Η καρμανιόλα

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η καρμανιόλα
Συγγραφέας: Γεώργιος Σουρής
Ιούνιος 1887.


Ἡ καρμανιόλα στήνεται, ἡ καρμανιόλα σφάζει,
ἡ καρμανιόλα περπατεῖ κι' ὁ κόσμος κάνει χάζι.
Τὴν βλέπω κατακόκκινη ἀνάμεσα στ' ἀσκέρι
μ' ἐκεῖνο τὸ θεόρατο καὶ φοβερὸ μαχαῖρι
κι' Ἠλί λάμα σαβαχθανὶ εὐθὺς ἀναφωνῶ,
τρέμ' ἡ φωνὴ στὰ χείλη μου, τὰ λόγια λησμονῶ.

Νομίζω πὼς εἰς θάνατον κι' ἐμὲ καταδικάζουν
καὶ τρέχουν κάρρα κι' ἅμαξαι πολλαὶ ἀπὸ ρυτῆρος,
ἐνῷ τὰ πλήθη ἔξαλα στὸν δήμιον φωνάζουν:
«Κόφτον τὸν ἀφιλότιμον ἱππότην τοῦ Σωτῆρος».
Καὶ ὁ φρικώδης δήμιος τὸ σβέρκο μου γραπόνει
κι' ἐπάνω στὸ σανίδωμα τὸ τέρας μὲ ξαπλόνει.

Τραβᾷ μὲ φόρα τὸ σχοινὶ κι' ἡ φοβερὰ μαχαῖρα
μοῦ κόβει τὸ κεφάλι μου ἀμέσως πέρα πέρα,
κι' ἐκεῖνο μὲς στὰ αἵματα λαχταριστὸ σπαράζει
ἐπάνω στὸ σανίδωμα τῆς μαύρης λαιμητόμου
καὶ μὲ φωνὴν σπαρακτικὴν καὶ τρέμουσαν φωνάζει
σὰν τὴν κομμένη κεφαλὴ τοῦ Γιάννη τοῦ Προδρόμου.

Ἂν θέλετε, ὦ ἄνθρωποι, νὰ λείψουνε ἀλήθεια
οἱ πόνοι σας, τὰ πάθη σας, τὰ βάσανά σας ὅλα,
αὐτὰ τὰ παλῃοκαύκαλα, τὰ ξεροκολοκύθια,
ἐλᾶτε νὰ τὰ κόψετε σ' αὐτὴ τὴν καρμανιόλα.
Καὶ πρὶν εἰς θάνατον καὶ σεῖς νὰ καταδικασθῆτε
ἐλᾶτ' ἐδῶ μονάχοι σας κι' ἀποκεφαλισθῆτε.

Ἀντὶ νὰ βασανίζεσθε καὶ νύκτα καὶ ἡμέρα
κι' εἰς πέλαγος νὰ χάνεσθε δυστυχιῶν παντοίων,
ἂς πάῃ πιὰ στὸ διάβολο κι' ἀκόμη παραπέρα
αὐτὸ τὸ παλῃοκαύκαλο, τὸ περιττὸν φορτίον.
Βγάλετε ἀπὸ πάνω σας, τὸ ξεροκέφαλό σας,
κι' αὐτὸ νὰ εἶσθε βέβαιοι πὼς εἶναι γιὰ καλό σας.

Πῶς ἤθελα νὰ σᾶς ἰδῶ χωρὶς κεφάλια γύρω
κι' ἐγὼ τὴν ἀνθρωπότητα ἐξ ὕψους νὰ οἰκτείρω.
Ἂς ἦταν νὰ σᾶς τὄκοβα ὡς εἶδος πορτοκάλια...
θὰ ἦταν ἀριστούργημα... ψυχή μου στὰ Πατήσια!...
Σὲ μερικοὺς θὰ ἔβαζα γαϊδουρινὰ κεφάλια,
κι' εἰς ἄλλους πάλι βῳδινὰ καὶ κἄποτε τραγήσια.

Γιατὶ παντοῦ καὶ μάλιστα σ' αὐτὸν ἐδῶ τὸν τόπον
νὰ ζοῦν γαϊδάροι ἀρκετοὶ μὲ κεφαλὰς ἀνθρώπων;
Γιατὶ κεφάλια βῳδινὰ νὰ μὴ φοροῦν καμπόσοι;
γιατὶ δὲ ἄνθρωποι πολλοὶ μὲ λογικὴ καὶ γνῶσι
τὴν ἀνθρωπιὰ των προσπαθοῦν πολὺ συχνὰ νὰ κρύβουν
καὶ ταπεινῶς ἐνώπιον γαϊδουρανθρώπων σκύβουν;

Γιατὶ κανεὶς οὐδέποτε δὲν εἰμπορεῖ νὰ βάλῃ
τὸ πρέπον καὶ κατάλληλον σὲ μερικοὺς κεφάλι;
γιατὶ καὶ τὰ κεφάλια μας δὲν γίνονται καινούρια;
γιατὶ νὰ ζοῦν οἱ ἄνθρωποι, μαζὶ μὲ τὰ γαϊδούρια;
καὶ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ πῇ σ' αὐτὸ τὸ νταβαντοῦρι
ποιὸς εἶναι ἄνθρωπος σωστὸς καὶ ποιὸς σωστὸ γαϊδοῦρι;

Μακρὰν, ἀχρεία κεφαλὴ, ἀπὸ τοῦ σώματός μου,
γιὰ σένα εἶμαι δυστυχὴς στὸ πέλαγος τοῦ κόσμου.
Σὺ μὲ ὠθεῖς νὰ σκέπτωμαι συχνάκις τὴν Ἑλλάδα
κι' ἔσθ' ὅτε τὸ περίσσευμα κι' αὐτὴν τὴν Μανωλάδα,
κι' ἡ μία σκέψις ἔπειτα γεννᾷ εὐθὺς τὴν ἄλλη,
ὡς ποὺ μὲ σκέψεις γίνεται κουρκοῦτι τὸ κεφάλι.

Μακρὰν, ἀχρεία κεφαλή, καὶ γίνε δυὸ κομμάτια,
μακρὰν καὶ σεῖς, ὦ φλογερὰ καὶ πυρωμένα μάτια,
ὁποὺ ἀπλήστως βλέπετε τοῦ γείτονος τὸ χρῆμα,
τὸ στρέμμα, τὴν παιδίσκην του καὶ κάθε ἄλλο κτῆμα,
ποὺ κάνετε καὶ τῶν Ρωμῃῶν τὸ γένος νὰ σουφρώνῃ,
ἂν καὶ ποτὲ δὲν ἔμαθε τὰ χέρια του ν' ἁπλώνῃ.

Μακρὰν, αὐτιά μου δύστηνα ὁποὺ ἀκοῦτε τόσα
ἀπὸ τοῦ κάθε μασκαρᾶ τὴν τροχισμένη γλῶσσα.
Μακράν, ὦ μύτη ρυπαρά, ποὺ σὲ κτυπᾷ ἡ βρῶμα
καὶ ὅ,τι ἄλλο φύεται στῶν Ἀθηνῶν τὸ χῶμα,
ὁποὺ μυρίζεις κάθε τι πολύτιμον σκουπίδι
καὶ τ' ἀποφόρια τὰ γνωστὰ τοῦ τρυφεροῦ Λεβίδη.

Μακρὰν καὶ σύ, ὦ στόμα μου, ποὺ τρώγεις ὅ,τι λάχῃ
καὶ ἄνω κάτω κἄποτε μοῦ φέρνεις τὸ στομάχι,
κι' ἀρχίζουν τὰ κοψίματα καὶ ἡ εὐκοιλιότης,
ἂν κι' ὅποιος ὀνομάζεται τοῦ ἀργυροῦ ἱππότης
δὲν ἔπρεπε κοψίματα ποτὲ νὰ ὑποφέρῃ
καὶ μὲς στὸ δρόμο μάλιστα ἡμέρα μεσημέρι.

Μακρὰν καὶ σύ, ὦ γλῶσσα μου ποὺ λὲς χωρὶς νὰ παύῃς,
ποὺ βρίσκεις πάντα κἄτι τι καὶ ὅλο κόβεις ράβεις.
Καὶ σεῖς, ὦ δόντια, ποὺ συχνὰ μοῦ φέρνετε σεκλέτι,
σᾶς δίνω εἰς Μπάμπανο καὶ εἰς τὸν Κασσαβέτη.
Μακρὰν καὶ σεῖς, μουστάκια μου καὶ γένεια, δὲν σᾶς θέλω...
σᾶς δίνω στοὺς μπαρμπέρηδες, σᾶς δίνω στὸν Σεμτέλο.

Μακρὰν, ἀχρεία κεφαλή, ἀπὸ τοῦ σώματός μου,
γιὰ σένα εἶμαι δυστυχὴς στὸ πέλαγος τοῦ κόσμου.
Ποτὲ καλὸ δὲν εἰμπορεῖ νὰ βγῇ ἀπὸ κεφάλι,
κι' ἂν βγῇ κανένα ποῦ καὶ ποῦ χίλια κακὰ θὰ βγάλῃ,
κι' ἂν τὴν κασσίδα βγάλωμε μονάχα καὶ τὴν ψώρα,
θαρρῶ πὼς ἄλλο τίποτε δὲν γέννησε ὡς τώρα.

Αὐτὸ τὸ παλῃοκαύκαλο τί διάβολο τὸ θέλω;
αὐτὸ τὸ παλῃοκαύκαλο τί τὸ κρατῶ στοὺς ὤμους;
γιὰ ν' ἀγοράζω μοναχὰ πρὸς χάριν του καπέλο
καὶ δεξιὰ κι' ἀριστερὰ νὰ χαιρετῶ στοὺς δρόμους;
Γιὰ νὰ τὸ λούζω κἄποτε καὶ γιὰ νὰ τὸ κουρεύω,
κι' ἐνῷ μοῦ εἶναι περιττὸν γιὰ τοῦτο νὰ ξοδεύω;

Μακράν, ἀχρεία κεφαλή, ἀπὸ τοῦ σώματός μου,
γιὰ σένα εἶμαι δυστυχὴς στὸ πέλαγος τοῦ κόσμου.
Νά! πάρτε τὸ κεφάλι μου, σᾶς τὸ πετῶ στὴ μούρη,
ἂς μὴν ἐκπέμπῃ ὅπως πρὶν πνευματικὰς ἀκτῖνας,
ἂς γίνῃ οὐρητήριον, στρατιωτῶν παγοῦρι,
κι' ἀγγεῖον τι δυσώνυμον ὑπὸ συζύγων κλίνας.

Ἂς γίνῃ ὅ,τι θέλετε... ἐγὼ τὸ ἀποβάλλω,
μὰ δώστε μου, παρακαλῶ, ἕνα κεφάλι ἄλλο,
ποὺ σκέψεις καὶ συλλογισμοὺς καὶ στίχους νὰ μὴν κάνῃ,
ποὺ νὰ μὴν πέρνῃ ἔξαφνα γιὰ κάθε τί φωτιά,
νὰ ἔχῃ στόμα, καὶ φωνὴ ποτέ του νὰ μὴν βγάνῃ,
τὰ μάτια νὰ μὴ βλέπουνε, νὰ μὴν ἀκοῦν ταὐτιά.

Νὰ εἶναι τὸ κεφάλι μου ὡς εἶδος τι καπέλο,
νὰ τὸ μεταχειρίζωμαι καθὼς καὶ ὅταν θέλω,
νὰ τὸ φορῶ γιὰ γοῦστο μου καὶ πάλι νὰ τὸ βγάλω
καὶ τὸν καιρό μου νὰ περνῶ καὶ νὰ διασκεδάζω.
Τέτοιο κεφάλι μπρούτζινο κι' ἀναίσθητο τὸ θέλω,
ἀλλέως τοῦτο ποὺ κρατῶ εἰς κόρακας τὸ στέλλω.

Μακράν, ὦ ξηροκέφαλον, ἀπὸ τοῦ σώματός μου,
γιὰ σένα εἶμαι δυστυχὴς στὸ πέλαγος τοῦ κόσμου,
σὲ δίνω εἰς τὸν Φιντικλῆ σὲ δίνω στὸν Μακράκη,
καὶ τὸν Τελώνη προσκαλῶ καὶ τὸν Ἀμοιραδάκη,
νὰ μοῦ τὸ κάμουν τρίψαλα ὡς εἶδος κυημᾶ
καὶ νὰ τὸ φᾶνε ὕστερα στὸ φοῦρνο καπαμᾶ.