Η φιλοσοφία του καλού παρά Πλωτίνω/Προλεγόμενα

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η φιλοσοφία του καλού παρά Πλωτίνω
Συγγραφέας: Γεώργιος Βιζυηνός
Προλεγόμενα


Όπως εν τοις λοιποίς της φιλοσοφίας αυτού ο Πλωτίνος εισάγει το περί ου εκάστοτε πρόκειται θέμα ως γνωστόν επί το πολύ, ούτως εις τας περί του καλού θεωρίας αυτού ούτε διαλεκτικήν τινα επαγωγήν της του αντικειμένου του εννοίας επιχειρεί, ως ποιεί, λόγου χάριν, ο Πλάτων εν Ιππία τω μείζονι[1], ούτε ορισμόν τινα αυτού προτάσσει, ως θα εποίει πιθανώς ο Αριστοτέλης[2], αλλ' αναχωρεί αμέσως εκ παραδεδεγμένης ήδη αρχής, ότι το καλόν υπάρχει, ότι εχει τινάς ιδιότητας κοινή ανεγνωρισμένας, και επί των δεδομένων τούτων βασίζει τας περί της φύσεως αυτού ερεύνας. Τούτο είναι χαρακτηριστικόν της όλης των νεοπλατωνικών μεθόδου: Πάντες σχεδόν γράφουσιν ουχί επί τω καταρτίσαι νέον τι και τέλειον φιλοσοφικόν σύστημα, αλλ' απλώς αναπτύσσοντες πλατωνικάς ιδίως διδασκαλίας, ων επαγγέλλονται, και θεωρούνται ότι είναι πιστοί διερμηνείς[3]. Εάν αι θεμελιωδέστεραι αρχαί, αφ' ων ο Πλωτίνος αποδύεται εις το τοιούτον έργον, διαφέρουσι σφόδρα των του Πλάτωνος, η διαφορά ή διαφεύγει την συνείδησιν αυτού, ή εκλαμβάνεται παρ' αυτού ως λογική των πλατωνικών δογμάτων συνέπεια, προσμαρτυρουμένη μάλιστα, κατά την γνώμην αυτού, και υφ' απάντων σχεδόν των προγενεστέρων φιλοσόφων[4].

Ως εκ τούτου, οι λόγοι των Εννεάδων, - ως ωνόμασε τας συγγραφάς του Πλωτίνου ο Πορφύριος, ταξινομήσας και εκδούς κατ' εντολήν και μετά θάνατον του διδασκάλου αυτού - εμποιούσιν εις τον αναγνώστην την εντύπωσιν, ην αποκομίζεται τις εκ της ακροάσεως των εν τινι γερμανικώ φροντιστηρίω αναπτυσσομένων κρίσεων του καθηγητού αυτού επί διαφόρων φιλοσοφικών θεμάτων. Αλλά και είναι αληθώς αι Εννεάδες του Πλωτίνου σελίδες ατημέλητοι τοιούτων αληθώς αναπτύξεων: Εν ταίς ακροάσεσιν αυτού οι μαθηταί του ή προκαλούνται ν' αναπτύξωσιν αυτοί ή αιτούνται παρά του διδασκάλου την ανάπτυξιν θέματος τίνος ουχί όλως διόλου αγνώστου, διακόπτοντες την συνέχειαν διά των αποριών και των ερωτήσεων εν τω μεταξύ, έστιν ότε δε και διά των αντιρρήσεων αυτών, ουκ εν τάξει ουδέ κατά κόσμον πάντοτε, ως διηγείτο τω Προφυρίω, άριστος εν αυτοίς ο Αμέλιος[5].

Επί μακρά έτη τ' αποτελέσματα των συζητήσεων τούτων ενεχαράσσοντο μόνον εις την μνήμην των ακροατών του Πλωτίνου, αργά δε και μόλις, προτραπείς ήρχισε να γράφη τας παρεμπίπτουσας υποθέσεις[6]. Ευνόητον άρα διατί τα βιβλία των Εννεάδων δεν παρουσίαζουσι πάντοτε στενήν τινά μεταξύ των αλληλουχίαν.

Αλλά και η συναφής ακολουθία των κειμένων ενός εκάστου προδίδει συνεχώς δυσαναλογίας και διαφοράς ως προς τε τον νουν και την λέξιν. Διά το τελευταίον τούτο ενέχεται και ο ιδιόρρυθμος τρόπος, καθ' δν ο Πλωτίνος έγραφε, συντάττων μεν ολόκληρον το βιβλίον εν τη εαυτου διάνοια, καταγραφών δ' αυτό είτα απνευστί και διά μιας, απ' αρχής μέχρι τέλους, και μήτε επιδιορθών, μήτε αναγινώσκων καν πλέον τα άπαξ ούτω γεγραμμένα[7].

Ετέρα τις ιδιότης, ασυμφωνία αύτη μεταξύ των επί του αυτού αντικειμένου, αλλ' εν διαφόροις βιβλίοις επαναλαμβανομένων ιδεών του Πλωτίνου, έχει τον λόγον αυτής εν τη διάφορα των χρόνων, καθ' ους συνετάττοντο τα βιβλία. Ταύτα και τα τοιαύτα υπεριδόντες φαίνεται τίνες των προ ημών περί την καλολογίαν του Πλωτίνου ενδιατριψάντων, επλανήθησαν εν οις υποθέτουσιν αυτόν ταυτίζοντα το καλόν μετά του Αγαθού, τον νουν μετά του Ενός[8].

Εν τω «Περί του καλού» επιγραφομένω, έκτω της πρώτης Εννεάδος, βιβλίω φαίνεται αληθώς ο Πλωτίνος επαμφοτερίζων ως προς τον καθορισμόν της μεταξύ του καλού και του αγαθού σχέσεως. Αλλά το βιβλίον τούτο, το πρώτιστον εξ όσων έγραψε ποτέ ο ημέτερος φιλόσοφος, δεν πρέπει να θεωρήται ως το καθ' αυτό κριτήριον των μεταφυσικών αυτού αρχών, ας πολύ εκτενέστερον εξέθηκεν εν ιδίοις βιβλίοις[9]. Άλλως τε δε και τα σχετικά χωρία[10] επιδέχονται διάφορον της ην τοις αποδίδουν σημασίαν, ως θα ίδωμεν εν οικείω τόπω. Αλλ' εκτός τούτου ο Πλωτίνος συνέγραψε το όγδοον βιβλίον της πέμπτης Εννεάδος - χρονολογικώς το εικοστόν όγδοον - δέκα πέντε περίπου έτη μετά το πρώτον και ιδία «Περί του νοητού κάλλους». Τούτο λοιπόν είναι δικαιότερον να θεωρήται ως η κυρία βάσις της περί του καλού μεταφυσικής αυτού· διότι όχι μόνον ωριμώτερον έργον του αυτού συγγραφέως είναι, αλλά και ειδικώς την μεταξύ Αγαθού και καλού πραγματεύεται σχέσιν.

Ό,τι λέγομεν περί της καθόλου των νεοπλατωνικών μεθόδου εν τω φιλοσοφείν, ισχύει και περί της καλολογίας του Πλωτίνου: Εν τοις περί του καλού βιβλίοις που μεν φαίνεται αναπτύσσων ακαδημαϊκάς ιδέας, που δε πολέμων στωικά προ πάντων φιλοσοφήματα επί πλατωνικών ερειδόμενος αρχών. Διά τούτο και τα μερικά της καλολογίας αυτού θεωρήματα, μέχρι και των πλαστικωτάτων εικόνων και τύπων, εν οις τυγχάνουσιν εκπεφρασμένα, εισίν εν πολλοίς ειλημμένα εκ των διαλόγων του Πλάτωνος. Πλην οι ένθεν κακείθεν αποσπασθέντες, και ως εκ τούτου και πως ακρωτηριασθέντες και παθόντες κατά την μορφήν και το σχήμα, οικοδομητικοί ούτοι λίθοι, αφού ξεσθώσιν εκ νέου και υποβληθώσιν εις την στάθμην, τούτο μεν Πυθαγορείων τούτο δε Αριστοτελικών θεωριών και κανόνων, ανοικοδομούνται υπό του Πλωτίνου επί των ιδιαιτέρων βάσεων της εαυτού φιλοσοφίας. Αληθώς ειπείν, το οικοδόμημα τούτο πρόκειται ημίν σήμερον εσκιαγραφημένον ως υπό ταχέως σχεδιογράφου μάλλον παρά εκτισμένον ως υπό επιμελούς αρχιτέκτονος. Διότι όπως δεν συγγράφει προς σύνταξιν ενός συμμέτρου, αρμονικού και τελείου φιλοσοφικού συστήματος ο Πλωτίνος, αλλ' αφήνει ημάς να το συναρμολογήσωμεν εκ των όπισθεν της κριτικής και ερμηνευτικής αυτού διαφαινομένων ιδεών του, ούτω περιμένει και να συνδυάσωμεν και συμπληρώσωμεν εις εν όλον τας τήδε κακείσε διεσπαρμένας περί του καλού θεωρίας του. Και ναι μεν εν δυσίν - τοις ανωτέρω μνημονευθείσιν - βιβλίοις πραγματεύεται αποκλειστικώς το αντικείμενον τούτο· αλλ' ούτε αυστηράν τινα συστηματικότητα τηρεί εν τη αναπτύξει αυτού, ούτε το εξαντλεί καν ενταύθα. Ο θέλων να γνωρίση ανελλειπή την περί του καλού διδασκαλίαν του Πλωτίνου ανάγκη να μελετήση άπαντα τα των Εννεάδων βιβλία, να περισυλλέξη τα σχετικά χωρία[11], διαφυλάττων την σημασίαν, ην εκάστον έχει, ως εκ της εν η εύρηται συνάφειας προς τε τα ηγούμενα και τα επόμενα, να συγκρίνη ταύτα προς άλληλα και προς τα παρά τοις αρχαιοτέροις ανάλογα, και τότε, συνδυάζων και συναρμολογών, θα δυνηθή να ορίση την καλολογίαν του Πλωτίνου. Ομολογούμεν ότι και μετά την επίπονον ταύτην εργασίαν δεν είναι δυνατόν να κατορθωθή τι πλήρες και άρτιον σύστημα. Αλλά τα περί την διαίρεσιν και τους τύπους ταύτα μειονεκτήματα παρέρχεται τις απαρατήρητα, ενώπιον των πλεονεκτημάτων, άπερ η θεωρία του Πλωτίνου κέκτηται τόσον ως προς τας γενικάς αρχάς, όσον και ως προς τας ψυχολογικάς επί του αντικειμένου λεπτομερείας, τας οποίας πρώτην φοράν απαντά τις εν τη αρχαία φιλοσοφία. Διά τας τελευταίας αυτής ταύτας αρετάς η καλολογία του Πλωτίνου θεωρείται, και δικαίως, υφ' απάντων των περί αυτής πραγματευομένων ως μεσάζουσα μεταξύ της παλαιάς και της νέας του καλού επιστήμης: Όπως η φιλοσοφία εν γένει, ούτως η καλολογία των νεωτέρων εθνών άρχεται αφ' ου σημείου καταλείπει αυτήν ο Πλωτίνος.

Περί της καλολογίας του Πλωτίνου έχουν γράψει, καθ' όσον ημείς ηδυνήθημεν να γνωρίσωμεν ενταύθα: Ο Lindeblad. Plot. de pulero. Lundae. 1830.

Η πραγματεία αυτή κατ ουδέν διασαφηνίζει, ή προάγει τας περι του καλού θεωρίας του Πλωτίνου, αφήνει δε σκοτεινήν και αόριστον την μεταξύ Αγαθού και καλού σχεσιν[12].

Ο E. Müller. Εν τη Geschichte der Theorie der Kunst bei den Alten. Breslau. 1834-37.

Το πέμπτον κεφάλαιον του II τόμου του κλασσικού τούτου έργου αποτελεί ζωηράν αλλά σύντομον έκθεσιν, εν η αι περί του καλού θεωρίαι του Πλωτίνου - σχετιζόμεναι εν τοις γενικοίς προς τας του Λογγίνου και Φιλοστράτου - εκτιμώνται κατά την αληθή αυτών σημασίαν και βαρύτητα, ως προς την επιρροήν, ην εξασκούσι και σήμερον έτι επί της των τεχνών φιλοσοφίας· εκτίθενται δ' εν τοις μερικοίς, που μεν ως συντετμημένη παράφρασις του ελληνικού κειμένου, που δε εν ελευθέρα περιφράσει και επεξηγήσει. Ό,τι επιθυμεί αλλά δεν ευρίσκει τις εν τω κεφαλαίω τούτω είναι ακριβεστέρα τις σύγκρισις των του Πλωτίνου προς τα σχετικά των προγενεστέρων αυτού φιλοσοφήματα, μετά και της παραθέσεως των χωρίων, ή της παραπομπής καν εις αυτά. Επίσης δεν εμμένει ο Müller διασαφηνίζων τα σκοτεινά χωρία υπό φιλοσοφικήν έποψιν, όπως ποιεί τούτο ως προς τα φιλολογικά αμφίβολα, ων τινα λίαν επιτυχώς εδιόρθωσεν (ίδ. σελ. 296). Σπουδαίως όμως αμαρτάνει ο συγγραφεύς, εν οις εισάγει ημίν τον Πλωτίνον ταυτίζοντα το καλόν μετά του Αγαθού. Την Πλάνην ταύτην του Müller δεν δυνάμεθα να δικαιολογήσωμεν άλλως ει μη διά του ότι: γράφων το σχετικόν κεφάλαιον, είχεν υπ' όψιν αυτού μόνον την υπό του Kreuzer φιλοπονηθείσαν έκδοσιν του έκτου βιβλίου της I Εννεάδος, ένθα, ως θα ίδωμεν, τοιαύτη τις σύγχυσις γίνεται υπ' αυτού του Πλωτίνου εν §7.

Ο F. Gregorovius: Grundlinien einer Aesthetik des Plotin· εν τω Zeitschrift für Philosophie und philos. Kritik του Fichte. 1855 τεύχος πρώτον σελ. 113-147.

Η διατριβή αύτη είναι, καθ' ημετέραν γνώμην, το γλαφυρότερον άμα δε και εμβριθέστερον παντός ό,τι εγράφη επί του αντικειμένου τούτου. Σύντομος αλλά σύντονος, απλή αλλ' ανελλειπής, ανθηρά την λέξιν αλλά ακριβής την διάνοιαν· συνεχώς σχετίζουσα εν τη βραχυλογία αυτής τα του Πλωτίνου, τόσον προς τα του Πλάτωνος και Αριστοτέλους, όσον και προς τα των νεωτέρων περί καλού φιλοσοφήματα, τα οποία καλώς γνωρίζει εκ μελέτης, και ορθώς έμαθε να εκτιμά διά της μακράς αυτού εν τη τέχνη πείρας ο γράφων. Πνευματική τις συγγένεια φαίνεται συνδέουσα τον συγγραφέα προς τον Πλωτίνον, ούτινος τας ιδέας ασπάζεται και οικειοποιείται ως επί το πλείστον. Τούτο όμως γίνεται εις αυτόν, νομίζομεν, αιτία να παραμελή την σημείωσιν των δι' ων διέρχεται χωρίων, ούτως ώστε μόνον ο εκ προτέρων ακριβώς γινώσκων τον Πλωτίνον δύναται ν' απόλαυση το καλόν και ωφεληθή εκ του χρησίμου της διατριβής του Γρηγοροβίου, όστις γράφει ουχί τόσον ως λεπτολόγος φιλόσοφος όσον ως ευφυής καλλιτέχνης.

Ο R. Zimmermann: Εν τη Geschichte der Aesthetik als philosophischer Wissenschaft. Wien 1858.

Την περί καλού θεωρίαν του Πλωτίνου και των επιγόνων αυτού πραγματεύεται ο Zimmermann εν τω τρίτω κεφαλαίω του πρώτου τόμου της Aesthetik αυτού, αποτελούντος το ιστορικόν της καλολογίας μέρος. Eν ιστορική περί νεοπλατωνισμού εισαγωγή, συμπληρούση κατά τούτο την διατριβήν του Γρηγοροβίου, παραβάλλει ο Βιενναίος καθηγητής και συγκρίνει την περί ιδεών και των μεταξύ αυτών και του αισθητού κόσμου μεσαζόντων αριθμών διδασκαλίαν του Πλάτωνος προς τα σχετικά του Πλωτίνου φιλοσοφήματα, εν συντόμω αλλ' ευκρινή πρωτοτυπία περί την εκδοχήν, εξηγών την καλολογίαν του τελευταίου ως συνεπή της όλης αυτού φιλοσοφίας θεωρίαν[13]. Εκθέτει όμως αυτήν ουχί συστηματοποιών ή διευκρινίζων αλλά κατά πόδας επόμενος τω Πλωτίνω, ούτινος μεταφράζει παράγραφον προς παράγραφον το έκτον βιβλίον της πρώτης Εννεάδος. Τούτο, ως και το γεγονός, ότι αφήνει το Περί του νοητού κάλλους βιβλίον, σχεδόν όλως διόλου άθικτον παραπλανά και αυτόν να παραδεχθή ανεξετάστως (σελ. 138), ότι το καλόν παρά Πλωτίνω συμπίπτει μετά του αγαθού, μετ' αυτού του Θεού. Απατώμενος όμως εν τούτω, ουχ ήττον ορίζει ορθότερον παντός άλλου την μεταξύ τεχνητού και φυσικού καλού σχέσιν, και χαρακτηρίζει την τέχνην και την οποίαν κέκληται να εκπληρώση αποστολήν εν τω κόσμω συμφωνότατα τη διδασκαλία του Πλωτίνου· (σελ. 141 και εξής). Μόνον άτοπον φαίνεται ημίν το εκ περισσού του συγγραφέως συμπέρασμα, ότι εκ της περί καλού θεωρίας του Πλωτίνου προκύπτει δήθεν διδασκαλία τις αυτού περί της κατ' ανάγκην χρονολογικώς προϊούσης των τεχνών εξαχρειώσεως και παρακμής. Ματαίως εζητήσαμεν να εύρωμεν τοιούτον τινά υπαινιγμόν παρά Πλωτίνω. Κατ' αυτόν η τέχνη ήτο και είναι και θα ήναι τελεία τέχνη μόνον όπου και οσάκις κατορθοί να υποτάξη την ύλην τη δι' αυτής εκφάνσει της ιδέας, η οποία ως τοιαύτη, δεν μεταβάλλεται υπό του χρόνου. Δεν ηδύνατο λοιπόν ο Πλωτίνος να φρονή, ότι η Αιγυπτιακή τέχνη ήτο πολύ τελειότερα της Ελληνικής, ως προγενεστέρα ταύτης. Δεν ηδύνατο τόσω μάλλον, καθ' όσον ο Πλάτων, ον ο Πλωτίνος ακολουθεί παντού, διαρρήδην παραδέχεται εν Ιππία τω μείζονι (281D) ότι αι τέχναι επιδεδώκασι και εισί παρά τους νυν δημιουργούς οι παλαιοί φαύλοι[14].

Ο Volkmann: Die Höhe der Antiken Aesthetik, oder Plotin's Abhandlung vom Schönen. Stettin. 1860.

Το φυλλάδιον τούτο, ως παρατηρεί ο Brenning, και μετρίας αξιώσεις έχει και μέτριον είναι αληθώς ως προς τε τον τρόπον και τα όρια, εν οος άπτεται του ζητήματος χωρίς να το εξάντληση[15].

Ο Charles Lévêque, εν τω συγγράμματι αυτού: La Science du beau. Paris, 1862, τόμ. II σελ. 444-466.

Εν ταις σελίσι ταύταις ο Γάλλος καλολόγος δεν φροντίζει τόσον να εκθέση ημίν την θεωρίαν του καλού, οίαν εννοεί αυτήν ο Πλωτίνος, όσον πολλω μάλλον ν' αποδείξη, ότι και ο κορυφαίος των νεοπλατωνικών συμφωνεί εν τη καλολογία (ως συμφωνούσι πάντες οι προ αυτού και μετ' αυτόν φιλόσοφοι) με τας περί καλού αρχάς, οιας ώρισεν αυτάς ο Lévêque εν τω θεωρητικώ του συγγράμματος του μέρει: «Le beau – c' est la force ou l' âme agissant avec toute sa puissance et conformé-ment à l' ordre, c' est à dire de façon à accomplir sa loi·» λέγει ο γλαφυρός συγγραφεύς, (τόμ. I σελ. 161) ορίζων τας παραγούσας το καλόν αιτίας μάλλον παρ' αυτό τούτο το καλόν και τον ορισμόν αυτόν εννοεί με κάθε τρόπον ν' ανακάλυψη εν ταις θεωρίαις των τε παλαιών και των νέων φιλοσόφων. Προς τον σκοπόν τούτον μεταβάλλει, ή παρεξηγεί εν πλείστοις τας εννοίας αυτών ούτως, ώστε το ιστορικόν μέρος του συγγράμματός του ολόκληρον καθίσταται άχρηστον, ίνα μη ειπή τις βλαβερόν, εις τον θέλοντα να μελετήση την αληθή ιστορίαν της καλολογίας.

Ο Emile Brenning: Die Lebre vom Schönen bei Plotin. Göttingen. 1864.

Το εξ 60 σελίδων πονημάτιον τούτο είναι η εκτενεστέρα περί του αντικειμένου ημών πραγματεία. Όχι μόνον διότι συμπεριλαμβάνει εν εαυτή και τα περί νοητού κάλλους φιλοσοφηθέντα υπό του Πλωτίνου, αλλά διότι αναπτύσσει το θέμα εν συνάφεια προς το όλον του φιλοσόφου σύστημα. Τούτο εκ πρώτης όψεως φαίνεται μέγα πλεονέκτημα, ενώπιον του οποίου θα συνεχώρει τις τω συγγραφεί την παράλειψίν του να παραθέση προς τα του Πλωτίνου τα σχετικά χωρία εκ των διαλόγων του Πλάτωνος, όσα ο πρώτος διαμορφοί και αναπτύσσει εις τας περί καλού θεωρίας του. Δυστυχώς όμως ο Brenning μεν τοις περί νοητού κάλλους υπερβαίνει τα φυσικά του προβλήματος του όρια ασκοπώτερον ή ότι αυτός αναγκάζεται να ομολογήση, (σελ. 36 εν αρχή) απτόμενος της ηθικής και της θεοσοφίας του Πλωτίνου, εν δε τη μεταφυσική βάσει, εφ' ης ολόκληρος η καλολογία του Πλωτίνου, στηρίζεται, απατάται ο συγγραφεύς τόσον, ώστε το όλον της εργασίας αυτού αποτέλεσμα αποβαίνει προβληματικόν, και ως εφάνη ημίν, φρούδον και μάταιον.

Ο Brenning, αν και ομολογεί, ότι το καλόν εν ταις Εννεάσι ταυτίζεται μετά της ουσίας, συγχέει όμως αυτός το ον, τουτέστι τον Νουν, μετά του Αγαθού, ήγουν του Ενός, όχι μόνον εν σελ. 12, 22, και 27, αλλά και εν σελ. 43 της διατριβής αυτού, εν η αυτός ο ίδιος παραπέμπει τον αναγνώστην εις ουκ ολίγα χωρία του ελληνικού κειμένου, το εναντίον της γνώμης αυτού μαρτυρούντα. Συνέπεια τούτου είναι, ότι εν σελ. 44 το τε νόημα και ο Νους του Πλωτίνου φθείρονται καθ' ολοκληρίαν. Διά τούτο και οι γενικώτεροι του Brenning ορισμοί του καλού και αγαθού, εν σελ. 56, είναι ανακριβείς και η εν τέλει κριτική, ή μάλλον επίκρισις των καλολογικών αρχών του Πλωτίνου αβάσιμος. Αναχωρήσας εξ εσφαλμένων αρχών ο Brenning επόμενον ήτο να καταλήξη και εις άτοπον συμπέρασμα. Ούτε ο Πλωτίνος ορίζει το κάλλος της ψυχής ως αυτός νομίζει, ούτε είναι το Έν της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας αφηρημένη τις αοριστία στείρα πάσης παραγωγικότητας. Διότι το Έν τούτο δεν είναι ον ανάλογον προς τας απαθείς και αργάς του Πλάτωνος ιδέας, αλλ' είναι δημιουργική δύναμις, το Αγαθόν, εν ενεργεία, υπερεκχειλίζον και παράγον διά της υπερπλημμυρούσης αυτού αγαθότητας τον τε νοητόν και τον αισθητόν κόσμον. Το ον λοιπόν, περί ου λαλεί ο Brenning, δεν ειμπορεί να ήναι ο λυμεών του όλου πλωτινείου συστήματος· (ούτω το καλεί ο Brenning σελ. 59), αλλά είναι ο αλάστωρ μόνον της περί του καλού διδασκαλίας παρά Πλωτίνω, όπως αντελήφθη και εξέθηκεν αυτήν ο Brenning.

Δύο άλλας διατριβάς, την του

A. J. Vitringa; De egregio quod in rebus corporeis constituit Plotinus pulchri principio. Amst. 1864. και την του

E. Grucker: De Plotini libris qui inscribuntur περί του καλού et περί του νοητού κάλλους. Diss. Strasb. 1866 δεν ηδυνήθημεν να προμηθευθώμεν. Εκ των περί αυτών κρίσεων όμως βλέπει τις, ότι δεν προάγουσιν ουδέ διαφωτίζουσι το ζήτημα υπό σπουδαίαν τινά έποψιν. Επίσης δεν ηδυνήθημεν να συμβουλευθώμεν τα του

Arthur Richter εν τοις Neoplatonische Studien αυτού γεγραμμένα. Η ζημία δμως δεν ειμπορεί να ήναι μεγάλη: Τα περί του καλού παρά Πλωτίνω πραγματεύεται ο Richter εν πέντε μόνον σελίσιν, (σελ. 32-37 του III τεύχους) και τούτο εν τη ρύμη του περί θεολογίας και φυσικής του Πλωτίνου λόγου.

Ο E. Zeller: Εν τη εκτενεστάτη αυτού Ιστορία: Die Philosophie der Griechen, δεν παραχωρεί ει μη ελάχιστον μόνον χώρον και τούτον πάλιν εν τινί υποσημειώσει (τόμ. V σελ. 532 σημ. 6 της νεωτάτης εκδόσεως) εις τα περί του καλού του Πλωτίνου. Τούτο ξενίζει τινά τόσω μάλλον καθ' όσον ο Zeller εξέθηκε πολύ εκτενέστερον τας περί τέχνης του Πλάτωνος ιδέας, ο δε Πλωτίνος, είπερ τις και άλλος μετ' Αριστοτέλην, εδικαιούτο να μη παραγκωνισθή ούτως εν ταις περί του καλού και της τέχνης θεωρίαις του. Το υπό του σεβαστού διδασκάλου προβαλλόμενον, ότι δεν βλέπει τις δήθεν εις ποίον μέρος της φιλοσοφίας του Πλωτίνου να παρεμβάλη την καλολογίαν αυτού, εφάνη ημίν εύφημος δικαιολογία φειδούς τίνος περί τον χρόνον, ή ισως και περί τον χώρον του εκτενούς αυτού βιβλίου: Όπως το καλόν παρά Πλωτίνω εύρηται εν τοις προπυλαίοις τρόπον τινά, δι' ων τις φθάνει εις το Αγαθόν[16], ούτως η καλολογία του αποτελεί συνεπέστατα το προστώον της ηθικής και της θεολογίας αυτού. Ουχ ήττον εν τοις ελαχίστοις εκείνοις ο σοφός ιστορικός άπτεται των καιριωτέρων αρχών της νεοπλατωνικής καλολογίας και ελέγχει δικαίως τον Brenning, δι' ην ποιείται σύγχυσιν μεταξύ του νου και του Αγαθού εν τη προμνημονευθείση διατριβή του.

Το αυτό ρητέον και περί των ειδικών συγγραμμάτων των:

Jules Simon: Histoire de l' école d' Alexandrie. Paris. 1845. και

E. Vacherot: Histoire critique de l' école d' Alexandrie. Paris. 1846.

Πλέον του Zeller υποχρεωμένοι, λέγουσιν, ως προς τε το ποσόν και το ποιόν, πολλώ ήττονα αυτού περί της καλολογίας του Πλωτίνου και ταύτα εν παρόδω μόνον.

Μεταφράσεις του Περί του καλού βιβλίου της I Εννεάδος εξεπόνησαν, εκτός του πρώτου, τω 1492, λατινιστί μεταφράσαντος τον Πλωτίνον M. Ficinus.

Ο K. Taylor: Concerning the beautiful, or a paraphrase translation from the greek of Plotinos. London. 1787.

Ο K. Anquetil. 1832. εν Παρισίοις.

Ο K. Barthelemy Saint-Hilaire εν τη προς την ακαδημίαν των Παρισίων εκθέσει αυτού: De l' école d' Alexandrie ect. Paris. 1845.

Ο M. N. Bouillet εν τη όλη του Πλωτίνου μεταφράσει μετά και τίνων σημειώσεων: Les Enneades de Plotin ect. τόμ. 1-3. Paris. 1857-60.

Ο H. Fr. Müller: εν τη Ολη μεταφράσει των Εννεάδων: Plotin's Enneaden. Berlin. 1878.

Ιδιαιτέρως εξέδωκε το Περί του καλού του Πλωτίνου, επιτάξας το του Πρόκλου: Περί ενώσεως και κάλλους και τον Αντιθετικόν προς Πλωτϊνον περί ψυχής, Ναθαναήλ του μοναχού.

Ο Fried. Creuzer: Plotini liber de pulchritudine ad codicum fidem emendavit annotationem perpetuam, interjectis D. Wittembachii notis epistolamque ad eundem ax preparationem adjecit Friedericus Creuzer ect. ect. Heidelbergae MDCCCXIV.

Την κλασικωτάτην ταύτην έκδοσιν μετά και της λατινικής μεταφράσεως, έχομεν ως βάσιν της επομένης ημών μελέτης, ως προς το κριτικόν και ερμηνευτικόν της εργασίας μέρος, συμπληρούντες και διορθούντες αυτήν διά των νεωτέρων επί του αντικειμένου ερευνών. Ως κείμενον προετιμήσαμεν την εν Παρισίοις γενομένην έκδοσιν του Πλωτίνου υπό του αυτού Creuzer (1855) μετά και των βελτιώσεων, ας επήνεγκεν επ' αυτής ο A. Kirchoff εν τη στερεοτύπω εκδόσει του 1856 εν Λειψία.

Ούτως υπεδείξαμεν συγχρόνως τας τε πηγάς και τα βοηθήματα, όσα εχρησιμοποιήσαμε εν τη συντάξει της εργασίας ημών ταύτης, όπως ώσιν ευεξέλεγκτοι τοις ειδόσιν αι τε αρεταί αυτής, εάν τινάς έχη, και αι κακίαι, ων βεβαίως δεν είναι απηλλαγμένη.

Χάριν συντομίας θέλομεν παραπέμπει εις τα ανωτέρω βιβλία σημειούντες μόνον τα ονόματα των συγγραφέων και την σελίδα του σχετικού τόμου, χωρίς να επαναλαμβάνωμεν τους τίτλους των συγγραμμάτων.

<references>

  1. Εάν ο διάλογος ούτος εγράφη αληθώς υπό του Πλάτωνος, τουθ' όπερ διαμφισβητεί ο Zeller: Die Philosophie der Griechen II σελ. 418.
  2. Ορισμός του καθ' εαυτό καλού παρ' Αριστοτέλει, ως έχουσι σήμερον τα συγγράμματά του, απαντά εν τη Ρητορική I, 9 εν αρχή «Καλὸν ἐστίν, ὃ ἂν δι' αὐτὸ αἱρετὸν ὃν ἐπαινετὸν ᾗ - ἢ ὁ ἂν ἀγαθὸν ὄν ἡδὺ ᾕ ὅτι ἀγαθόν». Ο Πλάτων ορίζει το εν όψει καλόν ως «τὸ ἐν τῷ θεωρεῖσθαι χαίρειν ποιοῦν τοὺς θεωροῦντας». Γοργ. 474, D. Τελειότερον δε το αισθητόν καλόν εν Ιππία τω μείζ. 297, Ε. λέγων ότι «ὃ ἂν διὰ τῆς ἀκοῆς καὶ τῆς ὄψεως (χαίρειν ἡμᾶς ποιῇ) τοῦτο φαμὲν εἶναι καλόν» και 298· «τὸ καλόν ἐστι τὸ δι' ἀκοῆς καὶ ὄψεως ἡδύ». Τον ορισμόν όμως τούτον ελέγχει ως άτοπον ο Αριστ. ενΤοπ. VI, 7 σελ. 146 εκδ. Weitz. Εσφαλμένως δε ο F. Gregorovius φρονεί ότι ο Αριστ. εν τω χωρίω τούτω συμφωνεί τω Πλάτωνι. Ίδ. κατ.
  3. Παραβλ. Steinhart εν τη Pauly's Real-Encyclopaedia τόμ. 5 σ. 1757. Zeller Die Philos. der Griechen Τόμ. V. σ. 425-430. Ό Αυγουστίνος Contra academ: III 15 λέγει περί του Πλωτίνου: qui platonicus philosophus ita Platon is similis indicatus est, ut in hoc ille revixisse putandus sit.
  4. Ίδ. Ενν. V. βιβλ. I. §§8, 9, 10.
  5. Πορφ. εν Βίω Πλωτίνου. §3.
  6. Πορφ. ένθ. ανωτ. §4.
  7. Τούτο όμως ουχί εξ ιδιοτροπίας αλλά «διὰ τὸ τὴν ὄρασιν μὴ ὑπηρετεῖσθαι αὐτῷ πρὸς τὴν ἀνάγνωσιν». Πορφ. αυτόθι §8.
  8. Ίδ. το πέμπτον Κεφ. της παρούσης μελέτης.
  9. Τοιαύτα βιβλία είναι κυρίως κατά την του Πορφυρίου διαίρεσιν, τα περί ψυχής. Ενν. IV. Τα περί του V. είτα τα της VI Ενν. και ό,τι άλλο ο Πορφύριος ατόπως κατέταξε μεταξύ των ηθικών και φυσικών, ως είναι λόγου χάριν το 8ον και 9ον βιβλίον της III Εννεάδος.
  10. Τοιαύτα χωρία είναι, λόγου χάριν, το Ενν. VI, 7, 33 και το της I Ενν. 6, 7 ένθα ο Πλωτίνος προφανώς επηρεάζεται υπό των παρά Πλάτωνι εν Φαίδρω περί καλού φιλοσοφουμένων, ενώ εν §9, περί το τέλος, επανέρχεται εις εαυτόν, τιθέμενος το καλόν εν ταις ιδέαις, τοις νου γεννήμασι, το δε επέκεινα λέγει την του αγαθού φύσιν προβεβλημένον το καλόν προ αυτής έχουσαν κ.τλ.
  11. Ιστέον ότι τα πλείστα των χωρίων τούτων δεν είναι ειμή παραδείγματα και παρομοιώσεις, ας λαμβάνει ο Πλωτίνος εκ των τεχνών, ιδία δε της γλυπτικής, της μουσικής, της ορχηστικής, της ζωγραφικής και της αρχιτεκτονικής προς διασάφησιν του εκάστοτε θέματος αυτού· είναι όμως πάντοτε τοιαύτα, ώστε να υποσημαίνωσι τας περί των σχετικών τεχνών καλολογικάς του Πλωτίνου θεωρίας.
  12. Πρβλ. E. Müller εν τω κατωτέρω συγγράμ. II. σελ. 290. α.
  13. Ίδ. το πέμπτον κεφάλαιον της παρούσης μελέτης.
  14. Εν τη διατριβή ταύτη επιμένομεν χαρακτηρίζοντες Ιππίαν τον μείζονα ως γνήσιον έργον του Πλάτωνος, διότι, και επί τη υποθέσει ότι θα πεισθώμεν ποτέ υπό των θεωρούντων αυτόν ως υποβολιμαίον, θα μείνη πάντοτε αναντίρρητον, ότι ο Πλωτίνος εγνώρισε αυτόν ως πλατωνικόν διάλογον.
  15. Πρβλ. Emil. Brenning εν τη επ. διατριβή σελ. 6.
  16. Πρβλ. Caroli Steinharti, Meletemata Plotiniana 1840 σελ.14.