Θούριον

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Θούριον
Συγγραφέας: Γεώργιος Σουρής
Νοέμβριος 1885.


Λοιπὸν στὴν Ἄρτα πόλεμος ἐκ τῶν λυσσωδεστέρων,
καὶ πάλιν νῖκαι θαυμασταὶ ὑπὸ τῶν ἡμετέρων,
κι' ὅπως συμβαίνει στοὺς συχνοὺς πολέμους μας συνήθως,
δυὸ εὔζωνοι ἐσφάγησαν καὶ Τοῦρκοι ἕνα πλῆθος.

Λοιπὸν τὰ ὅπλα λάβωμεν, ὦ γέροντες καὶ νέοι,
καὶ καθ' ὁδὸν ἂς ψάλλωμεν ὡς μαχηταὶ γενναῖοι,
πὼς ὅταν ἠγωνίζετο κι' ὁ ἥρως Πελοπίδας,
«λαμπρὸς φωσφόρος ἔφεγγε σκηνὰς τὰς Ἑλληνίδας».

Ἐμπρός, παιδιά, στὰ Γιάννενα, στὴν Πρέβεζα, στὸ Σοῦλι...
ὡς ἀρχηγόν σας πάρετε μαζὶ τὸν Ἀφεντούλη,
τὸν Δούνην μάχης πυρετὸς ἂς πιάσῃ τεταρταῖος,
καὶ ὁ Σιγάλας ἂς γενῇ ὁ φλογερὸς Τυρταῖος.

Ἁρπάξετε στὰ χέρια σας, ὦ Μαραθωνομάχοι
τουφέκι, ραμπαδόξυλα, καὶ ὅ,τι ἄλλο λάχῃ,
κι' ὁρμήσετε μ' ἀμπέχονα, μὲ τὰς ὀρφνὰς σκελέας,
μὲ ἀντεριά, μὲ φράγκικα καὶ περικεφαλαίας.

Καὶ ἄλλους στίχους φλογεροὺς ἐσκόπευα νὰ γράψω
κι' ἐκ νέου τῶν πολεμιστῶν τὸ φρόνημα ν' ἀνάψω,
πλὴν φεῦ... μανθάνω δυστυχῶς τὴν τελευταία ὥρα
πὼς οὔτε μύτη μάτωσε στὴν Ἄρτα ἕως τώρα.

Κρῖμα λοιπὸν στὴ φούρια μας καὶ εἰς τὰ θούριά μας,
κι' ἀφοῦ δὲν εἶναι τίποτε, ἂς κάτσωμε στ' αὐγά μας.