Η θάλασσα

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἡ θάλασσα
Συγγραφέας: Ανδρέας Καρκαβίτσας
Λόγια τῆς πλώρης (1924)


O πατέρας μου – μύρο τὸ κῦμα ποῦ τὸν τύλιξε – δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ μὲ κάμῃ ναυτικό.

— Μακριά, ἔλεγε, μακριά, παιδί μου, ἀπὸ τ’ ἄτιμο στοιχειό! Δὲν ἔχει πίστη, δὲν ἔχει ἔλεος. Λάτρεψέ την ὅσο θές· δόξασέ την· ἐκείνη τὸ σκοπό της. Μὴν κυτᾷς ποῦ χαμογελᾷ, ποῦ σοῦ τάζει θησαυρούς. Ἀργὰ-γρήγορα θὰ σοῦ σκάψῃ τὸ λάκκο ἢ θὰ σὲ ρίξῃ πετσὶ καὶ κόκκαλο, ἄχρηστο στὸν κόσμο. Εἶπες θάλασσα, εἶπες γυναίκα τὸ ἴδιο κάνει.

Καὶ τὰ ἔλεγε αὐτὰ ἄνθρωπος ποῦ ἔφαγε τὴ ζωή του στὸ καράβι· ποῦ ὁ πατέρας, ὁ πάππος, ὁ πρόπαππος ὅλοι ὡς τὴ ρίζα τῆς γενιᾶς ξεψύχησαν στὸ παλαμάρι. Μὰ δὲν τὰ ἔλεγε μόνον αὐτός, ἀλλὰ κ’ οἱ ἄλλοι γέροντες τοῦ νησιοῦ, οἱ ἀπόμαχοι τῶν ἀρμένων τόρα, καὶ οἱ νιώτεροι, ποῦ εἶχαν ἀκόμη τοὺς κάλους στὰ χέρια, ὅταν κάθιζαν στὸν καφενὲ νὰ ρουφήξουν τὸν ναργιλέ, κουνοῦσαν τὸ κεφάλι καὶ στενάζοντας ἔλεγαν:

— Ἡ θάλασσα δὲν ἔχει πιὰ ψωμί. Ἂς εἶχα ἕνα κλῆμα στὴ στεριὰ καὶ μαύρη πέτρα νὰ ρίξω πίσω μου.

Ἡ ἀλήθεια εἶνε πῶς πολλοί τους ὄχι κλῆμα, ἀλλὰ νησὶ ὁλάκερο μποροῦσαν ν’ ἀποχτήσουν μὲ τὰ χρήματά τους. Μὰ ὅλα τὰ ἔριχναν στὴ θάλασσα. Παράβγαιναν ποιὸς νὰ χτίσῃ μεγαλύτερο καράβι· ποιὸς νὰ πρωτογίνῃ καπετάνιος. Καὶ γὼ ποῦ ἄκουγα συχνὰ τὰ λόγια τους καὶ τὰ ἔβλεπα τόσο ἀσύμφωνα μὲ τὰ ἔργα τους δὲ μποροῦσα νὰ λύσω τὸ μυστήριο. Κάτι, ἔλεγα, θεϊκὸ ἐρχόταν κ’ ἔσερνε ὅλες ἐκεῖνες τὶς ψυχὲς καὶ τὶς γκρέμιζε ἄβουλες στὰ πέλαγα, ὅπως ὁ τρελλοβοριὰς τὰ στειρολίθαρα.

Ἀλλὰ τὸ ἴδιο κάτι μ’ ἔσπρωχνε καὶ μένα ἐκεῖ. Ἀπὸ μικρὸς τὴν ἀγαποῦσα τὴ θάλασσα. Τὰ πρῶτα βήματά μου νὰ εἰπῇς, στὸ νερὸ τὰ ἔκαμα. Τὸ πρῶτο μου παιγνίδι ἦταν ἕνα κουτὶ ἀπὸ λουμίνια μ’ ἕνα ξυλάκι ὀρθὸ στὴ μέση γιὰ κατάρτι, μὲ δυὸ κλωστὲς γιὰ παλαμάρια, ἕνα φύλλο χαρτὶ γιὰ πανάκι καὶ μὲ τὴν πύρινη φαντασία μου ποῦ τὸ ἔκανε μπάρκο τρικούβερτο. Πῆγα καὶ τὸ ἔριξα στὴ θάλασσα μὲ καρδιοχτύπι. Ἄν θέλης ἤμουν καὶ γὼ κεῖ μέσα. Μόλις ὅμως τὸ ἀπίθωσα καὶ βούλιαξε στὸν πάτο. Μὰ δὲν ἄργησα νὰ κάμω ἄλλο μεγαλείτερο ἀπὸ σανίδια. Ὁ ταρσανὰς γιὰ τοῦτο ἦταν τὸ στὸ λιμανάκι τοῦ Ἁϊνικόλα. Τὸ ἔρριξα στὴ θάλασσα καὶ τ’ ἀκολούθησα κολυμπώντας ὡς τὴν ἐμπατὴ τοῦ λιμανιοῦ ποῦ τὸ πῆρε τὸ ρέμα μακριά. Ἀργότερα ἔγινα πρῶτος στὸ κουπί, στὸ κολύμπι πρῶτος· τὰ λέπια μοῦ ἔλειπαν.

— Μωρὲ γειά σου, καὶ σὺ θὰ μᾶς ντροπιάσῃς ὅλους! ἔλεγαν οἱ γεροναῦτες, ὅταν μ’ ἔβλεπαν νὰ τσαλαβουτῶ σὰν δέλφινας.

Ἐγὼ καμάρωνα καὶ πίστευα νὰ δείξω προφητικὰ τὰ λόγια τους. Τὰ βιβλία – πήγαινα στὸ Σχολαρχεῖο θυμοῦμαι – τὰ ἔκλεισα γιὰ πάντα. Τίποτα δὲν ἔβρισκα μέσα νὰ συμφωνῇ μὲ τὸν πόθο μου. Ἐνῷ ἐκεῖνα ποῦ εἶχα γύρω μου, ψυχωμένα κι’ ἄψυχα, μοῦ ἔλεγαν μύρια. Οἱ ναῦτες μὲ τὰ ἡλιοκαμένα τους πρόσωπα καὶ τὰ φανταχτερὰ ροῦχα· οἱ γέροντες μὲ τὰ διηγήματά τους· τὰ ξύλα μὲ τὴ χτυπητὴ κορμοστασιά, οἱ λυγερὲς μὲ τὰ τραγούδια τους:

Ὄμορφος ποῦ ’νε ὁ γεμιτζῆς, ὅταν βραχῇ κι’ ἀλλάξῃ
καὶ βάλῃ τ’ ἄσπρα ροῦχα του καὶ στὸ τιμόνι κάτσῃ.

Τὸ ἄκουα ἀπὸ τὴν κούνια μου κ’ ἔλεγα πῶς ἦταν φωνὴ τοῦ νησιοῦ μας, ποῦ παρακινοῦσε τοὺς ἄντρες στὴ θαλασσινὴ ζωή. Ἔλεγα πότε καὶ γὼ νὰ γίνω γεμιτζῆς καὶ νὰ κάτσω θαλασσοβρεμένος στὸ τιμόνι. Θὰ γινόμουν ὄμορφος τότε, παλλήκαρος σωστός· θὰ μὲ καμάρωνε τὸ νησὶ, θὰ μὲ ἀγαποῦσαν τὰ κορίτσια! Ναί· τὴν ἀγαποῦσα τὴ θάλασσα! Τὴν ἔβλεπα νὰ ἁπλώνεται ἀπὸ τ’ ἀκρωτῆρι ὣς πέρα, πέρα μακριά, νὰ χάνεται στὰ οὐρανοθέμελα σὰν ζαφειρένια πλάκα στρωτή, βουβὴ καὶ πάσχιζα νὰ μάθω τὸ μυστικό της. Τὴν ἔβλεπα ὠργισμένη ἄλλοτε, νὰ δέρνῃ μὲ ἀφροὺς τ’ ἀκρογιάλι, νὰ καβαλικεύῃ τὰ χάλαρα, νὰ σκαλώνῃ στὶς σπηλιές, νὰ βροντᾷ καὶ νὰ ἠχάῃ, λὲς καὶ ζητοῦσε νὰ φτάσῃ στὴν καρδιὰ τῆς Γῆς γιὰ νὰ σβύσῃ τὶς φωτιές της. Κ’ ἔτρεχα μεθυσμένος νὰ παίξω μαζί της, νὰ τὴ θυμώσω, νὰ τὴν ἀναγκάσω νὰ μὲ κυνηγήσῃ, νὰ νιώσω τὸν ἀφρό της ἀπάνω μου, ὅπως πειράζουμε ἀλυσοδεμένα τ’ ἀγρίμια. Καὶ ὅταν ἔβλεπα καράβι νὰ σηκώνῃ τὴν ἄγκυρα, νὰ βγαίνῃ ἀπὸ τὸ λιμάνι καὶ ν’ ἀρμενίζῃ στ’ ἀνοιχτά· ὅταν ἄκουα τὶς φωνὲς τῶν ναύτων, ποῦ γύριζαν τὸν ἀργάτη καὶ τὰ καταβοδώματα τῶν γυναικῶν, ἡ ψυχή μου πετοῦσε θλιβερὸ πουλάκι ἀπάνω του. Τὰ σταχτόμαυρα πανιά, τὰ ὁλοφούσκωτα· σχοινιὰ τὰ κοντυλογραμμένα· τὰ πόμολα ποῦ ἄφιναν φωτεινὴ γραμμὴ ψηλὰ μ’ ἔκραζαν νὰ πάω μαζί τους, μοῦ ἔταζαν ἄλλους τόπους, ἀνθρώπους ἄλλους, πλούτη, χαρές, φιλιά. Καὶ νυχτόημερα ἡ ψυχή μου κατάντησε ἄλλον πόθο νὰ μὴν ἔχῃ παρὰ τὸ ταξεῖδι. Ἀκόμη καὶ τὴν ὥρα ποῦ ἐρχόταν πικρὸ χαμπέρι στὸ νησὶ καὶ ὁ πνιγμὸς πλάκωνε τὶς ψυχὲς ὅλων καὶ χυνόταν βουβὴ ἡ θλίψη ἀπὸ τὰ ζαρωμένα μέτωπα ὣς τ’ ἄψυχα λιθάρια τῆς ἀκρογιαλιᾶς· ὅταν ἔβλεπα τὰ ὀρφανόπαιδα στοὺς δρόμους καὶ τὶς γυναῖκες μαυροφόρες, ἀπαρηγόρητες τὶς ἀρεβωνιαστικές· ὅταν ἄκουα νὰ διηγοῦνται ναυαγοὶ τὸ μαρτύριό τους, πεῖσμα μ’ ἔπιανε ποῦ δὲν ἤμουν καὶ γὼ μέσα· πεῖσμα καὶ σύγκρυο μαζί.

Δὲν κρατήθηκα περισσότερο. Ἔλειπε ὁ πατέρας μὲ τὴ σκούνα στὸ ταξεῖδι. Μίσευε κι’ ὁ καπετὰν Καλιγέρης ὁ θεῖος μου γιὰ τὴ Μαύρη θάλασσα. Τοῦ ἔπεσα στὸ λαιμό· τόν παρακάλεσε καὶ ἡ μάννα μου ἀπὸ φόβο μὴν ἀρωστήσω· μὲ πῆρε μαζί του.

— Θὰ σὲ πάρω, μοῦ λέει, μὰ θὰ δουλέψῃς· τὸ καράβι θέλει δουλειά. Δὲν εἶνε ψαρότρατα νἄχῃς φαῒ καὶ ὕπνο.

Τὸν φοβόμουνα πάντα τὸ θεῖο μου. Ἦταν ἄγριος καὶ κακὸς σὲ μένα, ὅπως καὶ στοὺς ναῦτες του. Κάλλιο σκλάβος στ’ Ἀλιτζέρι — παρὰ μὲ τὸν Καλιγέρη, ἔλεγαν γιὰ νὰ δείξουν τὴν ἀπονιά του. Ὅ,τι παστὸ παλιοκρέατο, μουχλιασμένος μπακαλάος, ἀλεύρι πικρό σκουληκιασμένη γαλέτα, τυρὶ-τεμπεσίρι στὴν ἀποθήκη τοῦ Καλιγέρη βρισκότανε. Κι’ ὁ λόγος του πάντα προσταγή, ἀγριοβλαστήμια καὶ βρισίδι. Μόνον ἀπελπισμένοι πήγαιναν στὴ δούλεψή του. Μὰ ὁ μαγνήτης ποῦ ἔσερνε τὴν ψυχή μου, ἔκαμε νὰ τὰ λησμονήσω ὅλα. Νὰ πατήσω μιὰ στὴν κουβέρτα, ἔλεγα, καὶ δουλειὰ ὅση θές.

Ἀληθινὰ ρίχτηκα στὴ δουλειὰ μὲ τὰ μοῦτρα. Ἔκαμα παιγνίδι τὶς ἀνεμόσκαλες. Ὅσο ψηλότερα ἡ δουλειά, τόσο πρόθυμος ἐγώ. Μπορεῖ ὁ θεῖος μου νὰ ἤθελε νὰ παιδευτῶ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ γιὰ νὰ μετανιώσω. Ἀπὸ τὴν πλύση τῆς κουβέρτας στὸ ξύσιμο· ἀπὸ τὸ ράψιμο τῶν πανιῶν στῶν σχοινιῶν τὸ πλέξιμο· ἀπὸ τὸ λύσιμο τῶν ἀρμένων στὸ δέσιμο. Τόρα στὴν τρόμπα· τόρα στὸν ἀργάτη· φόρτωμα-ξεφόρτωμα, καλαφάτισμα, χρωμάτισμα πρῶτος ἐγώ. Πρῶτος; πρῶτος· τί μ’ ἔμελε; Μοῦ ἔφτανε πῶς ἀνέβαινα ψηλὰ στὴ σταύρωση κ’ ἔβλεπα κάτω τὴ θάλασσα νὰ σχίζεται καὶ νὰ πισωδρομεῖ ὑποταχτική μου. Τὸν ἄλλο κόσμο, τοὺς στεριανούς, μὲ θλίψη τοὺς ἔβλεπα.

— Ψέ!… ἔλεγα μὲ περιφρόνηση. Ζοῦνε τάχα κι’ ἐκεῖνοι!…

Ἀπάνω στὸ μεθύσι μου ἀκούω τὴ φωνὴ τοῦ καπετάνιου νὰ βροντᾷ δίπλα μου.

— Μάϊνα πανιά!… Μάϊνα καὶ στίγγα πανιά!…

Τρόμαξα καὶ τρέχω πίσω ἀπὸ τοὺς ναῦτες. Πηδοῦν ἐκεῖνοι στοὺς φλόκους· κοντὰ καὶ γώ. Σκαρφαλώνουν στὶς σταύρωσες, ἀπάνω καὶ γώ. Σὲ πέντε λεφτὰ τὸ μπάρκο ἔμεινε ξυλάρμενο. Μὰ ὁ καπεντάνιος δὲν ἔπαυε νὰ φωνάζῃ, νὰ βρίζῃ καὶ νὰ βλαστημᾷ. Τὸν κυτάζω, ἀνάθεμα καὶ κατάλαβα τὶ ἔλεγε.

— Μωρὲ τί τρέχει; ρωτάω τὸ διπλανό μου, ἐκεῖ ποῦ δέναμε τὸν παπαφίγγο.

— Ἡ τρόμπα, δὲ βλέπεις; Ὁ σίφουνας!

Σίφουνας! ἔφριξα. Ἀκουστὰ εἶχα τὰ θάματά του· πῶς σαρώνει ὅ,τι λάχῃ στὸ διάβα του· σχίζει πανιά, ρίχνει κατάρτια, γονατίζει πλεούμενα. Τόρα τὸν ἔβλεπα μὲ τὰ μάτια μου. Δὲν ἦταν ἕνας· ἦταν τρεῖς-τέσσερες. Οἱ δύο κατὰ τὸ Βατούμ· οἱ ἄλλοι δίπλα στ’ ἀνοιχτά. Κ’ ἐμπρός μας ὁ Καύκασος σκουντούφλης, ἔδειχνε τὰ χαλαρόφραχτα περιγιάλια του. Ὁ οὐρανὸς συγνεφοσκεπασμένος, ἡ θάλασσα μαυριδερὴ μ’ ἕνα ἐλαφρὸ τρέμουλα, σὰν νὰ εἶχε ἀνατριχίλια. Πρώτη φορὰ ποῦ εἶδα φοβισμένη τὴ φιλενάδα μου.

Ὁ ἕνας σίφουνας λιγνός, καμαρωτὸς σὰν προβοσκίδα ἐλέφαντα κρεμόταν στὰ νερὰ μαῦρος καὶ ἀκίνητος. Ὁ ἄλλος χοντρός, ὁλόϊσος, κόπηκε ἄξαφνα στὴ μέση σὰν καπνοκολῶνα, σκόρπισε ἡ βάση του καὶ ἀπόμεινε γλωσσίδι, κρεμάμενο ἀπὸ τὰ σύγνεφα. Εἶδα νὰ τεντώνῃ τὸ λαιμό του ἐδῶ καὶ κεῖ, νά κινῇ τὶς φοῦντες του σὰν φιδόγλωσσες, λὲς καὶ ζητοῦσε κάτι στὰ νερὰ καὶ ἔξαφνα νὰ κουλουριάζεται καὶ νὰ φωλιάζῃ στὰ σύσκοτα. Ὁ τρίτος ὅμως σταχτόμαυρος, σὰν κορμὸς λεύκας, ἀφοῦ ρούφηξε καὶ πρίσθηκε καλά, δραμπαλίστη καὶ βάδισε καταπάνω μας.

— Κάτου μωρέ! κάτου! ἀκούω φωνὴ ἀπὸ τὸ κάσαρο.

Γυρίζω· οἱ ναῦτες εἶχαν κατεβῇ. Ἐγὼ ἀγκαλιασμένος καλὰ στὸ κορζέτο ξεχάστηκα κυτάζοντας τὸ θάμα. Γλύστρησα δίπλα στὸν καπετάνιο. Τὸν Βλέπω μὲ μάτια γουρλωμένα νὰ κυτάζῃ τὸ στοιχειό. Στὸ δεξὶ χέρι κρατοῦσε ἕνα μαυρομάνικο λάζο κ’ ἔστεκε πίσω στὸ πριμιὸ κατάρτι, σὰν νὰ ἔβανε μετερίζι. Κοντὰ ὁ ναύκληρος γέμιζε βιαστικὰ τὸ σκουριασμένο τρομπόνι καὶ γύρω οἱ ναῦτες, κύταζαν πότε τὸν οὐρανό, πότε τὴ θάλασσα κερωμένοι.

Ὁ σίφουνας ὡστόσο πλάκωνε φτεροπόδαρος, ρουφῶντας τὸ νερὸ καὶ τινάζοντάς το στὸν οὐρανό, μαύρη καταχνιὰ κι’ ἀντάρα. Τόρα ἔλεγες θὰ μᾶς γδύσῃ τὸ καράβι ἢ θὰ τὸ σηκώσῃ σύσκαρμο ψηλά. Ἔτσι ἔφτασε δύο ὀργυὲς μακριά μας. Ἔφεγγε ὁλοστρόγγυλος, ξανθοπράσινος, σὰν καπνισμένο κρύσταλλο καὶ μέσα του ἀνεβοκατέβαινε τὸ ἔμβολο, λὲς καὶ ἤθελε νὰ σβύσῃ μεγάλη πυρκαγιὰ στὰ ἐπουράνια.

— Βάρα! προστάζει ὁ καπετάνιος.

Ὁ ναύκληρος ἀδειάζει ἀπάνω του τὸ τρομπόνι. Παλιόκαρφα, μολύβια, στουπιά, ὅλα χώνεψαν στὰ πλευρά του. Φάνηκε νὰ τρεμουλιάζῃ καὶ σταμάτησε. Δοκίμασε πάλι νὰ κινηθῇ, ἔκαμε δυὸ κλωθογυρίσματα στὸν τόπο καὶ στάθηκε πάλι σμίγοντας τὴ θάλασσα μὲ τὸν οὐρανό.

— Δὲν κάναμε τίποτα· εἶπε πικραμένος ὁ καπετάνιος στὸ ναύκληρο.

— Τὸ βλέπω καὶ γώ. Κάνε τὴν πεντάλφα, καπετάνιε, καὶ τὸ κρῖμα τὸ παίρνω.

— Θεέ μου ἥμαρτον· ψιθύρισε ἀποφασιστικὰ ἐκεῖνος κάνοντας τὸ σταυρό του.

Καὶ μὲ τὸ λάζο χάραξε μιὰ πεντάλφα ἀπάνω στὸ κατάρτι καὶ εἶπε τρεῖς φορές: — Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος. Καὶ κάρφωσε τὸ μαχαῖρι στὴ μέση τῆς πεντάλφας σὰν νὰ τὸ κάρφωνε στὰ σπλάχνα τοῦ θεριοῦ.

Βρόντος ἀκούστηκε, λὲς κ’ ἔσκασε κανόνι καὶ μέγα κῦμα κύλισε ἀπάνω στὸ κατάστρωμα. Σύγκαιρα ὁ Καύκασος ἄστραψε καὶ βρυχήθη τρανολάλητα, δρόλαπας ἐξέσπασε κ’ ἡ θάλασσα ἡ φοβισμένη ἄφρισε τόρα καὶ μάνιασε ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη τοῦ πόντου.

— Ἴσα πανιά! πρόσταξε ὁ καπετάνιος γοργά. Τὶς γάμπιες! τοὺς φλόκους! τὰ τρέγα!… Κατσάρετε τὶς σκότες!

Ἀνοίξαμε τὰ πανιὰ καὶ τὸ μπάρκο ἔπιασε πάλι τὴ γραμμή του.

Τρεῖς βδομάδες ἀργότερα κατεβήκαμε στὴν Πόλη φορτωμένοι. Ἐκεῖ ἔλαβα πρῶτο γράμμα τῆς μάννας μου. Πρῶτο γράμμα, πρῶτο μαχαίρι στὴν καρδιά μου.

«Παιδί μου, Γιάννη μου· ἔλεγε ἡ γριά. Ὄταν γυρίσῃς πάλι στὸ νησὶ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἅϊ Νικόλα καὶ τὴν εὐκή μου, δὲ θὰ ἦσαι πιὰ καπετάνιου παιδί. Πάει ὁ πατέρας σου, ἡ ὄμορφη σκούνα πάει· πᾶνε οἱ δόξες μας! Τὰ ρούφηξε ὅλα ἡ Μαύρη θάλασσα. Τόρα δὲν ἔχεις τίποτα παρὰ τὸ χαμόσπιτο, ἐμένα τὴν ἄφτουρη καὶ τὸ Θεό. Γειὰ στὰ χέρια σου! Δούλεψε, παιδί μου, καὶ τίμα τὸ θεῖο σου. Ἂν σοῦ μένει κάποτε ξεδούλειο στέλνε το ν’ ἀνάβω τὸ καντήλι τοῦ Ἅγιου γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ πατέρα σου.»

Σταύρωσα τὰ χέρια μου, κύταξα μὲ βουρκωμένα μάτια τὴ θάλασσα. Τὰ λόγια τῆς γραφῆς μοῦ φάνηκαν ἀπόφωνο στὰ λόγια τοῦ πατέρα μου. Τόσα χρόνια καραβοκύρης καὶ τόρα ἡ χήρα του πρόσμενε τὸ δικό μου ξεδούλειο, γιὰ νά κάμῃ τά κόλλυβά του. Καὶ κείνου τὸ κορμί, τὰ σιδερένια μπράτσα ποιὸς ξέρει τάχα σὲ τί χάλαρα δέρνονται, ποιὸς γλάρος τὰ πετσοκόβει, ποιό κῦμα νὰ λευκαίνῃ τὰ ψιλόλιγνα κόκκαλα!

— Ὠϊμέ! Ἀνταμώσαμε γιὰ ὕστερη φορὰ μόλις μπῆκε στὴ Θεοδόσια. Καθὼς μὲ εἶδε ψηλὰ νὰ μαϊνάρω τὸν τρίγγο, ἔκαμε τὸ σταυρό του κ’ ἔμεινε ἄφων’ ἄλαλος.

— Τὶ τὸν κυτᾷς, καπετὰν Ἀγγελῆ; τοῦ φωνάζει ὁ Καλεγέρης· δὲν τὸν ἀλλάζω μὲ τὸν καλήτερο ναύτη σου.

Ἐγὼ διπλοπαρακάλουν ν’ ἀνοίξῃ ἡ θάλασσα νὰ με καταπιῇ. Ὅσο ἔνοιωθα ἀπάνω μου τὸ βλέμμα του, ἡσυχία δὲν ἔβρισκα. Ἔτρεχα βιαστικός, ἀπὸ τὴ μιὰν ἄκρη στήν ἄλλη, κατέβαινα στὴν πλώρη, ἀνέβαινα στὸ κάσαρο, πέρναγα στὶς στραλιέρες, ἔπιανα τὸν ἀργάτη, δούλευα τὴν τρόμπα. Ἐκεῖνος κατάλαβε πῶς τὰ εἶχα σαστισμένα καὶ δὲ σηκώθηκε ἀπὸ τὴ θέση του· μόνον μὲ ἀκολουθοῦσε μὲ βλέμμα παραπονιάρικο σὰν νὰ μ’ ἔβλεπε στὸ νεκροκρέβατο.

Τὴν ἄλλη μέρα μ’ ἔμπλεξε ποῦ πήγαινα στὴν πόλη. Μόλις τὸν ἀγνάντεψα θέλησα νὰ κρυφτῶ· ἀλλ’ ἀπὸ μακριὰ τόσο προσταχτικὸ ἦταν τὸ νόημά του, ποῦ τὰ πόδια μου κόπηκαν.

— Βρέ, παιδί μου, τὶ ἔπαθες; μοῦ λέει. Τὸ σκέφτηκες καλὰ τὶ θὰ κάμῃς;

Πρώτη φορὰ γνώριζα τὴ γλύκα τῆς φωνῆς του. Δὲ σάστισα ὅμως.

— Πατέρα, τοῦ εἶπα· τὸ σκέφτηκα. Κακὸ καὶ ψυχρὸ μπορεῖ νὰ εἶνε τὸ κίνημά μου· μὰ δὲ δύναμαι νὰ κάμω ἀλλιῶς. Δὲ μπορῶ νὰ ζήσω ἀλλιώτικα. Μὲ κράζ’ ἡ θάλασσα. Μὴ θὲς νὰ μὲ μποδίσῃς. Ἄσε με κεῖ ποῦ βρίσκομαι, γιατὶ θὰ πάρω τὰ μάτια μου καὶ δὲ μὲ ξαναβλέπεις.

Ἔκαμε τὸ σταυρό του· στάθηκε λίγο, μὲ κύταξε κατάματα, κούνησε τὸ κεφάλι.

— Καλὰ παιδί μου εἶπε· κάνε ὅ,τι σὲ φωτίσῃ ὁ Θεός. Ἐγὼ ἔκαμα τὸ χρέος μου. Οὔτε ἔξοδα λυπήθηκα οὔτε λόγια· θυμήσου το, νὰ μὴ μὲ ἀναθεματᾷς ἀργότερα. Πήγαινε στὴν εὐκή μου.

Ὕστερή του εὐκή, πρώτη μου θλίψη. Ἡ θάλασσα στὸ πρῶτο μου ταξεῖδι πλήρωσε τὴν ἀγάπη μου. Ἔμεινα πιὰ ἀναγκαστικὸς δουλευτὴς τοῦ καπετὰν Καλιγέρη. Δουλευτὴς γιὰ τὸ ψωμάκι. Ψωμάκι τὸ δικό μου καὶ τῆς καπετάνισσας. Ἀλλὰ μὲ ὅλη τὴ συμβουλή της οὔτε νὰ τιμήσω, οὔτε νὰ δουλέψω μπόρεσα περισσότερο τὸ θεῖο μου. Ἂν εἶνε νὰ δουλέψω ναύτης σκέφτηκα, δόξα σοι ὁ Θεὸς βρίσκονται κι’ ἄλλα καράβια. Ἀπὸ νὰ δέχομε τὶς βρισὲς τοῦ συγγενῆ μου καλήτερα ἑνοῦ ξένου. Ἀποφάσισα στὸ πρῶτο λιμάνι νὰ ξεμπαρκάρω μὲ τὸ καλό.

— Μὲ τὸ καλό; ἄσε καὶ νὰ ἰδῇς· λέει ὁ καπετὰν Καλιγέρης, ὅταν μάντεψε τὸ σκοπό μου.

Πάω μιὰ ἡμέρα νὰ τοῦ ζητήσω λάδι γιὰ τὸ φαγί.

— Δὲν ἔχει, μοῦ λέει· τὸ τρώει κεῖνος ποῦ κάθεται στὸ τιμόνι. Πάω δεύτερη· τὸ ἴδιο. Πάω τρίτη· πάλι τὸ ἴδιο. Φυλάω καὶ γὼ μιὰ μέρα ποῦ ἤμουν στὸ τιμόνι, παίρνω τὸν Ἅϊ Νικόλα, τὸν δένω στὸ δοιάκι καὶ τὸ ἀφήνω μάρμαρο. Τὸ καράβι ἄρχισε νὰ γυρίζῃ σὰν ἄμυαλο, στὴ θάλασσα.

— Μπρὲ Γιάννη! φωνάζει ὁ καπετάνιος. Ποιόν ἄφηκες στὸ τιμόνι;

— Ἐκεῖνον, ποῦ τρώει τὸ λάδι.

Οἱ ναῦτες σκᾶνε στὰ γέλια. Θυμώνει.

— Νὰ φύγῃς! μοῦ λέει· γρήγορα τὰ ροῦχα σου κι’ ὄξω.

— Νὰ φύγω· τὸ λογαριασμό.

Μὲ παίρνει στὴν κάμαρα κι’ ἀρχίζει νὰ στρώνῃ τὸ λογαριασμὸ κατὰ τὴ συνήθεια του. — Τὴν τάδε μέρα συμφωνήσαμε· τὴν τάδε μπῆκες μέσα· τὴν ἄλλη ἔφερες τὰ ροῦχα σου, τὴν ἄλλη φύγαμε, τὴν ἄλλη ἔπιασες δουλειά. Δὲν εἶναι ἔτσι;

Οὔτε πολλὲς οὔτε λίγες. Πέντε ἡμερῶν μισθὸ μοῦ ἔτρωγε. Πάλι καλά.

— Ἔτσι· τοῦ ἀπάντησα.

Καὶ βγῆκα μὲ δύο σβάντσικες στὴ Μεσσήνα.

Ἄρχισε τόρα ἡ ζωὴ τοῦ ναύτη μὲ τὰ ὅλα της. Ζωὴ καὶ τήξη. Μερμῆγκι σωστό. Μερμῆγκι στὴ δουλειά, ποτὲ ὅμως καὶ στὸ σύναγμα. Τί νὰ εὕρης, τί νὰ συνάξῃς! Μεροδούλι μεροφάϊ. Ἕνα ζευγάρι ποδήματα, ἕνας μισθός. Ἕνας μουσαμᾶς, ἄλλος μισθός. Ἕνα γλέντι στὸ Κεμὲρ ἀλτί, ἄλλος. Ἕνας μήνας ἄδουλος, ἕξη χρέος. Σύρε νὰ κάμῃς κομπόδεμα καὶ νὰ κυβερνήσῃς σπίτι. Δόξα νὰ ἔχῃ ὁ Χάρος ποῦ μοῦ τόκλεισε γρήγορα· πέθανε ἡ καπετάνισσα στὸ χρόνο ἀπάνω κ’ ἔτσι ξενοιάσαμε. Ἀπὸ καράβι σὲ καράβι, ἀπὸ καπετάνιο σὲ καπετάνιο, ἀπὸ ταξεῖδι σὲ ταξεῖδι, δέκα χρόνια τὰ ἔκλεισα στὴ θάλασσα. Τὰ λόγια τοῦ πατέρα μου νυχτοήμερα στ’ αὐτιά μου. Μὰ τί τ’ ὄφελος; Βάρε τοῦ μαχαιριοῦ γροθιά. Ἂν εἶχα καὶ γὼ ἕνα κλῆμα στὴ στεριά, πέτρα μαύρη θὰ ἔριχνα. Μὰ ποῦ τὸ κλῆμα; Ἀπόφαση τὸ πῆρα. Ἢ τὸ κῦμα θὰ μὲ φάῃ ἢ θὰ μὲ δώσῃ πετσὶ καὶ κόκκαλο στὸν κόσμο. Καλὰ λοιπόν· ζωὴ χαρισάμενη! Δουλειὰ καὶ γλέντι. Μηγάρις ἤμουν μοναχός; Ὅλος ὁ ναυτόκοσμος ἔτσι δέρνεται. Ἔκαμα σὲ τόσα καράβια· εἶδα καὶ τοὺς ξένους, μὰ δὲ ζήλεψα τὴν τύχη τους. Παντοῦ ἡ ἴδια ζωὴ τοῦ ναύτη. Βρισὲς ἀπὸ τὸν καπετάνιο, ἀπὸ τὸν φορτωτὴ καταφρόνια, φοβέρες ἀπὸ τὴ θάλασσα, σπρωξίματ’ ἀπὸ τὴ στεριά. Ὅπου καὶ νὰ γυρίσῃς στὰ κόντρα βρίσκεσαι.

Μιὰ φορὰ ποῦ ἦρθα στὸν Πειραιᾶ μὲ τὴν ἐγγλέζικη φρεγάδα εἶπα νὰ πάω στὴν πατρίδα. Ἀπὸ τότε ποῦ ἔφυγα μὲ τὸν καπετὰν Καλιγέρη δὲ γύρισα ποτέ. Ἡ τύχη μὲ ἅρπαξε στὰ φτερά της καὶ μ’ ἔφερε σβούρα στὴ γῆ. Πῆγα, ἧβρα τὸ σπίτι χάρβαλο, τὸν τάφο τῆς μάννας μου χορταριασμένο καὶ μιὰ μικρούλα μου ἀγαπητικὰ σωστὴ ἀντρογυναίκα. Ἔκαμα τρισάγιο τῆς μάννας μου, ἄναψα κερὶ στὴν ψυχὴ τοῦ πατέρα μου, ἔρριξα καὶ δυὸ ματιὲς στὴν παλιά μου ἀγάπη. Στὴ δεύτερη ματιὰ ἀνατρίχιασα.

— Ποιὸς ξέρει, πικροσυλλογίσθηκα, ποιὸς ξέρει ἂν ἄκουα τοῦ πατέρα μου τὰ λόγια, τάχα δὲ θὰ ἤμουν σήμερα ὁ ἄντρας τῆς Μαριῶς;

Ὁ πατέρας της ὁ καπετὰν Πάραρης ἦταν παλιὸς καραβοκύρης, συνομήλικος τοῦ δικοῦ μου. Στάθηκε τυχερὸς στὴ θάλασσα, τὴν τρύγησε καλά, ἧβρε τὴν περίστασι, πούλησε τὸ μπάρκο, ἀγόρασε χωράφια καὶ τὰ ἔκαμε περιβόλι. Μούτζωσε γιὰ πάντα τὸ ταξεῖδι.

Τὴν ἄλλη μέρα δὲν ἔφυγα ὅπως εἶχα σκοπό· οὔτε τὴν ἄλλη. Οὔτε ἀποβδομάδα. Δὲν ξέρω τί μὲ κράταγε κεῖ· δουλειὰ δὲν εἶχα. Μὰ κάθε στιγμὴ στὸ νοῦ μου ἐρχόταν λυχνοσβήστης ὁ συλλογισμός:

— Ἂν ἄκουα τοῦ πατέρα μου τὰ λόγια, τάχα δὲ θὰ ἤμουν σήμερα ὁ ἄντρας τῆς Μαριῶς;

Κ’ ἔκοβα βόλτες κάτω ἀπὸ τὸ σπίτι της. Ἔπιανα κάθε κοντόβραδο τὸ δρόμου ποῦ πήγαινε στὸ πηγάδι γιὰ νερό, νὰ πάρω μιὰ ματιά. Τί τὰ θές, τί τὰ γυρεύεις; Τὴν ἀγάπησα τὴ Μαριώ. Ὅταν τὴν ἔβλεπα νὰ διαβαίνῃ χαμηλόθωρα, λεβεντοπερπάτητη μὲ στήθη μεστωμένα καὶ τὰ μαλλιὰ ἀνεμιστὰ στὶς πλάτες, ποθοῦσα νὰ κολλήσω ἀπάνω της. Ὁ μαγνήτης ποῦ μ’ ἔσυρε ἄπραγο παιδὶ στὴ θάλασσα, μ’ ἔσερνε τόρα στὴ γυναίκα. Μὲ το ἴδιο πάθος ρίχτηκα στ’ ἀχνάρια τῆς πεντάμορφης. Ἐκεῖ ἔβαλα προξενητὴ τὸν καπετὰν Καλιγέρη· ἐδῶ τὴ γριὰ Καλομοῖρα.

— Δὲ φεύγω, ἂν δὲν πάρω ἀπόκριση· συλλογίστηκα.

Ἡ προξενήτρα τὰ κατάφερε μιὰ χαρά. Ζάχαρη ἔβαλε στὰ λόγια της καὶ πλάνεσε κορίτσι καὶ πατέρα εὐθύς.

— Νὰ σοῦ εἰπῶ˙ μοῦ λέει ὁ καπετὰν Πάραρης ἕνα βράδυ παράμερα. Ὁ σκοπός σου καλὸς καὶ τίμιο τὸ φέρσιμό σου. Δὲ θέλω καὶ καλήτερο νὰ μπάσω στὸ σπίτι μου παρὰ τὸ γιὸ τοῦ φίλου μου, τοῦ ἀδερφοῦ μου. Τὸ Μαριὼ εἶνε δικό σου· μὲ μιὰ συμφωνία. Θ’ ἀρνηθῇς τὴ θάλασσα. Ἐκεῖνο ποῦ ἔλεγε ὁ πατέρας σου τὸ λέω καὶ γώ. Δὲν ἔχει πίστη, δὲν ἔχει ἔλεος. Θὰ τὴν ἀφήσῃς λοιπὸν τὴ θάλασσα.

— Μὰ τί νὰ κάμω; τοῦ εἶπα· πῶς θὰ ζήσω; Ξέρεις καλὰ πῶς ἄλλη τέχνη δὲν ἔμαθα.

— Τὸ ξέρω. Μὰ τὸ Μαριὼ ἔχει τὸ δικό του.

— Λοιπὸν θὰ πάρω γυναίκα νὰ μὲ τρέφῃ;

— Ὄχι, δὲ θὰ σὲ τρέφῃ· μὴ θυμώνεις. Δὲ θέλω νὰ σὲ προσβάλω. Θὰ δουλέψῃς· θὰ δουλέψετε κ’ οἱ δυό. Εἶνε τὸ περιβόλι, εἶνε τ’ ἀμπέλι, εἶνε τὸ χωράφι. Δουλευτάδες καρτεροῦν.

Ἡ ἀλήθεια εἶνε πῶς δὲν ἤθελα καὶ τίποτε ἄλλο. Τὴ θάλασσα τὴν ἀρνιόμουν καὶ τὴν ἀπαρνιόμουν. Εἶχα καταντήσει σὰν τὸν Ἅι Λιᾶ ποῦ πῆρε στὸν ὦμο τὸ κουπὶ καὶ ἀνέβη στὰ βουνά, ζητῶντας κατοικία ἐκεῖ ποῦ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἤξεραν τ’ ὄνομά του. Παρόμοια καὶ γώ. Οὔτε τ’ ὄνομά της, οὔτε τὸ χρῶμα της. Τὰ κάλλη της δὲν εἶχαν γιὰ μένα μυστικά, τὰ μάγια λύθηκαν.

— Σύμφωνοι, τοῦ εἶπα· ἔχεις τὸ λόγο μου.

Τρία χρόνια ἔκαμα μὲ τὸ Μαριὼ ἀπάνω στὸ Τραπί, χωριὸ τοῦ πεθεροῦ μου· τρία χρόνια ζωὴ ἀληθινή. Ἔμαθα τὴν ἀξίνα καὶ δούλευα μαζί της τὸ περιβόλι, τὸ ἀμπέλι, τὸ χωράφι. Πῶς πέρναε ὁ καιρὸς δὲν τὸ κατάλαβα. Δουλειὰ κι’ ἀγάπη. Τόρα σκάφταμε, τόρα τρέχαμε κάτω ἀπὸ τὶς κιτριὲς σὰν πουλαράκια πρωτόβγαλτα. Ἔμαθα νὰ σκαλίζω τὶς κιτριές, νὰ κλαδεύω τ’ ἀμπέλι, νὰ ὀργώνω τὸ χωράφι. Εἶχα πενήντα τάληρα τὸ χρόνο ἀπὸ τὸ κίτρο, εἴκοσι ἀπὸ τὸ κρασί, ἀπὸ τὸ σιτάρι σαράντα· χωριστὰ ὁ σπόρος καὶ ἡ φάκνα τοῦ σπιτιοῦ. Πρώτη φορὰ εἶδα ζωντανὴ στὰ χέρια μου τὴν πληρωμή. Τὸ ἄλαλο χῶμα ἔκανε χίλιους τρόπους, χρώματα, σχήματα, μυρουδιές, καρποὺς καὶ ἄνθη γιὰ νὰ λαλήσῃ, «εὐχαριστῶ» νὰ μοῦ εἰπῃ ποῦ τὸ δούλευα. Ἄνοιγα τ’ ὄργωμα καὶ τ’ ὄργωμα ἔμενε στὴ θέση του· δεχότανε τὸ σπόρο, τὸν ἔκρυβε ἀπὸ τὰ πετεινά, τὸν ζέσταινε καὶ τὸν νότιζε ὣς ποῦ τὸν ἔδειχνε πάλι στὰ μάτια μου ὁλόδροσο, χλωροπράσινο, χρυσαφένιο, σὰν νὰ μοῦ ἔλεγε: Κύτα πῶς τὸν ἀνάστησα! Ἀλάφρωνα τὸ κλῆμα ἀπὸ τὸ βάρος του καὶ τὸ κλῆμα δακρύζοντας, τιναζόταν χαρούμενο, τὰ μάτια του ἄνοιγε σὰν πεταλοῦδα καὶ ἄξαφνα πρόβαινε σταφυλοφορτωμένο. Καθάριζα τὴν κιτριὰ κι’ ἐκείνη βεργολυγερή, πανώρια, ψήλωνε φουντωτὴ καμαρωτὴ, μοῦ χάριζε ἴσκιο στὰ μεσημερινὰ κάματα καὶ ὕπνο ἀρωματισμένο τὶς νύχτες· τὸ εἶνε μου ὅλο τὸ δρόσιζε μὲ τὸ χρυσόξανθο καρπό της. Ἄ! ὁ Θεὸς ἐβλόγησε τὴ Γῆ ποῦ τῆς ἔδωκε αἴσθημα. Ὄχι ἐκεῖνο τὸ ἀναίσθητο στοιχειὸ ποῦ τὸ ἀβλακώνεις καὶ τρέχει νὰ σβύσῃ τ’ ἀχνάρι σου· τὸ καλοπιάνεις, τὸ παινεύεις, τὸ τραγουδᾷς καὶ κεῖνο σὲ σπρώχνει σὰν νὰ σοῦ λέῃ «τί θὲς ἐδῶ!» καὶ βρυχέται νὰ σοῦ ἀνοίξῃ τὸ λάκκο. Ὁ Κάης, θαλασσινὸς ἔπρεπε νὰ πάῃ ἔπειτ’ ἀπὸ τὸ κακούργημα.

Κάθε ἡλιοβασίλεμα ἀνεβαίναμε στὸ χωριό. Ἐμπρὸς ἐκείνη μὲ τὰ κατσικάκια κουδουνοστόλιστα καὶ παιγνιδιάρικα· πίσω ἐγὼ μὲ τὴν ἀξίνα στὸν ὦμο καὶ τὴ μούλα φορτωμένη καψόξυλα. Ἄναβε τὴ φωτιὰ τὸ Μαριὼ νὰ ἑτοιμάσῃ τὸ δεῖπνο μας. Ἄναβα καὶ γὼ τὴν πίπα μου στὸ κατῶφλι ξαπλωμένος, ἀνάμεσα στὸ ξανθὸ ἁγιόκλημα ποῦ σκάλωνε στοὺς τοίχους, δίπλα στοὺς βασιλικούς, τοὺς δυόσμους, τὶς μαντζουράνες ποῦ δὲ ζητοῦσαν παρὰ λίγο σκάλισμα, κόμπο νεράκι γιὰ νὰ μᾶς λούσουν μὲ μόσκους.

— Καλὴ ’σπέρα.

— Καλή σου ’σπέρα.

— Καλὴ νύχτα.

— Καλὸ ξημέρωμα.

Ἄλλαζα καρδιοστάλλαχτες εὐχὲς μὲ τοὺς συντοπίτες μου. Δὲν κύταζα πιὰ τὸν οὐρανό, δὲν ξέταζα τοῦ φεγγαριοῦ τὴ θέση, τὸ τρεμολάμπημα τῶν ἄστρων, τοῦ ἀνέμου τὸ φύσημα, τῆς πούλιας τὴν ἀνατολή. Καὶ ὅταν ἀργὰ στῆς γυναίκας μου ἄραζα τὴν ἀγκαλιά, ποιὸς κόρφος καὶ ποιὸ λιμάνι πλάνο μποροῦσε νὰ χαρίση τὴν εὐτυχία μου!

Ἔτσι πέρασε ὁ δεύτερος χρόνος καὶ μπήκαμε στὸν τρίτο. Μιὰ Κυριακὴ τοῦ Φλεβάρη κατέβηκα μὲ τὴ γυναίκα μου στὸν Ἅϊ Νικόλα. Ὁ ξαδερφός της ὁ καπετὰν Μαλάμος βάφτιζε τὸ μπρίκι του καὶ μᾶς εἶχε καλεσμένους στὴ χαρά. Ἦταν ὡραία ἡμέρα – ἀρχὴ τοῦ πόθου μου. Ὁ ταρσανᾶς γεμᾶτος μαδέρια, κατάρτια, σανίδες, πελεκούδια, ροκανίδια. Ὁ ἀέρας παράμεστος ἀπὸ τὴν ἅρμη τοῦ νεροῦ, τὴ μυρουδιὰ τοῦ κατραμιοῦ, τῆς πίσσας, τῶν σχοινιῶν. Λόφοι τὰ στουπιά, σωροὶ τὰ σίδερα. Καὶ ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη τῆς ἀκρογιαλιᾶς βαρκοῦλες ὀμορφοβαμένες, μπρίκια ἀνασκελωμένα, γολέτες ξαρμάτωτες, καρῖνες ἀμακιασμένες καὶ στρειδοφόρτωτες· σκελετοὶ καϊκιῶν, σκούνας, τρεχαντηριοῦ, ἄλλοι μὲ τὸ κοράκι καὶ τὸ σταυρό, ἄλλοι ντυμένοι ὥς τὴν κουπαστή, μισοτελειωμένοι ἄλλοι. Ὅλα τοῦ ναυτόκοσμου τὰ σύνεργα, οἱ ἁπλοῖ πόθοι καὶ οἱ μεγάλες ἐλπίδες, ξυλόχτιστες ἔστεκαν στὴν ἀμμουδιά. Οἱ καλεσμένοι ὅλο τὸ νησί μας – γιορτινοντυμένοι γύριζαν στὰ σκαριά, πηδοῦσαν μέσα τὰ παιδιά, τὰ ψηλαφοῦσαν οἱ ἄντρες, τὰ καμάρωναν, τοὺς μιλοῦσαν πολλὲς φορές· ἔλεγαν τὴν ἀξία τους, λογάριαζαν τὴ γοργάδα τους, συμβούλευαν τὸν πρωτομάστορα γιὰ τὸ καθετί.

Τὸ μπρίκι τοῦ καπετὰν Μαλάμου ἀπάνου στὴ σκάρα του, μὲ τὴν πλώρη σπαθωτή, στεφανοζωσμένη τὴν πρύμη, μὲ τὰ ποντίλια του ἁπλωτὰ ζερβόδεξα, ἔμοιαζε σαρανταποδαροῦσα κοιμάμενη στὴν ἀμμουδιά. Ὁλογάλαζη ἡ θάλασσα ἄστραφτε καὶ παιγνίδιζε κ’ ἔφτανε γλῶσσες-γλωσσίτσες στὰ πόδια του, τὸ ράντιζε μὲ τὸν ἀφρό της, τοῦ κελαϊδοῦσε μυστικὰ καὶ μπιστεμένα. — «Ἔλα, ἔλα, νὰ σὲ πλαγιάσω στοὺς κόρφους μου, νὰ σ’ ἀναστήσω μ’ ἕνα μου φίλημα. Τί κάθεσαι ἄψυχο ξύλο καὶ βάρυπνο; Δὲ βαρέθηκες τοῦ δάσου τὴ νάρκη καὶ τὴν ἄβουλη ζωή; Ντροπή σου! Ἔβγα νὰ παλαίψῃς μὲ τὸ κῦμα· ὥρμησε στηθᾶτο νὰ κουρελιάσῃς τὸν ἄνεμο. Ἔλα νὰ γίνῃς ζήλεια τῆς φάλαινας, σύντροφος στὸ δελφίνι, τοῦ γλάρου ἀνάπαψη, τραγοῦδι τῶν ναύτων, καύχημα τοῦ καπετάνιου σου. Ἔλα, χρυσό μου, ἔλα!…» Καὶ κεῖνο τὸ ἄπραγο, ἄρχισε νὰ τριζοβολῇ, ἕτοιμο ν’ ἀφήσῃ τὴν κλίνη του.

Ὁ καπετὰν Μαλάμος φρεσκοξουρισμένος, γελαστός, μὲ τὴν τσόχινη βράκα καὶ τὸ πλατὺ ζωνάρι· δίπλα του ἡ καπετάνισσα ντυμένη στὰ μεταξωτά, ἄστραφταν κ’ οἱ δυό τους σὰν νὰ ἔκαναν πάλι τὸ γάμο τους. Καὶ τὸ βιολί, τὸ λαγοῦτο, τὸ νάϊ λάλαγαν τὴ χαρὰ στὰ τετραπέρατα.

Ἐγὼ – τί νὰ σοῦ εἶπῶ; δὲ χαιρόμουνα καθόλου. Καθισμένος κατάνακρα ἔβλεπα τὴ θάλασσα νὰ φτάνῃ στὰ πόδια μου καὶ κάποια θλίψη μοῦ ἔσφιγγε τὴν καρδιά. Ἔπειτ’ ἀπὸ χρόνια ἔβλεπα τὴν πρώτη μου ἀγάπη, γαλαζοντυμένη, γελαστή, χαρούμενη. Πίστεψα πῶς μὲ κύταζε κατάματα, πῶς μιλοῦσε θλιμένα πῶς μ’ ἔβριζε παραπονιάρικα.

— Ἄπιστε, ἀπατεῶνα, δειλέ!…

— Πίσω μου διάτανε! εἶπα κάνοντας τὸ σταυρό μου.

Ἠθέλησα νὰ φύγω· ἀλλὰ δὲ βάσταγαν τὰ πόδια μου. Μολύβι τὸ σῶμα κόλλησε στ’ ὀρθολίθι καὶ τὰ μάτια μου, τ’ αυτιά, ἡ ψυχή μου ὅλη παραδομένη στὸ κῦμα, ἄκουε το παράπονο:

— Ἄπιστε, ἀπατεῶνα, δειλέ!…

Λίγο ἔλειψε ν’ ἀρχίσω τὰ δάκρυα.

— Ἔ, πουλί μ’ τί συλλογιέσαι, ἀκοῦω δίπλα μου.

Καὶ βλέπω τὴ Μαριώ, πάντα ὄμορφη γελαστὴ μὲ τὸ λεβέντικο ἀνάστημά της. Σάστισα, λὲς καὶ μ’ ἔπιανε νὰ κάνω ἀπιστίες.

— Τίποτα, εἶπα, τίποτα… Πιάσε με νὰ σηκωθῶ, γιατὶ ζαλίστηκα.

Καὶ γατζώθηκα ἀπάνω της σὰν νὰ φοβόμουν μὴ μὲ συνεπάρῃ τὸ κῦμα. Ὁ παπᾶς ντυμένος τ’ ἄμφια βαζε τὴν εὐχὴ στὸ πλεούμενο. Ὁ πρωτομάστορης ἄρχισε τὰ προστάγματα.

— Φόρα τὸ πρυμιὸ ποντίλι!

— Φόρα τὸ πλωριό!

— Φόρα σκόντρα καὶ σκαρί!…

Ἕνα μὲ τ’ ἄλλο τὰ στηρίγματα ἔφευγαν ἀπὸ τὴ σκάρα καὶ τὸ μπρίκι ἄρχισε νὰ δραμπαλίζεται, μουδιασμένο θαρρεῖς ἀπὸ τὸ καθησιό, ἄτολμο ἀκόμη στὴ νέα του ζωή. Τὰ παιδιὰ ποῦ ἦταν ἀνεβασμένα στὸ κατάστρωμα ἔτρεχαν ἀπὸ πρύμη σὲ πλώρη, ἀπὸ πλευρό σὲ πλευρὸ μαζὶ ὅλα, μὲ τὴν κουφὴ ποδοβολὴ κοπαδιοῦ.

— Γιούργια! ἔκραξε ὁ πρωτομάστορας.

Καὶ μὲ τὸ σπρώξιμο τῶν καλεσμένων τὸ πλοῖο στέναξε καὶ γλύστρησε στὰ νερὰ σὰν πάπια, μαζὶ μὲ τὸ ἀμoύστακο πλήρωμά του.

— Καλοτάξειδο, καπετὰν Μαλάμο· καλοτάξειδο! καὶ τὸ καρφί του μάλαμα! φώναξε ὁ ναυτόκοσμος, βρέχοντας τὸ ἀντρόγυνο μὲ θάλασσα.

Μὰ κείνη τὴν ὥρα ἕνα παιδὶ χτύπησε κάπου καὶ πλάτσασε λιπόθυμο στὸ νερό. Δὲ χάνω καιρό, πηδῶ μέσα μὲ τὰ ροῦχα μου. Δυὸ βουτιὲς κ’ ἔσυρα τὸ παιδὶ ἀπὸ τὴ θάλασσα. Ἔσυρα ἐκεῖνο μὰ μπλέχτηκα ἐγὼ στὰ δίχτυα της. Ἀπὸ τότε ἔφυγε ὁ ὕπνος, ἡ χαρὰ ἀπὸ κοντά μου. Ἐκεῖνο τὸ θαλασσοβούτημα, τὸ χλιὸ νερὸ ποῦ ἀγκάλιασε τὸ κορμί μου, ἔσυρε τὴν ψυχὴ σκλάβα κατόπι του. Τὸ θυμόμουν καὶ νόμιζα πῶς κάτι ζωντανὸ ἔσερνε στὴ ραχοκοκκαλιά μου φιλήματα.

Δὲν ἔπιασα πιὰ δουλειά. Δοκίμασα νὰ πάω στὸ περιβόλι στὸ χωράφι, στ’ ἀμπέλι· ὅλα στενόχωρα. Γύριζα ὁλημερὶς στ’ ἀκρογιάλι, βούταγα στὸ νερό, ρουφοῦσα τὴν ἁρμύρα, κυλιόμουν στὰ φύκια· κυνηγοῦσα ἀχινοὺς καὶ καβούρια. Συχνὰ κατέβαινα στὸ λιμάνι καὶ δειλὰ πλησίαζα τὶς συντροφιὲς τῶν ναυτικῶν ν’ ἀκούσω κουβέντα γιὰ τ’ ἄρμενα, γιὰ ταξείδια, γιὰ τρικυμίες καὶ ναυάγια. Ἐκεῖνοι ὅμως δὲ γύριζαν καθόλου νὰ μὲ ἰδοῦν. Χωριάτης, βλέπεις, ἐγώ, παλιογεωργός· ἐκεῖνοι ναυτικοί, ἀγριοδέλφινοι! Τὰ ναυτόπουλα μὲ κῦταζαν σὰν νὰ ἔλεγαν: — Μωρέ, ποῦ βρέθηκε αὐτὸ τὸ ξωτικό! Οἱ παλαιότεροι, ἀξίωναν νὰ μοῦ λένε κάποτε:

— Ἐσύ, Γιάννη, τὴν ἔδεσες γιὰ καλὰ τὴ μπαρούμα σου. Οὐδ’ ἄνεμο οὐδὲ θάλασσα φοβᾶσαι πιά. Ἄραξες. Ποῦ θὰ εἰπῇ: Πάει πέθανες, δὲ ζῇς στὸν κόσμο!

Κι’ ἔφευγα πάλι στ’ ἀκρογιάλι νὰ εἰπῶ τὴ θλίψη μου στὰ κύματα. Τέλος ἔκανα καραβάκια καὶ καραβάκια περίτεχνα, μὲ κατάρτια πριναρίσια, μὲ παλαμάρια καὶ πανιὰ καὶ μὲ τὴν πύρινη φαντασία μου ποῦ τὰ ἔκανε μπάρκο τρικούβερτο.

Ἡ Μαριὼ μ’ ἔβλεπε κ’ ἔκανε τὸ σταυρό της.

— Παναγία μου, παλάβωσε ὁ ἄντρας μου! ἔλεγε.

Κ’ ἔταζε λαμπάδες στὴν Τηνιακιά, πήγαινε ξυπόλυτη στὰ ξωκλήσια, διάβαζε τὰ ροῦχα μου καὶ στηθοχτυπιόταν μερόνυχτα γιὰ νὰ πείσῃ τοὺς ἅγιους νὰ μὲ φέρουν στὰ λογικά μου.

— Τί τὰ πᾷς, τί τὰ γυρεύεις, Μαριώ· τῆς λέω μιὰ μέρα. Οὔτε τάματα οὔτε οἱ ἅγιοι ὠφελοῦν στὴν ἀρρώστια μου. Ἐγὼ εἶμαι παιδὶ τῆς θάλασσας. Μὲ κράζει καὶ θὰ πάω. Θὲς τόρα, θὲς ἀργότερα, θὰ γυρίσω πάλι στὴν τέχνη μου.

Καθὼς τὸ ἄκουσε, ντύθηκε στὰ μαῦρα.

— Τὴν τέχνη σου! λέει· ναύτης θὰ πᾷς νὰ γένῃς! θὰ καταντήσῃς ναύτης πάλι!

— Ναί· ναύτης· δὲ μπορῶ. Μὲ κράζ’ ἡ θάλασσα!…

Μὰ ποῦ ἐκείνη! Νὰ μὴν τὸ ἰδῇ νὰ μὴν τ’ ἀκοῦσῃ. Ἄρχισε τὰ δάκρυα, τὰ παρακάλια· ριχνόταν ἀπάνω μου, μ’ ἔσερνε τοὺς κόρφους της, μὲ σκέπαζε μὲ φιλιά. Ἔβριζε τὴ θάλασσα, τὴν ψεγάδιαζε, τὴν καταριόταν. Τοῦ κάκου! Οὔτε οἱ κόρφοι, οὔτε τὰ φιλιά της μ’ ἔδεναν πιά. Ὄλα μοῦ φαίνονταν ἄνοστα καὶ τὸ κρεβάτι ἀκόμα.

Ἕνα ηλιοβασίλεμα ποῦ καθόμουν στὸ ἀκρωτῆρι, βλέπω μιὰ φρεγάδα μὲ γιομᾶτα πανιά. Θεόρατη πέτρα ἔμοιαζε στὴ θάλασσα. Ὅλα της τὰ ξάρτια ξεχώριζαν. Εἶδα τοὺς φλόκους, τὶς μαΐστρες, τοὺς παπαφίγγους, τὶς γάμπιες, τοὺς τρίγγους, τὰ πόμολα. Ἀκόμα καὶ τὸ σωτρόπι μπορῶ νὰ εἰπῶ πῶς εἶδα. Εἶδα τὴν κάμαρη τοῦ καπετάνιου μὲ τὸν Ἅϊ Νικόλα ψηλὰ καὶ τὸ καντήλι του ἀκοίμητο. Εἶδα τῶν ναύτων τὰ κλινάρια, ἄκουσα τὶς κουβέντες, ὀσμίσθηκα τὴν ξυλία τους. Εἶδα τὸ μαγερειό, τὰ νεροβάρελα, τὴν τρόμπα, τὸν ἀργάτη. Ἡ ψυχή μου μελαγχολικὸ πουλάκι κάθησε ἀπάνω της. Ἄκουσα τὸν ἀέρα νὰ σχίζεται στὰ ξάρτια καὶ νὰ τραγουδῇ τοῦ ναύτη τὴ ζωή. Πέρασαν ἐμπρός μου παρθένες ξανθές, μελαχροινές, μαυρομμάτες, ἀνθοστολισμένες καὶ γυμνοστῆθες νὰ μοῦ χαρίζουν φιλήματα. Εἶδα λιμάνια πολυθόρυβα, ταβέρνες γεμᾶτες ἀπὸ καπνοὺς καὶ κρασοπότηρα, σαντούρια καὶ λαγοῦτα γλυκόφωνα. Ἐκεῖ ἄκουσα ἕνα ναύτη νὰ μὲ δείξῃ στοὺς συντρόφους του καὶ νὰ εἶπῇ:

— Νὰ κ’ ἕνας ποῦ ἀρνήθηκε τὰ καλὰ τῆς θάλασσας ἀπὸ φόβο!

Τινάχτηκα ἀπάνω. Ὄχι ἀπὸ φόβο, ποτέ! Τρέχω στὸ σπίτι· ἡ Μαριὼ ἔλειπε στὸ ρέμα. Κόβω τὰ ροῦχα στὸν ὦμο, πιάνω τὸ κομπόδεμα κάτω ἀπὸ τὸ προσκέφαλο καὶ χάνομαι σὰν κλέφτης. Σκοτεινὰ ἔφτασα στὸν Ἅϊ Νικόλα, λύνω μιὰ βάρκα καὶ φτάνω στὴ φρεγάδα.

Ἀπὸ τότε φάντασμα ἡ ζωή. Θὰ μοῦ εἰπῇς· δὲ μετάνιωσα; Καὶ γὼ δὲν ξέρω. Ἀλλὰ καὶ νὰ γυρίσω τόρα στὸ νησὶ πάλι δὲ θὰ ἡσυχάσω.

Μὲ κράζει ἡ θάλασσα.