Η μητέρα

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η μητέρα
Συγγραφέας: Φλωρεντία Φουντουκλή
Δημοσιευμένο στον Νουμά του 1904.


Σ’ ἐκείνους τοὺς χρυσοὺς καιροὺς ποῦ ἤμουνα παιδάκι,
Σὰν ἔννοιωθα μέσ’ στὴν καρδιὰ τὸν παιδιακίσιο πόνο,
Ἔτρεχα στῆ μητέρα μου νὰ πάρω ἕνα φιλάκι,
Κι’ εὐθὺς ὁ πόνος ἔπαυε μὲ τὸ φιλάκι μόνο.

Ὅταν ἀρρώστεια μ’ ἔδερνε, ἢ πυρετὸς ἢ ζάλη,
Ἔτρεχα στῆς μητέρας μου τὴν τρυφερὴ ἀγκαλιά,
Καὶ ὅλα ἐκεῖ μοῦ πέρναγαν καὶ τραγουδοῦσα πάλι
Σὰν τὰ μικρὰ πουλιὰ.

Σὰν ἔβλεπα στὸν οὐρανὸ τ’ ἀστέρια, τὸ φεγγάρι,
Στὸν κάμπο χίλια λούλουδα, ψαράκια στὸ νερό,
Ἔτρεχα στῆ μητέρα μου, κοντά της νὰ μὲ πάρῃ,
Καὶ νὰ μοῦ ’πῆ πῶς ἔγειναν αὐτά, σὲ ποιὸν καιρό.

Κι’ ἐκείνη, ἀφοῦ μ’ ἀγκάλιαζε, μὲ τὸ γλυκό της στόμα
Μοῦ τὰ ἐξηγοῦσε ὅλ’ αὐτὰ μὲ θεία ὑπομονή.
Κι’ ἐνῷ μοῦ τὰ ἐξηγοῦσαι αὐτή, ’γὼ τὴν ρωτοῦσ’ ἀκόμα
Καὶ κούραση δὲν ἔννοιωθε τῆς μάννας ἡ φωνή.

Ἂν ἔβλεπα τριγύρω μου θηρία ἀγριεμένα,
Ἢ πυρκαϊὰ ἢ θάλασσα μὲ κῦμα φοβερό,
Θὰ ’τρεχα στὴ μητέρα μου. Κοντά της πιὰ κανένα
Στὸν κόσμο δὲν θὰ τρόμαζα σταιχεῖο τρομερό.

Θαρροῦσα παντοδύναμη πῶς ἦταν ἡ μητέρα
Πῶς τίποτε δὲν ἤτανε ποῦ αὐτὴ νὰ μὴν τὸ ξέρῃ.
Ἐνόμιζα πῶς ἤτανε καὶ ἡ ὡραιοτέρα
Σ’ ὅλα τῆς γῆς τὰ μέρη.

Σὰν ἄφησα τοὺς παιδικοὺς κι’ εὐτυχισμένους χρόνους,
Τὴν παιδιακίσια μου χαρά, τὸν πρῶτο θησαυρό,
Σὰν ἔννοιωσα μέσ’ στὴν καρδιὰ καὶ πιὸ μεγάλους πόνους,
Πάλι στὴ μάννα μου ἔτρεξα παρηγοριὰ νὰ βρῶ.

Σὰν βρέθηκα σὲ ταραχή, σὲ πλάνη, ἀμφιβολία,
Ἂν ἦλθε κάποτε στιγμὴ ποῦ νὰ αἰσθανθῶ δειλή,
Πάλι στὴ μάννα μου ἔτρεξα γιὰ ναὖρω προστασία,
Νὰ πάρω συμβουλή.

Ἂν φίλους φέρνη ἡ μοῖρά μας στὸν κόσμο ν’ ἀποκτοῦμε,
Μὰ φίλο σὰν τὴ μάννα μας δὲν ἔχομε στὴ γῇ.
Ἀπ’ τὴ στιγμὴ ποῦ μᾶς γεννᾷ ὡς ποῦ νὰ χωρισθοῦμε
Ἡ μάνα χύνει βάλσαμο στὴν κάθε μας πληγή.

Ἃς τὴν ὁπλίζωμε λοιπὸν μὲ δύναμη μεγάλη
Κι’ ἀτέλειωτη ἀντοχή,
Ἃς τῆς στολίζωμε λαμπρὰ μὲ τὰ οὐράνια κάλλη
Τὸ πνεῦμα, τὴν ψυχή.

Ἂν θέλῃ ἄνδρας γίγαντας ἡ λατρευτὴ πατρίδα
Μὰ ἀπὸ μητέρες ἔχομε ἀνάγκη πιὸ πολλή.
Αὐταὶς γεννοῦν τοὺς ἥρωας, αὐταὶς εἶν’ ἡ ἐλπίδα,
Τοῦ κόσμου ἡ στολή,

Τὰ τρυφερὰ κορίτσια μας κουκλίτσαις δὲν θὰ μείνουν.
Ἔχει ὁ καιρὸς πτερά,
Ἃς τὰ μορφώσωμε καλά, γιατὶ κι’ αὐτὰ θὰ γίνουν
Μητέρες μιὰ φορά.