Η φτώχεια

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
H φτώχ̌εια
Συγγραφέας: Δημήτρης Λιπέρτης


Φτώχ̌εια, που κάμνεις τόσους λας να πκιάννουσιν καλάθιν,
να καρτερούν ‘πο ‘κει ‘πο δα έναν βούκκον ψουμίν,
φτώχ̌εια, που η χαρά ποττέ κοντά σου εν εστάθην
κ̌ι όσοι σε δούσιν, κλώθουσιν κ̌αι βρίσκουν αφορμήν
να μεν σε χ̌αιρετίσουσιν, με να σου κοντοφτάσουν,
φτώχ̌εια, πον έχουσιν καρτκιάν να σου χαμογελάσουν.

Φτώχ̌εια, που νιάτια κοκκαλιείς κ̌αι που τα μαρανκιάζεις
κ̌αι πον τ’ αφήνεις να χαρούν μήτε μιαν σταλαμήν,
που φευκατίζεις κ̌αι πολλούς κ̌αι που καταρημάζεις
κ̌αι ‘που την πείναν καταλυείς τ’ άχαρόν τους κορμίν,
που τους βωβώννεις κ̌ι εν μπορούν τα θέλουσιν να πούσιν,
πον τους αφήνεις να καμμούν, μήτε να κ̌οιμηθούσιν.

Φτώχ̌εια, που ‘σαι πάντα χ̌χ̌υφτή κ̌αι παραπονημένη
κ̌αι που σε τρώ’ η μισταρκά κι η βαρετή δουλειά,
που παρπατείς με το κονκ̌ιόν κ̌αι βαρυκαρτισμένη,
γιατί εν εδοκ̌ίμασες με χάδιν, με φιλιά,
φτώχ̌εια, κ̌ι αν τρων το δίκ̌ιον σου οι λας οι παραπάνω,
ποττέ μεν απορπίζεσαι κ̌ι έχ̌ει Θεόν ‘που πάνω.

Εσούνι κάμνεις την τιμήν περίτου τιμημένην,
την αθρωπκιάν ψηλόττερα ακόμα να σταθεί,
κ̌ι αν σ’ έχουσιν ποριψιμιάν κ̌αι τσαλαπατημένην
κ̌ι εν πλάσκεται μήτε ψυχ̌η για να σε λυπηθεί,
τούτα ούλλα τα κάστια, πον το μαρτύριόν σου,
σηκώννουν σε κ̌αι βκάλλουν σε ψηλά πον ο Θεός σου.