Η πρώτη του μονομαχία

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η πρώτη του μονομαχία
Ἀθηναϊκὴ ἀνάμνησις
Συγγραφέας: Εμμανουήλ Ροΐδης



Σύγχρονος τοῦ Πιλάτου καὶ τῆς βραχνῆς κιθάρας του καὶ προκάτοχος τοῦ κ. Πύργου διδάσκαλος τῆς ξιφασκίας ἦτο, πρὸ ἑνὸς τετάρτου αἰῶνος, ἀρχαῖος τις λοχίας τῶν Ζουάβων τῆς Ἀφρικῆς, φέρων τὸ ὄνομα Μαυρίκιος Ζακοῦ καὶ ἄνω τῶν ἑξήκοντα εἰς τὴν ῥάχιν του χρόνους. Τοῦτον ἐπροτίμων οἱ τότε φίλοπλοι διὰ πολλοὺς λόγους, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ κυριώτατος ἦτο, ὅτι πλὴν αὐτοῦ δὲν ὑπῆρχε τότε εἰς Ἀθήνας κανεὶς ἄλλος. Καὶ οὕτω ὅμως οἱ μαθηταί του δὲν ἦσαν πολλοί. Τὸ ξίφος τῶ ὄντι καὶ τὸ πιστόλιον ἦσαν ἀκόμη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὅπλα πολυτελείας, δυνάμενα νὰ ὀνομασθῶσιν ἀκαδημαϊκά, τὰ δὲ μόνα χρήσιμα εἰς λύσιν τῶν ζητημάτων τῆς τιμῆς ἦσαν ἡ ἀτρόχιστος σπάθη τοῦ ἱππικού καὶ ἡ δημοσιογραφία. Τοῦτο ἐξηγεῖ πῶς, ἂν καὶ ἦτο μονάκριβος ὁ κ. Ζακοῦ, δὲν ἦσαν ἐν τούτοις τὰ μαθήματά του ἀκριβά. Ἀντὶ εἴκοσι κατὰ μῆνα παλαιῶν δραχμῶν δι’ ἕνα μαθητὴν καὶ πέντε περιπλέον δι’ ἕκαστον σύντροφόν του, ἠδύνατό τις νὰ ἔχῃ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τὸν βλέπῃ προσερχόμενον εἰς τὴν οἰκίαν του τετράκις τῆς ἐβδομάδος μετ’ ἀκριβείας στρατιωτικῆς. Οὐδ' ἦτο ἡ ἀκρίβεια τὸ μόνον του καλοῦ ἀπομάχου προσόν. Οὐδένα τῷ ὄντι ἠξιώθην νὰ γνωρίσω ἄνθρωπον οὔτε ἐγκυκλοπαιδικώτερον αὐτοῦ οὔτε προθυμότερον νὰ καθιστᾷ τὰς γνώσεις του χρησίμους εἰς πάντας. Τῶν μαθητῶν του διώρθωνε τὰς παρεκτροπάς, ὄχι μόνον τῶν ποδῶν καὶ τῶν βραχιόνων, ἀλλὰ καὶ τὰς πολὺ βαρυτέρας τῆς γλώσσης, ὅταν ὡμίλουν γαλλικά. Πλὴν δὲ τοῦ γλωσσικοῦ μαθήματος παρεῖχεν εἰς αὐτοὺς καὶ διδάγματα στωικῆς φιλοσοφίας, διηγούμενος εἰς τοὺς παραπονουμένους διὰ τὸν καύσωνα ἢ τὸν βαρὺν χειμῶνα τῶν 'Αθηνῶν πῶς εἰς τὰς ἀραβικὰς πεδιάδας ἐμοιράζετο εἰς τοὺς στρατιώτας τὸ βούτυρον καὶ τὸ λαρδὶ μὲ τὴν κουτάλαν, ἢ πῶς εἰς τὰ κλεισωρείας τοῦ Ἄτλαντος συνεπύκνωνεν ὁ βορρᾶς τὴν πνοὴν τῶν Ζουάβων ἐπὶ τῆς γενειάδος των εἰς στιλπνοὺς σταλακτίτας. Ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς ἐγνώριζε κάλλιον αὐτοῦ νὰ διδάσκῃ τὰς στρατιωτικὰς ἀσκήσεις εἰς τοὺς σκύλους, τὴν ῥητορικὴν εἰς τοὺς ψιττακούς, τὴν μουσικὴν εἰς τὰ κανάρια ἢ νὰ μεταβάλλῃ εἰς κάπωνας τοὺς πετεινούς. Πλὴν τούτων κατώρθωνε νὰ μεταδίδῃ εἰς πᾶν ἀποθνῆσκον κυνάριον, γάτον, πίθηκον ἢ ἄλλο εὐνοούμενον οἰκιακὸν ζῷον, ἂν οὐχὶ ψυχικήν, σωματικὴν τοὐλάχιστον ἀθανασίαν, ταριχεύων αὐτὸ δι’ αὐτῶν ἐκείνων τῶν χόρτων καὶ βαλσάμων, διὰ τῶν ὁποίων ἐγεμίζετο κοιλία τῶν Φαραώ, κατὰ συνταγὴν μεταδοθεῖσαν αὐτῶ ὑπὸ Κόπτου ἀσκητοῦ. Ἀλλὰ τὸ μάλλον διακρῖνον τὸν πρώην ἦρωα τῆς Ἀφρικῆς ἦτο ἡ κατοχὴ ἄλλης τινὸς ἀσυγκρίτως πολυτιμοτέρας συνταγής, ἢ τῆς προβιγκιανῆς ψαρόσουπας, τῆς περιβοήτου bouillabaisse. Τὸ ἄγνωστον τοῦτο εἰς ἡμᾶς τοὺς ἀναξίους διαδόχους μεγάλων προγόνων ἀγλάϊσμα τῆς τραπέζης εἶνε προϊὸν τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς τέχνης, εἰσαχθὲν πρὸ εἰκοσιπέντε αἰώνων ὑπὸ Φωκαέων ἀποίκων εἰς τὴν Μασσαλίαν. Ὅπως πάντα τὰ λοιπὰ καλλιτεχνήματα τῆς ἐποχῆς τοῦ Περικλέους, διακρίνει καὶ τοῦτο ἡ ἁπλότης τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιτυγχάνεται τὸ καλόν. Πρὸς κατασκευὴν τῷ ὄντι τῆς κλεινῆς bouillabaisse οὐδὲν ἄλλο ἀπαιτεῖται παρὰ μόνον ὀλίγον ψάρι, ὀλίγα κρεμμύδια, ὀλίγον πιπέρι καὶ τέχνη πολλή• ὁ δὲ Ζακοῦ ἦτο ἀληθὴς τεχνίτης, διατηρῶν ἴσως εἰς τὰς φλέβας του, ὅπως καὶ ὸ Βοναπάρτης, σταγόνα τινὰ αἵματος Ἑλληνικοῦ. Τὸ κατόρθωμα τοῦτο τῆς τέχνης του μᾶς παρέθεσεν εἰς πρόγευμα, χλιαράν τινα, ἀνέφελον καὶ μόνον κατὰ τὸν Καζαμίαν χειμερινὴν ἡμέραν εἰς τὸ Δαφνίον, ὑπὸ οὐρανὸν σαπφείρινον, παρὰ τὴν ὄχθην θαλάσσης χρυσῆς. Οὐδ’ ἦτο τὸ συμπόσιον μονοπίνακον, ἀλλὰ τὴν ψαρόσουπαν διεδέχθη ἄλλο τι ἄγνωστον εἰς τοὺς κατοίκους τῆς Ἀττικῆς τοῦ ἀττικοῦ χρώματος προϊόν, ἀμανῖται τοῦ Δαφνίου, ἐφάμιλλοι τῶν φυομένων ὐπὸ τὰς καστανέας τῆς Λιγουρίας. Ἀλλ’ ἐνῶ ἐτρὐφα εἰς τοὺς παρατεθέντες ἡ ὄσφρησις καὶ ἡ γεῦσις, κατείχετο τὸ πνεῦμά μου ὐπὸ εὐλόγου δυσφορίας, ματαίως ἀγωνιζόμενον ν’ ἀνεύρῃ πῶς τὸ ἔδαφος τοῦτο τῆς Ἀττικῆς, τὸ ἐξακολουθοῦν νὰ γεννᾷ βολβοὺς κατ’ οὐδὲν κατωτέρους τῶν ὑμνηθέντων πρὸ εἴκοσιν αἰώνων ὑπὸ τῶν Δειπνοσοφιστῶν, γεννᾷ συγχρόνως ἀνθρώπους εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἀναισθήτους, ὥστε νὰ προτιμῶσι τούτων τὰ καλλιεργούμενα ἢ μάλλον κατασκευαζόμενα εἰς τοὺς ὑπογείους κοπρῶνας τῶν Παρισίων ἄχυμα καὶ ἀνούσια δῆθεν μανιτάρια. Πῶς ταῦτα μὲν νὰ πληρώνωνται πέντε φράγκα τὸ κουτίον, οἱ δὲ ἐγκλείοντες τὸ ἄρωμα καὶ τὸν χυμὸν τοῦ βουνοῦ βολβοί, νὰ ῥίπτωνται εἰς τὴν θάλασσαν ἢ τοὺς χοίρους, διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν τοὺς τρώγουν «οὔτε τὰ πρόβατα, οὔτε τὰ γίδια, οὔτε τὰ γαϊδούρια, οὔτε οἱ Ἀθηναῖοι», ὡς μᾶς ἔλεγαν οἱ χωρικοί.


Τὴν ἀδημονίαν μου ταύτην ηὔξανεν ἄλλο ἀντικρύ μου μαρτύριον τῆς ἐκλείψεως παντὸς ἴχνους τῆς προγονικῆς καλαισθησίας. Εἰς ἀπόστασιν τῷ ὄντι ὀλίγων βημάτων ἦτο ἐστρωμένη ἄλλη τις τράπεζα, καὶ περὶ αὐτὴν ἐκάθηντο τρεῖς κομψοὶ νεανίσκοι, καὶ εἰς πρῴην τοιοῦτος μετὰ δύο κυριῶν, αἵτινες ἦσαν αὐτὴ ἡ κυρία Ἄρτεμις καὶ ἡ κυρία Ἥβη, αἱ ὑποκρινόμεναι δηλ. εἰς τὴν χθεσινὴν παράστασιν του Ὀρφέως τοῦ Ὀφεμπὰχ τὰς ὀλυμπίους θεὰς θνηταὶ γαλλίδες. Οὐδεμίαν ὅμως ἠσθάνετο ὁ θεωρῶν αὐτὰς ὄρεξιν νὰ θρηνήσῃ, ὅτι δὲν ἦτο ἀθάνατος ἡ κίτρινη κόμη των, ἡ ἀλευρωμένη ὄψις των, οἱ ὕποπτοι ὀδόντες καὶ τῶν χειλέων των ἡ ψευδοπορφύρα. Τὸ δὲ μόνον ἀληθῶς ἀξιοθρήνητον ἦτο νὰ βλέπῃ τις ἀπογόνους τοῦ Ἀλκιβιάδου καὶ τοῦ Ἀριστίππου νὰ ποτίζωσι καμπανίτην καὶ νὰ κατατρώγωσι διὰ τῶν ὀφθαλμῶν τοιούτου εἴδους Φρύνας καὶ Λαΐδας, τῶν ὁποίων τὸ μόνον προσόν, ὅπως καὶ τῶν ψευδομανιτῶν, ἦτο ἡ προέλευσις ἐξ Εὐρώπης.


Τὴν σειρὰν τῶν ὀχληρῶν τούτων σκέψεων διέκοψαν αἴφνης οἱ βαρεῖς φθόγγοι τοῦ ὁπλοδιδασκάλου μας βροντοφωνοῦντος• «Μετὰ τὴν ψαρόσουπαν καὶ τοὺς ἀμανίτας μου πρέπει νὰ κατα πίετε καὶ τὴν ἱστορίαν μου τῆς πρώτης μου μονομαχίας. Καθώς ὅλοι γνωρίζετε, δὲν εὑρίσκεται ὑπὸ τὸν ἥλιον ἄλλος ἄνθρωπος ὅσον ἐγὼ εὐπροσήγορος, φιλήσυχος καὶ εἰρηνικός. Τοιοῦτος ἤμην πάντοτε. Ὅταν κατετάχθην εἰς τοὺς Ζουάβους, ἐπροσπάθησα νὰ φέρωμαι πρὸς ὅλους εὐγενῶς καὶ περιποιητικῶς, περιμένων περίστασιν νὰ δείξω καὶ τὴν ἀφοβίαν μου εἰς τοὺς Βεδουΐνους. Ἡ εὐκαιρία ὅμως αὕτη ἐβράδυνε νὰ παρουσιασθῇ, ἡ δὲ ὑπερβολικὴ τῶν τρόπων μοι εὐγένεια παρεξηγήθη ἀπὸ μερικοὺς συντρόφους μου, ὑποπτεύσαντας ὅτι εἶχε κάποιαν συγγένειαν μὲ τὴν δειλίαν. Τοῦτο ἀνέλαβε νὰ ξεκαθαρίσῃ ἀρχαῖός τις Ζουάβος, ὁ πρῶτος τοῦ τάγματος ξιφοπαίκτης καὶ μονομάχος ὀνομαστός. Ἕνα πρωί, ἐνῷ ἐπρογευμάτιζα ἦσυχα καὶ φρόνιμα, ἦλθε καὶ ἔπτυσε μέσα εἰς τὸ φαγητόν μου καὶ ἔπειτα ἐπαρεπονέθη ὅτι τὸν ἐπρόσβαλα, διότι ἔπαυσα νὰ τὸ τρώγω, καὶ διὰ τὴν προσβολὴν ταύτην ἐζήτει ἱκανοποίησιν διὰ μονομαχίας μέχρι θανάτου. Τὸ πρᾶγμα μοῦ ἐφαίνετο ἀπίστευτον καὶ ἡ ἀπαίτησις τερατώδης. Τοιαύτη ὅμως δὲν ἦτο καὶ τῶν συντρόφων μου ἡ γνώμη, οἱ ὁποῖοι συγκροτήσαντες συμβούλιον τιμῆς ἀπεφάσισαν παμψηφεὶ ὅτι, ἀφοῦ ἐπρόσβαλα τὸν ἄνθρωπον, ἔπρεπε καὶ νὰ τὸν ἱκανοποιήσω τὴν ἐπομένην ἡμέραν τὸ πρωΐ, εἰς τὸ ὄπισθεν τοῦ στρατῶνος ξηροχώραφον. Ἂν σᾶς ἔλεγα ὅτι ἐκαλοκοιμήθην τὴν νύκτα ἐκείνην δὲν θὰ μ’ ἐπιστεύετε, καὶ θὰ εἴχετε δίκαιον. Ὅταν μὲ παρέταξαν τὴν ἐπιοῦσαν ξιφήρη ἀντικρὺ τοῦ ἀντιπάλου μου, παρετήρησα εἰς τριῶν βημάτων ἀπόστασιν νεόσκαπτον λάκκον καὶ εἰς τὸ χεῖλος του λίσγον καὶ πτυάριον. Τὸ θέαμα δὲν μὲ ἤρεσε διόλου.


- Τί εἶνε τοῦτο; ἠρώτησα• ἂς ὑπάγωμεν ὀλίγον μακρύτερα.

- Τοῦτο, ἀπεκρίθη μὲ φοβερὰν φωνὴν ὁ ἀντίπαλός μου, εἶνε ὁ λάκκος ὅπου θὰ σὲ ρίψουν μετὰ δύο λεπτά! Κάθε ἄνθρωπος τὸν ὁποῖον ἐγγίζει τὸ σπαθί μου εἶνε καλὸς διὰ θάψιμον. Κάμε γλήγορα τὴν τελευταίαν σου προσευχήν.


»Ταῦτα ἀκούων καὶ θεωρῶν τὸν λάκκον, τὸν ἕτοιμον νὰ μὲ καταπίῃ, ᾐσθάνθην τὴν καρδίαν μου νὰ γεμίζῃ ὄχι ἀπὸ φόβον, ἀλλ’ ἀπὸ φοβερὰν ὀργήν, πρὸ πάντων κατὰ τῆς ἀδικίας. Ἐσυλλογιζόμην ὅτι τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον οὔτε ἄλλον κανένα ποτέ μου δὲν ἐπείραξα• ὅτι πρώτην φορὰν ἔπιανα ἐγῶ ξίφος, ἐνῷ ἐκεῖνος ἦτο ἐξ ἐπαγγέλματος ξιφομάχος καὶ θὰ μ’ ἐσούβλιζεν ὡς ὀρνίθιον, χωρὶς νὰ διατρέξῃ ὁ ἴδιος κίνδυνον κανένα. Ἐσυλλογίσθην καὶ τὴν γραῖαν μητέρα μου καὶ τὴν ἀπελπισίαν της. Ἐκύτταξα ἔπειτα τοὺς τέσσαρας μάρτυρας, οἱ ὁποῖοι μ’ ἔκαμαν τὴν ἐντύπωσιν βοηθῶν τοῦ δημίου. Αὐτοὶ μ’ εἶχαν φέρῃ ἐκεῖ καὶ ἡτοιμάζοντο νὰ παρασταθοῦν ἀνάλγητοι εἰς τὴν σφαγήν μου. Ὁ ἕνας μάλιστα μ’ ἐφάνη ὅτι ἐδάγκανε τὰ χείλη του διὰ νὰ μὴ γελάσῃ. Ὅλα αὐτὰ τὰ εὕρισκα ἀπάνθρωπα, θηριώδη καὶ πρὸ πάντων ἄδικα. Ὁ φόβος μου ἔπαυσεν ὁλότελα καὶ ὸ θυμός μου ἐκορυφώθη. Ἔρριψα τὸ ἄχρηστον σπαθί μου καὶ ἐχύθην κατὰ τοῦ ἀντιπάλου μου ὡς ταῦρος μὲ τὸ κεφάλι κάτω. Ἐπέσαμεν καὶ οἱ δύω κατὰ γῆς καὶ ἤρχισα νὰ γρονθοκοπῶ, νὰ λακτίζω καὶ νὰ δαγκάνω. Ὁ ἀντίπαλός μου ἐξαφνισθείς, ἀντὶ νὰ μ’' ἀποδώσῃ τὰ ἴσα, ἐπροσπάθει πολὺ μάλλον νὰ σωθῇ ἀπὸ τὰς χεῖράς μου. Οὐδὲ τοῦτο ὅμως θὰ τὸ κατώρθωνεν, ἂν δὲν ἔτρεχαν οἱ μάρτυρες μὲ πολὺν κόπον νὰ μᾶς χωρίσουν».


Ταῦτα εἰπὼν ἐφάνη ὁ Ζακοῦ καταληφθεὶς ὑπό τινος δισταγμοῦ καὶ ἀδιαθεσίας νὰ τελείωσῃ τὴν διήγησιν, τὴν ὁποίαν αὐθορμήτως εἶχεν ἀρχίσῃ, καἰ ἱκαναὶ παρῆλθον στιγμαί, μέχρις οὐ ἀποφασίσῃ νὰ προσθέσῃ ἐν βία καὶ μὲ φωνὴν πολὺ ταπεινοτέσαν• «Ἐντρέπομαι, κύριοι, νὰ σᾶς ὁμολογήσω ὅτι ἦμην βλὰξ καὶ εἶχα ὅλα τὰ ἄδικα. Ἄδικον εἶχον νὰ ὑποθέσω γάλλους στρατιώτας καὶ μάλιστα Ζουάβους ἱκανοὺς νὰ ἐκθέσουν χωρὶς λόγον τὸν συστρατιώτην των εἰς τόσον ἄνισον ἀγῶνα, καὶ ἄδικον νὰ πιστεύσω ὅτι ὁ ἀντίπαλός μου εἶχε τῷ ὄντι σκοπὸν νὰ μὲ σκοτώσῃ καὶ νὰ μὲ θάψῃ εἰς τὸν λάκκον ἐκεῖνον. Ὅλα αὐτὰ ἦσαν μασονικὴ δοκιμασία, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλεται πᾶς νεοσύλλεκτος διὰ νὰ γνωσθῇ ἂν εἶνε γενναῖος• ὁ δὲ τρόπος μὲ τὸν ὁποίον ἀντέταξα τὴν κεφαλὴν καὶ τοὺς γρόνθους μου εἰς τὸ ξίφος τοῦ ἀνταγωνιστοῦ μου δὲν ἐθεωρήθη ὡς ἴδιος δειλοῦ. Τίποτε λοιπὸν δὲν μᾶς ἐμπόδιζε νὰ φιληθούμε καὶ νὰ ὑπάγωμεν ἔπειτα νὰ τιμήσωμεν τὸ πρόγευμα, τὸ ὁποῖον εἶχε παραγγελθῇ πρὸς τιμήν μου, ἂν ἐπετύγχανα, ὡς ἔλεγαν, εἰς τὰς ἐξετάσεις μου. Εἰς τὸ πρόγευμα ἐκεῖνο ἔφαγα πρώτην φορὰν ψαρόσουπαν, καθὼς ἐκείνην ὅπου σᾶς ἐμαγείρευσα, καὶ ἐμέθυσα μὲ κρασὶ κάπως καλλίτερον ἀπὸ αὐτὸ τὸ ποτῆρι πικρορετσινάδο, τὸ ὁποῖον πίνω εἰς τὴν ὑγείαν σας».