Η ζωή του Χριστού/Κεφάλαιο ΜΣΤ

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η ζωή του Χριστού
Συγγραφέας: Πηνελόπη Δέλτα
ΜΣΤ'. Δευτέρα


Την επαύριο το πρωί, βγαίνοντας από τη Βηθανία για να πάγει πάλι να διδάξει στην Ιερουσαλήμ, ο Ιησούς πείνασε, και, βλέποντας από μακριά μια συκιά φυλλωμένη, τη ζύγωσε.

Οι Εβραίοι συνήθιζαν να φυτεύουν συκιές πλάγι στους μεγάλους δρόμους, γιατί είχαν την ιδέα πως η σκόνη τις ωφελεί. Ο καρπός ήταν κοινό κτήμα, και κάθε διαβάτης είχε δικαίωμα να τον κόψει.

Στην Παλαιστίνη υπάρχουν διαφόρων ειδών σύκα, άλλα φθινοπωριάτικα και άλλα πρώιμα, όπου πριν βγουν τα φύλλα ωριμάζει ο καρπός[1]. Ώστε δέκα μήνες του χρόνου υπάρχουν ώριμα σύκα.

Όταν λοιπόν είδε ο Ιησούς από μακριά την ολοπράσινη συκιά, πλησίασε μήπως βρει κανένα σύκο στα κλαδιά της· μα, όταν έφθασε κοντά της, δε βρήκε παρά φύλλα, γιατί δεν ήταν ακόμα ο καιρός των καρπών της.

Και της είπε:

— Ποτέ πια από σένα, στον αιώνα, κανένας να μη φάγει καρπό.

Και τράβηξε πάλι το δρόμο του με τους μαθητές του.

Και ευθύς άρχισαν τα φύλλα της συκιάς να μαραίνονται, ώσπου ξεράθηκε όλο το δέντρο ως τη ρίζα.

Πήγαν στην Ιερουσαλήμ, και μπήκαν στο ναό, όπου άρχισε πάλι ο Ιησούς να διδάσκει, περπατώντας κάτω από τις στοές του ναού, ανάμεσα στους προσκυνητές, που σπρώχνουνταν γύρω του ν' ακούσουν.

Ωστόσο, οι αρχιερείς που είχαν δει το θρίαμβο του Ιησού την παραμονή, και που είχαν παραβρεθεί στο δεύτερο καθάρισμα του ναού, κατάλαβαν τον κίνδυνο που απειλούσε την αυθαίρετη εξουσία τους, αν ο Ιησούς εξακολουθούσε να έχει τόσην επιρροή στα πλήθη. Και τρόμαξαν.

Μαζεύτηκαν πάλι σε συμβούλιο, για να σκεφθούν με τι τρόπο μπορούσαν να τον βγάλουν από τη μέση.

Να τον πιάσουν από μέσα από το ναό ήταν αδύνατο, γιατί κόσμος πολύς ήταν πάντα γύρω του, και οι προσκυνητές, που, προπάντων ύστερα από την ανάσταση του Λαζάρου, είχαν φανατιστεί, θα σήκωναν επανάσταση εναντίον τους, και ήταν φόβος μην έλθουν τότε οι Ρωμαίοι και πιάσουν πρώτα πρώτα αυτούς τους αρχιερείς και τους άρχοντες, ως στοιχεία αντιδραστικά, που θύμωναν και ερέθιζαν το λαό, και τότε και η ζωή τους ακόμα θα ήταν σε κίνδυνο. Να τον δολοφονήσουν ήταν δύσκολο, γιατί πολλοί ήταν οι πιστοί γύρω του. Ο μόνος κατάλληλος τρόπος να τον εκμηδενίσουν στα μάτια του λαού, ήταν να καταστρέψουν το γόητρο του.

Στοχάστηκαν λοιπόν, εμπρός στο μαζεμένο λαό, να του κάνουν ένα δυο ερωτήματα που θα τον μπέρδευαν και θα έδειχναν την ψευτοαποστολή του, ή θα τον υποχρέωναν να πει πράματα που θα έβαζαν εναντίον του τους Ρωμαίους.

Εκεί λοιπόν που δίδασκε ο Ιησούς στο ναό, σούσουρο ακούστηκε, και ο λαός παραμέρισε βιαστικά.

Μεγάλη και επιβλητική συνοδεία προχωρούσε και έμπαινε στο ναό.

Ήταν επιτροπή από ό,τι ανώτερο και πνευματικότερο είχε να δείξει η εβραίικη αριστοκρατία. Δημογέροντες, αρχιερείς, νομοδιαβασμένοι, πρεσβύτεροι, Φαρισαίοι κατάφθαναν με αργό αρχοντικό βήμα, ντυμένοι στις πλούσιες ιερατικές τους φορεσιές, στολισμένοι με βαριά μακριά κρόσια, φορτωμένοι φυλαχτά[2]. Ήλθαν και τριγύρισαν τον Ιησού εμπρός στο λαό, που οι περισσότεροι ήταν ακόλουθοι του, και τον ρώτησαν επισήμως:

— Πες μας, με ποια εξουσία τα κάνεις αυτά, και ποιος σου έδωσε την εξουσία αυτή;

Αντί να τους αποκριθεί όσα είχαν ακούσει κιόλα πολλές φορές, και που ήξεραν επίσης καλά όπως και οι πιστοί, ο Ιησούς τους έκανε άλλο ερώτημα:

— Θα σας ρωτήσω και εγώ ένα λόγο, που αν μου τον πείτε, θα σας πω και εγώ με ποια εξουσία κάνω όσα κάνω. Το βάπτισμα του Ιωάννη από πού είναι, από τον ουρανό ή από τους ανθρώπους;

Οι αρχιερείς και οι σύντροφοι τους κοντοστάθηκαν.

— Αποκριθείτε μου! πρόσταξε ο Ιησούς.

Ο λαός γύρω περίμενε, περίεργος ν' ακούσει· αυτοί όμως σώπαιναν.

Τον Ιωάννη τον είχαν αποκηρύξει ως ψευτοπροφήτη και είχαν αρνηθεί το βάπτισμά του· ώστε θα διέψευδαν όλη τους τη διδασκαλία αν έλεγαν τώρα πως ήταν από τον ουρανό. Να πουν όμως από τους ανθρώπους, φοβούνταν το λαό, που λάτρευε τον Ιωάννη σα μεγάλο προφήτη.

Αναμεταξύ τους συζητούσαν και έλεγαν σιγά:

— Αν πούμε πως είναι από το Θεό, θα μας πει: «Γιατί λοιπόν δεν πιστέψατε;» Και αν πούμε από τους ανθρώπους, τότε όλος ο λαός θα μας λιθοβολήσει.

Και, στενοχωρημένοι πολύ, είπαν:

— Δεν ξέρομε.

Ήταν μεγάλη ταπείνωση για τους σοφούς αυτούς του Ισραήλ, που είχαν την απαίτηση να εξηγούν τις μυστικότερες και κρυφότερες έννοιες της Γραφής, να ομολογήσουν εμπρός στον Ιησού πως δεν μπορούσαν ν' αποκριθούν στο ερώτημά του.

Και τους είπε ο Ιησούς, με περιφρόνηση για την υποκρισία, όσο και για τη δειλία τους:

— Ούτε εγώ δε σας λέγω με ποια εξουσία τα κάνω αυτά.

Και γυρνώντας σε όλους, στο λαό που διψασμένος τον άκουε, καθώς και στους μεγαλουσιάνους, ρώτησε:

— Τι συμπεραίνετε;

Και είπε μια παραβολή:

— Ένας άνθρωπος είχε δυο παιδιά ήλθε στο πρώτο και είπε: «Παιδί μου, πήγαινε σήμερα να δουλέψεις στο αμπέλι μου.» Αλλ' αυτός αποκρίθηκε και είπε: «Δε θέλω.» Ύστερα όμως μετάνιωσε και πήγε. Ήλθε ο πατέρας και στο δεύτερο, και είπε το ίδιο. Εκείνος αποκρίθηκε: «Ναι, Κύριε», και δεν πήγε. Ποιος από τους δυο έκανε το θέλημα του πατέρα του;

Του αποκρίθηκαν:

— Ο πρώτος.

Τους λέγει τότε ο Ιησούς, αποτείνοντας το λόγο μάλλον στη φάρα των μεγαλουσιάνων, που με την υποκρισία τους επιβάλλουνταν στο λαό:

— Αλήθεια σας λέγω πως οι τελώνες και οι αμαρτωλές θα σας προσπεράσουν στη Βασιλεία του Θεού. Γιατί ήλθε σε σας ο Ιωάννης, περπατώντας στο δρόμο της αρετής, και δεν τον πιστέψατε, ενώ οι τελώνες και οι αμαρτωλές τον πίστεψαν. Σεις όμως, αν και τον είδατε, δε μετανιώσατε ύστερα, ώστε να τον πιστέψετε.

Οι τελώνες και οι αμαρτωλές παρέβηκαν στην αρχή τις εντολές του Θεού, αλλά εξαγόρασαν ύστερα τις αμαρτίες τους με την πίστη τους. Οι Φαρισαίοι όμως, σαν το δεύτερο παιδί της παραβολής, μόνο φαινομενικά τηρούν το νόμο, και αρνούνται ν' ακούσουν το λόγο του Θεού, που τους τον δίδαξε ο Ιωάννης πρώτα, και ύστερα ο Ιησούς. Δάγκαναν τα χείλια τους οι μεγαλουσιάνοι, μα δεν τολμούσαν ν' αγριέψουν, γιατί το πλήθος με λαχτάρα κοίταζε τον Ιησού, πίνοντας τα λόγια του, και λατρεύοντάς τον σαν προφήτη.

Και τους είπε ο Ιησούς άλλη παραβολή, όπου ακόμα πιο σκληρά στιγματίζει την κακία και το φθόνο τους.

— Ένας άνθρωπος φύτεψε αμπέλι, το περιτριγύρισε με φράχτη, έσκαψε ένα ληνό, έχτισε πύργο, το νοίκιασε σε γεωργούς και έφυγε. Σαν ήλθε ο καιρός, έστειλε ένα δούλο να παραλάβει από τους γεωργούς καρπό του αμπελιού του μα αυτοί έπιασαν το δούλο, τον έδειραν και τον ξαπέστειλαν με αδειανά τα χέρια· πάλι τους έστειλε άλλο δούλο, και τον πετροβόλησαν, του έσπασαν το κεφάλι, και τον έστειλαν πίσω ντροπιασμένο και τρίτο έστειλε, και τον σκότωσαν, και πολλούς άλλους, και, απ' αυτούς, άλλους έδειραν και άλλους σκότωσαν. Και είπε ο Κύριος του αμπελιού: «Τι να κάνω;» Είχε και ένα γιο που τον αγαπούσε πολύ. «Θα στείλω το γιο μου τον αγαπητό, ίσως, σαν τον δουν, να ντραπούν.» Μα σαν τον είδαν, συσκέφθηκαν οι γεωργοί αναμεταξύ τους, λέγοντας: «Αυτός είναι ο κληρονόμος ελάτε να τον σκοτώσουμε για να μας μείνει η κληρονομιά.» Και τον σκότωσαν και τον πέταξαν έξω από το αμπέλι.

Τον άκουσαν οι αρχιερείς και οι ιερείς, και ο θυμός έβραζε μέσα τους, γιατί χωρίς δυσκολία ερμήνευαν την παραβολή: το αμπέλι με το φράχτη του, το ληνό και τον πύργο του, δηλαδή ο Ισραήλ, ο διαλεγμένος του Θεού λαός με το νόμο που τον φυλάγει, το ναό και τη θρησκεία· οι γεωργοί, δηλαδή ο κλήρος, που σ' αυτόν έλαχε να φυλάγει και να καλλιεργεί το λόγο του Θεού, έτσι που να παράγει καρπό· οι δούλοι, που είναι οι προφήτες, σταλμένοι τόσες φορές να συνάξουν τον καρπό, αλλά που τους έδειραν, τους εβασάνισαν και τους σκότωσαν οι Ιουδαίοι και, τέλος, ο αγαπημένος γιος, ο ίδιος ο Ιησούς, που τον είχαν καταδικάσει και θα τον σκότωναν, για να τους μείνει αυτωνών η θρησκεία, να την κάνουν όπως ήθελαν αυτοί, κτήμα τους, με τις στενοκέφαλές τους παραδόσεις και τον εγωιστικό τους δεσποτισμό. Η οργή τους ήταν μεγάλη· είχαν έλθει να τον στενοχωρέσουν και να τον εκθέσουν, και αυτοί βρίσκουνταν αποστομωμένοι.

Και τους είπε ο Ιησούς:

— Τι θα κάνει τότε ο νοικοκύρης του αμπελιού; Θα έλθει και θα καταστρέψει τους γεωργούς αυτούς, και θα δώσει το αμπέλι του σε άλλους.

Το άκουσαν αυτοί και φώναξαν:

— Μη γένοιτο!

Τους αναστάτωνε η σκέψη μονάχη, πως ήταν δυνατό να πέσει η Ιουδαία σε άλλα χέρια από τα δικά τους.

Ο Ιησούς έριξε πάνω τους μια ματιά, και τους είπε:

— Τι θα πει λοιπόν ο λόγος της Γραφής: «Η πέτρα που απόρριψαν οι χτίστες, αυτή έγινε αγκωνάρι· από τον Κύριο έγινε και είναι θαυμαστή στα μάτια μας»; Γι' αυτό σας λέγω ότι θα αφαιρεθεί από σας η Βασιλεία του Θεού, και θα δοθεί σε έθνη που δίνουν τους καρπούς της. Και όποιος πέσει στην πέτρα αυτήν θα κομματιαστεί· και σε όποιον απάνω πέσει θα τον κομματιάσει.

Και πάλι εννόησαν οι αρχιερείς πως γι' αυτούς έλεγε· πως η πέτρα, το αγκωνάρι, ήταν ο εαυτός του, που τους είχε σταλεί για να τους φωτίσει και που αυτοί τον απέκρουσαν, και πως απάνω του θα κτιστεί η νέα θρησκεία και όποιος πέσει απάνω του και ζητήσει να τον καταστρέψει, θα καταστραφεί, και σ' όποιον πέσει η καταδίκη του, αυτός θα χαθεί στον αιώνα τον άπαντα.

Αγριεμένοι τον κοίταζαν οι άρχοντες και οι Φαρισαίοι, και λαχταρούσαν να τον αρπάξουν και να τον θανατώσουν μα δεν τόλμησαν, βλέποντας το σεβασμό και τη λατρεία του λαού που τον άκουε· και, σιωπηλά, ανίκανοι να εκδικηθούν, έτριζαν τα δόντια τους και έσφιγγαν τους γρόθους των.

Και ακόμα μια παραβολή τους είπε ο Ιησούς:

— Μοιάζει η Βασιλεία των Ουρανών με βασιλέα που πάντρευε το γιο του· και έστειλε τους δούλους του να καλέσει για τους γάμους, μα οι καλεσμένοι δεν ήθελαν να έλθουν πάλι στέλνει άλλους δούλους λέγοντας: «Πείτε στους καλεσμένους πως το πρόγευμά μου το ετοίμασα, οι ταύροι και τα θρεφτά μου είναι σφαγμένα, όλα είναι έτοιμα, ελάτε στους γάμους.» Μα οι καλεσμένοι, αδιαφορώντας, πήγαν άλλος στο χωράφι του, άλλος στο εμπόριο του, και οι υπόλοιποι έπιασαν τους δούλους, τους έβρισαν και τους εσκότωσαν. Το άκουσε ο βασιλέας και οργίστηκε. Έστειλε τα στρατεύματά του, εξολόθρευσε τους φονιάδες αυτούς, και έκαψε τη χώρα τους. Τότε λέγει στους δούλους του: «Ο γάμος είναι έτοιμος, μα οι καλεσμένοι δεν ήταν άξιοι· πηγαίνετε λοιπόν στων δρόμων τα σταυροδρόμια, και όσους και αν βρείτε καλέσετέ τους στους γάμους.» Βγήκαν οι δούλοι στους δρόμους, και μάζεψαν όλους όσους βρήκαν, κακούς και καλούς, και γέμισε η αίθουσα του γάμου από καλεσμένους. Μπήκε ο βασιλέας να δει τους καλεσμένους, και παρατήρησε εκεί έναν άνθρωπο που δε φορούσε φόρεμα γάμου. Και του λέγει: «Φίλε, πως μπήκες εδώ χωρίς φόρεμα γάμου;» Αυτός αποστομώθηκε. Τότε είπε ο βασιλέας στους υπηρέτες: «Αφού τον δέσετε χειροπόδαρα, σηκώσετέ τον και βγάλετέ τον έξω στο σκοτάδι· εκεί είναι το κλάψιμο, και το τρίξιμο των δοντιών.»

Και, τελευταία φορά, τους λέγει ο Ιησούς εκείνο που τόσες φορές τους είχε πει:

— Γιατί πολλοί είναι οι καλεσμένοι και λίγοι οι εκλεκτοί — δηλαδή εκείνοι που θα έχουν ετοιμαστεί για την ημέρα της Κρίσεως, και θα φορούν στολή γάμου, δηλαδή θα έχουν ψυχή καθαρή.

Και αυτή η παραβολή πλήγωσε βαθιά τους ιερείς και μεγαλουσιάνους, γιατί ήξεραν πως γι' αυτούς την είχε πει ο Ιησούς. Ήθελαν να τον πιάσουν, μα και πάλι φοβήθηκαν το λαό, γιατί όλοι απορούσαν και θαύμαζαν με τη διδαχή του.

Και, φουρκισμένοι, με το μίσος στην καρδιά, τον άφησαν και έφυγαν.

Και όταν βράδιασε, βγήκε ο Ιησούς από το ναό, και αποτραβήχθηκε με τους μαθητές του έξω από την πόλη.


  1. Υπάρχει και ένα είδος σύκου άσπρου που ωριμάζει την άνοιξη.
  2. Κρόσια και φούντες έπρεπε όλοι οι Εβραίοι να φορούν στα φορέματά τους κατά το νόμο, για να τους θυμίζουν τις εντολές του Θεού. Και ο αριθμός των κροσιών αντιπροσώπευε τον αριθμό των νόμων. Όσο πιο ευσεβής λοιπόν ήθελε ο Εβραίος να δειχθεί, τόσες περισσότερες φούντες κρόσια φορούσε, και τόσο μακρύτερα και τόσο πλουσιότερα τα έκαμνε. Τα φυλαχτά ήταν μεμβράνες τυλιγμένες, όπου βρίσκονταν γραμμένα ρητά του Νόμου. Οι Φαρισαίοι τα κρέμαζαν στο μέτωπο ή στο στήθος και στο αριστερό χέρι, και τα φορούσαν μεγαλύτερα από τους άλλους, για να επιδείξουν την ευσέβειά τους.