Η ζωή του Χριστού/Κεφάλαιο ΚΣΤ

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η ζωή του Χριστού
Συγγραφέας: Πηνελόπη Δέλτα
ΚΣΤ'. Μητέρα και Αδέλφια


Ένα πρωί, στέκουνταν ο Ιησούς στη μοναξιά του βουνού και προσεύχουνταν. Πίσω του, παράμερα, τον κοίταζαν οι μαθητές του, που, όρθιος, με τα μάτια σηκωμένα, παρακαλούσε το Θεό.

Ίσως, στο πρόσωπο του να είδαν οι απλοί αυτοί άνθρωποι τη θεϊκή έμπνευση. Σαν τελείωσε ο Ιησούς και τον σίμωσαν, ένας μαθητής του είπε:

— Κύριε, δίδαξέ μας και μας να προσευχόμαστε, όπως και ο Ιωάννης εδίδασκε τους μαθητές του.

Και πάλι τους επανέλαβε ο Ιησούς την όμορφη ολιγόλογη και απλή προσευχή που τους είχε διδάξει στο βουνό: «Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς...»

Ήταν μια από κείνες τις όμορφες ήσυχες ώρες, όπου όλη η γλύκα της φύσεως του Ιησού χύνουνταν στα λόγια του. Μόνος ανάμεσα στους μαθητές του, που τον αγαπούσαν και πίστευαν σ' εκείνον, ένιωθε γύρω του ατμόσφαιρα αγάπης, όπου στενοχώρια δε χωρούσε, όπου κάθε τραχιά λέξη ήταν άκαιρη.

Με το χαμόγελο στα χείλη και με ήρεμη την ψυχή, τους δίδασκε, για δεύτερη φορά, τη λιτότητα στην προσευχή. Λόγια πολλά ήταν περιττά, όχι όμως περιττή και η προσευχή.

Και, για να τους εξηγήσει καλύτερα την ανάγκη αυτή, τους είπε, παίρνοντας σαν πάντα από τη ζωή τους την καθημερινή τα παραδείγματά του:

— Ποιος από σας θα πήγαινε σε φίλο τα μεσάνυχτα και θα του έλεγε, «Φίλε, δάνεισέ μου τρία ψωμιά, γιατί φίλος μου έφθασε από ταξίδι σπίτι μου, και δεν έχω τίποτα να του προσφέρω», κι εκείνος από μέσα θ' αποκρίνουνταν και θα έλεγε: «Μη με σκοτίζεις τώρα, η πόρτα μου είναι πια κλεισμένη, και τα παιδιά μου και εγώ στο κρεβάτι είμαστε, δεν μπορώ να σηκωθώ να σου τα δώσω». Εγώ σας λέγω πως, έστω και αν για χατίρι της φιλίας του δε θα χαλούσε την ησυχία του, ο άνθρωπος αυτός θα σηκώνουνταν όμως για την επιμονή του φίλου του, και θα του έδινε ό,τι του χρειάζουνταν.

Δε θέλει ο Ιησούς την εύκολη μοιρολατρεία, που στηρίζεται τις περισσότερες φορές στην τεμπελιά, και ξεφορτώνεται τις μικροφροντίδες της καθημερινής ζωής αναθέτοντάς την στο έλεος του Θεού.

— Και εγώ σας λέγω: Ζητάτε και θα σας δοθεί, γυρεύετε και θα βρείτε, χτυπάτε και θα σας ανοίξουν γιατί όποιος ζητά, λαμβάνει, και όποιος γυρεύει, βρίσκει, και όποιος χτυπά, του ανοίγουν. Ποιος από σας θα δώσει στο γιο του πέτρα όταν ζητήσει ψωμί, ή φίδι αντί ψάρι, ή σκορπιό αντί αυγό; Αν λοιπόν εσείς, που είστε αμαρτωλοί, ξέρετε στα παιδιά σας να δίνετε καλά πράματα, πόσο περισσότερο ο Πατέρας ο ουράνιος θα δώσει πνεύμα αγαθό σ' όποιον του το ζητήσει;

«Πνεύμα αγαθό». Γιατί η βοήθεια του Θεού είναι ψυχική· και πάντοτε η διδαχή του Ιησού σ' αυτό τείνει. Μη ζητούμε από το Θεό υλικά καλά. Τα γήινα για τους ανθρώπους, τα πνευματικά για το Θεό. Μη ζητούμε από το Θεό να μας γλιτώσει από πόνο ή αρρώστια, από δυστυχία ή κακοπέραση· αλλά να ζητούμε από το Θεό δύναμη ψυχική, για να υποφέρομε καρτερικά και όμορφα και υπερήφανα τις αναπόφευκτες ανθρώπινες κακομοιριές, ανυψώνοντας την ψυχή μας ψηλά πάνω τους, διατηρώντας την ήρεμη και αγνή, δυνατή και μεγάλη, όσο και αν μας βασανίζει η ζωή.

Η παραβολή του Ιησού, σ' αυτή την ιδέα περιστρέφεται και αργότερα όταν λέγει, «Απόδοτε τα του Καίσαρος τω Καίσαιρι και τα του Θεού τω Θεώ», δηλ. «Επιστρέψατε στον Καίσαρα εκείνα που είναι του Καίσαρος και στο Θεό εκείνα που είναι του Θεού», πάλι αυτή την ιδέα εκφράζει τ' ανθρώπινα στους ανθρώπους και τα πνευματικά στο Θεό. Επίσης, όταν τον παρακαλούν να γιατρέψει ανθρώπινες αρρώστιες, που ούτε οι γιατροί ούτε οι μαθητές του δεν μπορούν να τις γιατρέψουν, ξεσπάζει η αγανάκτησή του που δεν καταλαβαίνουν οι άνθρωποι πως ήλθε ψυχές να σώσει και όχι σάρκες να γιατρεύει και φωνάζει:

— Ω γενεά άπιστη και διεστραμμένη! 'Ως πότε θα είμαι μαζί σας; 'Ως πότε θα σας ανέχομαι;

Αλλά την υψηλή αυτήν ιδέα του Θεού, οι υλιστές Εβραίοι δεν την καταλάβαιναν τα θαύματα μόνο του Ιησού τους απασχολούσαν και τους σάστιζαν, ενώ η θεϊκή ομορφιά της διδαχής του τους διέφευγε ή τους θύμωνε ή τους άφηνε ψυχρούς.

Με όλα αυτά, η φήμη του όλο και μεγάλωνε. Το ήξεραν οι διαβασμένοι και οι ιερείς, και τρόμαζαν. Από την Ιερουσαλήμ, τον παρακολουθούσαν βήμα βήμα αποσταλμένοι του Σανχεδρίν κατασκόπευαν κάθε του κίνηση, παραμόνευαν κάθε του λόγο, μήπως και βρουν κανένα πάτημα και τον καταστρέψουν στη λαϊκή συνείδηση.

Μια μέρα, έφεραν στον Ιησού έναν άνθρωπο τυφλό, κωφάλαλο και δαιμονισμένο· ο Ιησούς τον γιάτρεψε και του χάρισε πάλι το φως, την ομιλία, και το νου.

Πολλοί που είδαν, θαύμασαν, και συλλογισμένοι είπαν:

— Μην είναι τούτος ο Χριστός, ο υιός του Δαυίδ;

Και κόσμος, κόσμος, έφθανε αδιάκοπα, τόσο που δεν πρόφθαινε ούτε ψωμί να φάγει. Άκουσαν οι δικοί του το κακό που γίνουνταν, και βγήκαν να τον πιάσουν, να τον βγάλουν από το πλήθος, και έλεγαν πως «έχασε το νου του». Γιατί, στην οικογένειά του μέσα, πολλοί δεν τον εννοούσαν, και τον λογάριαζαν για τρελό.

Άκουσαν οι κατάσκοποι ιερείς και Φαρισαίοι την απορία του πλήθους, και ανησύχησαν μήπως πιστέψει για καλά ο λαός του Ισραήλ πως ο Ιησούς ήταν ο Χριστός. Κατάφθασαν λοιπόν ανάμεσα στο πλήθος, που ολοένα πύκνωνε, και άρχισαν να το δασκαλεύουν λέγοντας:

— Αυτός δε βγάζει τα δαιμόνια, παρά με τον Βεελζεβούλ τον αρχηγό των δαιμόνιων.

Τ' άκουσε ο Ιησούς και, κράζοντάς τους, είπε:

— Κάθε βασιλεία που διαιρεθεί, ρημάζει, κάθε πόλη ή οικογένεια που διαιρεθεί, δε στέκεται· και αν ο σατανάς το σατανά βγάλει, κομματιάζεται· πως λοιπόν να σταθεί η βασιλεία του;

Με λίγα λόγια, τους έδειξε ο Ιησούς την ανοησία της κατηγορίας τους, να φαντάζονται πως ο σατανάς μπορούσε να κατατρέχει τον εαυτό του. Αν έβγαζε ο Ιησούς δαιμόνια, θα πει, απεναντίας, πως η δύναμη του ήταν μεγαλύτερη και δυνατότερη από του σατανά, ώστε δεν μπορούσε παρά να είναι θεϊκή, και δοσμένη από το Πνεύμα το Άγιο.

Και τότε, τους ειδοποίησε πως πολλές αμαρτίες και πλάνες θα συγχωρεθούν στους ανθρώπους, εκτός μιας, της βλασφημίας που ξεστόμισαν εναντίον του Πνεύματος του Θεού, που στ' όνομά του είχε σώσει τον δαιμονισμένο κωφάλαλο.

Γιατί τη δύναμη αυτή την είχε από το Θεό, και στ' όνομα του Θεού δίδασκε.

— Όποιος δεν είναι με μένα —δηλ. με το Πνεύμα το Άγιο— είναι εναντίον μου, τους λέγει. Και όποιος δε συνάζει μαζί μου, σκορπίζει.

Και με παραβολή τους λέγει να κρίνουν το έργο του:

— Ή λέτε πως το δένδρο είναι καλό και ο καρπός του καλός, ή πως το δένδρο είναι σάπιο και ο καρπός του σάπιος. Γιατί από τον καρπό γνωρίζεται το δένδρο.

Από τα έργα του λοιπόν ας τον κρίνουν κι εκείνον τον ίδιο. Μα δεν το κάμνουν, παρά υποψιάζονται πάντα τα έργα του, και γυρεύουν να τον παρεξηγήσουν, άρα η καρδιά τους είναι μαύρη και κακή, και γι' αυτό φαρμακωμένες είναι πάντα οι σκέψεις τους.

— Γεννήματα οχιάς, τους φωνάζει, πως μπορείτε να πείτε καλό αφού είστε κακοί; Γιατί κατά την καρδιά λαλεί και το στόμα!

— Και σας λέγω, πρόσθεσε, τη μέρα της κρίσεως θα δώσουν οι άνθρωποι λόγο για κάθε λέξη άπρεπη που θα έχουν ξεστομίσει. Κατά τα λόγια σου θ' αθωωθείς, και πάλι κατά τα λόγια σου θα καταδικαστείς.

Τον άκουσαν οι Φαρισαίοι θυμωμένοι, αλλά σωπασμένοι.

Κι εκεί, από μέσα από το πλήθος, μια γυναίκα έσυρε φωνή και είπε:

— Ευλογημένη η μητέρα που σε γέννησε και σ' έθρεψε!

Αποκρίθηκε ο Ιησούς:

— Κάλλια ευλογημένοι όσοι ακούν το λόγο του Θεού και τον φυλάγουν.

Μερικοί Φαρισαίοι, γυρεύοντας να τον δοκιμάσουν, του είπαν τότε:

— Δάσκαλε, θέλομε να δούμε από σένα κανένα σημείο.

Ο Ιησούς γυρνώντας στα πλήθη αποκρίθηκε και είπε:

— Γενεά κακή και ψεύτρα, σημείο ζητά και σημείο δε θα της δοθεί, παρά μόνο το σημείο του Ιωνά του προφήτη.

Και προφητεύοντας το θάνατο του και την ανάσταση, πρόσθεσε:

— Όπως αυτός έμεινε στην κοιλιά του κήτους τρεις μέρες και τρεις νύχτες, έτσι και ο υιός του ανθρώπου θα μείνει τρεις μέρες και τρεις νύχτες στην καρδιά της γης. Και περιφρονώντας τους Φαρισαίους, εξακολούθησε τη διδαχή του στα πλήθη, που ολοένα πύκνωναν.

Μιλούσε ακόμα ο Ιησούς, όταν κάποιος ήλθε και του είπε πως έξω βρίσκεται η μητέρα του με τ' αδέλφια του, και πως τον ζητούν να του μιλήσουν.

Είχαν μάθει πως κόσμος πολύς ήταν μαζεμένος γύρω στον Ιησού, τόσο που δεν πρόφθαινε να φάγει, πως οι διαβασμένοι λογομαχούσαν μαζί του, και πως εκείνος τους έλεγε λόγια σκληρά. Ίσως να τους πρόφθασαν και τις κατηγορίες των Φαρισαίων, πως με τον Βεελζεβούλ έβγαζε δαιμόνια, και πως είχε παραφρονήσει ο Ιησούς, και ανήσυχη έτρεξε η μητέρα του να τον βγάλει από μέσα από τον όχλο. Αλλά τόσος ήταν ο κόσμος, που δεν μπόρεσε να τον σιμώσει, και έστειλε να τον φωνάξουν.

— Η μητέρα σου και τ' αδέλφια σου στέκουν απέξω και ζητούν να σε δουν, του είπαν.

Παραδομένος ο Ιησούς στη διδαχή του, συνεπαρμένος με το μεγαλείο της αποστολής του, της δημιουργίας του, είχε ανέβει πάνω από τις ανθρώπινες σχέσεις και τους ανθρώπινους συγγενικούς δεσμούς.

Τα λόγια αυτά τον ξίπασαν εκείνη την ώρα, η σχέση του με τους ανθρώπους ήταν μόνο εκείνου που διδάσκει προς εκείνους που διδάσκονται.

— Ποια είναι η μητέρα μου και ποια είναι τ' αδέλφια μου; ρώτησε.

Και απλώνοντας το χέρι απάνω στους μαθητές του, είπε:

— Ιδού η μητέρα μου και τ' αδέλφια μου γιατί εκείνος που κάνει το θέλημα του Πατέρα μου του ουράνιου, αδελφός μου και αδελφή και μητέρα μου είναι.

Τα γήινα όλα παραμερίζουνταν. Το έργο του έστεκε ψηλά μπροστά του, μεγάλο, απέραντο, θεϊκό.