Μετάβαση στο περιεχόμενο

Η κόρη της Λήμνου (1475)

Από Βικιθήκη
Η κόρη της Λήμνου (1475)
Συγγραφέας:
Τα τραγούδια της πατρίδας μου
Πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα Εστία 24.03.1885


Οι Τούρκοι αναταράζουνε Ανατολή και Δύση!

Το όνειρο που του Οσμάν τον ύπνο είχε ξαφνίσει
όταν την κόρη αγάπησε του σέχη των Αδάνων,
το δέντρο που εφάνηκε στον πρώτο των Σουλτάνων
πως έξαφνα ξεφύτρωσεν από τα σωθικά του,
και στα σπαθάτα φύλλα του, στους κλώνους τ’ αποκάτου
έκρυψε κάθε θάλασσα και γη και κάθε χώρα,
και ύστερα, στην πιο φρικτή του θεριεμού του ώρα,
έγειρε τα κλωνάρια του στην Πόλη μας απάνου,
έστρεξε τ’ όνειρο του Οσμάν, του φοβερού Σουλτάνου!
Στην Πόλη την επτάλοφη γρικιέται το Κοράνι,
σεράγια τα παλάτια της ο Μωχαμέτ τα κάνει,
στήνει εδώ ψηλά τζαμιά, και εκεί ψηλές κρεμάλες,
και ομορφιές αγγελικές, κι αρχόντισσες μεγάλες
τις σβήνει πότε ο δήμιος, και πότε το χαρέμι,
και τονε χαίρετ’ ο μουφτής, κι ο κόσμος τονε τρέμει!
Όταν στην κούνια το παιδί ξαγρυπνισμένο κλαίει,
του Μωχαμέτ η μάνα του το όνομα του λέει,
και μαρμαρώνει το παιδί, κι ανατριχιάζει εκείνη.
Στα χέρια η Ανατολή του Τούρκου τρεμοσβήνει,
σαν περιστέρι έρημο στα νύχια του πετρίτη.

Αλίμονο! Σκεντέρμπεη, ανίκητε Αρβανίτη,
ακόμα είναι κατάχλωρη η γη που σ’ έχει κλείσει!
Για μας αργά κι ανώφελα θρηνολογάς, ω Δύση.
Κι αν έξαφνα, κι αν κάποτε απ’ τ’ άπονά σου στήθια
τύχει να ρίξεις μια φωνή πονετική στ’ αλήθεια,
η ίδια πνίγεις τη φωνή και μετανιώνεις πάλι.
Μόσκοβε, φτέρνα σού πατεί Τατάρου το κεφάλι!
Μονάχ’ απ’ τα ψηλά βουνά κι ανάρια ανάρια, ω Μάνη,
καμιά φορά φλόγες σκορπάς και παίζεις γιαταγάνι!

Μαραίνεσθε και καίγεσθε μες στης σκλαβιάς τους πάγους
Μοριά και Ρούμελη, κι εσείς, νησιά τ’ Αρχιπελάγους·
μες στα γαλάζια του νερά σάς έχ’ η φύσις σπείρει,
ωσάν σμαράγδια σκαλιστά σε πλάκ’ από ζαφείρι·
ο ήλιος εγεννήθηκε σ’ έν’ από σας μια μέρα,
και χρυσομάλλης και θεός υψώθη στον αιθέρα,
κι ο ήλιος σάς επλούτισε γι’ αυτό με κάθε χάρη,
και πιο ξανθό στους κάμπους σας φυτρώνει το σιτάρι,
τ’ άνθη σας πιο μοσχόβολα και πιο γλυκά τα μήλα,
μα τώρα της σκλαβιάς και σάς εσκέπασε η μαυρίλα.
Πέρν’ απαλά, τραγούδι μου, και χάιδεψέ τ’ αγάλια,
και τράβα διαβατάρικο στης Θράκης τ’ ακρογιάλια
που γειτονεύουν με καλά και βάσανα περίσσια
η Θάσο η μαρμαρόχτιστη, κι η Ίμβρος η βουνίσια,
κι ο ξακουστός Ελλήσποντος κυλάει τα νερά του.
Νά τ’ Αγιονόρους η κορφή· στον ίσκιο τ’ αποκάτου,
σα βρέφος μες στην κούνια του, σα βρέφος που ησυχάζει,
και σκύβει ένας δράκοντας σ’ αυτό και το σκεπάζει,
τη Λήμνο με τα χαμηλά βουνά γιά ιδές μπροστά σου,
κι εκεί, δειλό τραγούδι μου, σταμάτα τα φτερά σου!

*

Τούρκοι βροντούν στον κάμπο της και λάμπουν και μαυρίζουν,
και τριγυρίζουν το νησί, το Κάστρο φοβερίζουν,
και όλο πύργους χτίζουνε, κι όλο χαντάκια ανοίγουν·
σημαίες ολοκόκκινες κι άσπρα σαρίκια σμίγουν.
Κάθ’ εμορφιά μαραίνεται και πάει, στην τόση λύσσα.
Με δίχως μέλ’ οι μέλισσες αφήσαν τα μελίσσα,
ξεριζωμένες οι ελιές, ολόξερα τ’ αμπέλια,
φτερουγιασμένες οι χαρές, οι έρωτες, τα γέλια,
κι εκεί οπού εφώλιαζαν γλυκόλαλα πουλάκια,
τώρ’ ανυπόμονα πετούν και σκούζουν τα κοράκια.
Κι όπου φλογέρα έπαιζεν, η σάλπιγγα γρικιέται,
κι ο Τούρκος εις τον ήχο της ξυπνά και ξεπετιέται.

Τα πύρινα φτερούγια του τ’ ασκέρι ξεδιπλώνει.
Το μάτι κι αν δεν σκιάζεται, μα πάντοτε θαμπώνει
σε πράσινα και κόκκινα και άσπρα τουλουπάνια,
μέσα σε ζώνες, άρματα, λαχούρια, και καφτάνια,
μες σε βαριά γουναρικά και σ’ ακριβά κασμίρια
πνιγμένα μες στο μάλαμα και σε πετράδια μύρια.
Νά οι σπαχήδες! στ’ άγρια τατάρικ’ άλογά των
απ’ όλους ξεχωρίζουνε με τα γειρτά σπαθιά των,
και οι τσαούσηδες, π’ ορμούν με βούνευρα και δέρνουν
όσους στον πόλεμο δειλά το βήμα πίσω σέρνουν.
Κι οι φοβεροί γιανίτσαροι, μες στα θεριά λιοντάρια,
με τα λευκά σαρίκια των και τ’ αργυρά χαντζάρια·
θαρρείς γραφτά στο πρόσωπο καθένας των πως έχει
τα λόγια του Χατζή Βεχτάς, του πρώτου των του σέχη:
«—Πάντα με κοφτερό σπαθί κι αλάθευτο κοντάρι
να το γυρνάτε ανίκητο στον κόσμο το φεγγάρι!—»

Ο κάθε πύργος που ψηλός το Κάστρο αντίκρυ σκιάζει,
ρίχνει σαΐτες σα βροχή και πέτρες σα χαλάζι.
Σιμά στα τείχη αράπηδες λάκκους κι αυλάκια σκάφτουν,
άλλοι μολύβια χύνουνε, κι άλλοι λαγούμι’ ανάφτουν,
και άλλοι από ξερόκλαδα και πίσσα και κατράμι
μπροστά στα τείχη ανάβουνε χιλιόφλογο ποτάμι,
κι εκείνο ορμά και ρυάζεται και βράζει με μανία,
και μες στη χώρ’ αντίφλογο σκορπά και δυσωδία,
και τ’ αγεράκι του γιαλού μαζώνει τα φτερά του,
μήπως χαθεί στη λάβρα του και δρόσο κι ευωδιά του
και φεύγει σ’ άλλα χώματα, σε μακρινά ακρογιάλια.
Κι ενώ παντού Δερβίσιδες νιοθέριστα κεφάλια
γυρνούν και δείχνουν καρφωτά σε μακριά κοντάρια,
άλλων Δερβίσιδων φωνές γρικούντ’ ανάρια ανάρια
να κράζουν: «Δόξα του Αλλάχ, και δόξα του προφήτου!»
Ωστόσ’ ο Σουλεϊμάν πασάς εβγήκε απ’ τη σκηνή του.
Μόλις ακούσθη τ’ όνομα κι η όψις του εφάνη,
και γέρνουν και τον προσκυνούν ώς κάτου οι Μουσουλμάνοι.
Ολόμακρα σκορπίζονται στο στήθος του τα γένια.
Κι εγγίζουν άρματα χρυσά και μαργαριταρένια.
Καβαλικεύει κάτασπρο και θεριεμένο άτι
και προς το Κάστρο σταματά τ’ ανήμερο το μάτι
που αποκρίνεται μ’ αριά ριξίματ’ απ’ αγνάντια·
αστράφτουν στο καβούκι του σαν ήλιοι τα διαμάντια
και τα ρουμπίνια στο χρυσό τριγύρω σαλιβάρι.
Αγάς το άτι του κρατεί από το χαλινάρι.
Τί μελετάει ο πασάς, τί έχει στο μυαλό του,
και ξάφνου ορθός σηκώνεται απάνου στ’ άλογό του,
κι απ’ όλους πιο ψηλότερος εκείνος ξεχωρίζει
και αρπάζει τ’ ασημένιο του δοξάρι απ’ το σεΐζη,
και όλοι στέκουν άφωνοι τριγύρω με τρεμούλα;
Νά! βγάζει από τον κόρφο του γραφή με μαύρη βούλα,
σε μιας σαΐτας την κορφή το γράμμα το καρφώνει,
και τη σαΐτα στο βαρύ δοξάρι τ’ απιθώνει,
και ρίχνει…

Εσφύριξε, πετά, και χάνεται στα τείχη.
Μαύρο πουλί μαύρη πετά να προφητέψει τύχη!
Κι ακούγετ’ η βραχνή φωνή ενός Δερβίση κράχτη:
—Παραδοθείτε, χριστιανοί, αλλιώς φωτιά και στάχτη!

Ω Λήμνος, δώσε απόκριση.— Σ’ αυτό το χώμα, πες του,
εδούλευε τους κεραυνούς το χέρι του Ηφαίστου!

Όμως στην Λήμνον ο καιρός μ’ απελπισιά περνάει,
και Βενετσάνος αρχηγός στη χώρα κυβερνάει,
και ανεμίζει στο νησί μ’ αφεντικό καμάρι
της Βενετιάς το φλάμπουρο, το φτερωτό λιοντάρι!
—Πατρίς, πού είν’ η αθάνατη της δόξης σου σημαία;
Το μαγεμένο πέπλο σου πού είναι, Λευκοθέα,
το πέπλο σου που έφθανε μονάχα να τ’ απλώσεις,
για ν’ αντρειέψεις τους δειλούς, τους ναυαγούς να σώσεις;
Πού είναι η σημαία σου η μυριοδοξασμένη;
Σε πολεμούνε βάρβαροι, σε διαφεντεύουν ξένοι
για να μοιράζουν ύστερα για πληρωμή των τάχα
την εμορφιά σου, λείψανο της εμορφιάς μονάχα.—
Σε κόκκινες κι αρχοντικές χλαμύδες τυλιγμένοι,
μέσα σε σάλα κάθονται χρυσή κι αρματωμένη,
ανάμεσα ο αρχηγός, και γύρω οι καπετάνοι·
με γράμμα που μαυρολογά ένας στην θύρα εφάνη.
—Αυτή την ώρα, στρατηγέ, μας το ’φερε τ’ αγέρι
σε μια σαΐτα καρφωτό· τ’ Αγαρηνού τ’ ασκέρι
Αποκρισιάρη το ’στειλε.—
Κι ο στρατηγός διαβάζει:
«—Σουλεϊμάν τρανός πασάς της Ρούμελης προστάζει:
Μά το Σουλτάνο, του Αλλάχ σκιά, του ήλιου ακτίνα,
παράδωσε το κάστρο του και πέσε και προσκύνα!»—

Κι ανάκραξεν ο αρχηγός με πείσμα:
—Μουσουλμάνοι!
Εδώ δουλεύουν και κρατούν τη σπάθα Βενετσάνοι.
Όσο ’χ’ η Δύση πέλαγα, κι η Ανατολή λιμάνια,
κι υψώνεται του στόλου μας η φήμη ώς τα ουράνια,
ενόσω και η φτωχότερη της Βενετιάς παρθένα
σε σκέπη ολόχρυση μαλλιά τυλίγει χρυσωμένα
και το φλωρί αφρόντιστα σκορπά για λεημοσύνη,
κι όσο το κύμα με καημό κι αγάπη καταπίνει
κάθε χρονιά του Δόγη μας τη λαμπερή αρραβώνα,
και, των νησιών βασίλισσα και των γιαλών γοργόνα,
ενόσω την πορφύρινη χλαμύδα όταν ξαπλώνει,
σκεπάζει κάθε θάλασσα και τηνε πορφυρώνει
η ένδοξη πατρίδα μας, —δεν τρέμουμε φοβέρες.—

—Του κάκου! μαύρες, αρχηγέ, μας πλάκωσαν ημέρες!
Ο Λορεδάνος πουθενά δε φαίνεται, δε φτάνει,
κι η πείνα θα μας μοιρασθεί μαζί κι οι Μουσουλμάνοι.
Μας λείπουν άρματα, τροφή, μπαρούτι, στρατιώτες,
κι οι Βενετσάνοι είν’ άρρωστοι, και φεύγουν οι Λημνιώτες.

—Όχι! αποκρίθηκ’ ένας νιος λεβέντης του πολέμου.
Δεν είναι τόσο δίκαια τα λόγια σ’, αδερφέ μου.
Εξέχασες το θάνατο του γέρου του Λημνιώτη,
που γέρος, όμως βρίσκουνταν όπου φωτιές και κρότοι,
στο ένα χέρι το σπαθί και στ’ άλλο την ασπίδα,
και τους δειλούς εγκάρδιωνε, κι εζούσε την πατρίδα;
Από εκείνη τη στιγμή που έπεσε στα τείχη
νεκρός από φαρμακερή σαΐτα, —μαύρη τύχη!
εδείλιασε κι ελούφαξεν η χώρα πέρα πέρα.
Μα ξέρεις πως του γέροντα Λημνιώτ’ η θυγατέρα,
η Μάρω, το αρχοντικό κορμί, της Λήμνου η κόρη,
τρέχει στους κάμπους του νησιού και στου νησιού τα όρη,
και σέρνει άντρες πίσω της και αρματώνει νιάτα,
κι έχει σε κάθε προκοπή, σε κάθε, τα πρωτάτα;
Ξέρεις πως μόλις άψυχο της φέραν το κορμί του,
επήρε την ασπίδα του κι εζώσθη το σπαθί του,
και πνίγοντας μες στην καρδιά τα δάκρυα τα γυναίκεια,
τώρα σκορπούν τα μάτια της αντρίκει’ αστροπελέκια;
Ξέρεις πως είναι μάγισσα η Μάρω, και για κείνη
καθείς ζωή και θάνατο, και ό,τι έχει, δίνει,
και πως για της Λημνιώτισσας μόνο την τόση χάρη
όλο, σε λίγο, το νησί σηκώνεται λιοντάρι; —

Τα λόγια δεν απόσωσε, και σαν αγριοκαίρι
να πλάκωσεν εξαφνικό με χάλαζα κι αγέρι,
κόβει τα λόγια του βοή βαθιά κι αγριεμένη!
—Α! οι Γενίτσαροι χιμούν στο Κάστρο λυσσασμένοι,
και των σπαχήδων χλιμιντρούν οι άγριες φοράδες!—
Δεν είναι Τούρκ’, είν’ Έλληνες, ολιγοστές χιλιάδες,
που έφτασαν απ’ τα χωριά, και μπαίνουνε στη χώρα,
όμως για χάρη σάς ζητούν να πολεμήσουν τώρα.
Νά! μακριά αλαλάζοντας πλήθος περίσσιο εφάνη.
Στον αρχηγό σας έρχονται· χαρά σας, Βενετσάνοι!

Όπου δεν έβλεπες ψυχή κι ένιωθες μόνο τρόμο
στο σπίτι το κατάκλειστο, στον έρημο το δρόμο,
όπου ο άντρας έκραζεν οι Τούρκοι! απελπισμένα,
και η γυναίκα με βαρύ αντιλαλούσε οϊμένα,
κι η σιγαλιά που ήτανε χυμένη πέρα ώς πέρα
έφερν’ απέξω τη βοή με πιο πολλή φοβέρα,
τώρα τη Λήμνο μια πνοή ελευθεριάς ζεσταίνει,
τώρα στη Λήμνο μια καρδιά χτυπάει αντρειωμένη,
νιους, άντρες, γέροντες, παιδιά, γυναίκες στην αράδα
τους περιχύν’ η λεβεντιά μ’ ασύγκριτη εμορφάδα
κι η χλαλοή που απλώνεται απ’ την ορμή εκείνη
κάθε βροντή και κανονιά του Τούρκου καταπίνει.
Κρατούν στα χέρια τους σπαθιά και πέτρες και δοξάρια,
κι όλοι θαρρείς πως άθελα ξυπνήσαν παλικάρια,
καθώς θωρούμε στ’ όνειρο, εκεί που περπατούμε
πως υψωνόμαστ’ έξαφνα και αεροπετούμε.
Και βλέπεις πως η δύναμη δεν είναι στ’ άρματά των,
αλλά ριζώνει στην καρδιά, σκορπιέται απ’ τη ματιά των.

Ω! ποιός, ποιό τάχα όνειρο, ποιός άγγελος Κυρίου
σκόρπισ’ ανδρεία στο νησί και αφοβιά θηρίου;
Το όνειρο κι ο άγγελος η Μάρω είναι μονάχη.
Σαν να τους πάει στο χορό τούς οδηγεί στη μάχη.
Αντρίκειο ’χει περπάτημα, μα και γυναίκεια χάρη,
χαριτωμένα σαν ανθό βαστάει το κοντάρι,
φορεί ασπίδα και σπαθί και περικεφαλαία,
γαλανομάτα και ψηλή και φοβερή κι ωραία,
θαρρείς πως είν’ η Αθηνά σαν έφταν’ απ’ τ’ αστέρια
κι οδήγαε των Ομηρικών παλικαριών τα χέρια.
Ω τραγουδίστρα αιώνια της δόξης, πες μου, λύρα,
σε τέτοια κάλλη ποιός θεός έγραψε τέτοια μοίρα;
—Αυτός που κόρη ασθενική θεριεύει και τη φέρνει
να κόψει το ανίκητο κεφάλι του Ολοφέρνη!

Απ’ του πατέρα το χαμό, από την ίδια ώρα
επήρ’ αράδα τα χωριά και αραδιαστά τη χώρα.
Μιλούσε κι είχε στη φωνή μια μυστική γλυκάδα,
εσώπαινε, κι εμίλαγε της όψης η εμορφάδα.
Αλλά της Λήμνου η σπλαχνική δεν ήτο πλέον κόρη
που μάζωνε την έρημη γυναίκα και τ’ αγόρι,
κι αγρύπναε στον άρρωστο με καλοσύνη τόση,
είχε της μάνας τον καημό και του γιατρού την γνώση,
νεράιδ’ άλλοι την έλεγαν, και άλλοι Παναγία,
κι όλοι Θεού ευλογία.

Η εμορφιά της αστραπή και φως πολεμιστήριο,
κι εκδίκηση των λόγων της τ’ ολόγλυκο μυστήριο!
Και νιώθουν όσοι την ακούν μιαν άσβηστη φροντίδα,
μ’ αυτή να βγουν, να πέσουνε μ’ αυτή για την πατρίδα.
Σ’ αυτό το ίδιο το νησί, σ’ αυτά τα ίδια όρη,
σ’ ένα πανάρχαιο καιρό, μια ζηλεμένη κόρη,
αυτή μονάχη εγλίτωσε το γέρο της πατέρα
όταν της Λήμνου έπεσαν οι άντρες πέρα πέρα
απ’ τις ζηλιάρες και κακές γυναίκες των σφαγμένοι·
η κόρη έγινεν ύστερα βασίλισσ’ ακουσμένη!
Θαύματα κάνει των παιδιών ο πόνος εδώ πέρα!
Κι εσύ για τον πατέρα σου, ω Μάρω, μιαν ημέρα,
θε να φορέσεις ακουστή της φήμης το στεφάνι,
που σαν το πρώτο δε μπορεί καιρός να στο μαράνει!
Φεύγει ο ήλιος, τα βουνά εχρύσωσε η δύση,
και φέρν’ η νύχτα τ’ άστρα της το χρύσωμα να σβήσει.
Μα τώρα ύπνο, σιωπή και όνειρα δεν κρύβει,
αλλά το Χάρο σε σπαθί και φλόγα και μολύβι,
κι από τη μία τη μεριά ξεχύνετ’ ώς την άλλη
μία φωνή τρομακτική σε κάμπο κι ακρογιάλι:
Ελευθεριά ή θάνατος!

Πρώτη φορά, φωνούλα,
μες στης Ελλάδος το χαμό, στου Τούρκου την τρεμούλα,
γρικιέσαι, και στον ήχο σου το κύμ’ αναταράζει,
κι ακόμα κι ο Γενίτσαρος τ’ ακούει κι ανατριχιάζει.
Αιώνες θα διαβούν, φωνή του γένους μας μεγάλη,
και πάλι να ξανακουσθείς, να κάμεις θαύμα πάλι.

Όλοι στα τείχη τρέχουνε, στρατιώτες, καπετάνοι,
με μια ορμή, με μια καρδιά, Λημνιώτες, Βενετσάνοι.
Κανείς περίγελο, κανείς ντροπή δεν πρέπει να ’χει
ότι γυναίκα οδηγεί τη λεβεντιά στη μάχη.
Ας τρέμει κάθε αγαρηνό σπαθί, κάθε σαρίκι.
Γυναίκες ήταν κι οι θεές, παρθένα είν’ η Νίκη!

Τούρκοι, ξυπνάτε! αζάβηδες, γενίτσαροι, ακιντζήδες,
αχόρταγοι εμίριδες, ανίκητοι σπαχήδες,
καβαλικεύτε τ’ άλογα, φορέστε τ’ άρματά σας,
τίγριδος βάλτε απονιά στην άκαρδη καρδιά σας,
αγρικηθείτε, σάλπιγγες, προσευχηθείτε, κράχτες
Τούρκοι γενείτε κεραυνοί, βοριάδες, καταρράχτες,
τρανέ πασά της Ρούμελης, ανέβα στ’ άλογό σου
και του Εγιούπ ξεδίπλωσε το φλάμπουρο εμπρός σου,
για κάθε απίστου κεφαλή φούχτα τ’ ασήμι τάξε,
όσους χιμάνε φίλεψε, όσους δειλιάζουν σφάξε,
Δερβίση, κήρυξε τρανά παντού με τη φωνή σου
το μέλι, τ’ άνθη, τους καρπούς, το φως του παραδείσου,
τους γαλατένιους ποταμούς, τα διάφανα ουρί του
σ’ εκείνους που θα πέσουνε για δόξα του προφήτου,
και τί κορμιά λαχταριστά, πουγκιά με το καντάρι
θα πάρουν όσοι στήσουνε στο Κάστρο το φεγγάρι!
Ω βούνευρα, ματώνετε κάθε αργού την πλάτη,
ω δαμασκιά, θαμπώνετε κάθε ανθρώπου μάτι,
Αλλάχ! Αλλάχ! μην παραιτείς τ’ ανάκρασμα, ιμάμη!
Χίλια ποτάμια σπείρατε παντού από κατράμι,
και θυμηθείτε απ’ τον πασά ώς τον αζάβη, όλοι,
πως είστε εσείς που επήρατε την άπαρτη την Πόλη!
Του κάκου! θαλασσόδαρτοι όσο κι αν είστε βράχοι,
ποτέ σας τέτοια κύματα δεν είδατε σε μάχη.
Ποτέ σας δεν ενιώσατε βαθύτερο σκοτάδι,
ποτέ τέτοιες αλάθευτες χτυπιές και τέτοιον Άδη!
Θαρρείτε, άνοιξε της γης για να σας πιει το βάθος
και πέφτει καταπάνου σας ο γίγαντας ο Άθως.
Κι όταν στης μάχης τη φωτιά που τη νυχτιά φωτάει
της Λήμνου ξαγναντεύετε την κόρη να πετάει,
αλύγιστη και φτερωτή, τρομακτική κι ωραία,
με μόνα τα κυματιστά μαλλιά της για σημαία,
που πρώτα με τα μάτια της βασκαίνει σαν το φίδι,
κι ύστερα δίνει τη χτυπιά με το λαμπρό λεπίδι,
θαρρείτε μέσα στο πυκνό των σαϊτιών χαλάζι
πως του ολέθρου ο άγγελος ο Αζραήλ σάς σφάζει,
κι άλλοι δαγκώνετε τη γη, και τρεμουλιάζετ’ άλλοι,
και στα καράβια φεύγετε, φεύγετε στ’ ακρογιάλι.

Και τ’ αγεράκι τ’ άκακο της Θράκης ζωντανεύει,
γοργά ξυπνάει τη θάλασσα, κι η θάλασσα θεριεύει,
και ύστερ’ από το χαμό κι απ’ την απελπισία
οι άνεμοι, τα κύματα, φρικτότερα θηρία,
ορμούν και χαμηλώνουνε κι υψώνονται και ρυάζονται
και τα στερνά τα λείψανα συντρίβουν και μοιράζονται,
και μέσα στον αλαλαγμό, στη νύχτα και στη φρίκη
μία φωνή απ’ το νησί σκορπιέται:

—Νίκη! Νίκη!