Η κερένια κούκλα/ΙΑ

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η κερένια κούκλα
Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Χρηστομάνος
Τα τρία κεράκια


Είχαν περάσει είκοσι μέρες απ’ τη γέννηση της Κούκλας.

Ένα δειλινό, εκεί που καθόταν και θωρούσε το παιδί της με την ψυχή της όλη απάνω του, πήρε μιαν απόφαση μεγάλη: Μόλις φάνηκε στην πόρτα η Κερά Γιώργαινα πουρχόταν πάντα, κάθε που άδειαζε λιγάκι απ’ το σπιτικό της, να ρίξη μια ματιά, την παρακάλεσε να μείνη με το παιδί ως που να γυρίση που θα πεταγότανε κάπου εδωνά, για μισή ώρα το πολύ.

— Πού θα πας τέτοιαν ώρα! άβγαλτη ασαράντιστη; τώρα σε λίγο νύχτωσε —

Δεν ήθελε να της πη· έπειτα είπε τάχα πως θα πήγαινε σε μια γυναίκα πούξερε γιατροσόφια για τα παιδιά, που της την είχε ονοματίσει η θεια Ελέγκω τις προάλλες που ήτονε φερμένη. . .

Μπαμπουλώθηκε σ’ ένα μεγάλον μποξά και βγήκε όξω. . .

Σούρπα-σούρπα έφθασε στο Νεκροταφείο: — περνώντας απ’ την εκκλησία πήρε τρία κεράκια πεντάρικα, χωρίς να μπη μέσα — γιατ’ ήτον ασαράντιστη . . ίδιο φάντασμα πέρασε κάτω απ’ τα σκοταδερά κυπαρίσσια ταμίλητα κι ανάμεσα απ’ τα μνήματα που ασπρίζανε σαν κουκουλωμένα με σεντόνια, που κυττάζανε σα νάταν το καθένα τους κι από ‘να μεγάλο μάτι άσπρο. . και βγήκε ως έξω πέρα στην πιο άγρια μοναξιά, στην πιο Θλιμμένη ερημιά του μαντροπερίβολου του Χάρου: εκεί πουν’ οι τάφοι οι καινούργιοι κ’ οι φτωχοί — χωρίς θλίψη δένδρινη γερμένη αποπάνω τους. . χωρίς λουλούδι αφημένο από χέρι. . και μέσα σ’ όλους αυτούς, τους τάφους, που τίποτα δεν τους αγκαλιάζει, ηύρε τον τάφο της Βεργινίας (πώς να τον ξεχάση!): ένας μαύρος σταυρός και μες το χώμα, στημένο ορθό, ένα σπασμένο κανάτι κι απάνω σ’ ένα τουβλάκι μαυρισμένο λίγη στάχτη από καμένο λιβάνι, απ’ την ευχή πούχε διαβασμένα ο Νίκος στους έξη μήνες της θανής της. . . Τι άγρια που μαύριζε ολόγυρα του μες την ερημιά ο σταυρός! πώς ξεφώνιζαν απελπισμένα τάσπρα γράμματα πούγραφε απάνω: — «Βεργινία Ρώτα, ετών 26» μες το φωτοσκότιδο της αμίλητης της σούρπας! «Βεργινία Ρώτα!» (κι αυτήν την έλεγαν τώρα «Λιόλια Ρώτα» — με του Νίκου τόνομα κ’ οι δυο τους!). . φώναζαν τα γράμματα, φώναζαν, μα δεν ακουγόταν η φωνή τους, γιατί αυτά τα ίδια κατάπιναν τις κραυγές τους. . και κυττάζανε με βουβά μάτια κάτασπρα. . και γύρω στο πόδι του σταυρού ήταν κάτι αγριολούλουδα κίτρινα που ταράζανε στην ασημένια βραδινή ψυχρίτσα σα να περνούσε κάθε τόσο ένα παγωμένο χεράκι αποπάνω απ’ τα κεφαλάκια τους και να τα πλάγιαζε με σιγαλινή ανατριχίλα — στην ίδια θέση από τότε που την έθαψαν. . . Έβγαλε η Λιόλια τα τρία κεράκια κάτω απ’ τον μποξά της και τάναψε σ’ ένα καντηλάκι που τρεμόσβυνε πιο πέρα σ’ έναν τάφο με ξύλινα κάγκελλα, πούχε μια φωτογραφία ενός νέου κάτω από γυαλί, και τάχωσε μες το μαλακό το χώμα: ένα του παιδιού της, ένα του Νίκου, κ’ ένα δικό της. . . Κ’ έπεσε γονατιστή στο χώμα, μπροστά στο σταυρό σε μετάνοια, με το κεφάλι χάμω, κουκουλωμένη όλη μέσα στον μποξά που αποκάτω του έδειχνε το κοντυλογραμένο της κορμάκι τσακισμένο απ’ της ψυχής το πονεμένο λύσιμο σαν τις μυροφόρες τις γονατιστές κάτω απ’ το Σταυρωμένο. — Βεργινία! Βεργινία! φώναξε μέσα στο χώμα, Βεργινία! λυπήσου με, μη μου πάρης το παιδί μου! . . . Βεργινία, εγώ δεν το θέλησα για να πεθάνης! παρ' τον ήσκιο σου αποπάνω μου! Λυπήσου μοναχά το Νίκο που τον αγαπούσες, γιατί θαρρωστήση. Μη μας πάρης το παιδί μας! . . . Θα του βγάλω τόνομά σου γιατί σου μοιάζει. . αχ, γιατί μου τόκαμες αυτό! Μη μου το πάρης τουλάχιστο! Θα σου ανάβω ένα κερί κάθε μέρα ως που να μεγαλώση. Δε φταίμ’ εμείς! — η Μοίρα μας έτσι το θέλησε. Βεργινία! Βεργινία! άκουσε με, Βεργινία! Νά, σου άναψα ένα κερί για τον καθένα μας, για να μας λυπηθής. . .

Έτσι φώναζε με τη φωνή πνιγμένη μες το χώμα και το πότιζε με δάκρυα για το Νίκο που τονέ λυπόταν καθώς έλεγε τόνομά του, καθώς έλεγε πως θαρρωστούσε, με δάκρυα και για το τάξιμο το φρικτό πούχε κάμει να βγάλη του παιδιού της τόνομα της Βεργινίας. . .

Κ’ έξαφνα εκεί που ξεφώνιζε με το κεφάλι κάτω, της φάνηκε πως άκουσε μια βαθειά φωνή αλλοιώτικη απομέσα της που βούιξε, σα θάλασσα μες ταυτιά της:

«Όλα τα θέλεις, αχόρταγη! και το σπίτι μου και τον άντρα μου και το παιδί μου; Είναι δικό μου το παιδί! — τόσον καιρό το λαχταρούσα και το περίμενα. . η ψυχή μου τόχει γεννημένα πριν ναρθής εσύ να μου πάρης την ευτυχία μου! Όλη μου την ευτυχία εσύ μου την επήρες!»

Σήκωσε η Λιόλια περίτρομη το κεφάλι της κ’ είδε το μαύρο σταυρό αμίλητο που την κύτταζε μ’ άγρια απελπισία με τα γράμματά του σα μια σειρά άσπρα μάτια. . έρριξε τα μάτια της στα κεριά: το κεράκι του παιδιού είχε λυώσει ως κάτω κ’ η φλόγα του έβγαινε ακόμα μέσ’ από το χώμα σα να την ρουφούσε αυτό. . έκαιγε και το κεράκι του Νίκου με μια φλόγα πλατειά, πεσμένη ανάποδα με το κεφάλι κάτω, πούγλυφε, ίδια μια γλώσσα πύρινη μέσ’ απ’ τα μαύρα χνώτα της καπνιάς, το κερί και τανάλυνε σε κίτρινους θρόμπους και το λύγιζε κουλούρα. . μα το δικό της το κερί ήτον άγγιχτο, σβηστό, όπως τόχε ανάψει. . . Πετάχτηκε ορθή! — Δεν τόθελε το κερί της η νεκρή! Μα τάλλα δυο; τάλλα δυο; Το κερί του παιδιού! και του Νίκου! — — Έφυγε σαν τρελλή χωρίς να γυρίση να κυττάξη πίσω. . .

Είχε νυχτώσει πια: τάστρα έλαμπαν κρύα στον ουρανό. Έτρεξε σπίτι. Μέσα της τόξερε τώρα πως το παιδί της θα πέθαινε, πως θα της τόπαιρνε η Βεργινία, αφού ήτανε δικό της εκείνης και τόχε γεννημένο η ψυχή της — — —

Μπαίνοντας στην κάμαρη ηύρε κόσμο και φως από αγιοκέρια. Η Κερά Γιώργαινα είχε φέρει τον Παππά να βαφτίση το παιδί, γιατί φοβήθηκε πως θα τελείωνε — — είχανε μαζευτή κ’ ένα δυο γυναικούλες της γειτονιάς που άμα ακούν τέτοια ραΐζει η καρδιά τους (γιατί και ποιά δεν τάπαθε!) και τρέχουνε να ξενολυπηθούνε, να δουν και ταλλουνού τις πίκρες. . .

Ότι είχε τελειώσει η βάφτιση.

— Τι όνομα του βγάλατε; ρώτησε λαχανιασμένη η Λιόλια.

— Ευτυχία, είπε ο Παππάς, να σας ζήση!

— Έτσι για το καλό, πρόσθεσε η Κερά Γιώργαινα. Είχα δα, η κατακαημένη, και τη μεγάλη μου κόρη Ευτυχίτσα, που την έχασα πρόπερσυ, μακάρι να της έμοιαζε! —

— Αχ! φώναξε η Λιόλια, και τόχα τάξει να το βγάλω Βεργινία! — μα τώρα πάει πια — τώρα ξέρω πως δε θα ζήση —

. . και το πήρε στα χέρια της να το φιλήση κ’ εκείνην τη στιγμή το παιδί άνοιξε τα κερένια του ματόφυλλα και φάνηκαν τα ματάκια του αναποδογυρισμένα σα να κύτταζε τη μητέρα του με τασπράδι, όπως έκανε η Βεργινία. . .

— . . το ξέρω 'γώ! Το ξέρω! — ξαναφώναξε πιο δυνατά η Λιόλια με τρόμο κι άρχισε να ταράζη σύσσωμη. . . μου τόπε η νεκρή! μου τόπε. . μου τόπε! — το κεράκι του! . . το ρούφηξε. . .

. . Και το παιδί μ’ ένα μικρό σπασμό ξεψύχισε — κ’ η Λιόλια λιγοθύμησε. . .

Όταν ήρθε ο Νίκος, πιο ύστερα, έπεσε η Λιόλια απάνω του κλαίγοντας κ’ έμεινε πολλήν ώρα με το κεφάλι κρυμμένο στο στήθος του. . με τα δυο της τα χέρια του ψηλαφούσε το κεφάλι του, τους ώμους του — λες κ’ ήθελε να βεβαιώση πως ήτονε ζωντανός αυτός τουλάχιστο, αυτός ο μόνος θησαυρός της! . . . Κι ο Νίκος με βουρκωμένα μάτια της χάδευε τα μαλλιά. . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Μέσα σ’ ένα δισκάκι, στρωμένο με μια πετσέτα άσπρη χιόνι μαζί με δυο πορτοκάλια που τους είχαν μπηγμένα μοσχοκάρφια, μ’ ένα στεφανάκι από λουλουδάκια κέρινα ολόγυρα στο κερένιο κεφαλάκι με τα κόκκινα μεταξωτά μαλλάκια, την πήγαν την άλλη μέρα την Κερένια Κούκλα να την παραχώσουν. Το δισκάκι με την κούκλα το κρατούσε ο Περικλής ο κουμπάρος, μπροστά, και πίσω έρχονταν ο Νίκος με τη Λιόλια, η θεια Ελέγκω, η Κερά Γιώργαινα, ο Ντίνος κι άλλοι δυο φίλοι κ’ ένα-δυο γειτόνισσες που δεν μπορούν ποτέ να λείψουνε σαν και το Μάρτη απ 'τη σαρακοστή· μα έλειπαν οι γλωσσοφαγάνες αυτήν τη φορά. Αν δεν έβλεπες το σταυρό και τον Παππά, δε θάλεγες πως ήτονε λείψανο. Σα να πήγαιναν τάμμα στην εκκλησία: λαμπάδα σε κανέναν Άγιο θαματουργό, κάποιο είδωλο από πολύτιμο κερί ζυμωμένο με μύρα κι αλόη για κάποια θεϊκή λύτρωση — έτσι έδειχνε ο δίσκος, ο στολισμένος με τα πορτοκάλλια και τα γαρούφαλα, με τανθρώπινο το κερί πλαγιασμένο μέσα του. . .

Και σταλήθεια το κερί, το βγαλμένο απ’ τα βάθη του είναι τους κι απ’ της ψυχής τους τον πόνο και τον πόθο, το πήγαιναν τώρα ο Νίκος κ’ η Λιόλια να ταπιθώσουνε στα πόδια της νεκρής της Βεργινίας, που ο ήσκιος της ζητούσε δικαιοσύνη. Της είχε τάξει η Λιόλια τόνομα του παιδιού της, της είχε τάξει κ’ ένα κεράκι κάθε μέρα για τη ζωή του — και τώρα της πήγαινε το ίδιο το παιδί της, της ψυχής της όλο το κερί: λαμπάδα να την εξιλεώση, για να ησυχάση, για να πάρη τον ήσκιο της από πάνω τους. . .

Χρυσογάλαζο ήτον το προμεσήμερο του Νοεμβρίου — ακόμα βαστούσε το καλοκαιράκι τ’ Άι-Δημητρίου: ο αέρας ήτον αλαφρός και με χυμένη μέσα του μια γλύκα μαλακή σαν κουρασμένη αλάλητη — όπως είναι το γέλοιο σε θλιμμένα χείλη — που τέτοια δεν την έχει η άνοιξη. . .

Έκλαιγε η Λιόλια εκεί που πήγαινε πίσω απ’ το δίσκο, μα τα δάκρυα πάνω στο πρόσωπό της έλαμπαν ίδια δροσοσταλίδες σε τριανταφυλλένια ανθόφυλλα. . .

Οι άντρες μιλούσανε με το Νίκο κι αναμεταξύ τους ζωηρά και μόνο που δε γελούσαν. . .

Όταν έβαλαν την Κερένια Κούκλα μες το χώμα, στα πόδια του τάφου της Βεργινίας, ο μαύρος ο σταυρός που τον είχανε δη καθώς έρχονταν από μακριά να τους κυττάζη με ματιάν ασάλευτη άγρια κι απελπισμένα, σα να μαλάκωσε στις κόψες των γραμμών του, σα να γλύκανε λιγάκι η φρίκη του: ο ήλιος έπεφτε τώρα επάνω του και τόσο γυάλιζε η μαυρίλα του που δε φαινόταν πια μαύρος· το φρεσκοσκαμμένο χώμα μύριζε όπως όταν τσαπίζουν ταμπέλια· τα κίτρινα αγριολούλουδα στη ρίζα του σταυρού άνθιζαν ήρεμα και χρυσίζανε σαν άστρα. . . Σα να ευχαριστήθηκε η νεκρή μέσα στον τάφο της, σα να χαμογέλασε ο ήσκιος της και το χαμόγελο αυτό να περιχύθηκε ολόγυρα. . .

Στο γυρισμό ήταν όλοι ακόμα πιο χαρούμενοι. Της Λιόλιας τα δάκρυα είχανε στεγνώσει κι άκουγε τη θεια Ελέγκω που τα λέγανε με την Κερά Γιώργαινα για μια μεγαλωσιάνα που δεν ντράπηκε να της κόψη τρεις δραχμές απ’ τα πλυστικά, επειδή λέει της λείπανε δυο πετσετάκια.

Οι μικρές λεύκες από της δυο μεριές της οδού Αναπαύσεως ήτανε γεμάτες φύλλα δροσερά κι αχνοπράσινα σαν από μετάξι, που τάχαν πετάξει τώρα-τώρα καινούργια με τη δεύτερη άνοιξη. Ένας κούρκος φούσκωνε και γουργούλιζε απάνω στο χωματένιο ψήλωμα το χλοϊσμένο που πάει μαζί με το δρόμο, απ’ τη μια μπάντα, ίσαμε τη γέφυρα του Ιλισσού: από τις γαλάζιες βραχόπετρες της Καλλιρρόης ακούγονταν καθαρά οι κόπανοι των γυναικών που’ πλεναν. . . Κάτι κατσίκες έβοσκαν στα χόρτα του ψηλώματος πούχανε γεμίσει πάλι καινούργια λουλουδάκια. . . Μες τη μέση του δρόμου ένας κόκκορας με τις κόττες του σκαλίζανε μες τις φρεσκοπεσμένες καβαλλίνες κι ο κόκκορας έκανε κακκαρίσματα ντελαλητά για το κάθε κριθαράκι που τους εύρισκε, φωνάζοντας τις ναρθούνε να το τσιμπήσουν. . .

Απέξω από ‘να μπακάλικο ήτανε βγαλμένα κάτι σιδερένια τραπέζια και καρέκλες κ’ ένας-δυο ήταν καθισμένοι κ’ έπιναν.

— Πάμε να πιούμ’ ένα κρασάκι έτσι στο ποδάρι; φώναξε ο Περικλής ο χοντρέλης — τώρα βγήκε το καινούργιο κρασί κι αυτός εδώ παίρνει τις καλύτερες μουστιές, γιατί σου λέει πριν να πας στον άλλον κόσμο, τσούξε και μια γουλιά της προκοπής! . . . Γέλασαν όλοι με ταστείο του χωρατατζή του Περικλή και κανείς δεν είπε όχι και μπήκαν όλη η συντροφιά στο μαγαζί κ’ ήπιαν από 'να κρασάκι. Τι κρασί ήτον εκείνο! — σα λιακάδα χύθηκε στα σωθικά τους. Ήπιε κ’ η Λιόλια ένα δαχτυλάκι που της το επιβάλανε στανικώς ο Νίκος κι ο Περικλής έτσι για δυναμωτικό, πουν απ’ το κάθε φάρμακο καλύτερο. Της θειάς Ελέγκως το πρόσωπο, το κόκκινο και πλατύ, άνοιξε πια σαν παπαρούνα το μεσημέρι.

Χτυπώντας τις γλώσσες τους και σκουπίζοντας τα χείλια τους με τανάστροφο χέρι, βγήκαν όλοι απ’ το μαγαζί και πήραν πάλι το δρόμο: τα βήματά τους ολωνών τώρα είχανε γίνει πεταχτά, αλαφρά, σα φτερωμένα από μιαν κρυφή χαρά αλάκερου του είναι τους. Το πρόσωπο του Νίκου έδειχνε σαν κάποιες βραδιές που ξαστερώνει ολότελα ο ουρανός και γίνεται γυαλί: κύτταζε της Λιόλιας τα μαλλιά και του φάνηκε πως χρυσίζανε στον ήλιο σαν ποτές άλλοτε και το χείλι της που μισάνοιγε απ' τον κόπο του δρόμου, το χείλι της ταβυσσινύ, του φάνηκε για δάγκωμα. . . Σήκωσ’ η Λιόλια τα μάτια κ’ είδε το φεγγάρι ψηλά πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Μα δεν ήτον το φεγγάρι το φριχτό, το ασημένιο, με το πρόσωπο της Βεργινίας μέσα του, παρά ήτονε σαν από άσπρο χαρτί διάφανο και πήγαινε μαζί τους, κρατώντας ίσο βήμα, σανάθελε να παραβγή στο τρέξιμο ως το σπίτι ή σα να τους έδειχνε το δρόμο. . και τα λουλούδια τα νεοανθισμένα, που απαντούσανε στις άκρες του δρόμου, τους γνεύανε με το κεφάλι, όλο και γνωστικό χαμόγελο σα νάλεγαν πως τόξεραν κι αυτά πως τώρα όλα πια είχαν περάσει. . .

Όταν φθάσανε στο σπίτι κι αποχαιρέτησαν τους φίλους, έσφιξε ο Νίκος τη Λιόλια μες την αγκαλιά του και της είπε:

— Ας ξημερώση τώρα πια και για μας μέρα Θεού, Λιόλια μου! . . . Άμα πάρω κάτι λεφτά, σε μια-δυο μέρες, θα πάω να σου πάρω ένα κρεββάτι πούχω δη στην Άγια Ερήνη, σιδερένιο άσπρο λακέ με σούστα, που δεν τόχει καμμιά — θα σαστίσης! — να φύγη πια η γουρσουζιά από πάνω μας! . . .

Κ’ η Λιόλια, στο στήθος του απάνω, έκλεισε τα μάτια της για να πιάση αυτό τόνειρο κάτω απ’ τα ματόφυλλά της, να μην της φύγη. . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Κ’ η Μοίρα άκουσε τα λόγια του Νίκου κ’ είπε:

Ας ξημερώση και για σας μια μέρα, παιδιά μου, γιατί γλήγορα πάλι θα βραδιάση για πάντα — —

— — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —

Πέρασε η ημέρα — —

Την άλλη μέρα εκεί που περίμενε η Λιόλια το μεσημέρι το Νίκο πούχε αργήσει κ’ είχε κρυφή χαρά μέσα της πως ίσως να πήγε κιόλας για το καινούργιο κρεββάτι, χτύπησε η πόρτα δυνατά κι αλλόκοτα (έτσι πάντα χτυπάει η πόρτα για νάμπη μέσα η Μοίρα) και παρουσιάστηκαν ο Περικλής με το Ντίνο, — κ’ ένας χωροφύλακας στεκόταν απόξω, — χλωμοί πανιασμένοι, με κάτι μάτια που κάνανε να φύγουν απ' όλες τις μεριές σαν πουλιά που φτεροκοπούν. . και την πήραν τη Λιόλια να την πάνε σε μιαν άμαξα πούχε σταθή παρακάτω στην αρχή τανήφορου, να την παν. . . που την ήθελε ο Νίκος: την πήρανε σχεδόν ανασηκωτή, σα χτυπημένη κατακέφαλα από 'να ρόπαλο, χωρίς να της αφήσουν καιρό να καταλάβη καλά-καλά τι της έλεγαν έτσι λαχανιαστά, με τα λόγια τους τσακισμένα κομμάτια-κομμάτια, τι την ήθελε ο Νίκος έξω απ' το σπίτι; — ποιός Νίκος καλέ; — μόλις που πρόφθασε να ρίξη ένα σάλι στο κεφάλι με χέρια πετούμενα σαν ψάρια που σπαρταρούν. . .

Περάσανε μέσα από 'να μπουλούκι γυναίκες και παιδιά πούχανε βγη σωρός απ' τις πόρτες κ’ είχανε μαζευτή γύρω σταμάξι και ρωτούσανε με χέρια σαλευούμενα και χτυπητά στα γόνατα και με ξεφωνητά πνιγμένα τον άμαξα, πούχε τα χέρια στις τσέπες. . και ρωτούσαν το χωροφύλακα, που κατέβαινε τον κατήφορο σοβαρός, με το πιλίκιο στον' αυτί κι ανεβήκανε σταμάξι — κι ο χωροφύλακας μαζί. . . .

Εκεί που πήγαινε ταμάξι, ο Περικλής που μόλις βαστούσε τα δάκρυα του (ο Ντίνος ήτον άλαλος σαν πέτρα —) της είπε της Λιόλιας για το Νίκο. . της Λιόλιας που γόγγυζε σιγά-σιγά και σάλευε όλη από 'δω κι από 'κεί σα νάθελε να φύγη απ’ ταμάξι κι απ’ τον εαυτό της. . της ξαναείπε για το Νίκο, πως χτύπησαν το Νίκο. . ο Μίμης ο μπαγάσας, που του ζητούσε αφορμή τόσον καιρό πούχαν ξαναμαλλώσει δυο φορές ως τώρα. . για το τίποτα. . στην ταβέρνα, εκεί πούχανε μπη οι τρεις τους, ο Νίκος, ο Ντίνος κι αυτός ο ίδιος για ‘να κρασάκι απ’ το καινούργιο στο ποδάρι. . . επειδή τούπε λέει «ζωή σε λόγου σου!» για την γυναίκα του, την πρώτη, και για το «μπασταρδάκι» του κι ο Νίκος σήκωσε το χέρι του. . .

Και ταμάξι σταμάτησε. .

. . κ’ ήτον ένα μεγάλο περιβόλι με πορτοκαλλιές και με κάτι μεγάλα κυπαρίσια, γεμάτο χλωμούς ανθρώπους με τα νυχτικά τους, με χέρια φασκιωμένα, μαντηλοδεμένους, μπαμπουλωμένους μέσα σε κάτι βελέντζες σα φαντάσματα πληγωμένα που περπατούσαν ξυπόλητα με παντούφλες. . .

. . Κύτταζε γύρω της η Λιόλια με μάτια που δεν έβλεπαν.

. . κ’ έπειτα ήταν κάτι μεγάλες σκάλες και την ανέβασαν που τρίκλιζε, με το μικρό το βογκητό πούκανε ολοένα — σα νάτον αυτό τώρα η αναπνοή της, σα να τη σήκωνε αυτό και να την πήγαινε. .

. . και την πέρασαν από κάτι μακριούς διαδρόμους κ’ ήτανε φωτισμένοι αυτοί με γκάζι μέρα μεσημέρι κ’ εκεί ήτον όλο νέοι καλοντυμένοι με τα καπέλλα στο κεφάλι και με μπαστούνια στα χέρια και κάτι άλλοι ξεσκούφωτοι με μακριές λινές ποκαμίσες — κι όλοι τους κάπνιζαν και μιλούσαν όλοι μαζί δυνατά και της έκαναν τόπο να περάση κυττάζοντάς τη μες το πρόσωπο. .

. . κ’ έπειτα βρέθηκε σε μια μεγάλη σάλα όλο κρεββάτια-κρεββάτια μ’ άλλα πάλι άσπρα φαντάσματα και μερικά απ’ αυτά βογκούσανε δυνατά καθώς περνούσε. .

. . κ’ έπειτα βρέθηκε μπροστά σ’ ένα κρεββάτι, στην άλλη άκρη, κ’ εκεί απάνω ήτον τανάσκελα ο Νίκος με τα μαύρα του κατσαρά μαλλιά βρεμμένα που ξεχειλούσανε μέσ’ από κάτι άσπρα μαντήλια κ’ ήτον κίτρινος σαν αγιοκέρι κ’ είχε ανοιχτά τα μάτια κι ανοιχτό το στόμα και ροχάλιζε κ’ έβγαζε κάτι κόκκινους αφρούς και δυο άντρες με μπλούζες του ανασήκωναν το κορμί με το χέρι κάτω απ’ τη ράχη. .

. . και μόλις πήγε κοντά αυτή. .

. . και μόλις πήγε κοντά αυτή. . σ’ αυτό το κρεββάτι που κοιτόταν ο Νίκος —

. . γιατί ήτον ξαπλωμένος αυτού ο Νίκος; τι ήταν αυτά τα μαντήλια που τούσφιγγαν το κεφάλι! . . τι έβγαινε απ’ το στόμα του Νίκου! —

. . πετάχτηκε απάνω ο Νίκος και ξανάπεσε βαρύς — —

Κι αυτή άνοιξε τα μάτια της σα νάθελε να του τα πετάξη απάνω του, σα νάθελε να βγη αλάκερη μέσ’ απ’ τα μάτια της να πέση απάνω στο κορμί του· κ’ είδε τότες ένα φεγγάρι πελώριο μαυροκόκκινο που ήτον η πύρινη γλώσσα του κεριού πούχε ανάψει, για το Νίκο στον τάφο της Βεργινίας, η ίδια η φλόγα που έτρωγε το κεράκι μέσ’ απ’ τα μαύρα χνώτα της καπνιάς, που τώρα είχε θεριέψει κ’ είχε πεταχτή στον ουρανό! . . και ξεκόλλησε απ' τον ουρανό το πελώριο μαυροκόκκινο φεγγάρι κ’ έπεσε απάνω της και τη σώριασε χάμω — —

— — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —

— — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —

— Γυναίκα του νάν' άραγε, είπε πέρα στο διάδρομο ένας νέος από ‘κείνους με τις λινές ποκαμίσες σε κάτι άλλους — πούχε περάσει η Λιόλια από μπροστά τους.

— Δεν πιστεύω! αυτή είναι κοριτσάκι: — έτσι θα την έχη.

— Κουφέτο! Πού παν και σου τις ξετρυπώνουν αυτοί οι κουτσαβάκηδες: όλο και τον καλύτερο μεζέ! . . .

— Τέτοιους θέλουν αυτές· άμα πετύχουν κανέναν από μας, σου λεν αμέσως: «Θα με πάρης!» και νάσου βγαίνει ο αδερφός με το μαχαίρι στα δόντια — κι ο Παππάς πίσω απ’ την πόρτα! . .

— Κομματάκι ωστόσο! θα παρηγορηθή εύκολα — μια και μπήκε στο δρόμο! είπε με κάποιαν κρυφήν ελπίδα ένα γιατρουδάκι αμούστακο. . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Πάνω στη Γαργαρέτα είχαν απομείνει οι γυναίκες ένα κουβάρι αναμαλλιασμένο — και κύτταζαν κατά το μέρος πούχε φύγει η άμαξα. . .

— Δε στάλεγα εγώ, Κυρία Ευρυδίκη μου, είπε η Χαρζανοπουλίνα της παλιάς της έχθρας, πως κακό τέλος θε να πάρη αυτός ο Νίκος; εμένα ποτέ δε μ’ άρεσε αυτό το παιδί! . . .

— Δε λες καλά που. . . είπε η Ευρυδίκη και σταμάτησε — — Καλέ είδες, Κυρά Χαρζανοπουλίνα μου, εκείνο το γουρσούζικο! να ξεκληρίση ολόκληρη φαμελιά: γυναίκα, άντρα και παιδί σ’ ένα χρόνο μέσα! . . .

Κ’ οι δυο κόρες της Χαρζανοπουλίνας έκαμαν:

— Αχ! —

— Αχ! — —