάξει μιά κακή φουρτούνα, και στα όρη
» νά θε με φέρει ή στου γιαλού το φουσκωμένα κύμα,
» όπου πριν τύχουν όλα αφτά να μ' έπνιγε το κύμα·
» μα μια οί θεοί και τ' τόγραψαν τέτια κακά να τύχουν,
» ας έπεφτα καν σ' άλλου αντρός, καλύτερου, τα χέρια,    350
» που νιώθει από καταλαλιά και κόσμου κατηγόρια.
» Μα αφτός δεν έχει διο μιαλά, μήτε ποτές του θάχει·
» για κείνο που μου φαίνεται θαν το χαρεί μιά μέρα.
» Μόν έμπα τώρα, αντράδερφε, και πάρε να καθήσεις
» κοντά μου εδώ, τι σ' έπνιξαν εσένα πρώτα οι κόποι    355
» απ' τ' Αλεξάντρου τ' άδικα κι' εμένανε της σκύλας,
» που μάβρη μοίρα ο ουρανός μάς έχει φυλαγμένα,
» έτσι που πάντα κι' οι στερνοί να μας λαλούνε αθρώποι. »
Τότε ο μεγάλος Έχτορας της απαντάει διό λόγια
« Άσε με, Ελένη, αν μ' αγαπάς, τι δε μπορώ να μείνω.    360
» Να τρέξω τώρα βιάζουμαι τους Τρώες να βοηθήσω,
» γιατί μετράνε τις στιγμές που λείπω από κοντά τους.
» Μόν ξύπνα τον αφτόν, Λενιό, κι' ας κουνηθεί κι' ατός του,
» που μέσα ακόμα στο καστρί, πριν βγω, να με προφτάσει.
» Τι εγώ να δω θα πεταχτώ στον πύργο τους δικούς μου,    265
» το μυριοχάϊδεφτό μου γιο, την έρμα μου γυναίκα...
» Πιός ξέρει πίσω αν θα με δουν και πάλι να γυρίσω,
» ή θα με σφάξουν πια οι θεοί με των οχτρών τα χέρια. »
Είπε, και φέβγει σείνοντας πας στην κορφή τη φούντα.
Έπειτα φτάνει γλήγορα στ' αρχοντικό του πέρα,    370
μα μέσα δεν την πέτυχε την όμορφη Αντρομάχη,
μόνε στον πύργο είχε ανεβεί με την αφράτη βάγια
και το παιδί, κι' έκλαιγε εκεί με πόνο και βογγούσε.
Και σα δε βρήκε πουθενά το λατρεφτό του τέρι,
πάει στην μπασά και στέκεται, και κράζει στις γυναίκες    375
« Για ακούστε, σκλάβες, μιά στιγμή και πέστε την αλήθια.
» Πούθε η κυρά σας έκανε σα βγήκε από τον πύργο;
» Μην πάει στις συνυφάδες της ή σε καμιά αντραδέρφης;
» για μήπως πάει στην εκκλησά της σεβαστής Παρθένας,
» όπου κι' οι άλλες δέουνται πυκνόσγουρες κυράδες; »    380
Τότες γυρίζει η σερπετή πιστάτρα και του κάνει
« Σα θες, αφέντη, και καλά ν' ακούσεις την αλήθια,
» δεν πάει στις συνυφάδες της ή σε καμιά αντραδέρφης,
» μήτε έσυρε στην εκκλησά της σεβαστής Παρθένας,
» όπου κι' οι άλλες δέουνται πυκνόσγουρες κυράδες·    385
» μόν πήγε στ' αψηλό πυργί, γιατί είπαν πως οι Τρώες
» είναι σφιγμένοι κι' οι οχτροί νικάν μεγάλη νίκη.
» Εκεί πηγαίνει, τρέχοντας σα νάχασε το νου της,
» και πάει κι' η βάγια από κοντά με το παιδί στα χέρια. »
Είπε, κι' εκείνος έφυγε ξανά τον ίδιο δρόμο    390
και τα καλόφτιαστα στρατιά περνούσε πιλαλώντας.
Και τη στιγμή σα διάβαινε τη χώρα και θωρούσε
το Ζερβοπόρτι, όθε είτανε όξω να βγει στον κάμπο,
νά τη απ' αγνάντια πρόβαλε τρεχάτη η Αντρομάχη,
τ' Αητιού του λιονταρόκαρδου η μυριοπλούσια κόρη,    395
τ' Αητιού που βασιλιά άλλοτες τον είχαν οι Κιλίκοι
πέρα στη Θήβα, στα ριζά της δασωμένης Πλάκος·
να τίνος ρήγα ο Έχτορας την κόρη είχε γυναίκα.
Που τότε εκεί τον έσμιξε, κι' η βάγια από κοντά της
περπάταε κι' είχε το παιδί γυρμένο απάς στον κόρφο,    400
έτσι δα αθώο και μωρό, το μοσκαναθρεμένο
Εχτορουδάκι πούλαμπε σαν της αβγής τ' αστέρι.
Σκαμαντρινό ο πατέρας του τούχε όνομα βαλμένα,
μα Μοναφέντης κράζουνταν απ' τους λοιπούς τους Τρώες,
τι μόνος τούς διαφέντεβε ο Έχτορας το κάστρο.
Τότε έτσι εκείνος κοίταξε σωπώντας το παιδί του
με θλιβερό χαμόγελο· κι' η όμορφη Αντρομάχη    405
ήρθε κλαμένη, τούπιασε σφιχτά το χέρι κι' είπε
« Καημένε, αχ το φιλότιμο θα σ' αφανίσει. Πες μου,
» τ' αθώο αφτό δεν το πονάς, δε λυπάσαι εμένα
» που μάβρη χήρα κι' έρημη σε λίγο θα μ' αφήκεις ;
» Τι γρήγορα όλοι οι Δαναοί θα τρέξουν να σε σφάξουν.    410
» Μα αν είναι να σε στερηθώ, καλύτερα για μένα
» να με σκεπάσει η μάβρη Γης! Γιατί άλλο πια αντιστύλι
» δε θα μου μείνει, μόν καημοί, τα μάτια σα σφαλίσεις.
» Μηγάρ πατέρα εγώ 'χω πια ή τη γλυκιά μου μάννα ;
» Τι τον πατέρα ο θεϊκός μού σκότωσε Αχιλέας,
» κι' έκαψε και των Κιλικών τη μυριοπλούσια χώρα,    415
» τη Θήβα την τρανόπορτη· και σφάζοντάς τον όμως
» δεν τον ξαρμάτωσε, ως αφτού δε βάσταξε η καρδιά του,
» μόν σαν τον έκαψε μαζί με τα χρυσά άρματά του,
» τούχτισε μνήμα, και φτελιές του φύτεψαν τριγύρω
» καλές νεράϊδες του βουνού, του Δία οι θυγατέρες.    420
» Κι' εφτά μου αδέρφια π' άφισα στον πατρικό μας πύργο,
» μες σε μιά μέρα κι' οι εφτά κατέβηκαν στον Άδη,
» τι ενώ βοσκούσαν τ' άσπρα αρνιά και τραχηλάτα βόδια
» όξω στο λόγγο, του Πηλιά ο γιος τους έσφαξε όλους.
» Η μάνα μου που στα ριζά βασίλεβε της Πλάκος,    425
» αφτήνε εδώ την έφερε με τ' άλλο βιός αντάμα,
» μα τη λεφτέρωσε έπειτα για ξαγορά μεγάλη,
» κι' η Άρτεμη τη θέρισε στον πατρικό της πύργο.
» Έχτορα, τώρα εσύ γονιός κι' εσύ γλυκιά μου μάννα,
» εσύ είσαι εμένα κι' αδερφός και τρυφερό μου τέρι,    430
» μόν πια λυπήσου με, κι' αφτού στο κάστρο μείνε απάνου,
» μήπως με ρήξεις σε χηριά και το παιδί σ' αρφάνια.
» Και στήσ' τους στον αρνό κοντά τους λόχους, που πατιέται
» εκεί πιο ο τοίχος έφκολα κι' ανεβατή είναι η χώρα.
» Γιατί από κει ήρθαν τρεις φορές και πάσκισαν να μπούνε    435
» τ' Ατρέα ο γιος κι' οι Αίϊδες με διαλεχτούς νομάτους,
» κι' ο φημισμένος Δομενιάς κι' ο φοβερός Διομήδης.
» Καν κάπιος τους αρμήνεψε καλός στις προφητείες,
« καν τους το λέει κι' η τόλμη τους και τους θαρρύνει ο νους τους.»
Τότε ο μεγάλος Έχτορας της απαντάει διό λόγια    440
« Γυναίκα, ναι κι' εγώ όλα αφτά στο νου μου τ' αναδέβω·
» όμως ντροπή απ' τις Τρώϊσσες, ντροπή 'ναι ομπρός στους Τρώες
» να σέρνουμαι έτσι σαν κιοτής αλάργα απ' τους πολέμους...
» μήτε το θέλει μου η καρδιά! τι πάντα παλικάρι
» έμαθα νάμαι και μπροστά στις κονταριές να τρέχω,    445
» μ' απόφαση το γονικό να διαφεντέψω θρόνο.
» Ναι ξέρω, μου το λέει αφτό αλάθεφτα η ψυχή μου,
» θα φέξει η μέρα —δεν αργεί— που θα χαθεί η πατρίδα,
» κι' ο βασιλιάς ο Πρίαμος, κι' ο ξακουστός λαός του·
» μα δε μου σφάζει την καρδιά, των Τρώων σα λογιάζω    450
» τα πάθια, ή και των δύστυχων γονιώνε μου, ούτε τόσο
» των αδερφών μου που πολλοί μες στα χρυσά τους νιάτα
» θα κυλιστούν στο αίμα τους σφαγμένοι από τους Αργίτες,
» όσο για σένα, όταν κανείς απ' των οχτρών το πλήθος
» σε σέρνει σε πικρή σκλαβιά στα δάκρια βουτημένη.    455
» Κι' άλλη κυρά, στ' Άργος σαν πας, να φαίνεις θα σε βάζει,
» και με τη στάμνα απ' την πηγή νερό θα πας να φέρνεις,
» άθελα, δόλια, μα σκληρή θα σε στανέβει ανάγκη.
» Και σα σε βλέπουν που περνάς αχνή και δακρυσμένη,
» 'Νά το' θα λεν 'του Έχτορα το τέρι που των Τρώων    460
» είταν το πρώτο αφτός σπαθί στης Τροίας τους πολέμους'.
» Έτσι ίσως πουν· κι' ο πόνος σου θα ξανανοίγει πάντα
» σα βλέπεις πως απ' τη σκλαβιά να βγεις δεν έχει ολπίδα.
» Μα θέλω να με φάει η γης, η μάβρη πλάκα θέλω,
» πριν να βογγάς να κλαις σε δω, πριν σκλάβα να σε σέρνουν !»    465
Έτσι της είπε, κι' άπλωσε τα χέρια στο παιδί του,
μα πίσω γέρνει το παιδί στον κόρφο της βυζάχτρας
με τις φωνές, τι τόσκιαζε η όψη του γονιού του,
σαν είδε π' άστραφτε ο χαλκός σπιθόβολα οχ το κράνος,
κι' απάνου σάλεβε αγριωπή η αλογήσα φούντα.    470
Γέλασε τότε η μάννα του μια στάλα κι' ο πατέρας.
Και βγάζει απ' το κεφάλι εφτύς ο Έχτορας το κράνος
και τ' απιθώνει χάμου εκεί καθώς λαμποκοπούσε,
κι' όταν το γιο του φίλησε και χόρεψε στα χέρια,
στο Δία κι' όλους τους θεούς δεήθηκε έτσι κι' είπε    475
« Περικαλώ σε, Δία μου, θεοί, περικαλώ σας,
» ας δώσει η χάρη σας κι' αφτός —ο γιος μου— μες στους Τρώες
» όπως κι' εγώ να ξακουστεί, έτσι αντριωμένος πάντα
» κι' άξιος της Τροίας βασιλιάς. Κι ας πουν για αφτόν μια μέρα
» Άφτός απ' τον πατέρα του πολύ πιο παλικάρι'
» καθώς γυρνά απ' τον πόλεμο· και ματωμένα ας φέρνει    480
» μαζί του λάφυρα, απ' οχτρό που σκότωσε παρμένα,
» που ναν τον δει η μαννούλα του και να χαρεί η καρδιά της.»
Είπε, και βάζει το παιδί στης γυναικός τα χέρια,
κι' εκείνη πίσω τόγυρε στο μυρισμένον κόρφο
και πικροχαμογέλασε με μάτια δακρυσμένα.
Και σαν την είδε κι' έκλαιγε, την πόνεσε η ψυχή του,
και τρυφερά τη χάιδεψε και με καημό της είπε    485
« Μη μου βαριοπικραίνεσαι, γυναίκα, και κανένας,
» αν δεν το γράφει η μοίρα μου, στον Άδη δε με στέλνει.
» Ειδέ απ' το ριζικό κανείς δε θα σωθεί ποτές του,
» θες αντριωμένος θες δειλός, μιας που βρεθεί στον κόσμο.
» Μόν μέσα τώρα πήγαινε να κάτσεις στις δουλιές σου,    490
» στη ρόκα και στον αργαλιό, κι' ας κάτσουν πες κι' οι σκλάβες·
» όσο για πόλεμο που λες, οι άντρες θα φροντίσουν,
» όλοι κι' απ' όλους πρώτα εγώ, όσοι κι' αν ζουν στην Τροία !»
Είπε, και τότες σήκωσε το κράνος του από χάμου.    495
Κι' η Αντρομάχη κίνησε στον πύργο να γυρίσει,
τηρώντας πίσω, κι' έχυνε πικρά και μάβρα δάκρια.
Σε λίγο σίμωσε έπειτα στ' αρχοντικό τ' αντρός της,
στου Έχτορα τ' αντροφονιά, και μέσα μαζωμένες
βρήκε τις σκλάβες, κι' έπιασαν όλες μαζί το κλάμα.
Σπίτι του ακόμα ζωντανό έτσι όλες τον θρηνούσαν·    500
και λέγανε απ' τον πόλεμο ξανά δε θα γυρίσει
κι' απ' των οχτρών δε θα σωθεί τη λύσσα και τα χέρια.
Κι' ο Πάρης δε χασομεράει στον αψηλό του πύργο,
μόνε σα χαλκοφόρεσε την πλούσια αρμάτωσά του,
περνάει τη χώρα τρέχοντας μ' ακούραστο ποδάρι.    505
Σαν άλογο, που στο παχνί αργό παραχορταίνει
και το καπίστρι σπάει κι' ορμά στον κάμπο πιλαλώντας —
γιατί να λούζεται έμαθε στα δροσερά ποτάμια—
περήφανο έτσι, κι' αψηλά βαστάει την κεφαλή του,
κι' απάνου κάτου η χήτη του στους ώμους κυματίζει,    510
κι' αφτό γιομάτο λεβεντιά, γοργά το παν τα πόδια
όπου συχνάζουν άλογα και στα λιβάδια βόσκουν
έτσι και του Πριάμου ο γιος, αστράφτοντας σαν ήλιος
μες στη λαμπρή του αρματωσά, κατέβηκε το κάστρο
καμαρωτός, και γλήγορα τον πήγαιναν τα πόδια.
Σε λίγο αντάμωσε έπειτα τον ξακουστό αδερφό του    515
τον Έχτορα, ότι πήγαινε στον κάμπο να γυρίσει
απ' όθες πριν ρωτιότανε με τ' ακριβό του τέρι.
Πρώτος ο Πάρης έπιασε διό λόγια να μιλήσει
« Πολύ σε βάσταξα, αδερφέ, κιάς βιάζεσαι να σύρεις·
» άργησα, κι' όπως πρόσταξες δεν έφτασα στην ώρα.»
Τότε ο λεβέντης Έχτορας γυρίζει και του κάνει    520
« Πάρη, κακό δε θα σου πει κανείς με δίκια γνώμη,
» νά θε σε δει στον πόλεμο, γιατί είσαι παλικάρι.
» Μα αφίνεις μόνος και δε θες. Κι' εμένα εδώ η καρδιά μου
» βογγάει στα στήθια, άμα αγρικώ και σ' αναθεματάνε
» οι Τρώες που τραβούν πολλά μαρτύρια απ' αφορμή σου.    525
» Μόν πάμε τώρα, κι' όλα αφτά τα σάχνουμε κατόπι,
» αν δώσει ο Δίας λεφτεριάς ποτήρι καμιά μέρα
» να πιούμε στους παντοτινούς θεούς των ουρανώνε,
» σα διώξουμε τους Αχαιούς αλάργα απ' την πατρίδα.»