Η ζωή του Χριστού/Κεφάλαιο ΣΤ

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η ζωή του Χριστού
Συγγραφέας: Πηνελόπη Δέλτα
ΣΤ'. Ιερουσαλήμ


Η Ιερουσαλήμ ήταν το κέντρο του Ιουδαϊσμού ο ναός της, το φρούριο της θρησκείας.

Κτισμένη σε έδαφος ξερό και όλο πέτρα, όπου η έλλειψη του νερού αφήνει άγονες και άχαρες τις κοιλάδες, στολισμένη με τα λαμπρά και μεγαλόπρεπα κτίρια, που σπάταλα είχε σπείρει ο Ηρώδης ο Μεγάλος σε όλα τα μεγάλα κέντρα και προπάντων στην Ιερή Χώρα, η Ιερουσαλήμ ήταν η φωλιά της υποκρισίας, της στενομυαλιάς, της αλαζονείας, της σχολαστικότατος και της κακίας.

Ξερή στο πνεύμα όσο και στη φύση, η Ιερουσαλήμ χωρίζουνταν σε διάφορες τάξεις και αιρέσεις, όπου κυριαρχούσαν τον καιρό εκείνο οι Φαρισαίοι και οι Σαδδουκαίοι. Οι Φαρισαίοι ήταν οι ασυμβίβαστοι πατριώτες, που, ακολουθώντας κατά γράμμα το νόμο, κανόνιζαν τη ζωή από το πρωί ως το βράδυ, από την πρώτη μέρα της γεννήσεως ως την τελευταία του θανάτου, πίεζαν τη συνείδηση του λαού με χίλιους μύριους τυραννικούς κανόνες, αλλά και παρέβαιναν το πνεύμα του νόμου με άλλες τόσες σοφιστικές εξηγήσεις, που άφηναν ακόλαστη ελευθερία στις δικές τους ορέξεις.

Οι Σαδδουκαίοι, αριστοκράτες της Ιουδαίας, εξηγούσαν απλούστερα το νόμο, κατέκριναν τη στενομυαλιά των Φαρισαίων, αλλά ήταν παραλυμένοι, παραδόπιστοι, στενόψυχοι και σκληροί. Οι αρχιερείς ήταν σχεδόν όλοι βγαλμένοι από την τάξη των Σαδδουκαίων αρπακτικοί και φιλάργυροι, εκμεταλλεύουνταν τη θρησκεία και τους πιστούς για ν' αργυρολογούν αυτοί.

Όχι μόνο μίσος μεγάλο χώριζε τις δυο αυτές τάξεις, αλλά και η πίστη τους ακόμα είχε διαφορές. Οι Σαδδουκαίοι αρνούνταν όλες τις παραδόσεις των Φαρισαίων, τη δεύτερη ζωή, την ύπαρξη αγγέλων και πνευμάτων, την ανάσταση, ακόμα και την αθανασία της ψυχής. Ενώ οι Φαρισαίοι πίστευαν πως η ανθρώπινη θέληση έχει πολύ μικρή σημασία και πως το θέλημα του Θεού διευθύνει τη ζωή των ανθρώπων και τις πράξεις τους, οι Σαδδουκαίοι απεναντίας αρνούνταν την ανώτερη θέληση στις ανθρώπινες πράξεις, και υποστήριζαν πως από την ανθρώπινη θέληση μονάχα εξαρτάται το καλό και το κακό, και κατά συνέπεια η ευτυχία και η δυστυχία.

Κοντά σ' αυτές τις δυο τάξεις ήταν και μια τρίτη, νεότερη, αλλά και λιγότερο σημαντική, οι Εσσαίοι, που άρχιζαν να γίνονται γνωστοί μόλις στα 100 π.Χ., αιρετικοί Εβραίοι που φύλαγαν κρυφή την πίστη τους και ορκίζουνταν με όρκους τρομερούς να μην τη γνωστοποιήσουν.

Έξω από την Ιερουσαλήμ, ιερείς καθ' εαυτό δεν είχε· στις διάφορες χώρες της Παλαιστίνης οι Ραββίνοι εξηγούσαν το νόμο στις συναγωγές, και λίγο λίγο οι ιερείς είχαν χάσει την υπεροχή τους. Άλλωστε και στην Ιερουσαλήμ ακόμα, όπου ο κλήρος ήταν παντοδύναμος, η υπηρεσία των ιερέων ήταν αποκλειστικά τελετουργική. Όλος αυτός ο κόσμος ζούσε μέσα και γύρω στο ναό, διατηρούνταν από το ναό, δηλ. από τους πιστούς, που από παντού έτρεχαν να προσκυνήσουν στις μεγάλες εορτές και στα πανηγύρια. Ο ναός αυτός, που τον είχε χτίσει ο Σολομών χίλια χρόνια π.Χ., που τον είχαν καταστρέψει οι Χαλδαίοι τέσσερις αιώνες αργότερα, που τον είχαν ξαναχτίσει οι Εβραίοι και που τον είχε μεγαλώσει ο Ηρώδης ο Μεγάλος, χωρίς ποτέ να τον αποτελειώσει ολότελα, ο ναός που καταστράφηκε στα 70 μ.Χ., όταν οι Ρωμαίοι με τον Τίτο ρήμαξαν την Ιερουσαλήμ, και δεν άφησαν πέτρα απάνω σε πέτρα, ο Ιερός Ναός της Ιερουσαλήμ ήταν κολοσσός στο μέγεθος, στο μεγαλείο, στον πλούτο και στην ομορφιά.

Τα χτίρια, όλα μαρμαρένια, πλουτισμένα με ό,τι πολυτιμότερο υπήρχε από ξυλεία, ελεφαντόδοντο και χρυσάφι, ήταν περιτριγυρισμένα από έναν αυλόγυρο που κάθε πλευρά του είχε 225 μέτρα μάκρος. Οκτώ πελώριες πύλες ανοίγουνταν σε μιαν εσωτερική αυλή περιτριγυρισμένη από στοά· τέσσερις σειρές κολόνες, όλες μαρμαρένιες άσπρες, μονολιθικές, υποστήριζαν την κέδρινη στέγη της στοάς. Στη μεγάλη αυτή αυλή συνάζουνταν οι Εβραίοι και οι Εβραίες όλου του κόσμου, καθως και οι αλλόφυλοι και αλλόθρησκοι που ήρχουνταν να κατηχηθούν ή και μονάχα να δουν το μεγάλο πανηγύρι.

Δεύτερος φράχτης εσωτερικός περιγύριζε τα ιερά χτίρια και ξεχώριζε τους εθνικούς από τους Ισραηλίτες· μόνο Εβραίοι μπορούσαν να πατήσουν εκεί μέσα, και όποιος ξένος παρέβαινε το νόμο αυτό, το πλήρωνε με τη ζωή του.

Εκεί μέσα υψώνουνταν, σαν το χιόνι άσπρο, αστραφτερό από το χρυσάφι, το Ιερό.

Δεν ήταν ένα χτίριο μονάχο ο ναός αυτός· στοές, προαύλια, αυλές εσωτερικές και άστεγες, σκάλες μαρμαρένιες, σάλες μεγαλόπρεπες, σχημάτιζαν σύνθεση μοναδική, που ήταν το καμάρι των Ιουδαίων και που το θαύμασε η ιστορία.

Τελευταίο απ' όλα και ψηλότερο, δεσπόζοντας όλα τα άλλα χτίρια, ήταν το Ιερό, η κατοικία του Ιεχωβά, του Θεού των Εβραίων. Πάνω από τη χρυσοστόλιστη πύλη που το έκλειε, κρέμουνταν μια κληματαριά μαλαματένια, κολοσσαία, που κάθε της τσαμπί ήταν μεγάλο ίσα μ' ένα ανάστημα αντρός. Το Ιερό χωρίζουνταν σε δύο διαμερίσματα. Στο πρώτο, όπου κρέμουνταν η «επτάφωτος λυχνία», ο μεγάλος μαλαματένιος πολυέλαιος με τις επτά λαμπάδες που έκαιαν συγχρόνως, γίνουνταν οι θυσίες. Εκεί φύλαγαν τους «άρτους της προθέσεως», το άλας, το λιβάνι για το θυμίαμα.

Εκεί μέσα μόνο ιερείς έμπαιναν.

Χωρισμένο από το Ιερό μ' ένα μεγάλο βαρύ και παχύ καταπέτασμα, σκεπασμένο όλο από κεντημένους αγγέλους και πουλιά, ήταν το δεύτερο μικρό διαμέρισμα, όπου φύλαγαν άλλοτε, σε μια χρυσή κιβωτό μέσα, τις πέτρινες πλάκες του Μωυσή με τις δέκα εντολές. Αφότου όμως είχαν χαθεί οι πλάκες αυτές, ίσως στην επιδρομή των Χαλδαίων, το διαμέρισμα αυτό έμενε άδειο.

Εκείνο ήταν το Άγιο των Αγίων, και μόνος ο αρχιερέας πατούσε μέσα, και αυτό μόνο μια φορά το χρόνο.

Βορειοανατολικά του Ναού, στέκουνταν, τον καιρό εκείνο, ένας πύργος, κάστρο τρανό που δέσποζε το ναό και που συγκοινωνούσε εσωτερικά με το Ιερό. Τον πύργο αυτό τον είχαν χτίσει οι Ρωμαίοι τον καιρό του Ηρώδη του Μεγάλου, για να εμποδίσουν κάθε εθνική εξέγερση, που σχεδόν πάντα άρχιζε από το ναό· και από αγάπη για το φίλο του, τον Μάρκο Αντώνιο, ο Ηρώδης τον είχε ονομάσει Αντώνιο Πύργο[1].

Ο Ναός ήταν για τους Εβραίους το κέντρο της θρησκείας, το δικαστήριο, το πανεπιστήμιο· εκεί δίδασκαν οι Ραββίνοι τους, εκεί συνεδρίαζε το Σανχεδρίν, δηλ. το Συνέδριο, η γερουσία που αποτελούνταν από ό,τι ανώτερο είχε η φυλή τους, και δίκαζε και έβγαζε τις αποφάσεις της.

Και όμως, στο μεγάλο τους πανηγύρι του Πάσχα, ο ναός αυτός έχανε όλη του την ιερότητα, και γίνουνταν καθαυτό αγορά.

Επειδή κάθε Εβραίος χρεωστούσε να θυσιάσει στο βωμό του Ιερού από ένα σφαχτό, τουλάχιστον αρνί ή περιστέρι, για πιο ευκολία, και προπάντων για αργυρολογία, οι ιερείς επέτρεπαν να μπαίνουν αρνιά, βόδια και ό,τι άλλο χρησίμευε για θυσία, μέσα στο ναό, στο περιστύλιο, στις αυλές, όπου χωρούσαν. Κοντά στους ζωέμπορους, λίγο - λίγο χώθηκαν και άλλοι έμποροι, κοντά σ' αυτούς και οι σαράφηδες· ώστε η μεγάλη στοά με τις τέσσερις σειρές κολόνες γίνουνταν αγορά, όπου φύρδην - μίγδην συσσωρεύουνταν έμποροι και πραματευτάδες, κοπάδια αρνιά και βόδια, στοίβες καφάσια με περιστέρια, και σειρά ολόκληρη από τραπέζια σαράφηδων, όπου αραδιάζουνταν όλα τα νομίσματα της οικουμένης.

Κατά το νόμο, ό,τι αγοράζουνταν στο ναό μέσα, έπρεπε να πληρώνεται με νομίσματα εβραίικα· οι σαράφηδες λοιπόν άλλαζαν τα ξένα χρήματα που έφερναν οι προσκυνητές, και κρατούσαν πέντε τα εκατό από κάθε νόμισμα.

Ώστε ο ιερός ναός, αντί ν' αντηχεί με ψαλμούς και προσευχές, γίνουνταν εκείνες τις μέρες καθαυτό παζάρι, όπου οι φωνές των πραματευτάδων ανακατώνουνταν με τα βελάσματα των αρνιών, το γουργούρισμα των περιστεριών, το κροτάλισμα των νομισμάτων, τα παζαρέματα και τους καβγάδες αγοραστών και πουλητών, όπου άνθρωποι και ζώα μπαινόβγαιναν, ποδοπατούσαν τις λάσπες, τις σκόνες, τις ακαθαρσίες, και γέμιζαν το ναό αηδία και προστυχιά.

Πλησίαζαν οι εορτές του Πάσχα ανέβηκε ο Ιησούς στην Ιερουσαλήμ και πήγε στο ναό.

Μα σαν μπήκε στο Ιερό και είδε τα βόδια και τ' αρνιά, τους εμπόρους και τους τοκογλύφους, αγανάκτησε και εξεγέρθηκε.

Πήρε κι έπλεξε μερικά σκοινιά, τα έκανε βούρδουλα, και, χτυπώντας δεξιά κι αριστερά στο πλήθος, πέταξε έξω από το ναό ζώα και ανθρώπους, αναποδογύρισε τα τραπέζια των σαράφηδων, σκόρπισε τα νομίσματα στο πάτωμα, και, γυρνώντας σε κείνους που πουλούσαν τα περιστέρια, τους είπε οργισμένος:

— Πάρετέ τα αυτά από δω! Μην τον κάνετε εμπορική αγορά τον οίκο του πατέρα μου!

Σαστισμένοι τον κοίταζαν όλοι, μα κανένας δεν τόλμησε να του εναντιωθεί.

Η αγορά αυτή, στον περίβολο του Οίκου του Θεού, ήταν πολύ αντιδημοτική· ο λαός με αντιπάθεια έβλεπε την ιεροσυλία· και το ένιωθαν οι ένοχοι, και δεν είχαν το θάρρος να εναντιωθούν στον Ιησού.

Οι ιερείς όμως, που ζούσαν και χρηματίζουνταν από το εμπόριο αυτό και, προπάντων, από το σαραφλίκι, που ήταν καθαρό κέρδος του αρχιερέα, ανησύχησαν και θύμωσαν. Κρύβοντας την αγανάκτησή τους από φόβο του όχλου, πήγαν στον Ιησού και του είπαν:

— Τι ιδιαίτερο σημείο μας δίνεις, για να μας δείξεις πως έχεις το δικαίωμα να τα κάνεις αυτά;

Την απάντηση όμως που τους έδωσε ο Ιησούς κανένας τότε δεν την κατάλαβε:

— Γκρεμίσετε τούτο το ναό, τους είπε, και σε τρεις μέρες θα τον ξανασηκώσω.

Αυτοί είπαν:

— Σαράντα έξι χρόνια έκανε να κτιστεί ο ναός αυτός, και συ σε τρεις μέρες θα τον ξανασηκώσεις;

Αλλ' ο Ιησούς δεν τους αποκρίθηκε, ούτε θέλησε τότε να τους εξηγήσει πως δε μιλούσε για το πέτρινο χτίριο, αλλά για το σώμα του, το ναό της ψυχής του, που έμελλαν αυτοί να το καταστρέψουν και που σε τρεις μέρες θ' αναστήνουνταν.

Και αργότερα μόνο, μετά το θάνατο και την ανάστασή του, οι μαθητές του θυμήθηκαν τα λόγια του αυτά.


  1. Αντώνιος Πύργος ή «Αντωνία Βάρις», δηλ. φρούριο.