Θάνος Βλέκας

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Θάνος Βλέκας
Συγγραφέας: Παύλος Καλλιγάς
Wikimedia-logo.svg Δείτε επίσης: σχετικό λήμμα. έκδοση (Οκτ. 1855 − Φεβρ. 1856)
Wikipedia logo
Η Βικιπαίδεια έχει άρθρο που έχει σχέση με το:


3 Ο Μοίραρχος
Πολλὰ συνετέλεσαν, ὥστε ἡ ἐπαρχία τῆς Φθιώτιδος νὰ μαστίζηται σταθερῶς ὑπὸ τῆς λῃστείας, πρὸ πάντων ὅμως τὸ δυσφύλακτον τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐστηρίχθησαν εἰς ὑψηλὰ καὶ δύσβατα ὄρη. Ἀλλὰ καὶ τὰ μέσα τῆς καταδιώξεως ὑπῆρξαν ἁτελῆ. Ἡ ἔνοπλος δύναμις συνέκειτο ἐξ ἀτάκτου στρατοῦ ἐθελοντῶν ἐγχωρίων. Τοιοῦτοι στρατιῶται ἔχοντες σχέσεις μετὰ λῃστῶν, ἢ καὶ αὐτοὶ ἐνίοτε μετερχόμενοι τὸν λῃστρικὸν βίον, ὅταν ἐκ πειθαρχικῆς αἰτίας ἐπροτίμουν νὰ λειποτακτήσουν παρὰ νὰ ὑποστήσουν ποινὴν, δὲν κατεδίωκον σπουδαίως τοὺς σχετικοὺς καὶ ὁμοίους των. Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον λοιπὸν ἡ ἔνοπλος δύναμις ἔφθανεν ἐκεῖ, ὅπου ἦσαν οἱ λῃσταὶ, μετὰ τὴν ἀναχώρησίν των!

Ἀλλ' ὅταν ἐπλεόναζε τὸ κακὸν, ἕκτακτα μέτρα ἐγίνοντο ἀναγκαῖα, παραλλάσσοντα κατὰ τὴν ἱκανότητα καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, εἰς ὃν ἀνετίθετο ἡ καταδίωξις. Τινὲς μεταχειριζόμενοι τὴν πολιτικὴν τέχνην, εἵλκυον πρὸς ἑαυτοὺς τοὺς ἀνδρειοτέρους ὀπαδοὺς τῶν λῃσταρχῶν, τοὺς κατέταττον εἰς τὸν στρατὸν καὶ τοιουτοτρόπως παρέλυον τὰς συμμορίας, ἐπετύγχανον δὲ ἐνίοτε νὰ συλλάβουν τοὺς ἀρχηγοὺς αὐτῶν, ἢ νὰ τοὺς φονεύσουν, οἱ πλεῖστοι ὅμως ἐξ αὐτῶν ἐδραπέτευον πέραν τῶν ὁρίων εὑρίσκοντες καταφύγιον παρὰ τοῖς Ὀθωμανοῖς. Τοιαύτη καταδίωξις προσωρινῶς ἕπαυε τὸ κακὸν, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐγίνετο πολλὴ χρῆσις ὅπλων ἢ βαρεῖα κατάθλιψις τῶν πολιτῶν, οὗτοι μᾶλλον εὐχαριστοῦντο εἰς τοιαῦτα μέτρα καὶ ἐπῄνουν τὴν φρόνησιν καὶ ἱκανότητα τοῦ μεταχειρισθέντος αὐτὰ, μηδόλως προσέχοντες, ὅτι δὲν ἐκόπησαν καὶ αἱ ἑπτὰ τῆς Ὕδρας κεφαλαί. Σπάνιοι ἦσαν οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ, οἵτινες ἐκήρυττον ἄσπονδον πόλεμον εἰς τοὺς Σκίρωνας καὶ τοὺς Πιτυοκάμπτας, καὶ διώκοντες τὰ ἴχνη των εἰς τοὺς δρυμῶνας καὶ τὰς διασφάγας τῶν ὀρέων, διὰ τ' ἄγκεα καὶ διὰ βήσσας, τοὺς ἠνάγκαζον νὰ συγκροτήσουν αἱματηρὸν ἀγῶνα.

Ὁ Μοίραρχος, ὅστις τότε ἐστάλη, οὔτε τῶν μὲν οὔτε τῶν δὲ ἠκολούθει τὸν τρόπον, ἀλλ' εἶχεν ἴδιον σύστημα ἄξιον νὰ ἐμπνεύσῃ γενικὸν τρόμον. Αὐτὸς ἐστηρίζετο εἰς τὴν γνώμην, ὅτι ἂν ἡ ἐπαρχία δὲν θέλῃ τοὺς λῃστὰς, λῃσταὶ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξουν ἄρα ὑπάρχουν διότι τοὺς θέλει. Αὐτὴν τὴν κακὴν καὶ διεστραμμένην θέλησιν ὡς ῥίζαν τοῦ κακοῦ καὶ ὡς γενικὴν καὶ πάνδημον νόσον πρέπει νὰ προσβάλῃ ἀνενδότως, ὅστις θέλει νὰ φέρῃ θεραπείαν. Μετεχειρίζετο λοιπὸν τοὺς ἀνθρώπους ὡς ἀσκοὺς πλήρεις βλαβεροῦ καὶ ἀποβλητέου ὑγροῦ, τοὺς ὁποίους διὰ στιβαρᾶς συνθλίψεως δύναταί τις νὰ ἐκκενώσῃ. Εἰς τὰ ὄμματά του ὅλοι ἦσαν ὕποπτοι καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν ἐλανθάνετο. Ἐννοεῖται ὅτι κατεμέμφετο τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου, δι' ὧν ἐμποδίζετο νὰ δοκιμάσῃ τὴν στερεότητα τῶν ἀνθρωπίνων ἄρθρων πάσης τάξεως καὶ ἰδίως τῶν κατεχόντων ἀνωτέραν κοινωνικὴν θέσιν.

Καὶ αὐτὴ ἡ μορφὴ τοῦ Μοιράρχου εἶχέ τι φοβερὸν καὶ ἀπαίσιον. Οἱ ὀφθαλμοί του ὑπέστιλβον ὡς αἰθόμενοι ἄνθρακες ὑπὸ τὰς δασείας καὶ μελαίνας ὀφρῦς του· καὶ αἱ ῥυτίδες τοῦ μελάγχρου καὶ ἀμειδήτου προσώπου του κατεδείκνυον τὸ ὠμὸν καὶ ἀμείλικτον τῆς ψυχῆς του πρὸς τὰς ἀνθρωπίνους ὀδύνας. Ἦτο μᾶλλον μικροῦ ἀναστήματος, οἱ ὦμοι του ἦσαν εὐρεῖς καὶ ἐπίκυφοι, αἱ δὲ χεῖρες στιβαραὶ καὶ οἱ πόδες κατά τι ἄνισοι, ὥστε σχεδὸν ὑπέσκαζε. Οἱ στρατιῶται του ἔλεγον ὅτι ἦτον ὅλως λεπιδωτὸς καὶ δασύτριχος καὶ πολλοὶ ἐπίστευον ὅτι εἶχε καὶ κέρκον, ἀλλὰ συμφωνοῦμεν μετὰ τῶν φυσιολόγων, οἵτινες ἀρνοῦνται εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὴν τὴν πλεοναστικὴν παρέκτασιν τῶν σπονδύλων. Ὀλίγον ἐλάλει, πᾶσα δὲ λέξις του εἶχέ τι ἀπειλητικὸν καὶ βλάσφημον. Ἐν γένει εἰς τὰ ὄμματα πολλῶν εἶχέ τι ἑωσφορικὸν ὡς ἂν εἶχε γεννηθῆ ἐκ τῆς Στυγὸς καὶ τοῦ Τυφῶνος.

Ὁποῖον τρόμον ἐνέπνεεων ἡ κεφαλὴ τῆς Μεδούσης ἐπὶ τῆς αἰγίδος τῆς Ἀθήνας, ἐνέπνεε καὶ ὁ Μοίραρχος ἐπὶ κεφαλῆς τῶν χωροφυλάκων του.

Τὰ μέσα του πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας ἦσαν ἀνάλογα πρὸς τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς διαθέσεις του, ἐβάδιζε δὲ συστηματικῶς. Ἐπληροφορεῖτο τουτέστι τις ὁ λῃστὴς, ποῖοι οἱ γονεῖς του, οἱ συγγενεῖς του, ἢ οἱ ἔχοντες μετ' αὐτοῦ σχέσεις καὶ ἐπειδὴ αὐτοὶ ἦσαν προχειρότεροι, αὐτοὺς ὑπέβαλεν εἰς παντοίας ἐξεταστικὰς βασάνους, τὰς ὁποίας ἐπιτήδευεν, ἑωσοῦ μαρτυρήσουν ποῦ ἦσαν οἱ λῃσταὶ κεκρυμμένοι ἢ τίς δύναται νὰ γνωρίζῃ τὰ ἴχνη των. Ἄλλους ἐμαστίγονε, ἄλλους ἐκρέμα ἐκ τῶν ποδῶν, καὶ εἰς ἄλλων τὸ στῆθος ἐπέθετε λίθους ὀγκώδεις καὶ στρέβλας καὶ μύδρους σιδηροῦς μετεχειρίζετο, καὶ τὸν ὕπνον ἐδίωκεν ἀπὸ τῶν βλεφάρων τῶν θυμάτων του ἐπὶ ἡμέρας, παραγγέλλων ἐναλλὰξ στρατιώτας νὰ κεντοῦν τὸν ὑπνώττοντα, καὶ τὰ παρόμοια. Ὅταν ἐπειράζετο ὑπό τινος φιλονόμου ὡς παρανομῶν, ἔλεγεν ὅτι ἐξασκεῖ τὴν δύναμίν του ἐκεῖ, ὅπου ἡ δύναμις τοῦ νόμου δὲν ἐξαρκεῖ καὶ αὐτὴ ἡ ἱερὰ γραφὴ λέγει· οὐκ ἀποθανοῦνται πατέρες ὑπὲρ τέκνων· δὲν λέγει δὲ οὐ βασανισθήσονται, ἐξ αἰτίας μου ὅμως οὐδεὶς ἀπέθανεν. Ὅλην τὴν ἐπαρχίαν ἑπομένως κατέλαβε πανικὸς φόβος, ὅστις ἤδη διεδίδετο, καθ' ἣν στιγμὴν ὁ Θάνος καὶ ἡ μήτηρ του μετὰ τοῦ βοσκοῦ ἐπορεύοντο πρὸς ἀναζήτησιν τοῦ Τάσου. Ὁ βοσκὸς διηγεῖτο ὅσα ἤκουσε κατ' ἐκείνην τὴν ἡμέραν καὶ ἐβεβαίωνεν, ὅτι πολλοὶ ἤδη μεταναστεύουν κρυφίως πέραν τῶν ὁρίων, ὡς ἔχει κατὰ νοῦν νὰ πράξῃ καὶ αὐτός.

Αἱ διηγήσεις αὖται ἀνέφλεγον τὴν ὁρμὴν τῆς Βαρβάρας, ἥτις ηὔχετο κατὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ Μοιράρχου, ὅ,τι δύναταί τις νὰ φανταστῇ φοβερώτερον.

Ἐπὶ τέλους ἔφθασαν εἰς τὸ κρυπτήριον τοῦ Τάσου, τὸν ὁποῖον εὗρον κείμενον ἐπὶ φυλλάδος, καὶ ἔκφρων ἡ μήτηρ του ἐῤῥίφθη ἐπ' αὐτοῦ σφίγγουσα αὐτὸν εἰς τὰς ἀγκάλας της.

- Σ' ἐβάρεσαν, παιδί μου, οἱ Κατιλάνοι.

- Ναί! εἶμαι ὅλος φωτιὰ, δός με κρύον νερόν.

- Νὰ ἑτοιμασθῆτε νὰ φύγετε εἶπεν ὁ βοσκός, διότι καιρὸν δὲν ἔχομεν. Ἰδοὺ τὰ δύω παιδιὰ καὶ ἐμπρὸς, ἐνόσῳ εἶναι σκότος.

Ἄν καὶ ἐφλέγετο ὑπὸ πυρετοῦ ὁ Τάσος καὶ σχεδὸν εἶχε παράληρον, τὸν ἐκάθισεν ἐπὶ βακτηρίας κρατοῦντες τὰς ἄκρας αὐτῆς οἱ δύω ὑπηρέται τοῦ βοσκοῦ, καὶ περιπτύξαντες τοὺς βραχίονάς του περὶ τὸν τράχηλόν των ἐξεκίνησαν.

- Θὰ φύγωμεν ἔξω εἰς τὸ τούρκικον - εἶπεν ἡ Βαρβάρα καὶ ἠκολούθησε μετὰ τοῦ Θάνου- Καλά! ἐπρόσθεσεν ὁ βοσκὸς, αὔριον καὶ ἐγὼ σᾶς φθάνω.

Ὁ Θάνος ἠκολούθησεν, ἑωσοῦ ἔφθασαν εἰς ἄλλην μάνδραν, ὅπου διέμειναν ἀρκετὴν ὥραν πρὸς ἀνάπαυσιν.

Ὁ Τάσος ἀναπνεύσας ἀέρα δροσερὸν, ᾐσθάνθη ἀναψυχὴν καὶ ἐζήτησε νὰ προχωρήσουν. Ὁ βοσκὸς τοῦ ποιμνίου τούτου ἦτο πόῤῥωθεν συγγενὴς τοῦ πρώτου βοσκοῦ, ὅστις περιέθαλψε τὸν Τάσον, καὶ ἐφάνη καὶ αὐτὸς ἐξίσου πρόθυμος νὰ τὸν συντρέξῃ. Τὸν ἔδωκε λοιπὸν δύω νέους ὑπηρέτας, εἰς τοὺς ὁποίους εἶπεν ἕως ποῦ νὰ τὸν μεταφέρουν καὶ πῶς νὰ τὸν κρύψουν, διὰ νὰ ἐξακολουθήσουν τὸν δρόμον τὴν νύκτα τῆς ἐπαύριον, ἑωσοῦ νὰ ἐξέλθουν τῶν ὁρίων.

Ὁ Θάνος, βλέπων ὅτι ὁ ἀδελφός του εἶχε καλὴν συνοδείαν, καὶ ὅτι τὴν ἐπαύριον ἔμελλε νὰ ἦναι ἐκτὸς τῶν ὁρίων, ἐν ἀσφαλείᾳ, εἰπὼν εἰς τὴν μητέρα του, ὅτι θέλει στέλει τ' ἀναγκαῖα, ἐστράφη πρὸς τὰ ἴδια.

Ἐντοσούτῳ ὁ Μοίραρχος ἐξηκολούθει τὰς ἐρεύνας του καὶ τὰς ἀνακρίσεις του ἐντὸς τῆς Λαμίας, δι' ὧν ἔμαθε μεταξὺ ἄλλων, ὅτι καὶ ὁ ἀνθυπολοχαγὸς Τάσος Βλέκας, λειποτακτήσας πρὸ μηνὸς, ἡνώθη μετὰ τῶν λῃστῶν καὶ ἐσχημάτιζε μάλιστα ἰδίαν συμμορίαν. Ποῖος ἦτον ὁ φονεύσας τοὺς δύω χωροφύλακας κατὰ τὴν συμπλοκὴν, δὲν ἐγνώριζεν εἰσέτι, ἤκουσεν ὅμως, ὅτι αὐτὸς ὁ Τάσος ἔχει μητέρα καὶ ἀδελφὸν κατοικοῦντας εἰς μικρὰν τῆς Λαμίας ἀπόστασιν. Ἀμέσως λοιπὸν κατὰ τὴν νύκτα ταύτην διέταξε τρεῖς ἐφίππους χωροφύλακας νὰ μεταβοῦν ἐκεῖ, ὥστε μεταχειριζόμενοι κατὰ τῆς μητρὸς καὶ τοῦ ἀδελφοῦ τὴν ἐν χρήσει μέθοδον, νὰ μάθουν ποῦ καὶ μετὰ τίνων εὑρίσκεται ὁ Τάσος.

Μετὰ τὸ μεσονύκτιον οἱ ἱππεῖς ἔφθασαν εἰς τὴν καλύβην τοῦ Θάνου, ἀλλ' οὐδένα εὗρον ἐντὸς αὐτῆς. Ἀνάψαντες φῶς παρετήρησαν ἴχνη πρόσφατα παρουσίας ἀνθρώπων, ὅθεν ὑπέθεσαν, ὅτι ἴσως λείπουν οἱ κάτοικοι τῆς καλύβης καταγινόμενοι εἰς τὰ ἔργα των ἢ εἰς κρυφὰς συνεννοήσεις, ἀλλ' ὅτι μέχρι τῆς πρωΐας θέλουν ἐπιστρέψει. Ἐπειδὴ δὲ ἡ καλύβη δὲν παρεῖχε κατάλληλον θέσιν διὰ τοὺς ἵππους των, κατέβησαν εἰς τὸ ἁλώνιον καὶ τοὺς ἔδεσαν μεταξὺ τῶν θημωνιῶν διὰ νὰ τρώγουν τὸ ἄχυρον. Τοιουτοτρόπως, ἔλεγον, ἂν ὑποπτεύωνταί τι ὁ Θάνος καὶ ἡ μήτηρ του, ἐπιστρέφοντες εἰς τὴν καλύβην δὲν θέλουν μᾶς ἰδεῖ. Ἡ νὺξ ἦτο τερπνοτάτη, οἱ ἀστέρες ἔλαμπον ἐπὶ τοῦ στερεώματος καὶ αὖρα λεπτὴ ἐδίωκε πτερυγίζουσα πανταχόθεν τὸ καῦμα τῆς ἡμέρας. Οἱ χωροφύλακες ἤντλησαν ὕδωρ ψυχρὸν ἐκ τοῦ φρέατος καὶ ῥιφθέντες ἐκτάδην ἐπὶ τῶν θημωνιῶν, διηγήθησαν καπνίζοντες πολλὴν ὥραν τὰ ἀνέκδοτα τοῦ Μοιράρχου, τὸν φόβον καὶ τὴν ἐμπληξίαν τῶν χωρικῶν, ἐξ ὧν τινὲς τοὺς ἐφαίνοντο κωμικώτατοι, καθ' ἣν στιγμὴν ἐγίνετο ἡ ἔναρξις τῶν βασάνων. Εἶδες πῶς ἐκροτάλιζε τοῦ Στάθη τὸ κατακλεῖδι καὶ ἐχόρευεν, ὡς ἂν ἐπατοῦσε ἀναμμένα κάρβουνα; Πρῶτα δὲν ἤξευρε γρὺ καὶ ὅταν τὸν ἔδεσαν μὲ τὰ λωριὰ, ἀπὸ ὀλίγον ὀλίγον τὰ ἐτραγούδησεν ὅλα. Βλέπεις, εἶπεν ὁ Μοίραρχος, αὐτὸς εἶναι καθὼς τὰ λεμόνια, ἀπ' ἔξω ξηρὰ, ὅταν ὅμως τὰ σφίξης με δύναμιν, 'βγάζει ζωμί.

- Ναί! εἶπεν ὁ ἄλλος χωροφύλαξ, ὅλοι οἱ κλέφται μιὰ γενιὰ, ὅποιον ἀπ' αὐτοὺς πιάσῃς εἶναι τὸ ἴδιον καὶ ἂν δὲν ἰδοῦν τὰ στενὰ, νὰ ἔλθῃ τὸ μαχαῖρι εἰς τὸ κόκκαλον, δὲν προδίδονται τὰ σκυλλιὰ καὶ προσποιοῦνται τὸν ἀνόητον, ὥστε, οὔτε δύω ἄσπρα δὲν δίδεις νὰ τοὺς ἀγοράσῃς· εὑρῆκαν ὅμως ἄνθρωπον νὰ τὸν πωλήσουν γάτον 'στὸ σακί. Ναί! παιδί μου! λέγει ὁ Μοίραρχος περίμενε τώρα νὰ ἐξετάσωμεν καὶ διὰ τῆς Δικονομίας, ἂν κόπτεται ὁ γλωσσοδέτης. Τότε ἀρχίζει τὸ χοροπήδημα καὶ ὁ πλάγιος τετάρτου. Ἀφοῦ ἐξηντλήθησαν διηγούμενοι ἐνύσταξαν, καὶ ἀπεφάσισαν νὰ κοιμηθοῦν ἀνὰ δύω ἐναλλὰξ, ὁ δὲ τρίτος νὰ νυκτοφυλακῇ ἐπὶ μίαν ὥραν. Ἡ ἀπόφασίς των ὅμως δὲν ἐξετελέσθη, διότι μετ' ὀλίγον ἀπεκοιμήθη καὶ ὁ τρίτος.

Βεβαίως διήρκεσε πολλὴν ὥραν ὁ βαθύτατος ὕπνος των, διότι ἐξηγέρθησαν ὑπὸ σφοδροῦ πατάγου, καὶ μόλις ἀναπνέοντες ἐκ τοῦ πυκνωτάτου καπνοῦ, τὸν ὁποῖον διέσχιζον γλῶσσαι πυρός. Ἀνεπήδησαν ἀμέσως καὶ ὥρμησαν νὰ λύσουν τοὺς ἵππους των, ἀλλ' οὗτοι εἶχον ἤδη συντρίψει τὴν φορβειὰν καὶ περιέτρεχον ὡς μαινόμενοι τῇδε κακεῖσε, οὔτε πρὸς τὸ πῦρ πλησιάζοντες, οὔτε πρὸς τὴν πόλιν φεύγοντες. Οἱ χωροφύλακες κατώρθωσαν νὰ τοὺς συλλάβουν καὶ νὰ τοὺς ἡμερώσουν, τοὺς περιέθεσαν δὲ πάλιν τοὺς χαλινοὺς καὶ τοὺς ἔδεσαν χωριστὰ, διὰ νὰ μὴ λακτίζωνται, ἔντρομοι γενόμενοι.

Τότε ἐπέστρεψαν εἰς τὴν πυρὰν ἐνασμενιζόμενοι εἰς τὴν φοβερὰν αὐτῆς θέαν. Τὸ πῦρ, ὡς φαίνεται, διεδόθη ἔκ τινος σιγάρου ἀπροσέκτως ῥιφθέντος ἐπὶ τοῦ ἀχύρου. Οὐδεμίαν ἐντούτοις ᾐσθάνοντο λύπην διὰ τὴν καταστροφὴν περιουσίας, τὴν ὁποίαν ἐθεώρουν ἀνήκουσαν εἰς ἀδελφὸν λῃστοῦ καὶ τὴν ὁποίαν δὲν ἐνέπρησαν ἐκ προθέσεως, ὥστε οὐδὲ φροντίδα ἐλάμβανον νὰ διασώσουν ὅ,τι ἠδύνατο εἰσέτι νὰ διασωθῇ.

Ἰδὲ, εἶπεν εἷς ἐξ αὐτῶν, παρ' ὀλίγον ἐκαιόμεθα διὰ νὰ τὸν βγάλωμεν ἀπὸ τὸν κόπον νὰ ἁλωνίζῃ καὶ οὔτε χάριν δὲν θὰ μᾶς χρεωστᾷ.

- Ὁ κόσμος εἶναι ἀχάριστος, εἶπεν ὁ ἄλλος, διὰ τοῦτο στοχάζομαι νὰ λάβωμεν μόνοι μας τὴν ἀμοιβήν.

- Καὶ πῶς; ὑπέλαβεν ὁ πρῶτος.

- Ἱδοὺ, τόσην ὥραν περιμένομεν εἰς μάτην αὐτοὺς τοὺς καλοὺς ἀνθρώπους, καὶ τίς 'ξεύρει ἂν ἔρχωνται· εἶδα ὅτι ἔχουν γίδια καὶ φρονῶ νὰ δουλευθῶμεν μὲ τὸ τρυφερώτερον. Καθὼς λέγει ὁ Μοίραρχος σὰν φασών.

- Ναί! ναί! θαυμάσια! ἀνέκραξαν οἱ ἄλλοι δύω καὶ ἀμέσως ἐδόθηκαν εἰς τὸ ἔργον.

Ἐν ῥοπῇ ὀφθαλμοῦ ἔσφαξαν τὴν νεωτέραν αἶγα, τὴν ἀπέδειραν, τὴν ἔπηξαν εἰς τὸν ὀβελὸν καὶ συλλέξαντες φρύγανα, τὴν ἐπέθηκαν στερεώσαντες τὸν ὀβελὸν διὰ λίθων, αὐτοὶ δὲ κρατούμενοι διὰ χειρὸς ἐχόρευον πέριξ καὶ ἔψαλλον.

Ἐν τῷ μεταξὺ ἐπέστρεψεν ὁ Θάνος εἰς τὴν καλύβην του, παντοῖα διαλογιζόμενος. Ἐσκέπτετο μὲν, ὅτι ἡ φυγὴ τοῦ ἀδελφοῦ του εἶναι σωτήριος διὰ πολλοὺς λόγους, ἀλλὰ καὶ τὰ διηγήματα τῶν ὑπηρετῶν τοῦ βοσκοῦ ἐτάραττον τὸν νοῦν του, μὴ μάθῃ ὁ Μοίραρχος ὅτι ὁ ἀδελφός του ὑπῆρξεν ὁ φονεὺς τῶν χωροφυλάκων καὶ μεταχειρισθῇ ἐπ' αὐτοῦ τὰ βασανιστήριά του, μὴ δυνάμενος νὰ συλλάβῃ ἐκεῖνον· ἐνῷ ἐπορεύετο ἤκουσε κρότον ἐρχομένων καὶ ἐκρύβη ἐντὸς θάμνων, περιμένων νὰ παρέλθουν· οἱ διαβάται ἦσαν χωροφύλακες καὶ στρατιῶται ἐκ τῶν ἀτάκτων σωμάτων, ἐφιλονείκουν δὲ μεταξύ των, ἂν ὀρθῶς πράττῃ ὁ Μοίραρχος μεταχειριζόμενος τόσον ἀπανθρώπως τοὺς ἀθώους κατοίκους, ἢ μή. Ἐννοεῖται ὅτι οἱ χωροφύλακες καθ' ὅλα ἐδικαίοναν τὸν Μοίραρχον, ὁ δὲ ἐνωματάρχης ὡς σοφώτερος ἐξηγοῦσεν εἰς τοὺς ἄλλους διὰ περιφράσεων τὸ ἀπόφθεγμα τοῦ Μοιράρχου, κατά τι παραφθείρων αὐτὸ, ὅτι πάσαλος πασσάλῳ ἐγκρούεται. Ἡ ὁμιλία αὕτη, τῆς ὁποίας τὰ οὐσιωδέστερα ἤκουσεν ὁ Θάνος ηὔξησε τὴν ἀνησυχίαν του. Ἀφοῦ ἀπεμακρύνθησαν ἐκεῖνοι μετὰ πολλῆς προσοχῆς ἐτράπη πάλιν πρὸς τὴν καλύβην του, ἀλλὰ σπεύδων συγχρόνως, διὰ νὰ φθάσῃ πρὸς τῆς πρωΐας. Πρὸς τὸ μέρος, ὅπου ἔκειτο ἡ καλύβη του, ἔβλεπεν ἤδη λάμψιν τινα, τῆς ὁποίας ὅμως δὲν ἠδύνατο νὰ μαντεύσῃ τὴν αἰτίαν. Ὅσον ἐπλησίαζεν, ἡ λάμψις ἐγίνετο καταφανεστέρα καὶ ὁ περὶ αὐτὴν καπνὸς κατεδείκνυεν εἰς αὐτὸν, ὅτι προήρχετο ἐκ πυρκαϊᾶς. Ἐνῷ ἔτρεχε σχεδὸν, κατεγίνετο νὰ στοχασθῇ, τί ἠδύνατο νὰ καίῃ ἐκτὸς τῆς Λαμίας, κειμένης κατ' ἄλλην θέσιν. Ὁποία ὑπῆρξεν ἡ ἔκπληξίς του, ὅταν αἴφνης φθάσας εἰς τὸ ὕψος τοῦ προσεχεστέρου γηλόφου εἶδεν ὡς μέλαν σημεῖον τὴν καλύβην του ἐν μέσῳ πυρίνου πελάγους. Ὥρμησε τότε ὅσον εἶχε ποδῶν νὰ φθάσῃ εἰς τὸν τόπον τῆς καταστροφῆς, ἀλλὰ μόλις προχωρήσας εἶδεν ὡς φάσματα ἐντὸς τῆς ἀπλέτου λάμψεως τῆς πυρκαϊᾶς τοὺς τρεῖς χωροφύλακας, διὰ χειρὸς κρατοῦντας ἀλλήλους καὶ χορεύοντας περιστροφάδην. Ἔμεινε τότε ἀκίνητος ὡς στήλη ἅλατος. Αἱ γλῶσσαι τοῦ πυρὸς ὡς ἐξ ἡφαιστείας καμίνου στροβιλούμεναι πρὸς τὰ ἄνω καὶ διαχέουσαι πανταχόθεν μετὰ κρότου σπινθῆρας, ἔλειχον τὸ στερέωμα ἐν μέσῳ πυκνοῦ νέφους καπνοῦ, τὸ ὁποῖον ὡς μακρὰ ταινία ἐξετείνετο μέχρι πέρατος τοῦ ὁρίζοντος, τὸ πᾶν δὲ πέριξ κατέλαμπεν. Ἄφωνος καὶ ἀνατείνων τὰς χεῖρας πρὸς τὸν οὐρανὸν ἵστατο ἐνώπιον τοῦ φρικώδους δι' αὐτὸν θεάματος ὁ Θάνος, ἐννοῶν ὅτι οἱ χωροφύλακες αὐτὸν περιμένουν διὰ τὰ ἐξεταστικὰ βασανιστήρια. Ἐν ἀκαρεῖ κατεστράφησαν ὅλαι αἱ ἐλπίδες του, ὅλη ἡ περιουσία του, ὅλα τὰ σχέδια, τὰ ὁποία τόσον χρόνον μετὰ ζέσεως ἔτρεφε καὶ ἀνέτρεφεν εἰς τὸν μυχὸν τῆς καρδίας του. Εύδαίμων χθὲς καὶ πρὸ ὀλίγου, πένης ἤδη καὶ καταδιωκόμενος καὶ μὴ ἔχων ποῦ νὰ στραφῇ. Ὅσον φρικαλέα καὶ ἂν ἦτον ἡ ὄψις, μετὰ κόπου ἠδύνατο ν' ἀποσπασθῇ ὁ Θάνος. Καὶ ποῦ νὰ τραπῇ; Ἡ λάμψις τῆς πυρκαϊᾶς ὑπερεῖχε τὰς αὐγὰς τῆς προσεγγιζούσης ἡμέρας καὶ ἤθελε καταληφθῆ ἐκεῖ ὑπ' αὐτῆς ὁ Θάνος, ἂν δὲν ἤκουεν αἴφνης κρότων ἱππέων ἐρχομένων μετὰ σπουδῆς καὶ διευθυνομένων πρὸς τὴν καλύβην του. Οἱ ἱππεῖς οὗτοι ἐστέλλοντο ἐκ τῆς Λαμίας, διὰ νὰ μάθουν τὸ αἴτιον τῆς πυρκαϊᾶς. Ἠναγκάσθη ἑπομένως ν' ἀπομακρυνθῇ βλέπων πανταχόθεν ἐπικείμενον τὸν κίνδυνον, καὶ τελεσθεῖσαν τὴν καταστροφὴν.

Προχωρῶν καὶ στρέφων συχνάκις τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ ὀπίσω, μόλις ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ πρακτέου. Ἐπὶ τέλους ἐνόησεν ὅτι καταδιώκεται ὡς ἀδελφὸς τοῦ Τάσου καὶ δὲν δύναται νὰ διαμείνῃ αὐτόθι, ὥστε μόνον καταφύγιον ἔμενεν, νὰ ἐξέλθῃ καὶ αὐτὸς τῶν ὁρίων μετὰ τῶν ποιμένων, ζητῶν νέον πόρον ζωῆς καὶ ταύτην τὴν ἀπόφασιν ἠκολούθησε.
10 Η δίκη του Θάνου
Διὰ τῶν πολλῶν συστάσεων δὲν κατώρθωσε μὲν ὁ Θάνος ν' ἀπολυθῇ, ἀλλὰ τοὐλάχιστον παρεπέμφθη ἐνώπιον τῶν ἐνόρκων, διὰ νὰ δικασθῇ ἐπὶ συνεργείᾳ λῃστείας. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ συστηθῇ κακουργοδικεῖον, τὸ ὁποῖον συνεκαλεῖτο ἅπαξ ἢ δὶς τοῦ ἐνιαυτοῦ. Κατὰ καλὴν τύχην συνέπεσε τότε νὰ συστηθῇ τοιοῦτο, διότι πρὸ πολλοῦ δὲν εἶχε γίνῃ σύνοδος, καὶ μάλιστα ἕδρα ὡρίσθη ἡ Χαλκὶς, μεταξὺ δὲ τῶν μαρτύρων προσεκλήθη καὶ ὁ Ἡφαιστίδης. Αὐτὸς διέμενε τότε ἀργὸς ἐν Λαμίᾳ, διότι ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν Σχολείων, τὸν ὁποῖον ὠνόμαζεν ἀράβιον αὐλὸν, ἐπὶ τέλους τὸν ἀντέμειψε διὰ τοὺς σαρκασμούς του. Ὠφελούμενος τῆς εὐκαιρίας ταύτης, διὰ νὰ μεταβῇ συγχρόνως εἰς Ἀθήνας, ὅπου εἶχε σκοπὸν νὰ ἐκδώσῃ τὴν γραμματικήν του, ἀνεχώρησεν ἐκ Λαμίας. Θέλω ἐπισκεφθῆ ἔλεγε, τὰς ταλαιπώρους Θήβας καὶ τὰς μεγαλοπόλεις Ἀθήνας.

Ὅταν ὁ Ἡφαιστίδης παρέστη ἐνώπιον τῶν Συνέδρων, διὰ νὰ καταθέσῃ περὶ Θάνου, ἦτο πλήρης ἀγανακτήσεως διὰ τὰ παθήματα αὐτοῦ τοῦ ἀγαθοῦ γεωργοῦ· ἐν ἐκτάσει ἐξέθεσε τὰς ἀρετάς του, τὴν φιλοπονίαν του, τὴν σεμνότητά του, τὴν εὐπορίαν τὴν ὁποίαν διὰ μακρῶν κόπων καὶ στερήσεων ἀπέκτησε καὶ τῆς ὁποίας ἐν ἀκαρεῖ τὸν ἐστέρησαν οἱ καλοὶ χωροφύλακες, οἱ ὑπηρέται τοῦ νόμου καὶ φύλακες τῆς τάξεως. Ἡ ἀντίθεσις τῆς ἀμνηστείας τοῦ Τάσου, ἀληθῶς ἐνόχου, καὶ τῆς ἀπηνοῦς καταδιώξεως τοῦ Θάνου, δίδοντος εὐθύνας διὰ τὰς πράξεις ἐκείνου, συνεκίνησε τοὺς ἐνόρκους. Ὁ Πρόεδρος τὸν διέκοψε πολλάκις μυκτηρίζοντα τοὺς νόμους καὶ τὰς ἀρχὰς, ἀλλὰ δὲν ἴσχυσε νὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς τὸν ἀπολυθέντα χείμαῤῥον. Ναί! εἶπεν, εἰς τὸν Πρόεδρον, ἔχετε δίκαιον, καὶ οἱ Ἰουδαῖοι τὸν Βαραββᾶν ἀπέλυσαν. Ἂν καὶ ἡ παλαιὰ Διαθήκη λέγει, σταθμίον μέγα καὶ μικρὸν, βδελυκτὰ παρὰ Κυρίῳ.

Ὁ Εἰσαγγελεὺς οὐχ ἦττον ὑπεστήριξε σπουδαίως τὴν κατηγορίαν. Αὐτὸς ἦτο τῳόντι ἐκ τῶν πεινώντων καὶ διψώντων τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ δεινὰ τέρατα διέσχιζον τοὺς ἀραχναίους ἱστούς του, ἐν οἷς περιεπλέκοντο τὰ μικροσκοπικὰ ἔντομα, τὰ ὁποῖα δι' ἀφανοῦς καὶ συχνάκις κοπτομένου νήματος ἰσχνοτάτης κατηγορίας ἠγωνίζετο νὰ σύρῃ ἐντὸς τοῦ δρυφράκτου. Ἡ τέχνη του λοιπὸν συνίστατο εἰς τὸ νὰ πλατύνῃ τὰ πράγματα καὶ τὰς μυίας νὰ μεταποιῇ εἰς ἐλέφαντας. Προοιμιάζων ἀπεικόνισε τὸν καταποντισμὸν τῆς κοινωνίας ὑπὸ τὸ βάρος τῶν ἀδικημάτων πνιγομένης, πρὸς ἣν οἱ ἔνορκοι μόνοι δύνανται νὰ τείνουν χεῖρα βοηθείας. - Ἡ ἀτιμωρησία, ἔλεγεν ἀναβιβάζων τὴν φωνὴν καὶ κρούων τὴν χεῖρα ἐπὶ τῆς τραπέζης, τῆς ὁποίας τὸ ἥμισυ ἐκάλυπτεν ἡ τεράστιος γαστήρ του, ἡ ἀτιμωρησία ἐκορύφωσε τὸ κακὸν καὶ σήμερον ὅλοι περιμένουν νὰ μάθουν, ἂν ὑπάρχουν νόμοι ἢ ἂν ἐκοιμήθησαν. Δὲν εἶναι μόνη παράβασις τοῦ ὅρκου σας ἡ ἀπόλυσις ἐνόχου, εἶναι πρόκλησις πρὸς τοὺς ῥέποντας πρὸς τὴν κακουργίαν, νὰ ἐφορμήσουν κατὰ τοῦ ἀθώου, κατὰ τοῦ ἐργατικοῦ πολίτου, καθ' ὑμῶν αὐτῶν. Ἡ συνέργεια λῃστείας εἶναι ὀλεθριωτέρα τῆς λῃστείας αὐτῆς - Καὶ γνωρίζων τὰ κομψὰ τῆς τέχνης καὶ τὴν ἐκ τοῦ πανούργου τροπὴν, ἀφοῦ ἐνέσπειρε τὸ τολμηρὸν τοῦτο ἀπόφθεγμα, διέκοψε τὸν λόγον του ἐνασμενιζόμενος μεθ' ἡδονῆς εἰς τὰ ἐφ' ὅλων τῶν προσώπων τῆς ἀπορίας σημεῖα. - Ναὶ δεινοτέρα ἡ συνέργεια, ……… διότι ἄνευ αὐτῆς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ λῃστεία. Ἄν δὲν προδώσουν εἰς τὸν λῃστὴν τὴν εὐκαιρίαν, ἂν δὲν δώσουν εἰς αὐτὸν τὰ σημεῖα πόθεν ἔρχονται οἱ καταδιώκοντες, ἂν δὲν παρέξουν εἰς αὐτὸν τόπον κατακρυφῆς, ἂν δὲν χορηγήσουν τροφὴν, ἂν δὲν ἀποκρύψουν τὰ λῃστευθέντα, οὐδέποτε μὰ τὴν δικαιοσύνην! μὰ τοὺς πολιούχους νόμους! οὐδέποτε γίνεται λῃστεία.

Μεγάλη χασμῳδία ἔγινεν, ὅταν ὁ Είσαγγελεὺς ἐνησχολήθη ν' ἀναλύσῃ τὴν κατάθεσιν τοῦ Ἡφαιστίδου· εἶναι πιθανὸν ἄνθρωπος λόγιος, καταγινόμενος εἰς τὴν γραμματικὴν καὶ τὴν τεχνολογίαν καὶ ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος πίνων αἴγειον γάλα εἰς την καλύβην τοῦ Θάνου, ν' ἀγνοῇ, τί γίνεται καθ' ὅλον τὸν λοιπὸν χρόνον ἐντὸς αὐτῆς τῆς καλύβης.

- Βέβαια, εἶπεν ὁ Ἡφαιστίδης ὀρθωθεὶς, σὺ πίνεις ἅπαξ τοῦ μηνὸς τὸ κωλακρέτου γάλα καὶ διὰ τοῦτο…

Εὐτυχῶς τὸν διέκοψεν ὁ Πρόεδρος ὡς θορυβοῦντα, μὴ ἐννοήσας τί εἴδους γάλα εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ Πρόεδρος ἔπινεν, ἤθελε δὲ νὰ προσθέσῃ… διὰ τοῦτο ἔγινες τοιοῦτος καὶ τηλικοῦτος προγάστωρ.

- Βέβαια, ὁ ἐξηγῶν τὸν Οἰκονομικὸν τοῦ Ξενοφῶντος καὶ τὰ Βουκολικὰ τοῦ Θεοκρίτου ἠδύνατο νὰ καταβουκολῆται ὑπὸ τῆς πλάνης, ὅτι ἐντὸς αὐτῆς τῆς καλύβης ἐγίνοντο μόνον τυρὸς καὶ βούτυρον, διότι αὐτῶν ἐγεύθη.

- Ὦ ἄγευστε τοῦ …

Ὁ Πρόεδρος πάλιν διέταξε σιωπήν· ἀλλ' ὁ Ἡφαιστίδης ἀπήντησεν, ὅτι τὸν εἶναι ἀδύνατον, διότι θέλει διαῤῥαγῆ.

- Σὲ διατάττω λοιπὸν νὰ ἐξέλθῃς ἔξω τοῦ ἀκροατηρίου.

Μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ Ἡφαιστίδου ἀπεπεράτωσεν ἡσύχως τὴν ἀγόρευσίν του ὁ Εἰσαγγελεὺς, πολλὰ εἰπὼν ῥάβδους ἐν γωνίᾳ, μεθ' ὃ ὁ Συνήγορος ἀπήντησε, πλέκων τὸν στέφανον τοῦ ἐναρέτου διδασκάλου, ὅστις ἔγινε τὸ κύριον θέμα τῶν συζητήσεων, ὡς ἂν ἐπρόκειτο πλέον περὶ αὐτοῦ μόνου. - Τίς πταίει, ἔλεγε ῥητορεύων καὶ ὁ Συνήγορος, ἂν ἡ κοινωνία καταμαστίζεται ὑπὸ τῆς λῃστείας; Ὁ Ἡφαιστίδης, ὅστις ἐπίστευσεν εἰς τὴν ἀθωότητα ἀγαθοῦ γεωργοῦ, ἢ οἱ δαψιλεύοντες τὰς ἀμνηστείας καὶ τὰς χάριτας εἰς τοὺς ἐξ ἐπαγγέλματος λῃστὰς καὶ τοὺς ἀξίους ἀγχόνης, καὶ οἱ μεταχειριζόμενοι ὅλην τὴν αὐστηρότητα τῶν νόμων κατ' ἐκείνων, οἵτινες ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου των τρώγουν τὸν ἐπιούσιον ἄρτον; Ὁ Ἡφαιστίδης, ὅστις μᾶς διδάσκει τὴν παιδείαν τῶν προγόνων μας, ἢ οἱ περιποιούμενοι τοὺς λύκους καὶ κακοποιοῦντες τὰ πρόβατα; Δὲν ἔπρεπε νὰ σᾶς φαίνεται παράδοξος τοιαύτη τῶν πραγμάτων κατάστασις, ὅταν ὁ ἀθῶος χρησιμεύῃ ὡς ἀποπομπαῖος τράγος τῆς κοινωνίας, διὰ νὰ καλυφθῇ τὸ ὄνειδος τῆς ἀτιμωρησίας τῶν ἀλιτηρίων. - Ὁ Πρόεδρος ἐπέπληξε διὰ τὴν παρέκβασιν ταύτην τὸν Συνήγορον καὶ ἀπεπεράτωσε τὴν συζήτησιν, μετ' ὀλίγον δὲ ἐπανελθόντες οἱ ἔνορκοι διὰ τῆς ἑτυμηγορίας των ἐκήρυξαν τὸν Θάνον ἀθῶον.

Ὁ Ἡφαιστίδης εἰσεπήδησε περιχαρὴς εἰς τὸ ἀκροατήριον, καὶ ἐναγκαλισθεὶς τὸν Θάνον, ἔκραξε· Σέσωκ' ὡς ἴσασιν Ἑλλήνων ὅσοι.

Ὁ δυστυχὴς Θάνος ἦτο τόσον καταβεβλημένος, ὥστε ἐδίσταζε νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἔπαυσαν τὰ δεινά του. Τ' ἀνθηρὰ χρώματα τοῦ προσώπου του ἐξέλιπον, καὶ ὡς ἐκ τῆς μακρᾶς ἐν ἀφεγγεῖ τόπῳ διαμονῆς, οἱ ὀφθαλμοί του συμμύοντες ἀπέφευγον τὸ φῶς τῆς ἡμέρας, ἐν γένει δὲ εἶχεν ὄψιν ὡς ἐξελθὼν ἐκ τοῦ ἄντρου τοῦ Τροφωνίου. Ὁ Ἡφαιστίδης τὸν παρέλαβεν εἰς τὸ κατάλυμά του περιποιούμενος αὐτὸν ὡς πατὴρ, καὶ δι' ὅλης τῆς ἡμέρας λοιδορῶν τοὺς Εἰσαγγελεῖς καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς νόμους. Ὦ Δημόσθενες! δὲν εἶναι πλέον τρία τὰ θηρία τῆς Ἀθηνᾶς, ἡ γλαὺξ, ὁ δράκων καὶ ὁ δῆμος, εἶναι ἀναρίθμητα, Ὑπουργοὶ, Εἰσαγγελεῖς, Μοίραρχοι, Ἐπιθεωρηταὶ Σχολείων….

Διὰ ν' ἀπέλθουν εἰς Ἀθήνας ἀνέμειναν ἡμέρας τινας, ἑωσοῦ νὰ εὑρεθῇ ἀποχρῶσα συνοδία μὴ κινδυνεύουσα ἕνεκα τῶν λῃστῶν. Μεταξὺ τῶν πολλῶν συνοδοιπόρων ἦσαν δύω περίεργα πρόσωπα, ἀντιθέτως διακείμενα, ὁ μὲν Ἰεραπόστολος Ἀμερικανὸς, ὁ δὲ καλόγηρος γνωστὸς διὰ τὸ μισαλλόθρησκόν του. Πρωΐ ἀνεχώρησαν ἔφιπποι ἐκ Χαλκίδος, μὴ γνωρίζοντες ἀλλήλους, ἀλλ' ὁ Ἀμερικανὸς ἐπλησίασεν ἀμέσως τὸν Ἡφαιστίδην, ὡς λογιώτερον τῶν ἄλλων, ἐλάλει δὲ κάλλιστα τὴν ὁμιλουμένην.

- Εἶσθε διδάσκαλος Ἑλληνικοῦ Σχολείου;

- Ἤμην.

- Σᾶς ἔπαυσαν φαίνεται;

- Μάλιστα! μ' ἐπεθεώρησαν.

- Καὶ σᾶς εὑρῆκαν ἐλλείψεις;

- Ὄχι! πλεονασμούς.

- Πῶς;

- Ὅτι μέμφομαι τὴν ἀμάθειαν. Σεῖς δὲ ποῖος εἶσθε;

- Εἶμαι ἱερεὺς Ἀμερικανός.

- Καὶ πῶς ἀφήσατε τὴν εὐνομουμένην πατρίδα τοῦ Οὐασιγκτῶνος καὶ τοῦ Φραγκλίνου, προτιμῶντες τὴν ὑπὸ τῶν κακίστων θεσμῶν κατατρυχομένην Ἑλλάδα.

- Οἱ Ἀμερικανοὶ εἶναι ὅλοι φιλέλληνες καὶ μ' ἔστειλαν, διὰ νὰ κηρύξω τὸν λόγον τῆς ἀληθείας καὶ νὰ συντελέσω εἰς τὴν διάδοσιν τῆς παιδείας εἰς τὴν πατρίδα τῶν ἐνδόξων ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους θαυμάζομεν, καὶ καταγινόμεθα νὰ μιμηθῶμεν ὡς ἄκρα παραδείγματα πολιτικῆς συνέσεως καὶ ἀρετῆς.

- Πλὴν πῶς δύνασθε νὰ μᾶς διδάξετε, ἐνῷ δὲν εἶσθε ἐγκρατεῖς τῆς ἑλληνικῆς;

- Δὲν προτιθέμεθα νὰ σᾶς διδάξωμεν τὴν ἀρχαίαν, ἀλλὰ τὸν λόγον τῆς ἀλήθειας.

- Δηλαδὴ νὰ μεθερμηνεύσητε τὰς Γραφὰς εἰς τὴν κακόζηλον ἐκείνην μιξοβάρβαρον γλῶσσαν, μισθοῦντες ἀγοραῖόν τινα ἡμιμαθῆ, ὅστις σᾶς καπηλεύει αὐτὸν τὸν ἄθλιον ῥῶπον.

Ὁ Ἀμερικανὸς ἠπόρησε διὰ τὴν αὐστηρὰν ταύτην κρίσιν τοῦ Ἡφαιστίδου καὶ ἐσκέπτετο ν' ἀπαντήσῃ εὐστρόφως, ὥστε νὰ καταστήσῃ ἀπαθέστερον τὸν διάλογον. Ἐν τοσούτῳ ὁ Πάτερ Λαυρέντιος, οὕτως ὠνομάζετο ὁ καλόγηρος, ὅστις εἶχεν ἀδιαλείπτως προσεκτικὸν βλέμμα ἐπὶ τοῦ Ἀμερικανοῦ, ἀκούσας ζωηρότερον διάλογον καὶ τὴν φωνὴν τοῦ Ἡφαιστίδου ἐντονωτέραν, ἐκέντησε τὸν ἵππον του, καὶ προπορευθεὶς τῶν ἄλλων ἔφθασε πλησίον τοῦ Ἡφαιστίδου.

- Κύριέ μου, εἶπεν ὁ Ἀμερικανὸς, συγχωρήσατέ με μίαν παρατήρησιν. Ἡμεῖς οἱ ξένοι εὑρισκόμεθα εἰς μεγάλην ἀμηχανίαν θέλοντες νὰ μάθωμεν τὴν ὁμιλουμένην γλῶσσάν σας. Γραμματικὴ αὐτῆς δὲν ὑπάρχει, ὅλοι δὲ οἱ λόγιοι δὲν εἶσθε μεταξύ σας σύμφωνοι.

- Ἀκολουθήσατε τὴν ἀρχαίαν, ἀπήντησεν ὁ Ἡφαιστίδης, οὐδόλως προσέξας τὴν γειτονίαν τοῦ καλογήρου.

- Πλὴν σήμερον οὔτε ὁμιλεῖτε οὔτε γράφετε κατὰ τὴν ἀρχαίαν.

- Πᾶν τὸ μὴ ἀρχαῖον σόλοικον.

- Εἶσθε ἐξ ἐκείνων φαίνεται, οἵτινες καταγίνονται ν' ἀναστήσουν τοὺς κεκοιμημένους. Ἡ πρόθεσίς σας εἶναι εὐγενὴς, πλὴν δόσατέ με τὴν ἄδειαν ν' ἀμφιβάλλω περὶ τοῦ κατορθωτοῦ.

- Ἀμφιβάλλετε ὅσον θέλετε. Νᾶφε καὶ μέμνασ' ἀπιστεῖν, Ἄρθρα ταῦτα τῶν φρενῶν.

- Σᾶς λέγω, ὅτι ἀμφιβάλλω, διότι ἡμεῖς ἐν Ἀμερικῇ δὲν διώκομεν τὴν ἄκραν τελειότητα, ἥτις ὐπερβαίνει τὰς δυνάμεις τῶν ἀνθρώπων καὶ εἶναι ἴδιον τοῦ θεοῦ, ἀλλὰ ἐπαρκούμεθα εἰς τὸ φυσικῶς δυνατὸν καὶ εἰς τὸ σχετικὸν καλὸν, καὶ διὰ τοῦτο προοδεύομεν ἀνεπιστρεπτὶ καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ταχύτατα, διότι οὐδὲν βῆμα γίνεται ἐπὶ ματαίῳ.

Ὁ Πάτερ Λαυρέντιος κύψας τὴν κεφαλὴν ἐψιθύρισε πρὸς τὸν Ἡφαιστίδην· Μὴ δίδῃς ἀπάντησιν εἰς αὐτὸν τὸν θεοκατάρατον, εἶναι Λουθηροκαλβῖνος.

Ὁ Ἡφαιστίδης ἐστράφη πρὸς τὸν νουθετοῦντα, καὶ ῥίψας ἐπ' αὐτοῦ βλέμμα οἴκτου, ἐξηκολούθησε τὸν διάλογόν του.

- Ἐννοῶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, ὅταν τὸ τέλειον εἶναι ἄγνωστον· ἀλλ' ὅταν εἶναι γνωστὸν καὶ κεῖται ἐν τῷ μέσῳ, πῶς δύνασθε νὰ τὸ παρατρέξετε;

- Οὐδέποτε τὸ τέλειον κεῖται ἐν μέσῳ, ἢ ἐν τριόδῳ.

- Πῶς; ἰδοὺ ἔχομεν τοὺς ἀρχαίους ποιητὰς, τοὺς ἱστορικοὺς, τοὺς ῥήτορας· αὐτοὺς ἀκολουθοῦντες δὲν σφάλλομεν.

- Δὲν εἶμαι σύμφωνος, ὅτι δύνασθε νὰ τοὺς ἀκολουθήσετε, καὶ ἂν κατ' ἐξαίρεσιν εἷς ἐκ τῶν ζώντων κατώρθωσε νὰ τοὺς πλησιάσῃ, γνωρίζετε ὅτι εἷς οὐδείς.

- Ἔχετε δίκαιον, διότι μετὰ τὸν Λάμπρον Φωτιάδην δὲν γνωρίζω πλέον ἄκρον Ἕλληνα, πλὴν τοῦτο προῆλθε διότι ἐγκατέλιπον τὴν εὐθεῖαν ὁδόν.

- Βλέπετε ἀπέκαμαν ζητοῦντες τὸ ἀδύνατον. Ἡμεῖς ἐν Ἀμερικῇ…

- Φρίκη! φρίκη! ὑπέλαβεν ὁ πάτερ Λαυρέντιος ὑψώσας ὀλίγον τὴν φωνὴν, ὄφις φαρμακερὸς, γέννημα ἐχιδνῶν.

Τότε παρετήρησε καὶ ὁ Ἀμερικανὸς τὸν καλόγηρον· δὲν διέκρινεν ὅμως τὰ ἐπιφωνήματά του καὶ ἐξηκολούθησε λέγων·

- Ἡμεῖς ἐν Ἀμερικῇ ἰδοὺ πῶς σκεπτόμεθα ἐπὶ ὅλων τῶν πραγμάτων. Ὀρθότερον εἶναι τὸ παρὰ τῶν πλειόνων ἐπιδοκιμαζόμενον· ἀγαθοὶ οἱ δύω ὑπὲρ τὸν ἕνα. Ὅ,τι λοιπὸν παραδέχονται οἱ πολλοὶ, τοῦτο εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν κοινὸν νοῦν, common sense , καὶ τοῦτο ἀσπαζόμεθα.

- Πῶς γίνεται; Οἱ πλεῖστοι εἶναι οἱ ἀμεθέστεροι, τὰ ἀμενηνὰ κάρηνα· εἶναι δυνατὸν αὐτοὶ νὰ ῥυθμίσουν τὴν γλῶσσαν; Καθ' ὑπόθεσιν ὅ,τι συντάσσεται μετὰ γενικῆς, οἱ πλεῖστοι τὸ συντάσσουν μετὰ αἰτιατικῆς, ἢ δοτικῆς, ἕπεται τάχα, ὅτι εἶναι τὸ ὀρθότερον; Καὶ κατὰ τὰ λοιπὰ τὸ αὐτό· ὅταν ἀσθενῆτε, δὲν ἐρωτᾶτε τοὺς πλείστους, ἀλλὰ τὸν δόκιμον ἰατρόν.

- Βλέπεις, εἶπεν πρὸς αὐτὸν ὁ καλόγηρος, δὲν παραδέχεται τὴν θείαν παράδοσιν τῆς μιᾶς καθολικῆς, ἀποστολικῆς καὶ οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας.

- Ἔχετε δίκαιον, διότι δὲν σᾶς ἐξήγησα τὸ ὅλον. Τοὺς πολλοὺς διδάσκουν οἱ σοφώτεροι, ἀλλ' αὐτοὶ φέρουν ἀποδείξεις, διὰ συλλογισμοῦ καὶ δι' ἐναργείας, by evidence. Ὅ,τι λοιπὸν κατασταθῇ ἐναργὲς εἰς τὸν κοινὸν νοῦν, αὐτὸς τὸ παραδέχεται, καὶ ὅταν τὸ ἀποῤῥίπτῃ, εἶναι σημεῖον ὅτι δὲν κατέστη ἐναργές. Πᾶς τέλειος μηχανισμὸς ἔχει τὸ ἀντισήκωμά του, the regulator.

- Διάλληλος τρόπος, ὑπέρου περιστροφή! ἀνέκραξεν ὁ Ἡφαιστίδης. Ὅταν ὁ Γαλιλαῖος ἐδίδασκεν, ὅτι ἡ γῆ κινεῖται περὶ τὸν ἥλιον, τίς εἶχε δίκαιον, αὐτὸς, ἢ ὁ κοινὸς νοῦς, ὁ τῶν ἀμαθῶν καὶ δεισιδαιμόνων ὅμιλος;…

- Μὴ λέγε βλάσφημα· ὅταν ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ εἶπε· Στήτω ὁ ἥλιος κατὰ Γαβαὼν, καὶ ἡ σελήνη κατὰ φάραγγα Αἰλών… παρενέβη λέγων ὁ καλόγηρος.

- Ἰδοὺ, ἐξηκολούθησεν ὁ Ἡφαιστίδης, ἔτι καὶ σήμερον ὑπάρχουν οἱ δοξάζοντες, ὅτι ὁ ἥλιος κινεῖται. Ὁ κοινὸς νοῦς εἶναι τέκνον τῆς πλάνης καὶ δὲν ἀπαρνεῖται τὴν μητέρα του.

Ἐντοσούτῳ καὶ οἱ ὄπισθεν ἐρχόμενοι ἤκουσαν ὅτι γίνεται ζωηρὸς διάλογος, καὶ ἐνόησαν ὅτι πρέπει νὰ εἶναι περίεργος ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητος μάλιστα τῶν διαλεγομένων· ἐκέντησαν δὲ τοὺς ἵππους των διὰ νὰ πλησιάσουν. Μόνος ὁ Θάνος οὐδεμίαν εἶχε περιέργειαν, ἀλλὰ ἐτέρπετο εἰς τὴν καλλονὴν τῆς φύσεως, τῆς ὁποίας εἶχε στερηθῆ πρὸ πολλοῦ. Αἱ ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου τὸν ἐζωογόνουν, καὶ ἡ θέα τοῦ αἰθρίου οὐρανοῦ, τῆς γλαυκῆς θαλάσσης, τῶν γηλόφων, τῆς χλόης, τῶν δένδρων, τὸν ἐπλήρουν θαυμασμοῦ, ὡς τὸν τυφλὸν, ὅστις αἴφνης ἀνέβλεψεν. Ὅταν ἔφθανεν εἰς τὰ ὑψώματα, ἔνθα ἐξετείνετο ὁ ὁρίζων, διέτριβε μακρότερον χρόνον ἐν ἐκστάσει διασκοπῶν. Μεταξὺ τῶν συνοδοιπόρων ἦτο καὶ νέος τις σπουδάσας παντοῖα ἐν τοῖς Πανεπιστημίοις τῆς Εὐρώπης, ἀλλ' οὐδὲν προτιμήσας, ὥστε δὲν ἠδύνατο τις νὰ τὸν κατατάξῃ εἰς ἐπιστήμην τινα· ὡς ἐκ τούτου ἐθεωρεῖτο καταχρηστικῶς ὑπὸ πάντων ὡς φιλόσοφος, ὠνομάζετο δὲ Ξενοφῶν Πτερίδης. Ὁ Πτερίδης οὗτος, νωθροτάτου χαρακτῆρος, οὐδεμίαν εἶχεν ἐπίσης περιέργειαν, καταφρονῶν ἐν γένει τοὺς μὴ φοιτήσαντας εἰς Πανεπιστήμια· ἀλλὰ φίλος του ἐκ τῶν συνοδοιπόρων τὸν ἐκάλεσε ν' ἀκούσῃ τὸν παράδοξον διάλογον. Διὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσῃ ἐπλησιάσε καὶ αὐτὸς μηχανικῶς, ἀλλὰ μᾶλλον προσέχων εἰς τὰ πτηνὰ, τὰ διὰ τοῦ ἀέρος ἱπτάμενα.

Ὁ Ἀμερικανὸς εὐχαριστήθη μεγάλως βλέπων, ὅτι ἐφείλκυσεν ὅλων τὴν προσοχὴν, καὶ ὅτι αἱ διδασκαλίαι του ἔμελλον νὰ γίνουν εἰς πολλοὺς ὠφέλιμοι· ἐξ ἐναντίας δὲ ὁ καλόγηρος ἠγανάκτει καὶ κύκλῳ περιέφερε βλοσυρὸν βλέμμα πρὸς τοὺς περιεστῶτας, τῶν ὁποίων ἀμφίβαλεν, ἂν ὁ νοῦς εἶναι τεθωρακισμένος κατὰ τοῦ δηλητηρίου δήγματος τοῦ ὄφεως.

Διὰ νὰ καταστήση λοιπὸν ὁ Ἀμερικανὸς εἰς ὅλους γνωστὸν τὸ θέμα τοῦ διαλόγου, ἐπὶ προφάσει δῆθεν ὅτι δὲν ἐξήγησεν ἀποχρώντως τὴν διάνοιάν του, ἐπανέλαβεν, ἐπαυξάνων τὴν δύναμιν τῆς φωνῆς του καὶ τονίζων σχεδὸν πᾶσαν λέξιν πρὸς εὐκρίνειαν, τὴν περὶ κοινοῦ νοὸς καὶ ἐναργείας θεωρίαν του, καὶ ἐξηκολούθησεν οὕτω·

- Δὲν ἀνατρέπει ἡ περὶ Γαλιλαίου παρατήρησίς σας τὴν ὀρθὴν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ἡ φιλοσοφία τῶν συμπολιτῶν μου ἐν τῇ Ἀμερικῇ…

- Φεῦ! ἀνεστέναξε λέγων ὁ καλόγηρος, πνεῦμα ἀκάθαρτον!

- Ὁ Γαλιλαῖος εἶχε δίκαιον, ἀλλὰ δίκαιον εἶχε καὶ ὁ κοινὸς νοῦς, διότι δὲν ἐδόθησαν εἰς αὐτὸν διὰ τοῦ Γαλιλαίου αἱ ἀποχρῶσαι ἀποδείξεις, δηλαδὴ ἡ ἐνάργεια δὲν ἦτο πλήρης· διὰ τοῦτο λοιπὸν ἀμφιβάλλει εἰσέτι καὶ ὁ σεβάσμιος γείτων σας, ὅστις ἴσως δὲν γνωρίζει καὶ τὴν κατὰ τὸν φυσικὸν νόμον ἑρμηνείαν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τὸν ὁποίαν σήμερον παραδέχονται ἐν Ἀμερικῇ.

Ἡ ἀποστροφὴ αὕτη τοῦ Ἀμερικανοῦ πρὸς τὸν καλόγηρον ὡς ἠλεκτρικὸς σπινθὴρ τὸν διετίναξεν ὅλον.

- Τί προσέχετε εἰς αὐτὸν τὸν βλάσφημον ἀλλόπιστον, ἀνέκραξε, τάφος ἠνεῳγμένος ὁ λάρυγξ αὐτοῦ.

Ἡ ἄκαιρος αὕτη προσβολὴ κατεκρίθη ὑπὸ πάντων καὶ ὁμοῦ ἀνεβόησαν ἀποδοκιμάζοντες, εἷς δὲ τῶν συνοδοιπόρων, ἔμπορος τὸ ἐπάγγελμα καὶ ἀστεῖος, προβὰς εἰς τὸ μέσον, εἶπεν ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν καλόγηρον·

- Ἔχομεν δύω καλὰ αὐτία, Πάτερ Λαυρέντιε, καὶ εἰς τὸ μέσον νοῦν Ἑλληνικὸν, ὁ ὁποῖος λαγαρίζει. Ὅταν μᾶς λείψῃ ὁ νοῦς, τότε νὰ μᾶς φράξῃς τ' αὐτιὰ, καὶ πάλιν μὲ τὸν μικρὸν δάκτυλον θὰ τὰ ξεφράξωμεν. Ἀλλοίμονον ποῦ τὸ ἔχει ἡ κούτρα του νὰ καταιβάζῃ ψείραις! Καὶ ἀποκαλύπτων τὴν φαλακρὰν κεφαλήν του, ἰδὲ πεπόνι, εἶπε, τρίχα δὲν ἔχει· ποῦ ψείρα.

Ἡ θέα τῆς φαλακρᾶς κεφαλῆς διήγειρε γενικὸν γέλωτα, πρὸς βλάβην τοῦ καλογήρου. Ὁ Ἀμερικανὸς ὅμως, γνωρίζων ὅτι δὲν πρέπει τις νὰ ἐμπιστεύεται πολὺ εἰς τὴν στιγμιαίαν εὔνοιαν τοῦ πλήθους, ἀπέφυγε πᾶσαν ἐπίδειξιν θριάμβου, ἀλλ' ὡς ἂν οὐδὲν εἶχε συμβῇ, ἅμα κατεσίγασεν ὁ θόρυβος, ἐξηκολούθησε πάλιν·

- Διὰ νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὴν ἰδέαν μου, μεταχειρίζομαι παράδειγμα. Αἱ διάφοροι ζῶναι τῆς γῆς ὑπόκεινται εἰς ἄλλην θερμοκρασίαν ἑκάστη· ἀλλὰ ὑπάρχει μεταξύ των ἀντεπίδρασις, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐν Ἀμερικῇ ὀνομάζομεν golf stream, σεῖς δὲ δύνασθε νὰ ὀνομάσετε ῥεῖθρον Ὠκεανοῦ, συγκιρνᾷ ὅλας τὰς θερμοκρασίας πρὸς τὸ ἰσόθερμον. Τὸ αὐτὸ δύναται ὁ κοινὸς νοῦς, ἢ ἡ κοινὴ γνώμη. Γνωρίζετε ὅτι τὸ golf stream ἐξορμᾷ θερμὸν κατὰ τὸν χειμῶνα ἐκ τῶν Φλωρίδων, καὶ διευθυνόμενον πρὸς τὰς βορείους ἀκτὰς τῆς Εὐρώπης, μεταδίδει τὴν εὐκραῆ καὶ προσφιλῆ εἰς τοὺς ἀνθρώπους θερμοκρασίαν.

Ὁ Ἀμερικανὸς ἐνόμισεν, ὅτι δύω σκοποὺς κατορθόνει συνάμα ἐπεξηγῶν δι' εἰκόνας τὴν θεωρίαν του, ὅτι καὶ αὐτὴν καθιστᾷ καταληπτὴν, καὶ γνώσεις μεταδίδει περὶ φυσικῶν πραγμάτων. Ἀλλ' ἀπέβη τὸ ἐναντίον, διότι οὐδεὶς ἐνόησε, τί τὸ πρωτάκουστον golf stream.

- Ἰδοὺ, εἶπεν ὁ καλόγηρος, θέλει νὰ μᾶς παραδώσῃ ὅλους εἰς τὸν διεστραμμένον! Κύριε σῶσον τοὺς δούλους σου. Ἄλλος πάλιν ἀλλέως τὸ ἐξέλαβε. - Καὶ ἐγὼ ἤκουσα ἐγγαστρίμυθον, πλὴν δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν ἦτον Ἀμερικανός. Ἂν θέλετε νὰ τὸν παρακαλέσωμεν, νὰ μᾶς δείξῃ τὴν τέχνην του.

- Αἴ! εἶπεν ὁ ἔμπορος, ἤθελα νὰ εἶμαι εἰς τὴν Ἀμερικήν. Λέγουν ὅτι σκάπτουν τὴν γῆν καὶ εὑρίσκουν πηγάδια χρυσοῦ. Τὸν παλαιὸν καιρὸν τὸν ἔχωσαν ἐκεῖ οἱ κάτοικοι, ὅταν ἐξεστράτευσεν ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Μακεδών.

- Τὶ λέγεις τώρα; τὸν παρετήρησεν ἄλλος, πόσος καιρὸς εἶναι, ἀφοῦ ὁ Κολόμβος πρώτην φορὰν ἀνεκάλυψε τὴν Ἀμερικήν; Ἔχω ἐξ ἀκοῆς, ὅτι ὁ πάππος μου ἐταξείδευσε μὲ τὸν Κολόμβον εἰς τὴν Μινόρκαν.

- Μάλιστα, εἶπεν ὁ ἔμπορος, θέλεις νὰ μᾶς πωλήσῃς, ὅτι ὁ πάππος σου ἔδωκε τὴν ἰδέαν εἰς τὸν Κολόμβον ν' ἀνακαλύψῃ τὴν Ἀμερικήν· ἂς ἐρωτήσωμεν τὸν Ἀμερικανόν.

Καὶ αὐτὸς ὁ ἀπαθὴς φιλόσοφος ἐγέλασεν ἀκούων αὐτὴν τὴν Ἑλληνικὴν βαβυλωνίαν· ἀλλ' ὁ Ἀμερικανὸς δὲν ἐγκατέλιπε τὴν σειρὰν τοῦ διδακτικοῦ λόγου του, ἄν καὶ ἡ ἐρώτησις ἦτο πρὸς αὐτὸν ὡς ὁ κόρκορος πρὸς τὰ λάχανα. Ἐν τοσούτῳ ὁ Ἀμερικανὸς ἐνεκρυφίαζε τὴν ἡδονὴν, ὅτι ὅλοι πρὸς αὐτὸν προσεῖχον, διατηρῶν πάντοτε τὴν αὐτὴν σοβαρότητα καὶ τὸν αὐτὸν διδακτικὸν χαρακτῆρα, καὶ συνέδεσεν οὕτω πως μετὰ τῶν προειρημένων τὴν εἰς τὴν ἀπορίαν τοῦ ἐμπόρου ἀπάντησιν.

- Περὶ τὰ τέλη τοῦ ΙΕ΄ αἰῶνος ἀνεκάλυψεν ὁ Κολόμβος τὴν Ἀμερικήν. Δὲν εἶναι εἰσέτι δύω καὶ ἥμισυς αἰῶνες, ἀφότου οἱ πρῶτοι ἄποικοι καὶ ὁμόθρησκοί μου, οἱ pilgrims fathers, ἀπέβησαν εἰς τὰ ἄγρια παράλια τῆς βορείου Ἀμερικῆς, καὶ σήμερον ὁ πολιτισμὸς αὐτῆς ὑπερτερεῖ τὸν Εὐρωπαϊκὸν, ὅσον τὸ ἀτμῆρες τὸ ἱστιοφόρον, πρὶν συμπληρωθῇ δὲ ὁ αἰὼν ἀπὸ τῆς Ἀμερικανικῆς ἐπαναστάσεως, ἡ Ὁμόσπονδος πολιτεία ἀριθμεῖ ἤδη ἐπέκεινα τῶν 25 ἑκατομμυρίων κατοίκων. Πανταχοῦ ἀνηγέρθησαν πόλεις μεγαλοπρεπεῖς, διώρυγες καὶ σιδηρόδρομοι ὡς ἀρτηρίαι συνέδεσαν τὰ πέρατα τοῦ σφριγῶντος τούτου σώματος, καὶ ὅλα τὰ χρήσιμα εἰς τὸν ἀνθρώπινον βίον εὐθηνοῦν, ὅσον οὐδὲ ἐν τῇ γηραιᾷ Εὐρώπῃ. Ἡμεῖς πρῶτοι ἐφαρμόζομεν πᾶσαν ἀνακάλυψιν καὶ καθεκάστην τελειοποιοῦμεν τὰς νέας ἐφευρέσεις. Ὅλη ἡ πρόοδος αὕτη καὶ ἡ δόξα χρεωστοῦνται εἰς τὰς ὀρθὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἠκολουθήσαμεν συμμορφούμενοι πάντοτε πρὸς τὴν πεῖραν, καὶ ὑποτασσόμενοι εἰς τὴν αὐθεντίαν τοῦ κοινοῦ νοός. Πρὸ πάντων καταγινόμεθα εἰς τὴν διάδοσιν τῶν φώτων καὶ πρεσβεύομεν, ὅτι τὰ μὲν χρήματα ἴδια ἑκάστου, αἱ δὲ γνώσεις κοιναί.

Ἐν τούτοις ἡ συνοδία εἶχε φθάσει εἰς Δράμεσι καὶ ἔμελλε νὰ βαδίσῃ διὰ τοῦ ῥηγμῖνος τῆς θαλάσσης, τὸν ὁποῖον οἱ εὐμεγέθεις κάχληκες καὶ τὸ ἐπ' αὐτῶν βρύον καθίστανον ὀλισθηρὸν, ὥστε ἔπρεπε νὰ ταχθοῦν ἐφεξῆς ἀκολουθοῦντες τὸν ἀσφαλέστερον πόρον. Διελύθη λοιπὸν ἡ διδασκαλία πρὸς εὐχαρίστησιν τοῦ καλογήρου, ὅστις ηὔχετο τοιαύτη νὰ ἦναι ὅλη ἡ μέχρις Ἀθηνῶν ὁδός.

Πρὶν ἐμβῇ ὅμως εἰς τὴν θάλασσαν ὁ Ἀμερικανός,

- Ἰδοὺ, εἶπεν, αἱ λεωφόροι τῆς Ἑλλάδος. Οἱ συμπολῖταί μου πρῶτον κατασκευάζουν ὁδοὺς καὶ ἔπειτα Πανεπιστήμια.

- Τὰ φρενοκομεῖα, ἠρώτησεν ὁ Ἡφαιστίδης, τῶν τὰ πάντα ἐπισταμένων;

- Διὰ ποίων ὁδῶν ἔρχονται οἱ φοιτηταὶ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον;

- Ἀμέλει! ἀπήντησεν ὁ Ἡφαιστίδης εἰς τὸν Ἀμερικανὸν, οἱ Ἕλληνες ἔρχονται ἀνυπόδητοι.

- Τότε, φίλε, ἀποκτήσαντες ὑποδήματα δὲν ἐπιστρέφουν εἰς τὸ χωρίον των, ὅπου αὐτὰ τρίβονται.

- Πῶς σὲ φαίνεται ὁ φίλος, ἠρώτησε τὸν ἔμπορον ὁ πλησίον του ἐρχόμενος, μόλις παρελθόντος ἐκείνου.

- Δίμιτον Ἀμερικανικὸν πρώτης ποιότητος, ἀπήντησε· καὶ ὅλοι οἱ παρεστῶτες ἐγέλασαν.

Κατόπιν τοῦ Ἀμερικανοῦ διέβησαν καὶ οἱ λοιποὶ, καὶ οἱ ἵπποι, σχεδὸν νηχόμενοι, διεβίβασαν τοὺς ἀναβάτας των ἕως εἰς τὸ Δίλεσι, ὀλίγον ἀπέχον τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων παρὰ τὸν αἰγιαλὸν ὑπὸ τὸν ἀρχαῖον Ὠρωπόν. Ἐκεῖ ἀνεπαύθησαν οἱ ὁδοιπόροι, καταλύσαντες εἰς τοὺς τέσσαρας ἢ πέντε νεωστὶ οἰκοδομηθέντας οἰκίσκους. Ὁ Ἡφαιστίδης ἐγνώριζεν, ὅτι οἱ Ἀμερικανοὶ δὲν περιηγοῦνται ἄνευ ἐφοδίων καὶ μετ' αὐτοῦ συγκατελέχθη, παραλαβὼν καὶ τὸν Θάνον τοὺς ἠκουλούθησαν δὲ ὁ ἔμπορος, ὁ Πτερίδης καί τινες ἄλλοι. Ὁ Ἀμερικανὸς ἐξέτεινε τὸν τάπητά του καὶ ἀνῆψε τὴν αὐθέψην του, διὰ νὰ παρασκευάσῃ τζάϊ, προσφέρων καὶ εἰς τοὺς ὁμοστέγους του. Ὁ Ἡφαιστίδης καὶ ὁ Πτερίδης ἐδέχθησαν ἀσμένως, οἱ δὲ λοιποὶ ἔβλεπον περιέργως τὴν σκευασίαν, ὅτε εἰσῆλθεν ὁ καλόγηρος, διὰ νὰ μὴν τὸν λανθάσῃ τι ἐκ τῶν διατρεχόντων,

- Τὶ κάμνετε ἐδῶ; βλέπετε τὰ μαγικὰ αὐτοῦ τοῦ … ἀλλοπίστου; Δὲν γνωρίζετε, ὅτι διὰ τοιούτους ἡτοιμάσθη τὸ πῦρ τῆς γεένης;

- Ἂν εἴχαμεν ἐξ αὐτοῦ τοῦ πυρὸς, τὸν ἀπήντησεν ὁ Πτερίδης, τὸ τζάϊ ἔζεε πάραυτα.

- Ὦ! σὺ ἐποτίσθης τὸ δηλητήριον ἐκείνου τοῦ ἐξωλεστάτου, τοῦ ψυχοφθόρου καὶ χριστιανομάχου Βολταίρου.

- Μικρόν τι ὠνόμασες. Ῥόδα μ' εἴρηκας, κρίνεσι στεφανοῖς. Μετὰ τὸν Βολταῖρον ἐφάνησαν ἄλλοι δεινότεροι, ὁ Κάντιος, ὁ Φίχτιος, ὁ Σχελίγγιος, ὁ Ἕγελος καὶ τὰ στίφη αὐτῶν.

- Αὐταὶ εἶναι αἱ πύλαι τοῦ ᾅδου, αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε κατισχύσουσιν.

- Αὐτοὶ εἶναι σήμερον οἱ προφῆται, τῶν ὁποίων ἡ κεφαλὴ ἀνταυγάζει τὸ φῶς τῆς γνώσεως.

- Ἐκ στόματος κοράκων ἐξελεύσεται κρᾶ!!.. Μακρὰν, μακρὰν ἀπὸ σᾶς γενεὰ ἄπιστος καὶ μοιχαλίς!… Καὶ ταῦτα λέγων δρομαῖος ἀνεχώρησεν ὁ καλόγηρος.

- Εὑρήκαμεν τὸ ἀντιφάρμακον, καὶ μὴ ἐννοήσας, ἢ παίζων μὲ τὸ ἀνταύγασμα, εἶπεν ὁ ἔμπορος, αὐτὰ τ' αὐγά σου, Πτερίδη, εἶναι φαίνεται τόσον κλούβια, ὥστε δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὰ καταπιῇ· φύλαξε καὶ δι' αὔριον.

Ὅλοι ἐγέλασαν, ἐκτὸς τοῦ Ἀμερικανοῦ, ὅστις καθ' ὅλον τὸν περὶ φιλοσόφων διάλογον ἦτο σύνοφρυς, προσέχων εἰς μόνον τὸν αὐθέψην του. Ἐπίσης ὁ Ἡφαιστίδης ἐνώπιον πολλῶν ἀπέφευγε τοιαύτας ὁμιλίας, γνωρίζων τὸ ἰδίωμά του, ὅτι εὐκόλως παρεσύρετο πέραν τῶν ὁρίων. Ἀφοῦ ἔπιον τὸ τζάϊ, τὸ ὁποῖον ἐκτὸς τῶν τριῶν καὶ ἄλλοι τινὲς ἐδοκίμασαν ἀλλ' εὗρον στυφὸν καὶ δυσάρεστον, ἀνεπαύθησαν.

Τὴν ἐπαύριον πρωῒ ἀνεχώρησαν διὰ τὰς Ἀθήνας. Καὶ τῳόντι ὁ Πτερίδης ὑπῆρξεν ἡ κοπὶς τῶν λόγων ἁπάντων, διότι ὁ καλόγηρος ἔφευγε τὴν παρουσίαν του, ὁ δὲ Ἀμερικανὸς δὲν ἤθελε νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς φιλοσοφικὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἐθεώρει ὅλως ἄκαιρον καὶ ἐπιβλαβῆ. Ὁ ἔμπορος εἶπε πολλὰς ἀστειότητας ὅλως ἀθώους, καὶ πρὸ τῆς ἑσπέρας ἔφθασαν εἰς τὰς Ἀθήνας, ὅπου διεχωρίσθησαν· πρῶτος δὲ ἔγινεν ἄφαντος ὁ καλόγηρος.

Ὁ Ἡφαιστίδης ἠκολούθησε τὸν Θάνον εἰς τὴν οἰκίαν τῆς μητρός του, ὅπου δὲν εὗρον τὸν Τάσον, πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἀποδημοῦντα διὰ σπουδαίαν ὑπόθεσιν.