Η βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη/Ανέκδοτα και αποφθέγματα

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἡ βιογραφία τοῦ στρατηγοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη
Συγγραφέας:
Ἀνέκδοτα καὶ ἀποφθέγματα τοῦ Καραϊσκάκη


Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ

’Σ τὰ Γιάννινα, τὸν καιρὸ τοῦ Ἀλήπασσα, ὁ Καραϊσκάκης, νειὸς ἀκόμα, χόρευε μιὰ φορὰ μ’ ἄλλα παληκάρια. Ἐνῷ ἔσερνε, μπροστινός, τὸν Τσάμικο, κ’ ἔκανε πολλὲς γύρες ’σ τὸν τόπο, ὅπως λέν, πέρασε τὴν ἴδια στιγμὴ ὁ Μουχτὰρ πασσᾶς, γυιὸς τοῦ Ἀλήπασσα. Ἡ φουστανέλλα τοῦ Καραϊσκάκη σηκώθηκε τὸν ἀνήφορο καὶ φάνηκαν τὰ πλιάτσικα. Ὁ Μουχτὰρ πασσᾶς πειράχτηκε. Πῆγε ’σ τὸν πατέρα του καὶ παραπονέθηκε. Κράζει τότε ὁ Ἀλήπασσας τὸν Καραϊσκάκη καὶ θυμωμένος τοῦ λέει·

— Τί ἔκαμες, ὠρὲ Παλιόγυφτο, ’σ τὸ γυιὸ τὸ δικό μου;

— Τίποτα, πασσᾶ μου, λέει ὁ Καραϊσκάκης. Δὲν τὄθελα. Χόρευα κ’ ἔκαμα ἔτσι μιὰ φορά... (κ’ ἔφερε μιὰ γύρα). Τότε πέρναγε ὁ γυιός σου ὁ Μουχτὰρ πασσᾶς καὶ θύμωσε. Τί φταίω ’γώ, ὁ μαῦρος;...

Ὁ Ἀλήπασσας ἔσκασε τὰ γέλοια.

— Πῶς ἔκαμες, ὠρὲ μπίρο μ’; Κάμε το πάλε, ὠρέ!

— Ἔτσι, πασσᾶ μου...

— Κάμε το ἄλλη μιὰ φορά, ὠρὲ Γιῶργο!... Μπράβο, ὠρὲ Γιῶργο!... Ἄϊντε τώρα.



ΤΙ ΖΗΤΗΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛΗΠΑΣΣΑ

— Τί θέλεις νὰ σὲ κάμω, ὠρὲ Καραϊσκάκη; τὸν ρώτησε κάποτε ὁ Ἀλήπασσας.

— Ἂν μὲ γνωρίζῃς, πασσᾶ μου, ἄξιον γι’ ἀφέντη, κάμε με ἀφέντη· ἂν μὲ γνωρίζῃς ἄξιον γιὰ χουσμεκιάρη (δοῦλο), κάμε με χουσμεκιάρη· ἂν δὲ μὲ γνωρίζῃς ἄξιον γιὰ τὸ τίποτα, ρίξε με ’σ τὴ λίμνη.

(Γ. Γαζῆς).



Η ΤΟΛΜΗ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ

’Σ τὸ Κομπότι, ’σ τὸν πόλεμο ποῦ ἔκαμε ’σ τὰ 1821, 8 Ἰουνίου, ποῦ νίκησε τοὺς Τούρκους καὶ τοὺς πῆρε ’σ τὸ κυνῆγι, ἀνέβηκε σὲ μιὰ πέτρα κ’ ἔβριζε τοὺς Τούρκους δυνατά. Καὶ γιὰ νὰ τοὺς προσβάλῃ χειρότερα καὶ νὰ δώσῃ θάρρος ’σ τοὺς δικούς του σήκωσε τὴ φουστανέλλα, κατέβασε τὸ βρακὶ καὶ τοὺς ἔδειξε τὸν πισινό του. Τότε ἕνας Τοῦρκος, Γκέκας, κρυμμένος κάπου ’σ τὰ κλαριά, τὸν τουφέκισε καὶ τὸν λάβωσε ’σ τὰ δυὸ μηριὰ καὶ ’σ ἕνα ἄλλο μέρος.



ΓΡΑΜΜΑ ’Σ ΤΟ ΧΟΥΡΣΙΤ ΠΑΣΣΑ

Ὅταν ὁ Χουρσὶτ πασσᾶς, ἀρχιστράτηγος τῶν Τούρκων, ’σ τὰ 1822, τοῦ παράγγειλε νὰ πάῃ νὰ τὸν προσκυνήσῃ ’σ τὴ Λάρσα, ὁ Καραϊσκάκης τοὔστειλε αὐτὴ τὴν ἀπόκριση·

Μοῦ γράφεις ἕνα μπουγιουρντί, λέγεις νὰ προσκυνήσω·
κ’ ἐγώ, πασσᾶ μου, ρώτησα τὸν π.... μου τὸν ἴδιον
κι’ αὐτὸς μοῦ ἀποκρίθηκε νὰ μὴ σὲ προσκυνήσω·
κι’ ἂν ἔλθῃς κατ’ ἐπάνω μου, εὐθὺς νὰ πολεμήσω!

(Γ. Γαζῆς).



Ο ΜΠΑΤΣΟΣ

Φεύγοντας ἀπὸ τὸ Μεσολόγγι οἱ Τοῦρκοι, ’σ τὰ 1823, τράβηξαν νὰ περάσουν ἀπὸ τοῦ Κοράκου τὸ γιοφύρι (δῆμος Ἀργιθέας). Ὁ Καραϊσκάκης ἦταν ’σ τὸ μοναστήρι τῆς Τατάρνας. Μπῆκε ’σ τὴν ἐκκλησιὰ καὶ προσευχήθηκε·

— Τώρα θὰ σὲ ἰδῶ, Μαυρομάτα· ἄν νικήσωμε, θὰ σὲ προσκυνῶ γιὰ Παναγία, ἰδὲ...

Κ’ ἔκοψε τὸ λόγο του, πρὶν τὸν τελειώσῃ. Τότε ἔπιασε τὸν Ἁϊβλάση. Ἅμα ζύγωσαν οἱ Τοῦρκοι, ὁ Καραϊσκάκης γνώρισε τὸ μπροστινόν, γιατὶ τὸν ἤξερε ἀπὸ τὰ Γιάννινα·

— Καρτέρα με, Ἰσλιὰμ Μπέντο! τοῦ φώναξε.

— Σὲ καρτερῶ! τοῦ ἀπάντησε ὁ Ἰσλιὰμ Μπέντος.

Ὁ Καραϊσκάκης, νευρικὸς κι’ ἀνυπόμονος, ἔτρεμε πρὶν ἀρχίσῃ ὁ πόλεμος.

Κοντά του ἦταν ὁ Τσάκας, πελώριος παληκαρᾶς, παλιός του σύντροφος. Γυρίζει καὶ λέει ’σ τὸν Καραϊσκάκη·

— Τι τρέμεις, ὠρὲ Γύφτο; Φοβᾶσαι;

Καὶ τοῦ τραβάει ἕναν κατακέφαλο. Τὸν ἔφαγε καλόν, χωρὶς νὰ θυμώσῃ ὁ Καραϊσκάκης. Γύφτος ἦταν τὸ παράνομά του, γιατὶ ἦταν μελαψός. Μιὰ παράδοση μάλιστα τὸν λέει γυιὸ του καπετὰν Ἀραπογιάνη.

Ἡ νίκη τοῦ Ἀϊβλάση ἦταν ἀπὸ τὰ πρῶτα κατορθώματα τοῦ Καραϊσκάκη καὶ μεγάλωσε τ’ ὄνομά του.



ΓΡΑΦΕ ΡΑΓΚΟ

’Σ τὸ Μεσολόγγι, ὅταν κατηγοροῦσαν τὸν Καραϊσκάκη πῶς τάχα εἶχε κρυφὴ συνεννόηση μὲ τοὺς Τούρκους, περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους τὸν κατάτρεχε ὁ Ράγκος, γιατὶ ἀντιφέρονταν οἱ δυό τους γιὰ τ’ ἀρματωλίκι τῶν Ἀγράφων. Μιὰ ’μέρα ὁ φίλος τοῦ Καραϊσκάκη ὁ Ἀντρέας Ἵσκος σηκώνεται, παίρνει μαζί του τέσσερους πέντε στρατιῶτες, ποῦ εἶχαν πολεμήσῃ μὲ τὸν Καραϊσκάκη, καὶ πάει ’σ τὸ κονάκι τοῦ Ράγκου νὰ τὸν ἰδῇ. Ἄρχισαν νὰ τὰ λέν. Τὰ παλικάρια ἔμειναν ἀπὄξω, ’σ τ’ ἄλλο δωμάτιο. Ἄξαφνα ὁ Ἴσκος ἔκαμε πῶς θέλει ν’ ἀνάψῃ τὸ τσιμποῦκι του καὶ φώναξε ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιὰ μέσα. Ἐκεῖ ποῦ τοὔβανε τὴ φωτιά, τὸν ρωτάει ὁ στρατηγός, ἀδιάφορα, μὲ ποιὸν ἔκαμε ὡς τώρα καὶ ποῦ πολέμησε.

— Μὲ τὸν Καραϊσκάκη, Καπετάνε, ἀπαντάει ὁ στρατιώτης. Ἤμνα κοντὰ τ’ ἀπ’ τὸν καιρὸ τ’ Λεπενιώτη. Πολεμήσαμε πολλὲς βολὲς ἀντάμα. Νὰ τὰ σημάδια...

— Καλά, καλά, ἄϊντε τώρα.

Ἀφοῦ βγῆκε ὁ στρατιώτης, γυρίζει ὁ Ἴσκος καὶ τοῦ λέει τοῦ Ράγκου·

— Γράφε, Ράγκο!

Ὕστερα ὁ Ἴσκος κράζει ἄλλον στρατιώτη·

— Ἄμ’ ἐσὺ μὲ ποιὸν ἔχης κάμη, ὠρέ, ὡς τώρα ’σ τὸν πόλεμο;

— Ἐγώ, στρατηγέ μ’; Πολέμησα ’σ τὴν Ἄρτα νυχτόημερα μὲ τὸν Καραϊσκάκη, πολέμησα ’σ τὸ Νιοχώρι, ’σ τὸ Κομπότι, πολέμησα...

— Καλά, φεύγα! λέει καὶ ’σ αὐτὸν ὁ Ἴσκος.

Ὕστερα γυρίζει κατὰ τὸ Ράγκο·

— Γράφε, Ράγκο! τοῦ λέει πάλι.

Φωνάζει ἄλλον στρατιώτη. Ἀρχίζει κ’ ἐκεῖνος τὰ δικά του·

— Πολέμησα ’σ τοῦ Κοράκου τὸ γιοφύρι, πολέμησα...

— Γράφε Ράγκο!



Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ

Κάποτε ὁ Μεγαπάνος, ἄρχοντας ἀπὸ τὸ Κάρλελι (Ἀκαρνανία), τοῦ εἶπε·

— Ὠρὲ Καραϊσκάκη, δὲ μαζώνεις λίγο τὴ γλῶσσα σου;

— Ἅμα μαζώξῃς ἐσὺ τὴ βρακοζώνα σου, θὰ μαζέψω κ’ ἐγὼ τὴ γλῶσσα μου, τοῦ εἶπε ὁ Καραϊσκάκης.

Ὁ Μεγαπάνος κυνηγοῦσε τὴς γυναῖκες.



ΤΟ ΦΙΛΙ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ

’Σ τὸν πόλεμο τοῦ Κεφαλόβρυσου, ὅπου σκοτώθηκε ὁ Μάρκος Μπότσαρης, εἶχε στείλῃ κι’ ὁ Καραϊσκάκης ἕνα μικρὸ σῶμα, αὐτὸς ὅμως δὲν ἔλαβε μέρος ’σ τὸν πόλεμο, γιατὶ ἦταν ἄρρωστος ’σ τὸ μοναστῆρι τοῦ Προυσοῦ. Ἀφοῦ σκοτώθηκε ὁ Μάρκος, ἔφεραν οἱ Σουλιῶτες τὸ λείψανό του καὶ τὸ ξάπλωσαν ἐμπρὸς ’σ τὸ νάρθηκα τῆς ἐκκλησιὰς τοῦ Μοναστηριοῦ. Σηκώθηκε τότε ὁ Καραϊσκάκης ἀπὸ τὸ κρεββάτι κ’ ἐπῆγε σέρνοντας καὶ φίλησε μὲ δάκρυα τὸ νεκρὸ τοῦ Μάρκου· κ’ εἶπε·

— Ἄμποτε, ἥρωα Μάρκο, κ’ ἐγὼ ἀπὸ τέτοιο θάνατο νὰ πάω.

Κ’ ἐπῆγε ἀληθινὰ ὅπως εὐχήθηκε, ὁ ἥρωας.

Αὐτὸν τὸ θάνατο εὔχονταν ὅλοι οἱ γενναῖοι ἐκεῖνον τὸν καιρό· νὰ πᾶν ἀπὸ βόλι. Τὸν ἴδιο θάνατο εὐχήθηκε κι’ ὁ Γκούρας κι’ ἀπ’ αὐτὸν ἐπῆγε.



Η ΜΑΡΙΩ

Ὁ Καραϊσκάκης ’σ τὴς ἐκστρατεῖες του εἶχε πάντα μαζί του μιὰ Τουρκοπούλα βαφτισμένη, ποῦ τὴν ἔλεγαν Μαριώ. Αὐτὴ ἦταν ντυμένη φουστανέλλες, σὰν ἄντρας, κ’ εἶχε τ’ ὄνομα Ζαφείρης ἀνάμεσα ’σ τὰ παληκάρια. Κάποτε λοιπὸν ὁ Καραϊσκάκης περαστικὸς κατάλυσε ’σ τὸ σπίτι του, μὲ κάμποσα παληκάρια. Πάει ὁ Ζαφείρης ’σ τὸ μαγερειὸ καὶ ρίχνεται ’σ τὴς δοῦλες κι’ ἀρχίζει τσιμπιές, γαργαλητά, φιλιά. Βάνουν τὴς φωνές ἐκεῖνες καὶ τρέχουν ’σ τὴν καπετάνισσα. Τρέχει κ’ ἡ κυρὰ Γκόλφω, ἡ Καραϊσκάκαινα, ’σ τὸ στρατηγὸ καταθυμωμένη·

— Τί πράματα εἶναι αὐτά; τοῦ λέει· τὰ παληκάρια σου παλεύουν τὴς ψυχοκόρες μου!

— Ἔγνοια σου, μωρή, τὴς λέει ὁ στρατηγός, ἔχω καὶ γιὰ ’σένα π... Μὴ θυμώνεις.



ΤΙ ΕΙΠΕ ’Σ ΤΟΝ ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗ

Κάποτε ’σ τὰ 1825, ’σ τὴν ἐκστρατεία τῆς Μεσσηνίας, μάλλωσε μὲ τὸν Κουντουριώτη καὶ τοῦ εἶπε·

— Ὠρέ, Κουντουριώτη ἄκουγα καὶ νόμιζα θὰ εἶναι ὅλο γιομᾶτο μυαλὸ τὸ κεφάλι σου. Ἐσὺ ὅμως ἔχεις τόσο μυαλό, ὅσο ἔχω ’γὼ σπόρο ’σ τ’ ἀ... μου!



ΠΩΣ ΑΓΑΠΗΣΕ ΜΕ ΤΟ ΖΑΪΜΗ

Ὅταν ὁ Καραϊσκάκης πῆγε ’σ τ’ Ἀνάπλι, ’σ τὰ 1826, ἐνῶ τὴν Ἀθήνα τὴν πολιορκοῦσε ὁ Κιουταχῆς, καὶ διορίστηκε Γενικὸς ἀρχηγὸς τῶν στρατεμάτων τῆς Ρούμελης γιὰ νὰ πάῃ νὰ τὸν πολεμήσῃ, παρουσιάστηκε ’σ τὴ Διοικητικὴ Ἐπιτροπή. Τότε ὁ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ Ζαΐμης, πρῶτος τὸν συχώρεσε γιὰ τὴν παλιά τους ἔχτρα, ποῦ βάσταγε ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ ἐμφύλιου πολέμου, ὅταν ὁ Καραϊσκάκης εἶχε κάμῃ πολλὰ κακὰ ’σ τὰ σπίτια καὶ χτήματα τοῦ Ζαΐμη ’σ τὴν Κερπινή. Ὁ Ζαΐμης ὅμως γενναιόκαρδα τὸν συχώρεσε. Ὁ Καραϊσκάκης δάκρυσε. Τότε φιλήθηκαν οἱ δυὸ καὶ ξεχάστηκαν τὰ περασμένα. ’Σ τὴ σκηνὴ αὐτὴ ἔτυχε νὰ εἶναι κι’ ὁ ἄρχοντας Ὑδραῖος Βασίλης Μπουντούρης κ’ εἶπε ’σ τὸν Καραϊσκάκη·

— Δὲν έκαμες ὡς τώρα ὅσο ἔπρεπε τὸ χρέος σου ’σ τὴν πατρίδα, Καραϊσκάκη· ὁ Θεὸς νὰ σὲ φωτίσῃ νὰ τὸ κάμῃς ἀπὸ ’δῶ κι’ ὀμπρός.

— Δὲν τ’ ἀρνιῶμαι, ἀποκρίθηκε ὁ Καραϊσκάκης. Ὅταν θέλω, γίνομαι ἄγγελος κι’ ὅταν θέλω, γίνομαι διάβολος. Ἀπὸ τώρα ἔχω σκοπὸ νὰ γίνω ἄγγελος.



ΤΟ ΒΡΑΚΙ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ

’Σ τὸν πόλεμο τῆς Δομπραίνας ὁ Καραϊσκάκης εἶχε διατάξῃ τὸν ὀπλαρχηγὸ Βασίλη Μποῦσγο νὰ πιάσῃ μιὰ ράχη παραπέρα ἀπὸ ’κεῖ ποῦ γίνονταν ὁ πόλεμος καὶ νὰ περιμένῃ ὡς ποῦ νὰ τὸν κράξῃ. Ἐνῷ λοιπὸν ἀκολουθοῦσε ὁ πόλεμος, ὁ Καραϊσκάκης ηὗρε μεγάλη ἀντίσταση ’σ τοὺς Τούρκους κ’ ἔστειλε ἕνα παληκάρι νὰ πάῃ νὰ φωνάξῃ τὸ Μποῦσγο βοήθεια. Ὁ στρατιώτης ὅμως δείλιασε καὶ δὲν ἔφερε τὴ διαταγὴ τοῦ στρατηγοῦ ’σ τὸ Μποῦσγο. Ἔτσι ὁ Καραϊσκάκης ἀναγκάστηκε νὰ τραβηχτῇ καὶ φτάνει ’σ τὴ ράχη, ὅπου φύλαγε, ἄνεργος, ὁ Μποῦσγος. Δαιμονίστηκε καθὼς τὸν εἶδε ὁ Καραϊσκάκης, γιατὶ νόμισε πῶς ἀπὸ φόβο δὲν εἶχε ἔρθῃ βοήθεια του.

— Τὸ βρακὶ τῆς Κατερίνας! Φέρτε μου τὸ βρακὶ τῆς Κατερίνας!

Ὁ Καραϊσκάκης γιὰ ντρόπιασμα τῶν δειλῶν εἶχε μαζί του ἕνα παλιόβρακο, ποῦ τὄξεραν ὅλοι μ’ αὐτὸ τ’ ὄνομα «τὸ βρακὶ τῆς Κατερίνας» καὶ ὑποχρέωνε ὅσους ἔπιανε φοβιτσάρηδες νὰ τὸ φορέσουν. (Αὐτὸ μᾶς θυμίζει τὴ Μόσκω τοῦ Τζαβέλα, ποῦ ἅμα ζύγωνε πόλεμος ἔβανε ντελάλι μέσα ’σ τὸ Σοῦλι, ὅτι ὅποιος Σουλιώτης μείνῃ ’σ τὸ χωριὸ καὶ δὲν πάῃ μὲ τοὺς ἄλλοις νὰ πολεμήσῃ, θὰ φορέσῃ γυναίκεια).

Ὁ Μποῦσγος ὅμως, ἀφοῦ δὲν ἔφταιγε σὲ τίποτα, ἄναψε κι’ αὐτὸς ἀπὸ τὸ θυμό του. Τραβιέται πίσω, κι’ ὄξω τὴν κουμπούρα! Ἐκεῖ ὅμως ξηγήθηκαν τὰ πράματα κι’ ὁ Καραϊσκάκης, ἀφοῦ κατάλαβε τὸ λᾶθος του, ζήτησε συμπάθειο ἀπὸ τὸ Μποῦσγο καὶ δακρυσμένος τὸν φίλησε.



ΤΗΣ ΚΛΑΝΟΜΑΡΩΣ ΤΑ ΚΑΜΩΜΑΤΑ

’Σ τὸ Δίστομο, πρὶν γίνῃ ὁ περίφημος πόλεμος, ἦταν μὲ τὸ σῶμα τοῦ Καραϊσκάκη ἕνας στρατιώτης, ποῦ κανεὶς δὲν ἤξερε ποῦθε κρατοῦσε ἡ σκούφια του. Κοντός, κουρελιάρης, μὲ μακρυὰ καὶ λερὴ φουστανέλλα, ποῦ κατέβαινε πειὸ κάτου ἀπὸ τὰ γόνατά του, ἄσκημος, σπανός, ξεραγκιανὸς καὶ πολὺ φοβιτσάρης. Ἔκανε ’σ τὸ στρατόπεδο τὴς γυναικεῖες δουλειές, ἔπλυνε, ἑτοίμαζε τὰ σφαχτὰ κ’ ἔψηνε τὰ κοκορέτσα καὶ τὰ σπληνάντερα. Ἦταν μ’ ἄλλα λόγια ἀπὸ ’κείνους, ποῦ τοὺς ἔλεγαν ’σ τὰ στρατόπεδα χατζαρούλες. Τὸ στρατιώτη αὐτὸν γιὰ τοὺς τρόπους του καὶ γιὰ τὴς ταπεινὲς δουλειὲς ποῦ ἔκανε τὸν ἔλεγαν οἱ συντρόφοι του Κλανομάρω. Ἀφοῦ ζύγωνε λοιπὸν ὁ πόλεμος, ἡ Κλανομάρω ἄφησε τὰ συνειθισμένα της καὶ φόρεσε σελιάχι καὶ κρέμασε μπαλάσκες κ’ ἔβαλε καὶ μιὰ μακρυὰ κουμπούρα ’σ τὸ σελιάχι· κι’ ἀφοῦ ’τοιμάστηκε γιὰ πόλεμο, παρουσιάζεται ἄξαφνα ἀνάμεσα ’σ τὰ παληκάρια, ’σ τὸ φοβερὸ ἐκεῖνο στρατόπεδο. Δὲ λέγεται ἡ ταραχὴ καὶ τὰ γέλοια καὶ τὰ πειράγματα καὶ τὰ χωρατά, ὅταν εἶδαν τὴν Κλανομάρω τὰ παληκάρια. Χάλασε ὁ κόσμος γύρω της, καθὼς περνοῦσε καμαρώνοντας σὰ σκεπάρνι ἡ Κλανομάρω, τριγυρισμένη ἀπὸ τὸ πειὸ διαλεχτὸ ἐπιτελεῖο, ποῦ θὰ ζήλευε κάθε στρατηγός, μ’ ἄλλα λόγια ἀπὸ τὰ καλύτερα παληκάρια τοῦ Καραϊσκάκη.

Τὴν ἄλλη ’μέρα, ἡμέρα τοῦ δοξασμένου ἐκείνου πολέμου, ἐνῷ οἱ Ἀρβανίτες μὲ τὸν Καρυοφίλμπεη νικημένοι κυνηγιῶνταν ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες, ὁ Καραϊσκάκης ἀκράτητος, φοβερός, τραντάζοντας μὲ τὴς φωνές του τὴς ράχες γύρω, καθὼς προχωροῦσε μὲ τ’ ἄλογο, κάνει ἔτσι καὶ βλέπει κρυμμένον ἄνθρωπο μέσα σὲ μιὰ πατουλιά. Νόμισε πῶς ἦταν Τούρκος κι’ ἀμέσως τραβάει ἀπὸ τὴ σέλλα τὴ μιὰ πιστιόλα, ἕτοιμος νὰ ρίξῃ. Ἄξαφνα ὅμως πηδάει ὄξω ἀπὸ τὴν πατουλιὰ ἡ Κλανομάρω καὶ φωνάζει τρομασμένη·

— Μὴ καπετάνε! μή, εἶμ’ ἐγὼ! Μὴ γιὰ τὸ Θεό!

Κράτησε ὁ στρατηγὸς τ’ ἄλογο καὶ κάνοντας τάχα πῶς παραξενεύτηκε καὶ πῶς δὲν κατάλαβε τίποτα, λέει ’σ τὴν Κλανομάρω·

— Ὠρέ, ἐσὺ ἐδῶ μέσα, ὠρὲ Μάρω;

— Τί νὰ κάμω, καπετάνε, βούλωσε τὸ ντουφέκι μου καὶ δὲ μπόργα νὰ πολεμήσω.

— Νά, ὠρὲ Μάρω, πᾶρε τὸ δικό μου καὶ σὲ θέλω νὰ μοῦ φέρῃς κεφάλια Ἀρβανίτικα!

Κι’ ἀμέσως δίνει ’σ τὴν Κλανομάρω τὸν κοντό του σισανέ, τὸν ἀσημόδετον καὶ φλωροκαπνισμένον.

Τότε ἡ Κλανομάρω, ἀφοῦ ἔπιασε ’σ τὰ χέρια τὸ φοβερὸ ὅπλο τοῦ Καραϊσκάκη, ἔγινε ἀλλοιώτικη. Χύθηκε ἀπόκοντα ’σ τοὺς Ἀρβανῖτες καὶ σὲ κάμποση ὥρα γύρισε φέρνοντας θριαμβευτικὰ δυὸ ματωμένα, ὁλόζεστα Ἀρβανίτικα κεφάλια. Φαντάζεται κανένας τὰ ζήτω τῶν παληκαριῶν γιὰ χάρη τῆς Κλανομάρως.



Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ

’Σ τὰ 1826, ὕστερα ἀπὸ τοὺς περίφημους πολέμους τῆς Ἀράχωβας, τοῦ Διστόμου καὶ τόσους ἄλλους, ὁ Καραϊσκάκης μὲ τὸ στρατό του εἶχε κινήσῃ κ’ ἔρχονταν βοήθεια τῆς Ἀθήνας, ποῦ κιντύνευε ἀπὸ τὸν Κιουταχῆ. Ἔφτασε ’σ τὸ μοναστῆρι τοῦ Ἅγιου Σεραφείμ, ὅπου εἶναι καὶ τὸ λείψανό του, τιμημένο πολὺ λείψανο ἀπὸ τοὺς Ρουμελιῶτες. Ἐκεῖ ὁ Καραϊσκάκης γονατιστὸς ’σ τὸν ἅγιον τάφο κοντά, μ’ ὅλα τὰ παληκάρια του, προσευχήθηκε· «Βοήθησέ μας, Ἁϊσεραφείμ, νὰ διώξωμε τὸν Κιουτάγια ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, νὰ γλυτώσωμε τοὺς κλεισμένους χριστιανοὺς καὶ νὰ κάμωμε ’σ τοὺς Τούρκους δεύτερη Ἀράχωβα, καὶ νὰ σοῦ φέρω χρυσὸ καντήλι ’σ τὸν τάφο σου καὶ λαμπάδες ἑκατὸ ἴσα μὲ τὸ κορμί μου καὶ νὰ στολίσω σὰν παλάτι τὸ μοναστῆρι σου!» Κι’ ὅλος ὁ στρατὸς ξεσκούφωτος καὶ γονατισμένος εἶπε τὴν ἴδια προσευχή. Ὁ Ἅγιος Σεραφεὶμ ὅμως δὲν τοὺς ἀξίωσε.



ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ ΚΑΙ ΚΙΟΥΤΑΧΗΣ

Τὴς 9 Αὐγούστου, ’σ τὰ 1826, ὁ Καραϊσκάκης ἀνταμώθηκε κατὰ τύχη μὲ τὸν Κιουταχὴ ’σ τὴ Γαλλικὴ φεργάδα τοῦ ναυάρχου Δερνῦ, ποῦ ἦταν ἀραγμένη ’σ τὸν Πειραιᾶ. Ὁ Κιουταχῆς μὲ τὸν Ὀμὲρ πασσᾶ τῆς Χαλκίδας εἶχαν πάῃ νὰ ἰδοῦν τὸ ναύαρχο. Δὲν πρόφτασαν νὰ κατέβουν ’σ τὴ σάλλα καὶ φτάνει ὁ Καραϊσκάκης μὲ τὸ Χρηστίδη σὲ βάρκα Ἑλληνικὴ ἀπὸ τὸ μπρίκι τὸ Ψαριανὸ τοῦ Γιαννίτση, ποῦ ἦταν ἀραγμένο ’σ τὴ Λεψίνα καὶ τὄχε ὁ Καραϊσκάκης ’σ τὴς διαταγές του. Λένε πῶς ἐπίτηδες ὁ Γάλλος ναύαρχος εἶχε φέρῃ ἔτσι τὸ πρᾶμα, γιὰ νὰ σμίξουν οἱ δυὸ ἀρχιστράτηγοι. Κι’ αὐτὸ τοῦ τὸ εἶχε ζητήσῃ ὁ Κιουταχῆς.

Ταράχτηκε ὁ Καραϊσκάκης καθὼς εἶδε τὸν Κιουταχῆ μπροστὰ του. Ἔβαλε τὸ χέρι ’σ τὸ σπαθὶ κ’ εἶπε ’σ τὸ Χρηστίδη.

— Ὠρὲ Χρηστίδη, μὴ μᾶς κάνουν καμμιὰ μπαμπεσά;

Τὸν καθησύχασε ὁ Χρηστίδης. Κι’ ὁ Κιουταχῆς ὅμως ταράχτηκε, καθὼς εἶδε τὸν Καραϊσκάκη. Χαιρέτησε ὁ Καραϊσκάκης τὸν Κιουταχῆ, κατὰ τὴν τούρκικη συνήθεια (μὲ τὴν ἀπαλάμη ’σ τὸ στῆθος) καὶ κάθισε. Χαιρέτησε κι’ ὁ Κιουταχῆς μὲ τὸ κεφάλι, ἀγέρωχος, καὶ μίλησε πρῶτος Ἀρβανίτικα·

— Τί κάνεις, Καραϊσκάκη; Ἔλπιζα νἄρθῃς ’σ τὰ Μπιτώλια νὰ μὲ προσκυνήσῃς καὶ νὰ σοῦ δώσω ὅλα τὰ βιλαέτια, ἀπὸ τὴν Ἀθήνα ὡς τὴν Ἄρτα.

— Ἐγὼ νὰ σὲ προσκυνήσω; τοῦ ἀποκρίνεται ὁ Καραϊσκάκης. Ἂν εἶσαι Ρούμελη Βαλεσῆς ἐσύ, εἶμαι κ’ ἐγὼ Ρούμελη Βαλεσῆς. Κι’ ἂν ἤξερε ἡ Διοίκησή μου ὅτι κρένομε τώρα μαζί, μὲ κρέμαγε κ’ ἐμένα καὶ δεκαπέντε χιλιάδες στρατέματα, ποῦ ἔχω ’σ τὴ Λεψίνα.

— Καὶ πῶς μπορεῖ νὰ σὲ κρεμάσῃ;

— Μήπως δὲ σὲ κρεμάει ἐσένα ὁ Σουλτάνος, ὅταν θέλῃ; Ναὶ ἢ ὄχι;

— Ναί, γιατὶ τὸν ἔχω βασιλιᾶ.

— Λοιπὸν μὲ κρεμάει κ’ ἐμένα, γιατὶ τὴν ἔχω βασίλισσα!

Χαμογέλασε ὁ Κιουταχῆς. Σηκώθηκε πρῶτος κ’ ἔφυγε ἀπὸ τὸ καράβι.

Τὴν ἄλλη ’μέρα ὁ Κιουταχῆς τοὔστειλε καφφέ, ζάχαρη καὶ καπνό. Ὁ Καραϊσκάκης τοὔστειλε ἕνα φόρτωμα κρασί.


ΠΩΣ ΝΑ ΕΞΟΥΣΙΑΖΩΝΤΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

Ρώτησαν τὸν Καραϊσκάκη πῶς μπορεῖ νὰ ἐξουσιάζῃ κανεὶς τοὺς Ἕλληνες. Ἀποκρίθηκε·

— Ὅποιος θέλει νὰ ἐξουσιάζῃ καλὰ τοὺς Ἕλληνες, πρέπει νἄχῃ ’σ τὴν πλάτη του ἕνα δισάκκι ποῦ νὰ εἶναι γιομᾶτο διαόλους ἀπὸ πίσω, ὁ Χριστὸς μπροστὰ κι’ ὁ παρᾶς ’σ τὴ μέση.

(Γ. Γαζῆς).



ΠΟΙΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ

«Ὁ καλὸς καπετάνος πρέπει νἄχῃ φρονήματα πετεινοῦ (γιὰ νὰ ἐξουσιάζῃ), καλωσύνη σκύλου (γιὰ νὰ τὸν ἀγαποῦν), παληκαριὰ καὶ θεωρία λιονταριοῦ (γιὰ νὰ τὸν σέβωνται καὶ νὰ τὸν φοβώνται), ὕπνο καὶ περπάτημα λαγοῦ (γιὰ νὰ εἶναι ἄγρυπνος καὶ γλήγορος) καὶ πονηριὰ γυναίκας (γιὰ νὰ ξεγελάῃ καὶ νὰ σέρνῃ τοὺς ἀνθρώπους)».

(Γ. Γ.).



ΟΙ ΚΑΚΙΕΣ ΤΩΝ ΤΡΑΝΩΝ

«Ὅποιος προκομμένος ἄνθρωπος δὲν κρύβει τὰ ἐλαττώματά του ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ πολλοῦ κόσμου εἶναι κουτότερος ἀπὸ τὴ γάτα, ποῦ θάφτει τὴν κοπριά της, γιὰ νὰ μὴ φαίνεται ’σ τὸ φῶς».

(Γ. Γ.).



ΠΩΣ ΚΕΡΔΙΖΕΤΑΙ Η ΔΟΞΑ

Τὸν ρώτησαν πῶς ἕνας ἄνθρωπος τοῦ πολέμου μπορεῖ νὰ γίνῃ μεγάλος καὶ ν’ ἀποχτήσῃ ὑπόληψη. Εἰπέ·

Φρόνιμος καὶ παληκάρι,
πλούσιος καὶ γαλαντόμος
μέγας γίνεται ’σ τὸν κόσμο.

(Γ. Γ.).



ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΟΘΟΥΣ

«Καθὼς ἡ φύση δέχεται τὰ κεντρώματα καὶ δείχνει τὰ μπολιασμένα δέντρα πλειὸ καλὰ ἀπὸ τ’ ἀγρία, ἔτσι κι’ ὁ Θεὸς κάνει πολλὲς βολὲς τὰ μπάσταρδα παιδιὰ πλειὸ ἄξια ἀπὸ τ’ ἄλλα, τὰ γνήσια». (Ὁ Καραϊσκάκης ἦταν νόθος κι’ αὐτός).

(Γ. Γ.).



Ο ΔΕΙΛΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ

Φοβιτζάρης τὸ ἀσκέρι σὰν πανούκλα τὸ μολεύει
καὶ δειλὸς ἀπελπισμένος γίνεται ἀντρειωμένος.

(Γ. Γ.).



ΠΩΣ ΕΞΟΥΣΙΑΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

«Ἡ γυναῖκα καὶ τὸ ἄττι θέλουν ἄξιον καβαλλάρη».

(Γ. Γ.).



ΤΑ ΚΑΛΑ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Τὸν ρώτησαν τί ἀπόλαψε ’σ τὸν κόσμο. Ἀποκρίθηκε·

Νέος ὑπανδρεύθηκα, ὡραίαν γυναῖκα πῆρα [1],
ζέφκια πολλὰ ἐτράβησα, δόξαν μεγάλην ηὗρα
καὶ γρόσια ἐκαζάντησα ὅσα μοῦ ἦτον χρεία.

(Γ. Γ.).


  1. Ὁ Καραϊσκάκης ἦταν παντρεμένος πολὺ πρὶν ἀπὸ τὸ 1821. Ἡ Καραϊσκάκαινα πέθανε τὸ 1827 ’σ τὸν Κάλαμο, ἐνῷ ὁ στρατηγὸς πολεμοῦσε ’σ τὴν Ἀθήνα τὸν Κιουταχῆ. Ἡ Κυβέρνηση ἀνησύχησε τότε μὴν ἀφήσῃ ὁ στρατηγὸς τὸ στρατόπεδο καὶ πάῃ νὰ παρηγορήσῃ τὴν οἰκογένειά του. Αὐτὸς ὅμως ἔκαμε μεγάλη καρδιὰ κ’ ἔγραψε καὶ ’σ τὴν Κυβέρνηση νὰ τὴν ἡσυχάσῃ.