Η βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη/Πρόλογος

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἡ βιογραφία τοῦ στρατηγοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη
Συγγραφέας:
Πρόλογος


Ἡ σπουδαιοτάτη αὐτὴ βιογραφία τοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη, γραφεῖσα παρ’ ἀνδρὸς ὅστις μετέσχε τῶν δύο τελευταίων μεγάλων ἐκστρατειῶν τοῦ ἡρωϊκοῦ στρατάρχου καὶ ὑπηρέτησεν ὑπ’ αὐτὸν ὡς ἔμπιστός του γραμματεὺς καὶ συμμαχητής, εἶναι ἡ μόνη αὐθεντικὴ ἔκθεσις περὶ τοῦ βίου καὶ τῶν ἔργων τοῦ βαθυγνώμονος καὶ γενναιοκάρδου Ρουμελιώτου, ὅστις ὑπῆρξεν ἡ πρώτη στρατιωτικὴ μεγαλοφυία τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος. Τὸ ἔργον τοῦ Δημητρίου Αἰνιᾶνος ἐχρησίμευσεν ἀργότερα ὡς ἡ κυριωτέρα πηγὴ εἰς τὴν γνωστὴν βιογραφικὴν μελέτην τοῦ ἱστορικοῦ Κ. Παπαρρηγοπούλου. Ὑπάρχει ὅμως καὶ παλαιοτέρα, πολὺ σύντομος, βιογραφία τοῦ Καραϊσκάκη γραφεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀγωνιστοῦ Γ. Γαζῆ [1], ἡ ὁποία περιέχει πληροφορίας τινὰς μὴ ὑπαρχούσας εἰς τὸ ἔργον τοῦ Αἰνιᾶνος. Ὁ Καραϊσκάκης λοιπὸν, κατὰ τὸν Γαζῆν, ἐγεννήθη ἀπὸ γονεῖς καλούς. Ἡ μητέρα τοῦ ἦτον ἀδελφὴ τοῦ Κώστα Δημισκῆ καὶ πρώτη ἐξαδέλφη τοῦ καπετὰν Γώγου Μπακώλα. Ἀνετράφη εἰς τὴν Αὐλὴν τοῦ Ἀλῆ πασᾶ καὶ ἐχρημάτισεν εἰς τὴν δούλευσίν του ἕως εἰς τὸν ἀποκλεισμόν του. Μὲ τὸν Κατσαντώνην ὅταν ἦτον, ἐφόνευσε μὲ τὸ χέρι του τὸν ᾀδόμενον ντερβέναγα Βεληγκέκα. Ὅταν ὁ Ἀλῆ πασᾶς ἐπῆγεν εἰς τὸ Βιδίνι κατὰ τοῦ Πασβάντογλου, ὁ Καραϊσκάκης ἄφησε τὸν Ἀλῆ πασᾶ καὶ ἐγύρισε μὲ τὸν Πασβάντογλου κλεισθεὶς εἰς τὸ Βιδίνι μῆνας τρεῖς. Καὶ διὰ νὰ μὴ γνωρισθῇ ὅτι ἦτον χριστιανός, μετωνομάσθη Καραλῆς. Ὅταν ὅμως ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ κάστρον καὶ τὸν ἔβαλεν εἰς τὸ χέρι ὁ Ἀλῆ πασᾶς, τὸν ἔστρωσεν εἰς τὸν φάλαγγα καὶ τοῦ ἔδωκεν εἰς τὰ ποδάρια ξυλιαῖς χίλιαις. Ἄλλην μίαν φορὰν τὸν

ἔβαλεν εἰς τὴν φυλακὴν εἰς τὸν ἅλυσον καὶ εἰς τὸ κούτσουρον χρόνους δύο. Πολλάκις ὅμως τὸν ἐπεριποιήθη καὶ τὸν ἐδιόρισεν ἐπὶ κεφαλῆς σημαντικῶν στρατευμάτων καὶ ἐκδουλεύσεων, πολιτευόμενος αὐτὸν ἕως εἰς τὸν ἀποκλεισμόν του.

Περὶ τοῦ στρατιωτικοῦ χαρακτῆρος τοῦ Καραϊσκάκη ἰδοὺ τὶ γράφει ὁ Γαζῆς·

«Βάσιν εἶχε τὸ πῶς νὰ κερδαίνῃ τὴν ἀγάπην καὶ σέβας τῶν στρατευμάτων.

Τὸ νὰ γνωρίζῃ εἰς πόσον βαθμὸν φιλοτιμίας εὑρίσκεται ὁ καθείς.

Ἀπὸ ποῖα πάθη κυριεύεται ὁ καθείς.

Ὅσους ἐγνώριζεν ἱκανοὺς τοῦ νὰ τὸν βλάψουν ἢ νὰ τὸν ὠφελήσουν, ἐπάσχιζε νὰ τοὺς κερδαίνῃ ἢ μὲ τὸ πουγγὶ ἢ μὲ τὸ σπαθί.

Ἐβράβευε τοὺς ἀξίους καὶ ἀνδραγαθοῦντας μὲ ἄττια, μὲ ἄρματα, μὲ γρόσια, μὲ βαθμούς, γινώσκων ὅτι ὅπου ἄθλα ἀρετῆς πρόκεινται, ἐκεῖ καὶ ἄνδρες ἀγαθοὶ γίνονται, κατὰ τὸ ρητόν.

Προικισμένος ὢν μὲ ὅλα τὰ φυσικὰ καὶ τυχηρὰ προτερήματα, ὅσους ἐγνώριζε φιλοτίμους καὶ φιλοδόξους, ἐρέθιζε τὴν φιλοτιμίαν τους τόσον μὲ τοὺς ἐπαίνους καὶ κατηγορίας, ὥστε πολλοὶ ἠναγκάζοντο ἢ νὰ φανοῦν ἄξιοι τῶν ἐπαίνων του, ἢ νὰ φύγουν ἀπ’ αὐτόν, διὰ νὰ μὴν ἀκούουν τὰς κατηγορίας του· διότι οἱ ἔπαινοί του ἀνέβαινον ἕως τρίτου οὐρανοῦ καὶ αἱ κατηγορίαι του ἕως τὰ καταχθόνια, ἢ, τολμῶ εἰπεῖν, ἔξω τοῦ παντός. Ἡ εὐφράδειά του καὶ ἡ συναναστροφή του ἦτον ἓν θέατρον καὶ πολλάκις οἱ στρατιῶται χάσκοντες εἰς τὰς κομψότητας καὶ ἀστειολογίας του, ἀλησμονοῦσαν νὰ γευματίσουν. Ἦτον μεγαλόδωρος καὶ εὐεργετικός, μεταδοτικώτατος καὶ χαριστής· τὸ φλωρὶ τὸ ἐθεωροῦσεν ὡς ὀβολὸν εἰς τὰς χρείας του. Εἶχε νοῦν ἐφευρετικὸν καὶ γεννητικὸν καὶ φυσικὴν ρητορείαν. Πολλάκις ἔπλαττε ψεύματα τεχνικώτερα τῆς ἀληθείας καὶ ἐξουθένωνε τὴν ἀλήθειαν ὡς ἀνυπαρξίαν. Ἐλάττωμα μόνον εἶχε τὴν ὀξυθυμίαν· εἶχεν ὅμως πάντοτε εἰλικρινῆ καρδίαν. Ἡ Τουρκία ὅλη τὸν εἶχεν εἰς μεγάλον θαυμασμὸν καὶ ὠνόμαζεν αὐτὸν Ρούμελη καὶ Μώρα βαλεσί, ὅ ἔστην ἡγεμόνα τῆς Ἑλλάδος. Οἱ Ἀλβανοὶ μάλιστα ὀμνύουν εἰς τὸ ὄνομά του. Περιηγούμενος πρὸ ὀκτὼ μηνῶν εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν Τουρκίαν, ἤκουσα πολλάκις εἰς τὴν Ἀλβανίαν, ὅταν πιάνωνται εἰς ἐμφύλιον πόλεμον ἀναμεταξύ των οἱ Ἀλβανοί, φοβερίζοντες ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, νὰ λέγουν· «Ντάλε! ντάλε! τιὲ σιότζι νιὲρ ντουφὲκ Καραϊσκάκιτ», ἤγουν «στάσου, στάσου, νὰ ἰδῇς μιὰ φορὰ ντουφέκι τοῦ Καραϊσκάκη».

Ἰδοὺ τὶ καὶ ὁ Σπυρ. Τρικούπης ἀναφέρει περὶ τοῦ Καραϊσκάκη εἰς τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἀπήγγειλε τὴν 24 Ἀπριλίου 1827, μετὰ τὸν θάνατον τοῦ στρατηγοῦ· «Ἄτρομος πάντοτε εἰς τοὺς πολέμους, ἀτρομώτερος πολὺ ἐφάνη καθ’ ὃ διάστημα ἦτον ἀρχηγὸς τῶν κατὰ τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα στρατευμάτων· τότε εἶχε ψωμὶ καὶ αὐτός, ὅταν εἶχαν καὶ οἱ ἀγαπητοί τοῦ Ἕλληνες· ἡ κλίνη του ἦτον κλίνη ἁπλοῦ στρατιώτου· πρωταγωνιστὴς ἐπαρουσιάζετο, καὶ τὴν τιμὴν τοῦ ἀγῶνος ὅλην τὴν ἀπέδιδεν εἰς ἄλλους· ἐνθουσιασμένος διὰ τὴν παληκαριάν, ὡς παληκάρι καὶ ὁ ἴδιος, τὴν ἐτιμοῦσεν ὅπου τὴν ἔβλεπε καὶ τὴν ἀντάμειβε πλουσιοπάροχα· τοὺς γνωστοὺς διὰ τὴν ἀνδρείαν τοὺς ἔκραζε κατ’ ὄνομα, ὅταν ἐξεσπάθωνεν ἐν καιρῷ μάχης, διὰ νὰ τὸν ἀκολουθήσουν· ἔβγανε τὰ πιστόλια του ἀπὸ τὴν μέσην του καὶ μὲ αὐτὰ εἰς ἀνταμοιβὴν παληκαριὰς ἐστόλιζε τοῦ παληκαριοῦ τὴν μέσην· ἔλυε τὴν ζώνην του καὶ ἔδιδεν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ πολέμου καὶ τὸ ὕστερον νόμισμά του».

Ὁ δὲ Παναγιώτης Σούτσος εἰς τὸν πανηγυρικὸν τῆς 25 Μαρτίου 1846 ὡς ἑξῆς περιγράφει τὸν ἠθικὸν καὶ φυσικὸν χαρακτῆρα τοῦ μεγάλου Καραΐσκου· «...Ὁ ἀνὴρ αὐτὸς ἔχων νοῦν ἀκατέργαστον, ἀλλὰ γεννητικώτατον καὶ ὀξύτατον, ἄμοιρος ὢν παιδείας, ἀλλ’ ἀγαπῶν καὶ τιμῶν τοὺς πεπαιδευμένους, φιλάσθενος, ἀλλὰ καρτερικώτατος εἰς τὰς σκληραγωγίας, δαπανῶν ἀφειδῶς τὴν ἰδίαν περιουσίαν εἰς τὰς δημοσίας ἀνάγκας, ἐκθέτων τοὺς περὶ αὐτὸν εἰς τοὺς ὑπὲρ πατρίδος κινδύνους καὶ πρῶτος αὐτὸς ἐκτιθέμενος, στρατηγηματικώτατος ἁπάντων καὶ τῶν πάντων τὰς στρατιωτικὰς γνώμας ἀκούων καὶ σταθμίζων, ἀκόρεστος δόξης καὶ ὀνόματος.... Ἀνάστημα μέτριον, σῶμα ἰσχνόν, χρῶμα ὑπομέλαν, μέτωπον πλατύ, εὐρεῖα ἑστία σκέψεως, ὀφρεῖς πυκναὶ καὶ πλήρεις μεριμνῶν, ἐλαιόμαυροι καὶ μικροὶ ὀφθαλμοί, ἀλλ’ ἀστράπτοντες, αἰθέριόν τι πνεῦμα ὑποφουσκῶνον τοὺς μυκτῆράς του καὶ διακεχυμένον εἰς ὅλον τὸ πρόσωπον αὐτοῦ... κόμη ὡς χαίτη λέοντος...».

Ἠδικήθη μέχρι σήμερον τὸ ὄνομα καὶ ἡ μνήμη τοῦ Καραϊσκάκη. Τὸ μέγα καὶ σημαντικὸν ἔργον αὐτοῦ δὲν κατέλαβεν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ἔθνους τὴν ἁρμόζουσαν αὐτῷ θέσιν. Πρὸς τὸν σκοπὸν ἀκριβῶς τοῦτον παρέχομεν εἰς τὸ κοινὸν τὴν βιογραφίαν τοῦ μεγαλοφυοῦς «Γυιοῦ τῆς Καλόγριας», εὐχόμενοι νὰ καταστῇ αὕτη πανελλήνιον ἀνάγνωσμα καὶ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀφορμὴ θετικωτέρας ἐκδηλώσεως τῆς πρὸς τὸν Καραϊσκάκην ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης. Διότι τώρα, ὅτε αἱ Ἀθῆναι ἀπέκτησαν τὸν ἀνδριάντα τοῦ ἑτέρου τῶν μεγάλων τοῦ Ἀγῶνος στρατηλατῶν, τοῦ Κολοκοτρώνη, ἐπιβάλλεται νομίζομεν, εἰς τὴν Πρωτεύουσαν μάλιστα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἠγωνίσθη καὶ ἀπέθανεν ὁ Καραϊσκάκης, πᾶσα ἐνέργεια πρὸς ἵδρυσιν μνημείου ἀξίου τῆς δόξης αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ζωντανεύῃ μὲν πρὸ τῶν ὀμμάτων ἡμῶν καὶ τῶν μεταγενεστέρων τὸ ἡρωϊκὸν παράστημα τοῦ Καραϊσκάκη, θὰ τιμᾷ δὲ τὴν πατρίδα ὡς διαφυλάττουσαν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς ἱερὰν τὴν πρὸς τοὺς δημιουργοὺς τῆς ἐλευθερίας της εὐγνωμοσύνην.


  1. Ἰδοὺ ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ βιβλίου· «Βιογραφία τῶν ἡρώων Μάρκου Μπότσαρη καὶ Καραϊσκάκη συνοπτικῶς συγγραφεῖσα καὶ τύποις ἐκδοθεῖσα ὑπὸ Γεωργίου Γαζῆ τοῦ ἐκ Δελβινακίου τῆς Ἠπείρου, πρῴην γραμματέως, μυστικοῦ συμβούλου καὶ χιλιάρχου τοῦ στρατηγοῦ Καραϊσκάκη, ἀφιερωθεῖσα δὲ παρὰ τοῦ ἰδίου τῷ σεβαστῷ Κυβερνήτῃ τῆς Ἑλλάδος. Ἐν Αἰγίνῃ, ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τυπογραφίᾳ, διευθυνομένη παρὰ Γ. Ἀποστολίδου Κοσμητῆ. 1828».