Η ζωή του Χριστού/Κεφάλαιο ΙΓ

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η ζωή του Χριστού
Συγγραφέας: Πηνελόπη Δέλτα
ΙΓ'. «Προφήτης Μεγάλος Σηκώθηκε...»


Κατέβαινε ο Ιησούς το βουνό, με τα πλήθη που τον ακολουθούσαν, όταν, έξαφνα, μπροστά του πρόβαλε ένας λεπριασμένος, και, πέφτοντας στα πόδια του Ιησού, προσκύνησε και φώναξε:

— Κύριε, αν θέλεις, μπορείς να με καθαρίσεις. Οι Εβραίοι θεωρούσαν τη λέπρα κατάρα του Θεού και τιμωρία πολύ αμαρτωλής ζωής. Συνάφεια με λεπριασμένο δεν μπορούσαν να έχουν, ο νόμος τους το απαγόρευε. Αν τύχαινε ένας ν' αγγίξει λεπρό, αναγκάζουνταν να περάσει από ολόκληρη τελετουργία για να ξεμολυνθεί.

Ο λεπρός που ήθελε να γιατρευθεί έπρεπε να περάσει από πολλές και παράξενες θρησκευτικές τελετές, έξω από τους τοίχους της πόλης, τελετές όπου μεσολαβούσαν ιερείς, σπουργίτια σφαγμένα, νερά αιματωμένα, κόκκινο μαλλί, μέρες και νύχτες στο ύπαιθρο, λουτρά κι εξορκισμοί, και προπάντων δώρα στον ιερέα, πρόβατα και αρνιά αν ήταν πλούσιος, περιστέρια αν ήταν φτωχός· τη δωρεά αυτή την είχε προστάξει ο Μωυσής.

Η ζωή του λεπριασμένου ήταν φρικτή· οι συντοπίτες του και οι συγγενείς τον απέφευγαν με αηδία, οι Ραββίνοι του έριχναν πέτρες για να τον απομακρύνουν. Όλοι τον περιφρονούσαν σαν καταραμένο από Θεό και ανθρώπους.

Εμπρός στο ελεεινό ανθρώπινο κουρέλι, σωριασμένο στο χώμα, με τα φαγωμένα του χέρια απλωμένα παρακλητικά, το σώμα παραμορφωμένο από την απαίσια αρρώστια, ο Ιησούς σταμάτησε. Η καρδιά του σπλαχνίστηκε τόση δυστυχία, και, χωρίς δισταγμό απλώνοντας το χέρι τον άγγιξε, λέγοντας:

— Θέλω! Καθαρίσου!

Και ευθύς, από τον άνθρωπο σβήστηκε η λέπρα, και το σώμα του καθαρίστηκε.

Θαύμασε ο κόσμος και απόρησε.

Αλλά με τη συνηθισμένη του αντιπάθεια για το θόρυβο και τη δόξα που γεννιούνταν γύρω στα θαύματά του, όσο και για την περιέργεια των ανθρώπων, ο Ιησούς ξαπέστειλε το γιατρεμένο, απαγορεύοντάς του αυστηρά να διαδώσει τι έγινε.

— Κοίταξε, σε κανέναν τίποτα να μην πεις, του πρόσταξε. Μόνο πήγαινε και παρουσιάσου στον ιερέα, και πρόσφερε για τον καθαρισμό σου όσα πρόσταξε ο Μωυσής, για να μαρτυρήσει εκείνος πως καθαρίστηκες.

Η μαρτυρία αυτή του ιερέα ήταν απαραίτητη, π.χ να μπορέσει πάλι ο καθαρισμένος λεπρός να επικοινωνήσει με τους άλλους ανθρώπους.

Από τη χαρά του όμως, ο γιατρεμένος βγήκε και διαλάλησε παντού το θαύμα, τόσο που δεν μπορούσε πια ο Ιησούς να μπει φανερά σε χώρα ή σε χωριό, χωρίς να τρέχει ο λαός πίσω του. Έμεινε λοιπόν έξω, σε έρημα μέρη, μα κι εκεί πήγαινε ο κόσμος να τον δει και να τον ακούσει.

Άδικα ζητούσε ο Ιησούς τη μοναξιά. Τ' όνομά του είχε ακουστεί πια παντού, και από παντού έτρεχαν να τον βρουν. Τότε, αποφάσισε να γυρίσει στην Καπερναούμ.

Κάποιος εκατόνταρχος, στην Καπερναούμ, είχε: εκείνες τις ημέρες έναν πολύτιμο δούλο του πολύ άρρωστο με παραλυσία, και ήταν να πεθάνει.

Καθώς άκουσε πως έρχεται ο Ιησούς, έστειλε δημογέροντες Εβραίους να τον παρακαλέσουν να έλθει και να σώσει το δούλο του.

Ο εκατόνταρχος, σαν όλους τους κυβερνητικούς υπαλλήλους, ήταν Ρωμαίος· μα αυτός ήταν ιδιαιτέρως καλός άνθρωπος, και είχε κατακτήσει την αγάπη και την εκτίμηση των Εβραίων.

Πήγαν λοιπόν οι δημογέροντες στον Ιησού, και τον θερμοπαρακάλεσαν να έλθει, λέγοντας:

— Είναι άξιος να του κάνεις αυτή τη χάρη, γιατί αγαπά το έθνος μας και τη συναγωγή μας αυτός την έχτισε.

Τους είπε ο Ιησούς:

— Εγώ θα έλθω και θα τον γιατρέψω.

Και τους ακολούθησε.

Μα καθώς πλησίαζε στο σπίτι, βγήκε ο εκατόνταρχος και τον πρόλαβε.

— Κύριε, του είπε, δεν είμαι άξιος να έλθεις κάτω από τη στέγη μου, αλλά πες μόνο ένα λόγο, και θα γιατρευθεί ο δούλος μου· γιατί αν και είμαι υπάλληλος, έχω όμως στην εξουσία μου στρατιώτες, και λέγω στον ένα, «Πήγαινε», και πηγαίνει, και στον άλλον, «Έλα», και έρχεται, και στο δούλο μου, «Κάνε τούτο», και το κάνει. Πόσο περισσότερο λοιπόν μπορούσε ο Ιησούς, που εξουσίαζε τον κόσμο, να πει ένα λόγο και να σώσει τον άρρωστο.

Τ' άκουσε ο Ιησούς, και θαύμασε και γυρνώντας στα πλήθη που τον ακολουθούσαν είπε:

— Αλήθεια σας λέγω, ούτε στον Ισραήλ δε βρήκα τέτοια πίστη.

Και στον εκατόνταρχο είπε:

— Πήγαινε, και όπως πίστεψες, έτσι να σου γίνει.

Και γιατρεύθηκε ο δούλος από την ώρα εκείνη.

Από την Καπερναούμ, πήγε ο Ιησούς τότε σε χώρα μικρή, που την έλεγαν Ναΐν, όμορφα φωλιασμένη στην ολόφυτη πλαγιά του βουνού Μικρού Ερμών, ξαπλωμένη στη χλόη, ανάμεσα στα δένδρα, με αντίκρυ το ψηλό βουνό Θαβώρ, και πίσω τα κορφοβούνια του Ζεβουλόν.

Πήγαινε χαρούμενα ο Ιησούς με τη συνοδεία του, στην πράσινη λαγκαδιά, και πλήθη τον ακολουθούσαν, άντρες, γυναίκες και παιδιά, που έτρεχαν ν' ακούσουν από το στόμα του το χαρμόσυνο μηνυμα της Βασιλείας των Ουρανών.

Αφήνοντας δεξιά το Θαβώρ, άρχισαν ν' ανεβαίνουν στο βουνό Εσδραελόν, και πήραν το στενό μονοπάτι, όλο πέτρες και βράχους, που ανέβαινε στο Ναΐν.

Εκεί, αντάμωσαν μια συνοδεία μαύρη και θλιμμένη, που κατέβαινε ήταν το λείψανο κάποιου νέου, του γιου μιας χήρας, και, κατά τη συνήθεια, πήγαιναν να τον θάψουν έξω από τη χώρα, στους βράχους, όπου κατά προτίμηση έσκαβαν οι Εβραίοι τους τάφους των.

Κόσμος πολύς ακολουθούσε το ανοιχτό νεκροκρέβατο, που το βαστούσαν στους ώμους φίλοι και γνωστοί. Οι φλογέρες έπαιζαν νεκρικές μελωδίες, τα τάσια κουδούνιζαν θλιβερά, και, εμπρός από το νεκρό, μοιρολογήτρες προπορεύουνταν, ξεφωνίζοντας και κλαίγοντας και τραγουδώντας τα συνηθισμένα τους μοιρολόγια: «Αλίμονο στο λεοντάρι! Πάει το παλικάρι!»

Μεταξύ στις γυναίκες, μια ιδιαίτερα έκλαιγε και δέρνουνταν. Ήταν η μάνα του αγοριού, που το είχε μονοπαίδι.

Ο Ιησούς την είδε και μάντεψε ποια ήταν.

— Μην κλαις, της είπε συμπονετικά.

Η εθιμοταξία της κηδείας ήταν να πει, «κλάψετε μαζί της σεις όλοι που έχετε πικραμένη την καρδιά».

Μα εκείνος λυπήθηκε τη μεγάλη της απελπισία. Σίμωσε και άγγιξε το φορείο, κι ευθύς σταμάτησαν εκείνοι που το πήγαιναν. Και ο Ιησούς είπε στο νεκρό:

— Παιδί μου, εσένα μιλώ, σήκω.

Εμπρός σ' όλο το σαστισμένο πλήθος που σπρώχνουνταν να δει, ο νεκρός τότε ανασηκώθηκε και κάθισε και άρχισε να μιλεί.

Και ο Ιησούς τον έδωκε στη μητέρα.

Φόβος και τρόμος έπιασε όλους· μα σαν είδαν το νέο, ζωντανό και γιατρεμένο, στην αγκαλιά της μάνας του, ξέσπασαν σε μια φωνή μεγάλη, και δόξασαν το Θεό λέγοντας: — Προφήτης μεγάλος σηκώθηκε αναμεταξύ μας!

— και, ο Θεός επισκέφθηκε το λαό του.

Και βγήκε ο λόγος αυτός σε όλη την Ιουδαία και σ' όλα τα περίχωρα.