Η εξοχή

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η εξοχή
Συγγραφέας:
Αύγουστος 1886.


Ἡ ἐξοχή! ἆ! τί λαμπρόν!... νυχθημερὸν χασμᾶσθαι,
τρώγειν, οὐρεῖν, ἀποπατεῖν, χαζεύειν καὶ κοιμᾶσθαι
μὴ ὁμιλεῖν οὐδέποτε διὰ μεταρρυθμίσεις
καὶ μὴ αἰσθάνεσθαι παλμοὺς καὶ τόσας συγκινήσεις.
Μακρὰν ὁ τόσος συρφετός, ὁ κοπετὸς κι' ὁ θρῆνος,
καὶ ζῇς ἐκεῖ μονάχος σου καὶ ἄφωνος ὡς κτῆνος.

Ὦ! τί ζωὴ μοναδικὴ κι' ἀπόλαυσις γλυκεῖα!...
χωρὶς σκοτούραις καὶ καϋμοὺς τρῷς ἥσυχο ψωμί,
οὔτε σοῦ στρήφει τἄντερα τοῦ κόσμου ἡ κακία,
ἀλλ' οὔτε σοῦ χαλᾷ ταὐτιὰ τοῦ κόσμου ἡ τιμή.
Δὲν τρέχεις κίνδυνο νὰ φᾷς εὐζωνικὸ στειλιάρι
κι' οὔτε φοβᾶσαι χαστουκιαῖς καὶ τὸν Μπαϊρακτάρη.

Παίζεις μονάχος σου χαρτιὰ καὶ μὲ τὸ νοῦ σου βάνεις
ὡς πόσα θὰ ἐκέρδιζες ἂν ἔπαιζες στ' ἀλήθεια,
κι' ἔτσι δὲν παίρνεις τίποτε, ἀλλ' ὅμως οὔτε χάνεις,
καὶ οὔτε λύπη καὶ χαρὰ δὲν σοῦ κινεῖ τὰ στήθεια.
Ἡ ἐξοχή... ἆ! τί λαμπρόν!... τί θέαμα ὡραῖον!...
ἡ θάλασσα, τὰ κύματα κι' οἱ βράχοι τῶν ὀρέων!

Μόνος ἐδῶ στὴν ἐξοχὴν τῆς ὑψηλῆς Καστέλλας
τὰ ράκη σύρω τῆς ζωῆς, τὸ παρελθόν μου σύρω,
καὶ βλέπων τἄστρα τοὐρανοῦ καὶ τὰς χρυσᾶς νεφέλας,
τὸν δυστυχῆ μου ἑαυτὸν ὁ ἄθλιος οἱκτείρω,
ποὺ δίχως φρέσκο ἐξοχῆς δὲν εἰμπορῶ νὰ κάνω,
ὡσὰν νὰ εἶμαι Κορωνιὸς καὶ κἄτι παραπάνω.

Ἡ ἐξοχή!... ἆ!... τί λαμπρόν!... τί θέαμα ὡραῖον!...
γιὰ κύτταξε μὲ τὸ πανὶ ἐκείνη τὴ βαρκοῦλα...
γιὰ κύτταξε τὰς κορυφὰς ἀντίκρυ τῶν ὀρέων...
ὁποία εὐχαρίστησις καὶ πόση ἀναγοῦλα!
Καὶ δὲν εὑρίσκεται κανεὶς νὰ μὲ ξυλοφορτώσῃ
καὶ ἀπ' αὐτὴν τῆν ἐξοχῆς τὴν θέαν νὰ μὲ σώσῃ;

Βρὲ εἶμ' ἐγὼ γιὰ ἐξοχὴ ἐγὼ τὸ λάλον στόμα,
ποὺ καὶ τὰ ροῦχα μου πουλῶ γιὰ λίγης ὥρας λίμα;...
ἐγὼ νὰ χάσκω μόνος μου μὲ τοὐρανοῦ τὸ χρῶμα,
μὲ τῆς βαρκούλας τὸ πανὶ καὶ τὸ παφλάζον κῦμα,
ἐνῷ ἀκούεται βοὴ ἀγρίας καταιγίδος
καὶ κλυδωνίζεται σφοδρῶς τὸ σκάφος τῆς πατρίδος;

Μὴν ἔγινα ρωμαντικὸς ἢ μήπως λαῦρος ἔρως
σὰν κάποιον γέρο Ναύαρχο κατάκαρδα μὲ σφάζῃ,
καὶ κατοικῶ εἰς ἔρημον καὶ μακρυσμένον μέρος,
χωρὶς γιὰ τὰ ἐγκόσμια καθόλου νὰ μὲ νοιάζῃ;
Καὶ εἶναι πρέπον εἰς αὐτὰ τὰ τωρινά μας χάλια
ἐγὼ νὰ θέλω ρεμβασμοὺς καὶ ἄλλα τέτοια σάλια;

Ὦ σύ, θεέ μου, δύναμιν καὶ νέαν γλῶσσα δός μου,
ν' ἀναμιχθῶ εἰς τὴν βοὴν παραφρονοῦντος κόσμου,
ν' ἀκούσω λίγο νὰ μιλοῦν διὰ περιφερείας,
διὰ τὸν λόρδον Ἄρτιγκτων καὶ τὸν Σαλισβουρίας,
περὶ τοῦ πολιτεύματος τοῦ ἔθνους νὰ παρλάρω,
καὶ μ' ὅλους κατακεφαλιαῖς νὰ δώσω καὶ νὰ πάρω.

Βαρέθηκα νὰ ζῶ σ' αὐτὴ τὴν ἔρημη Καστέλλα,
σιχάθηκα τὰ κύματα, τῇς βάρκαις, τὰ βαπόρια,
καὶ εἶναι μέγας κίνδυνος μὴ μὲ κτυπήσῃ τρέλλα
ἀπ' τὸ πολὺ σεκλέτι μου κι' ἀπὸ τὴ στενοχώρια.
Ἂς ἔλθουν οἱ ρωμαντικοὶ νὰ γράφουν ἐδῶ πέρα,
ἐγῶ ποθῶ συζήτησιν καὶ Ἀθηνῶν ἀέρα.

Ἰδού!... Ἐκεῖ στὸ πέλαγος πετῶντα βλέπω γλάρον!...
Ἰδοῦ!... μακρόθεν ἔρχονται συντάγματα κωνώπων!...
ἀκούονται τριγύρω μου ὀγκανισμοὶ γαϊδάρων,
μὰ κάποτε ἀκούονται κι' ὀγκανισμοὶ ἀνθρώπων.
Ἀλλὰ καὶ σμήνη γυναικῶν γελοῦν καὶ κακανίζουν,
ποὺ λὲς πὼς γαργαλίζονται ἢ πὼς τῇς γαργαλίζουν.

Βλέπω κοντὰ στὴ λάμπα μου πολύχρωμον ἀκρίδα
κι' ἀντίκρυ μου τὴν Γαλλικὴν κυττάζω Ναυαρχίδα.
Τρῶνε καὶ πίνουν κύριοι μ' ἐλεύθεραις κυρίαις
καὶ δός του πιὰ στριγγλίσματα, φωναῖς καὶ φασαρίαις
κι' ἐνῷ περιδρομιάζουνε σὲ πλούσιο τραπέζι,
ἡ μουσικὴ γιὰ ὄρεξι ἀδιάκοπα τοὺς παίζει.

Ὁ ἔρως πάει κι' ἔρχεται μὲ τόξα εἰς τὸ χέρι,
χοροί, τσουμποῦσι, κάκκανα, φαγιά, σαμπάνιαις, μπύραις...
Ἄ! ὅλοι μοῦ τὸ εἴπανε καὶ ὁ καθένας ξέρει
πὼς τὴν καλλίτερη ζωὴ περνοῦν ἡ ζωντοχήραις.
Πιέτε λοιπὸν καὶ γίνετε ἀπ' τὸ κρασὶ στουπιά,
γιατὶ διαβαίνει ὁ καιρὸς καὶ δὲν γυρίζει πιά.

Κι' ἐγὼ τὸ ζῷον, ὁ σαχλός, τὸ ἑρπετόν, τὸ τέρας,
φιλοσοφῶ μὲ τοὐρανοῦ τοὺς ἁπλανεῖς ἀστέρας,
καὶ τῆς ἀδόξου μου ζωῆς κατρακυλᾷ τὸ ρεῦμα
χωρὶς χορῶν τσακίσματα, χωρὶς κανένα γεῦμα,
ἐνῷ ροφοῦν τὸ αἷμα μου τῆς ἐξοχῆς ἡ σκνῖπες
καὶ τρῶνε τὰ συκώτια μου καὶ ἡ χαραῖς κι' ἡ λύπαις.

Ἡ ἐξοχή!... ἆ!... τί λαμπρόν!... τί θέαμα ποικίλον!
Μακρὰν τὰ πάθη τῶν ἐχθρῶν κι' οἱ ἔπαινοι τῶν φίλων.
Μὰ πόσον ἀηδίασα τὸ θέαμα ἐκεῖνο!...
εἰς ποῖον μέρος τὸ λοιπὸν ὁ δυστυχὴς νὰ μείνω,
γιὰ νὰ γλυτώσω ἀπ' αὐτὴ τὴν τόση σιχασιά;
νὰ πάω εἰς τὸ Φάληρον ἢ καὶ στὴν Κηφισιά;

Ἀλλὰ φοβοῦμαι μὴ ἐκεῖ καμμιὰ κομψὴ κυρία
ἐρωτευθῇ ἀληθινὰ τὰ μοῦτρα μου τὰ κρύα,
καὶ ξαναγίνῃ καὶ γι' αὐτὸ κανένα νταραβέρι
κι' ἐγὼ δὲν θέλω ἔρωτας ἡμέρα μεσημέρι.
Μακρὰν λοιπὸν ἡ ἐξοχή, μακράν μου καὶ ἡ πόλις,
μακράν μου ἄνθρωποι καὶ σεῖς ἐξώλεις καὶ προώλεις.

Ὦ ποιητὰ πανάθλιε, κατὰ διαβόλου σῦρε,
καὶ μ' ὅλην σου τὴν δύναμιν τὸν ἑαυτόν σου δεῖρε,
ὁποὺ μοῦ θέλεις Μὸν Ρεπὸ καὶ σὺ τὸ καλοκαῖρι
καὶ χάσκεις ὁλομόναχος μὲ τὸ χρυσό σου ταῖρι,
καὶ νοίκια γιὰ τὴν ἐξοχὴ ἀλύπητα πληρώνεις,
γιὰ νὰ φουρκίζῃς μοναχά, νὰ σκᾷς καὶ νὰ θυμώνῃς.

Δὲν βλέπεις μαῦρα σύννεφα στὰς κορυφὰς τοῦ Αἵμου
καὶ δὲν ἀκοῦς πολεμικὸ στὸν κόσμο νταβατοῦρι;...
Ὅρσε λοιπὸν ἑπτὰ γροθιαῖς, κανάγια ἑαυτέ μου,
περίτριμμα τῆς ἀγορᾶς ξετσίπωτο γαϊδοῦρι,
ἀσκάθαρε, σκολόπενδρα καὶ μύξα τοῦ διαόλου,
ὁποὺ τὸ τόσο χάλι σου δὲν σκέπτεσαι καθόλου.