Η αυτοβιογραφία μου (1873)

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η αυτοβιογραφία μου (1873)
Συγγραφέας: Παναγιώτης Παπαναούμ
Το χειρόγραφο της αυτοβιογραφίας του Π.Π.Ναούμ βρίσκεται στα χέρια των απογόνων του στο Mainz am Rheim της Γερμανίας. Στα αποσπάσματα που καταγράφονται έγιναν μερικές απαραίτητες διορθώσεις στην ορθογραφία, στους αρχαϊσμούς και στη στίξη. Επίσης θέματα δευτερεύουσας σημασίας (ΣτΣ] αποδίδονται συνοπτικά


Εγεννήθην εν Καστορία πάλαι Κέλετρον καλουμένην[Επεξεργασία]

1 Η πόλις Καστορία κείται εις στους πρόποδας υψηλού όρους περιβρεχομένου προς Ανατολάς, Άρκτον και μεσημβρίαν υπό της λίμνης, επί δε του υψηλοτάτου σημείου του εν λόγω όρους υπάρχει μικρόν οροπέδιο , εφ΄ού ερείπια του ναού του Αγίου Αθανασίου διακρίνονται. Η παράδοσις λέγει ότι ο άνω μνημονευθείς ναός κατερεπώθη διότι μετά την άλωσιν της πόλεως από τους Οθωμανός τις [κάποιος] είχε κοπρίσει εντός του ιερού βήματος. Προς ανατολάς και ου μακράν του εν λόγω ερειπίου, κοιλάς τις αρκετά μεγάλη περιεφράττετο πάλαι ποτέ υπό κυκλωπείου τείχους, του οποίου οι μεγάλοι λίθοι κείνται έτι και νυν επί γραμμής επιμαρτυρούσης την αρχαίαν του ύπαρξιν και τον σκοπόν δια τον οποίον ανωκοδομήθη. Εντός δε του φρουρίου τούτου υπήρχεν, ως λέγεται, και φρέαρ, του οποίου ο πυθμήν μέχρι της λίμνης κατέληγεν. Τα ολίγα όσα μέχρι σήμερον εγράφησαν παρά διαφόρων αρχαίων τε και νεωτέρων περί Καστορίας, ούτε καν μνείαν ποιούσιν περί του άνω μνημονευθέντος φρουρίου.
2 Το όρος της Καστορίας, το οποίον ουδεμίαν άλλην διακριτικήν φέρει ονομασίαν είναι βραχώδες, πετρώδες και ακανθαφόρον. Τήδε κακείσε περί τας ακτάς της λίμνης υπάρχουν αυτόφυτοι αγριαμυγδαλέαι, αγριαχλαδέαι, αγριομηλέαι, κ.τ.λ. Φύονται δε επί τους όρους τούτου και σπάνια και τιμαλφή, κατ΄εμήν πεποίθησιν, βότανα άγνωστα εισέτι εις τον βοτανικόν κόσμον, ακατανόμαστα και ακαταχώριστα εις τους πολυσελίδους καταλόγους της πλουσίας και βρωτωφελούς ταύτης επιστήμης. Κατά Μάιον μήνα, ότε η φύσις άπασα κοσμείται με τα μυριόχροα άνθη αυτής, τότε ο περιπλανώμενος επί του όρους της Καστορίας αισθάνεται την ύπαρξιν των σπανίων βοτάνων του δια της αναπνοής αρωματοβόλων πνευμάτων. Ο χρόνος ίσως και η των διασήμων βοτανολόγων ακάθεκτος τάσις προς το ανακαλύπτειν τα εισέτι άπειρα της φύσεως μυστήρια θα παράσχη και εις το όρος της πατρίδος μου την διασημότητα εκείνην την οποίαν αγνώστως μεν μέχρι το νυν, αλλ΄ εκ καταβολής κόσμου παρ΄αυτής της φύσεως κέκτηται. Εντός της πόλεως Καστορίας και παρά την θέσιν Άγιος Αθανάσιος φαίνονται έτι και νυν ερείπια βυζαντινής εποχής. Η περί της οποίας ο λόγος θέσις εφορεύει άπασαν την πόλιν και καταδεικνύει ότι πάλαι ποτέ περιβάλλετο από φρούριον. Επί της θέσως «Άγιος Αθανάσιος» υπήρχον κατά την βυζαντινήν εποχήν τα δημόσια της πόλεως κτήρια τα οποία περιεφράττοντο υπό τείχους δια το ασφαλές των εν αυτοίς οικούντων, ως εποχή το εκάλει. Εχρημάτισαν κατά καιρούς διοικηταί της Καστορίας και ηγεμονόπαιδες εκ της αυτοκρατορικής οικογενείας (εννοεί προφανώς και τον Ανδρόνικον Κομνηνόν). Οι Οθωμανοί δε αφού έγιναν κύριοι της πόλεως, αντί να διατηρήσωσι τα δημόσια εκείνα οικοδομήματα εγκατέλιπον αυτά να ερειπωθώσι και ανήγειρον προς μνήμην επί της θέσεως των τζαμίον το οποίον και την σήμερον σώζεται (εννοεί το κουρσούν τζαμί).

Ένα περίεργο φαινόμενο της λίμνης μας[Επεξεργασία]

3 Και άλλο τι περίεργον συμβαίνει τακτικώς κατ΄έτος και μήνα Αύγουστον εν Καστορία, το γνωστόν υπό το όνομα: «αρρώστησε το νερό». Η λίμνη της πατρίδος μου σχετικώς προς την ανώμαλον θέσιν της πόλεως διαιρείται εις δύο, εις Δολτζινήν (μεσημβρινήν δηλ. νοτιοδυτική) και Αποζερενήν (Αρκτικήν δηλ. βορειοανατολική). Αρχομένου του μηνός Αυγούστου μέχρι της 15 αυτού, ήτοι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, αι εξ επαγγέλματος λευκάστριαι διακόπτουσι τας εργασίας των όπως αι Δρυμάδες (εννοεί φεύγανε με ευκινησία), λέγουσαι δε ότι αι δρύμαι της λίμνης κόπτουσι τα πανιά των. Το αληθές είναι, ότι αρρωστά το νερόν της λίμνης κατά πρώτον ως επί το πλείστον εις το αρκτικόν μέρος αυτής επί 8 ολοκλήρους ημέρας και ακολούθως μέχρι της 15ης Αυγούστου εις το μεσημβρινόν. Συμβαίνει δε η ασθένεια του ύδατος, ως αποκαλεί το φαινόμενον τούτο η κοινή των πολιτών φράσις, κατά τον εφεξής τρόπον: Αίφνης η θερμοκρασία του ύδατος ψυχρούται επί τοσούτον, ώστε και η χρήσις των λουτρών της λίμνης υπό πολλών διακόπτεται, το ύδωρ μελανούται και οι ιχθείς μέχρι δύο λίτρων περίπου βάρους νήχονται (κολυμπούν, επιπλέουν) επί της επιφανείας του ύδατος ως μέθυσοι και συλλαμβάνονται υπό των κατοίκων δια της χειρός. Όλως το αυτό φαινόμενο παρουσιάζεται μετά 8 ημέρας εις το αντίθετον μέρος της λίμνης, το μεσημβρινόν, και διαρκεί μέχρι της 15ης Αυγούστου. Ουδεμία μέχρι τούδε, ως πληροφορούμαι, εγένετο απόπειρα περί ανακαλύψεως της καθ΄αυτό αιτίας του φαινομένου, εικάζω όμως ότι αύτη προέρχεται εκ πηγών σιδηρούχων ευρισκομένων εν τω πυθμένι της λίμνης. Ό,τι δε αποκαθιστά σκοτεινόν το φαινόμενον είναι η περιοδική αυτού κατά μήνα Αύγουστον εμφάνισις. Πιθανόν με τον χρόνον να γίνη η ανακάλυψις του εν λόγω φαινομένου υπό επισήμων ανδρών.

Τα σήμαντρα της Καστοριάς- Οθωμανοί και εβραϊκή κοινότητα[Επεξεργασία]

4 Εν απάση σχεδόν τη οθωμανική επικρατεία οι τε Χριστιανοί, Οθωμανοί και Ιουδαίοι ανάμικτοι οικούσι μόνον εν Καστορία. Των τριών μνημονευθέντων φυλών αι συνοικίαι εισί κεχωρισμέναι απ΄αλλήλων και ουδεμία σχέσις μεταξύ των υπήρχεν. Οι Χριστιανοί εκέκτηντο το προνόμιον να σημαίνωσι τα σήμαντρα εις τας εκκλησίας των καθ΄όλον το έτος και δι΄αυτών να ειδο-ποιούνται οι πολίται δια να προσέρχωνται εις τους ναούς, ενώ εις άλλας πόλεις της οθωμανικής επικρατείας είχον τους κράκτας αντί των σημάντρων.
Προς δε ήτον επιτετραμμένον παρά της εξουσίας να τρέφωσιν οι πολίται χοίρους εις τας οικίας των και να περιφέρωνται ούτοι εις τας οδούς της πόλεως ανενοχλήτως.
Τα δύο ταύτα προνόμια απέκτησαν οι Χριστιανοί της Καστορίας εκ του κάτωθεν περιστατικού: Μετά την πτώσιν της Κωνσταντίνου Πόλης αι πλείσται πόλεις της Ρούμελης κατείχοντα εφ΄ικανόν χρόνον υπό των αρχών της πεπτωκυίας αυτοκρατορίας, μεταξύ των οποίων συνηριθμείτο και η πατρίς μου και ως φρούριον επαρουσίαζεν αύτη ουκ ολίγας δυσκολίας εις τους νέους κατακτητάς.
Διό, ότε ενεφανίσθη προ των πυλών της ο νέος στρατηγός του σουλτάνου και απήτησε τας κλείδας της πόλεως παρά των αρχών αυτής, τω απήντησαν αύται: «’Άνευ όρων η παράδοσις της πόλεως ήτον αδύνατον να γίνη και απεφασίσθη η υπεράσπισίς της μέχρις εσχάτων». Ο διοικών τον οθωμανικόν στρατόν πασάς εζήτησε να μάθη τους εν λόγω όρους και κατόπιν, κατά την σημασίαν των, να ενεργήση τα περαιτέρω: Λαβών δε γνώσιν αυτών τους παρεδέχθη προθύμως και προυκάλεσε την επικύρωσίν των παρ΄αυτού του σουλτάνου, η οποία μέχρι και της σήμερον διατηρείται. Τουτέστι σημαίνουσι ακωλύτως τα σήμαντρα των εκκλησιών της Καστορίας και οι χοίροι περιφέρονται ελευθέρως εις τας αγυιάς (δρόμους) της. Ιδού οι δύο προταθέντες όροι κατά την παράδοσιν της πόλεως υπό των τότε αρχών αυτής και παραδεκτοί γενόμενοι αμελητί υπό της νέας δυναστείας: Εις τον Άγιον Γεώργιον της Καστορίας εν θολωτοίς κοιλώμασιν, επί της δυτικής πλευράς του ναού, φαίνονται και σήμερον ίχνη ζωγραφιών παριστασών, κατά την παράδοσιν των πολιτών, πρόσωπα αγίων, το αληθές όμως είναι ότι οι άγιοι ούτοι ήσαν οι διαπρέψαντες αυτοκρατορικοί υπάλληλοι της βυζαντινής δυναστείας κατά την παράδοσιν της πόλεως εις τους Οθωμανούς.

Παραδόσεις και ευτράπελα της πατρίδος μου[Επεξεργασία]

Οι παλιούρες (κατά την τοπικήν ονομασίαν αι παρήλικες γυναίκες) με τα παντός είδους ανύπαρκτα οράματά των επροσωποποίουν την πανώλην και παρίστανον αυτήν ως το φοβερώτατον ανθρωποφάγον τέρας. Τούτο συνέτεινε μεγάλως εις τους σκοπούς και τα σχέδια των ιερέων, οι οποίοι περιεποιούντο αυτάς κατ΄εξαίρεσιν και τας υπέσχεντο τον παράδεισον. Φθινοπωρινή ήτον η ώρα, ότε εκ των αγρών του Μαυρόβου μετέβημεν εις την απέναντι της Καστορίας θέσιν, Πέτραν καλουμένη. Διάφοροι Οθωμανοί εκέκτηντο ουκ ευκαταφρονήτου ιδιοκτησίας εν εκείνη τη θέσει και εκ του φόβου της νόσου εγκατέλιπον εις ημάς τους νεοελθόντες άπασαν την εισοδίαν των, χάριν δε περιεργείας προσθέτω και το ακόλουθον περίεργον: Ο παπά-Αναστάσης ως μάλλον λυσιτελές (ωφέλιμον) εις τα συμφέροντα του επενόησε το ακόλουθον στρατήγημα: Περί τη δύσιν του ηλίου εφρόντισε να εύρη δύο ή τρεις χελώνας επί των οποίων την ράχην, αφού επροχώρει η νύξ, εστερέωνε κηρίον αναμμένον και τας άφηνεν εις αρκετά μεγάλα αποστήματα εκ των καλυβών να τρέχωσι. Την επαύριον εδιηγείτο ο ίδιος εις τους Χριστιανούς ότι είδε την πανώλην να περιφέρεται πέριξ των παραπηγμάτων και δια να αποσοβηθεί το κακόν, έλεγεν εις το ποίμνιον του να διπλασιάζει τους αγιασμούς και τας παρακλήσεις.

Λόγου αξία της πατρίδος μου Καστορίας είναι και η υπό το όνομα γνωστή, Ν τ ο υ ν τ ο ύ λ κ α [1]ή λιτανεία ή εν ώρα θερινής ανομβρίας τελουμένη. Γίνεται δε αύτη ως έπεται: Νέοι κάτω των 20 ετών συνέρχονται και περιβάλλουσιν ένα εξ αυτών με χλωρούς κλάδους χαμοδένδρων ή με τα λεγόμενα β ο ύ ζ ι α και τον περιάγουσιν από οικίας σε οικίαν της πόλεως τραγωδούντες τα κάτωθεν:

Βάϊ- βάϊ ντουντουλέ, πεπερούνα[2] περπατεί
Τον Θεόν παρακαλεί,
Κύριε βρέξε μια βροχή,
μια βροχή καλή-καλή
σιτάρ, σιτάρια (να γίνωσι) τα χορτάρια,
να χαρούν τα παληκάρια,
καθ΄αστάχυ και κιλό,
κάθε κούτζουρο φορτιό.

Είτα χύνουσι επί της πεπερούνας έν σταμνίον νερόν και δίδουσιν εις τους παρακολουθούντας αυτήν νέους ολίγα τινά νομίσματα.

Παιδικά χρόνια στην Καστοριά (1810-1822)[Επεξεργασία]

Ο πατήρ μου, καθότι ιερεύς του Υψίστου, συνήθιζε να ανοίγη τας πύλας της εκκλησίας κατά τας επισήμους εορτάς και τα ελαφροεόρτια πολύ πρωί, διότι δεν ηδύνατο επί χρόνου μακρού να υποφέρη την στέρησιν του ερρίνου (ταμβάκου)· τούτου ένεκα η λειτουργία με τα διαβάσματα του όρθρου και τα λοιπά ώφειλε ταχέως να περαιωθή, δι αυτό ηναγκαζόμουν κι΄εγώ, πάντοτε αέκων [παρά τη θέληση μου], να τον παρακολουθών στην εκκλησία κατ΄εκείνην την ώραν δια να αναγιγνώσκω του όρθρου τα γράμματα και ο ιερεύς να εισέρχεται εις την λειτουργίαν. Ενίοτε όμως ο γλυκύς ύπνος της πρωίας, ο τοσούτον θημηδώς τους παίδας εν ταις αγκάλαις αυτού κρατών, παρέτεινε την εμφάνισίν μου εν τη εκκλησία, το δε αποτέλεσμα αυτής ήτον ξύλον με το μηνιαίον εις το κεφάλι. Παρόμοια παθήμτα πολλά υπέστην εν τω ναώ του Υψίστου και υπέρ εμαυτού μόνην την συμπάθειαν και μεροληψίαν της μητρός μου είχον. Μετά την απόλυσιν της εκκλησίας έξέθετον τη μητρί πικρά παράπονα κατά του ιερέως πατρός και τη επεδείκνυον το μέρος της κεφαλής, εφ ού μετά στιβαράς χειρός κατέπιπτεν εν τω ναώ το μηνιαίον [εκκλησιαστικό βιβλίο]. Η σεβαστή μήτηρ μου, η με αίσθημα υπερτάτης φιλοστοργίας φιλούσα με ως τελευτόκον, επελαμβάνετο μετά ζήλου της υπερασπίσεώς μου, και τότε ελάμβανε χώραν κατά το κοινόν λόγιον «του κουτρούλη ο γάμος». Εν τούτοις τι συνέβαινεν; Οι μεν γονείς διεφιλονείκουν θυμοειδώς περί της υποθεσέως του υιού, το τέκνον έτρωγε τες ξυλιές και η γη εκεινείτο.
Κατά το έτος 1814, αν δε λανθάνωμαι, περιηγητής τις Ευρωπαίος είχεν επισκεφθεί την πατρίδα μου και, αργότερον έμαθον, ήτον ο κατ΄εκείνην την εποχήν εν Ιωαννίνοις πρόξενος της Γαλλίας κ. Πουκεβίλλ. Επειδή η ενδυμασία του ανδρός νεοφανής εις Καστορίαν και την περιέργειαν ιδίως των παίδων προσελκύουσα, έτρεχον κατόπιν του [οι λέξεις των παιδικών μας ετών παρεισφρέουν ανεπαίσθητα ακόμα και σε επιτηδευμένα κείμενα]. Επεσκέπτετο δε αδιαφόρως ο εν λόγω ανήρ τας εκκλησίας, τα τζαμιά, τας συναγωγάς και παν ό,τι περιεργίας άξιον εκέκτητο η πατρίς μου. Ενώ εν μια των ημερών μετά την απόλυσιν της σχολής ευρισκόμεθα άπαντες οι μαθηταί του παπά-Παύλου, παιδιάς χάριν, εις την πλατείαν της πόλεως, Δολτζός καλουμένην, αίφνης παρίσταται εν τω μέσω ημών ο φραγκοφορεμένος περιηγητής και ήρχισε να μας ερωτά πως ονομάζεται έκαστος εξ ημών. Από της εισβολής των Αλβανών εις Πελοπόννησον κατά το έτος 1773, φυγάς τις εκείθεν οικογένεια είχεν αποκαταστή εις Καστορίαν και ήτο γνωστή υπό το επώνυμον: Μωραϊτης. Μεταξύ δε ημών των μαθητών υπήρχεν και ενας γόνος αυτής καλούμενος Μωραϊτης. Αφού δε ο περιηγητής ήκουσε την λέξιν Μωραϊτης, προσέθηκεν εις καθαρεύουσαν ελληνικήν γλώσσαν το κάτωθι δίστιχον, το οποίον ανεξάλειπτον έκτοτε παρέμεινεν εν τη μνήμη μου:
Κάλλιον σκύλον από την Κρήτην
παρά φίλον Μωραϊτην.

Από τη μαθητική ζωή στην Καστοριά[Επεξεργασία]

Εκ της νηπιακής ηλικίας μου δια την εκμάθησιν των κολλυβογραμμάτων εφοίτησον εις το ούτως πως καλούμενον Ελληνικό Σχολείον διευθυνόμενον κατά την εποχήν εκείνην υπό τινος ιερέως παπά-Παύλου καλουμένου και μη ννοούντος ούτ΄αυτού του Αισώπου τους μύθους. Και βεβαίως το καταπληκτικόν φάσμα ανηκούστου τυραννίας και η παρ΄ αυτής απορρόφησις των πόρων της ζωής των ταλαιπώρων υπηκόοων, αποστέρει τους πολίτας τα μέσα τού να καλέσωσιν εις την απόκεντρον πατρίδα των άνδρα κάτοχον ελληνικής παιδείας, δυνάμενον να παιδαγωγήσει της πατρίδος μου την νεολαίαν και αναδείξη με τον χρόνον μαθητάς την πνευματικήν μόρφωσίν του τε και ανάπτυξιν του γένους υπισχνουμένους.

Η Συμβολή της πατρίδος μου και της Μακεδονίας εις την ιστορίαν της επαναστάσεως (1821)[Επεξεργασία]

Δεν προυτίθεμαι να συγγράψω ιστορίαν, δια να αριθμήσω ενταύθα τας δάφνας των συμπατριωτών μου, δια των οποίων εκοσμήθησαν ούτοι έν Ελλάδι εις διαφόρους μάχας κατά του εχθρού, αλλά και να παρασιωπήσω δεν δύναμαι ότι οι συγγράψαντες της επαναστάσεως μας την ιστορίαν ότε κόκκον λιβάνου έκαυσαν υπέρ αυτών εν τω ναώ της μνημοσύνης. Αν δε ποτε γίνωσι γνωστά στα περί μακεδονικού σώματος γραφόμενά μου, προορώ από τούδε ότι πικρώς θα χλευασθώ ως σφόδρα Μακεδών και ως υπερβολικός των πράξεων του υμνωδός. Με παρηγορεί όμως το γωνστόν της ιδιαιτέρας πατρίδος μου ρητόν, ότι ο Μακεδών νηπιόθεν εσυνήθισε να λέγη την σκάφην σκάφην και τα σύκα σύκα.

Του Αλή πασά των Ιωαννίνων η ανταρσία κατά τα έτη 1820 και 21 κατά του σουλτάνου Μαχμούτη, η επανάστασις της Ναούσης εν Μακεδονία η υπό του προύχοντος αυτής Ζαφειράκη υποκινηθείσα, της Βλαχίας και της Ελλάδος τα περί απαλλαγής του έθνους από του ζυγού της τυραννίας συμβάντα ηνέωξαν στάδιον ευρύ ωμοτήτων και καταχρήσεων εις τας πανταχόθεν του οθωμανικού κράτους προς του πολέμου τα πεδία κινουμένας αγρίας ορδάς εκ των οποίων απρόσβλητος δεν έμεινε και η πατρίς μου Καστορία, αλλά και αύτη επλήρωσεν τον φόρον της εις τα στίφη των βαρβάρων.

Οδοιπορικόν Καστοριά - Λειψία[Επεξεργασία]

1 ΜΕΤΑΚΑΛΕΣΑΣ με δι΄επιστολής προς τους γονείς μου πλησίον του ο κατ΄εκείνην την εποχήν τον έμπορον εν Βιέννη της Αυστρίας μετερχόμενος αυτάδελφός μου Κωνσταντίνος, ο καθ΄όλον του τον βίον εν τω ναώ του υμεναίου μη εισελθών, εκρίθη αναγκαίον υπό των γονέων μου κατάλληλος να παρουσιασθεί συνοδεία από Καστορίας μέχρι Βελιγραδίου της Σερβίας. Τινές εκ των εμπόρων και βιομηχάνων συμπολιτών μου, δια να εξασφαλίσωσι τη ζωήν των κατ΄ εκείνην την φρικαλέαν εποχήν εκ της μανίας των Αγαρηνών, απεφάσισαν να εγκαταλείψωσι τας εστίας των και να μεταβώσιν εις χώραν την ζωήν και την τιμήν του ανθρώπου περί πολλού ποιουμένην.

  «Άγε, φίλον τέκνον, εις την ευχήν του θεού. Σοι δίδω τον τελευταίον ασπασμόν και την μητρικήν ευχήν μου, διότι, προαισθάνομαι, δε θα σε ξαναϊδω πλέον».

2 Η χώρα την οποίαν από Καστορίας διατρέξαμεν, ωμοίαζε με τας αγρίας της Αφρικής ερημίας· η εικόνα αυτής, άχαρις και δυσειδής την όψιν, παρίστα την τρισαλγή και αυτών των αψύχων όντων την κατάστασιν, εις την οποία χείρ εξολοθρευτική τα έφερε. Ψυχήν ζώσαν καθ΄ άπασαν την οδοιπορίαν μας εν τω υπαίθρω δεν συνηντήσαμεν. Οι εγχώριοι κατ΄εκείνην την βαρυστένακτον εποχήν, από φόβον μη εξερχόμενοι των οικιών των δια τας ανάγκας των συναντηθώσι μετά των αιμοβόρων θηρίων της εξουσίας και απολέσωσιν μαρτυρικώς το ζην, διήγον έγκλειστοι εις τας σκοτεινάς γωνίας των. Προερχόμενος δε τις εκ Καστορίας διέρχεται δια των λειψάνων της αρχαίας πόλεως Ηρακλείας, ½ περίπου ώραν απεχούσης εκ Μπιτολίων, την οποίαν κατέστρεψαν οι Γότθοι. Μέσω της πόλεως Μπιτολίου ρέει ο ποταμός το πάλαι Όσφαγος, νυν δε Δραγόρι καλούμενος. Ακολουθών ο οδίτης την βορ. ανατ. οδόν εις Πρίλαπον (βυζαντινή ονομασία, νυν Περλεπές καλουμένη) συναντά εν αποστήματι 1 ½ ώρας εκ Μπιτολίων παρά τας όχθας του ποταμού Εριγώνος, το νύν Τσέρνα (Μέλας) καλουμένου την θέσιν της ιστορικής πόλης Δερριόπου, το πάλαι γνωστής δια την συγκροτηθείσαν πέριξ αυτής μάχην (εννοεί το 169 π.Χ) του βασιλέως της Μακεδονίας Περσέως και του αρχηγού των Ρωμάνων Αιμιλίου Παύλου Λευκίου. Εγώ ως πρωτόβγαλτο πτηνόν εκ της γονικής κοιλίας, είχον προσηλωμένον τον νουν εις τα επιλευσόμενα και την διάνοιαν εις τά υπό του ηλίου φωτιζόμενα της χώρας αντικείμενα, την οποίαν προυτιθέμεθα να διατρέξωμεν. Οι συνοδίται μου, άφωνοι ως οι ιχθείς, έντρομοι υπέρ το δέον και κεκυφότες, ταπεινώς συνέστελλον και αυτόν της αναπνοής των το ελάχιστον ήχον, από φόβον μήπως αναδύσωσιν εκ του Ταρτάρου οι Άρπυιαι και τους καταφάγωσιν. ΄Εκαστον κίνημα φύλλου, πας μακρόθεν προερχόμενος κρότος ρυάκων, κάθε πάταγος κλάδου και η εκ συγκυρίας κατάπτωσις λίθου εκ βράχων ανώρθωνε τας τρίχας της κεφαλής των και τους απέλπιζεν. Ούτως ηθικώς διετέλουν καθ’ άπασαν την οδοιπορίαν μας μέχρι των σερβικών ορίων. Εγώ δε παις δωδεκαετής κατ΄εκείνην την εποχήν δεν ηδυνάμην να εξηγήσω της τοιαύτης βαρυθυμίας το αίτιον, αφού όμως αφίχθημεν εν Βελιγραδίω και μας υπεδείχθησαν υπό Χριστιανών οι τόποι των καρατομιών και της αγχόνης των δεσποτών, πρωτοσυγκέλων, προυχόντων και άλλων ευυπολήπτων προκρίτων Χριστιανών, τότε εννόησα το μέγα πένθος τον οποίον ενέσκηψεν και εις την χώραν εκείνην και τους συνοδίτας μου και ελύθη ο γρίφος της απορίας μου. Η άνω μνησθείσα πόλις πανομοιοτάτην παρίστανεν εικόνα με των εν Τουρκία πόλεων, διότι εκτός της εν φρουρίω οθωμανικής φρουράς της υπήρχε και ολόκληρος τουρκική συνοικία. Ο τότε ηγεμών Μιλόσης από μίσος προς τους Αγαρηνούς είχε στήσει τον θρόνo του εν τη δευτερεούση της Σερβίας, την Κραγογιεότζαν, και αποφεύγων την μετά του φρουράρχου πασά συνάντησίν του, διηύθυνθε μακρόθεν και κατά βούλησιν τα της ηγεμονίας. Άλλο δε τι περιεργίας άξιον εν Βελιγραδίω ο περιηγητής δεν βλέπει, ειμή την υπό των τειχών του φρουρίου ένωσιν των δύο μεγάλων ποταμών, του Δουνάβεως και του Σαύα. Αι αγυιαί της εν λόγω πόλεως χωρίς τινος συμμετρίας και τάξεως, εισίν ακάθαρτοι και ελλεειναί, αι οικοδομαί της πενιχραί και άθλιοι και οι κάτοικοι αυτών ταπεινοί και δουλόφρονες. Ιδού εν ολίγαις γραμμαίς η τότε εικών της πόλεως Βελιγράδι.
3 Η Σερβία είναι μία χώρα φτωχή κι΄αγροτική την οποίαν η φύσις με απέραντα δάση επροίκισεν, αλλά δεν εκόσμησε με τα μυρίπνοα και περικαλλή άνθη του Ελικώνος, αλλά ούτε με τας ποητικάς δάφνας του Παρνασσού. Εκτός της εν φρουρίω οθωμανικής φρουράς άλλο τι περιεργείας άξιον εν Βελιγραδίω ο περιηγητής δεν βλέπει, ειμή την υπό των τειχών του φρουρίου ένωσιν των δύο μεγάλων ποταμών, του Δουνάβεως και του Σάβα. Αι αγιυιαί (σοκάκια) της εν λόγω πόλεως χωρίς τινος συμμετρίας και τάξεως εισίν ακάθαρτοι και ελεειναί, αι οικοδομαί της πενιχραί και άθλιοι και οι κάτοικοί αυτών ταπεινοί.

 Τρεις μέρες διαμονής στο Βελιγράδι διαδέχονται 40 στη Ζέμονα[3], όπου ο Ναούμ κλεισμένος στο λοιμοκαθαρτήριο της πόλης εξαιτίας της επιδημίας που μάστιζε την ανατολή, αγωνίζεται να βρει χρήματα για το ταξίδι ως την Πέστη. Ένας έμπορος απ΄τη Νύσσα, φίλος του αδελφού του Κωνσταντίνου, τον βγάζει απ΄τη δυσκολία. Στην Πέστη τα πράγματα έρχονται βολικά: μέσα στο «καφενείο των Γραικών» ο Ναούμ βρίσκει τον καστοριανό Γεώργιο Δράσκα, άνθρωπο που θα προσφέρει στο νεαρό ταξιδιώτη, εκτός από τις στοργικές φροντίδες, και την ευχαρίστηση ν΄ακούσει «την γλυκείαν φωνήν της μητρικής γλώσσης».

3 Την επαύριον συμφωνήσας μισθωτήν άμαξαν ο συμπολίτης μου (εννοεί το Γεώργιο Δράσκα) μέχρι Βιέννης, επρομήθευσε και την καθ΄οδόν ζωοτροφίαν μου (τα τελείως δηλ. απαραίτητα για απλή επιβίωση) συνισταμένην εξ ολίγου ψητού κρέατος, τυρού και άρτου, και μ΄ έδωκε με ελληνικά γράμματα γεγραμμένας επί μιάς κόλλας χάρτου τας δύο ταύτας γερμανκάς λέξεις:Wasser (ύδωρ) και Brot (άρτος), δια να μοί χρησιμεύσωσιν εις τας ανάγκας μου, και μοί είπεν ότι ελάλησεν τα δέοντα μετά του αμαξηλάτη περί της νυκτερινής μου αναπαύσεως. Μ΄είχε δώσει δε και δι΄έξοδα του δρόμου τεσσαράκοντα κραϊτζάρια. Οι συνταξιδιώται μου ήσαν: εις κύριος και τρία κοράσια. Εγώ ενδεδυμένος τον ιματισμόν της πατρίδος μου μέγαν ωφλίσκανον γέλωτα δι΄αυτούς, τους κατά πρώτην φοράν εις την ζωήν των τα αποφώλια[4] ιδόντας (εννοεί λες και βλέπανε ξένο πρώτη φορά). Συνεγέλων κι 'εγώ μετ΄αυτών χωρίς να γνωρίζω δια τι. Τέλος μετά οκτάωρον καρκινικήν αμαξηλασίαν αφίχθημεν εις το πρώτον νυκτερινόν σταθμόν (τρεις ήσαν από Πέστης μέχρι Βιέννης και σήμερον δηλ. το 1871 δια της σιδηροδρομίας εις οκτώ ώρας-εννοεί αντί τριών ημερών καρκινικής αμαξηλασίας- διανύεται το διάστημα εκείνο. Εγώ προσηλωμένον τηρών τον νουν επί της εν Πέστη δοθεισών μοι οδηγιών, άμα κατήλθον της αμάξης, έλαβον σκοπού θέσιν κατέναντι της θύρας του ιπποστασίου, όπως μη εξέλθη της οράσεώς μου ο αμαξηλάτης. Αφού δε ο μνησθείς αμαξηλάτης εξοικονόμησε και περιποιήθη τους ίππους του, η δε ώρα του ύπνου είχε σημάνει, μ΄έκανε το συνθηματικό νεύμα εκ της θύρας του ιπποστασίου. Εγώ δε ιδών εκείνο εννόησα πάραυτα οποία τύχη με περίμενεν. Αλλά που γλώσσα προς συνεννόησιν και που χρήματα προς μίσθωσιν δωματίου! Ηκολούθησα λοιπόν εκών αέκων (θέλοντας και μη) τον αμαξηλάτην, ο οποίος εισαγαγών με εν τω ιπποστασίω μοί υπέδειξεν δια της χειρός ύπνου θέσιν εν μέσω δύο σειρών ίππων. Τι ποιητέον δε εν τοιαύτη περιπτώσει; Ουδέν άλλο βεβαίως ειμή μεθ΄υπομονής υποφερτέον. Ακολούθως προσευχήθην μυστικώς κατά παραγγελίαν της σεβαστής μητρός μου και κατεκλίθην εν τη υποδειχθείση μοι θέσει.

Λίγο αργότερα ο Ναούμ βρίσκεται στη Βιέννη, όπου δέχεται τη φιλοξενία και τις περιποιήσεις του γνωστού Καστοριανού Δημητρίου Μπετλή που ήταν εξουσιοδοτημένος από τον αδελφό τού συγγραφέα που θα κρατήσει το νεαρό φιλοξενούμενό του στη πρωτεύουσα των Αψβούργων 15 ολόκληρες ημέρες.

«Τί ο αναπτυγμένος νους του ανθρώπου δεν κατορθώνει! Και εις το σκότος μένει εν Τουρκία ο άνθρωπος κεκλεισμένος! Δεινόν η αμάθεια και πολλών κακών αιτία».
 Μολοταύτα η μνησθείσα 15ήμερος διατροφή μου εν Βιέννη είχε τι το ωφέλιμον δι΄εμέ, διότι εγνώρισα εν πρώτοις πολλούς εκ των φίλων του αδελφού μου και ιδίως τον περιλάλλητον ιατρόν Δημήτριον Μπασιώτα εκ Σιατίστης της Μακεδονίας, τον οποίον η τύχη ουδέποτε εκολάκευσεν. Αναφέρω εντάυθα και εν εκτων αστείων ανεκδότων του ανδρός ως ευφυές: Συναντηθείς ποτε επί του προμαχώνος της Βιέννης μετά του βαρώνος Γ. Σίνα, ηρωτήθη παρ΄αυτού: «Τι λαλείτε σεις οι Γρακοί εν τω καφενείω σας;» Ο Μπασιώτας απήντησεν: «Έχομεν καιρόν οπού τζακίζομεν τας κεφαλάς μας να εξηγήσσωμεν ακατάληπτό τι φαινόμενον και δεν δυνάμεθα». «Και ποίον τούτο;» τον ηρώτησε ο βαθύπλουτος Σίνας. «Όσον ο Σίνας, απήντησεν ο ερωτηθείς, χωρεί προς ύψη, τοσούτον ο Μπασιώτας καταπίπτει εις το βάθος». Γελάσας ο συμπατριώτης Σίνας δια την πνευματώδη απάντησιν του Σιατιστέως, ηκολούθησεν αντιθέτως τον περίπατό του.

Μετά τη Βιέννη η Πράγα είναι ο επόμενος σταθμός. Μια συστατική επιστολή του Δ. Μπετλή προς τους αδελφούς Βελδάρη, εξασφαλίζει στον νεαρό ταξιδιώτη φιλοξενία και συμπαράσταση.

4 Δια να μοι διευκολύνωσι την ανεύρεσιν της εν Λειψία οικίας του κ. Θεοχάρη και δι΄αυτού την του αδελφού μου, έγραψαν οι αδελφοί Βελδάρη ολίγας γραμμάς γερμανιστί επί χάρτου των οποίων η έννοια είχεν ούτω πως: «Παρακαλείται ο αναγνώστης του παρόντος να καταδείξη εις τον επιφέροντα αυτό την οικίαν του Θεοχάρη» και ούτω την επαύριον ανεχώρησα δια Δρέσδη, την πρωτεύουσα της Σαξωνίας. Περί λύχνων αφάς αφίχθημεν, μετά διήμερον εκ πράγας αμαξηλασίαν εις την πρωτεύοyσαν της Σαξωνίας Δρέσδην.

Εν Δρέσδη πνέει καθαρός της αρετής
αέρας
Λαμπρύνεται με ηθική ο ήλιος της ημέρας.
Κατέλυσα δε εν τη μνησθείση πρωτεούση εν τινι ξενοδοχείω κατέναντι της ταχυδρομικής διευθύνσεως των αμαξών, ένθα περί την ώραν του δείπνου εισήλθον εις την αίθουσαν του εστατουρίου δια να γευθώ. Άμα δε έλαβον θέσιν παρά τη τραπέζη, μ΄ επαρουσίασεν ο υπηρέτης του ξενοδοχείου, κατ΄ευρωπαϊκήν συνήθειαν, τον κατάλογον των φαγητών, υπολαβών με κάτοχον της γερμανικής διαλέκτου. Εγώ δε έθεσα χωρίς να γνωρίζω τον δάκτυλόν εφ΄ενός εκ του καταλόγου των φαγητών και ανέμενον την θαυματουργίαν της τύχης μου και, ώ του θαύματος! βλέπω μετ΄ολίγον τον υπηρέτην και μου παρουζίαζε πέρδικαν εψημένη.
Τί κακόν εις ξένην χώραν, χωρίς γλώσσαν
να κινήσαι
Να μή σ΄ εννοή ο κόσμος τι ζητείς, να
ενοχλήσαι.
5 Πέμπτη ήτον η ημέρα της εβδομάδος και του μηνός Οκτωβρίου 1822 και η έκτη ώρα της πρωίας, ότε ο θυρωρό της μνομονευθείσης ελληνικής οικίας μ΄ανεβίβασεν εις το τρίτον πάτωμα αυτής, εν τη οποία εκατώκει ο κ. Θεοχάρης.Εισελθών δε εν τω δαματίω του, είδον άνδρα λευκοπώγωνα και σεβαστόν, καθήμενον εν νυκτερινοίς ιματίοις επί ανακληντηρίου και αναγιγνώσκοντα εφημερίδα. Αφού δε δια της κλίσεως της κεφαλής και των συνήθων λέξεων: «Καλή ημέρας σας», τον εχαιρέτησα, μου προσφώνησε το : «Βρε, Καλώς το της Καστορίας το φυδάνι! Συ είσαι Ο Παναγιώτης, ο αδελφός του Κωνσταντίνου;» «Μάλιστα», απήντησα. «Τον γνωρίζεις;» προσέθηκεν ο κύριος Θεοχάρης. «Μόνον εξ ονόματος, εξ ακοής και εκ επιστολών του προς τους γονείς μας», απεκρίθην, «διότι όταν εγκατέλιπε την πατρίδα εγώ δεν ήμην γεννημένος». «Περίμενον λοιπόν ολίγον», ηκολούθησεν ο σεβαστός γέρων, «και θα τον γνωρίσης αμέσως». Είτα...

Ευρώπη (1822-1834)[Επεξεργασία]

Μετά την επανάσταση του 21 ο Κωνσταντίνος Παπαναούμ έχει χάσει την περιουσία του στην Τουρκία και πνιγμένος στα χρέη φιλοξενείται στην οικία του Καστοριανού αρχιγουναρά Γεώργιου Θεοχάρη που ήδη από το 1798 είχε απελαθεί από τη Βιέννη από τις αυστριακές αρχές ως στενός συνεργάτης του Ρήγα Βελεστινλή. Ο Παναγιώτης καταπιάνεται με διάφορες δουλειές· διορίζεται ακόμα και ψάλτης στην ελληνική εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Η πρώτη δε φροντίς αυτού (του αδελφού μου Κωνσταντίνου) μετά την εις Λειψίαν άφιξίν μου ήτον η αλλαγή της ενδυμασίας μου, η απαλλαγή μου εκ του τουρκικού ρύπου και η εκμάθησις της γερμανικής διαλέκτου.

Αρχιμανδρίτης Ξενοφωντίδης[Επεξεργασία]

Κατ΄ εκείνην την εποχή αρχιμανδρίτης της εκκλησίας μας ήταν ο κ. Ξενοφωντίδης, ανήρ επιπόλαιος και φοιτητής της ιατρικής. Τη δαπάνη αυτού και του αδελφού μου εξεδόθη εν Λειψία το ποίημα του Ι.Ρ.Νερουρού «Η Ασπασία». Ο εν λόγω κληρικός μας, μη ευχαριστούμενος εις τον βίον των μοναχών, παραιτηθείς της θέσεως του και ξυρήσας το γένειο, απήλθεν ως κοσμικός εις την Ελλάδα, ένθα και υπανδρεύθη.

2 Εν τη αφίξει μου εις Λειψίαν δεν εύρον σπουδαστάς Έλληνας, αλλά κατόπιν και μετά παρέλευσιν ετών τινων ήλθον οι κάτωθεν, οίτινες και γνωστοί εγένοντο βραδύτερον εις το έθνος: Οι κ. Γεννάδιος, Γεώργιος Παγώνης, Σταμάτης Κλεάνθης, Κωνσταντίνος Μιμής (ιατρός), Ιωάννης Βενθύλος (φιλόλογος), Αιμίλιος (ιατρός), Χορτάκης (φιλόλογος),, Ολύμπιος (ιατρός), Αχελωϊδης (ιατρός), Δαμιανός Γεργίου (ιατρός), Κωνσταντίνος Κοντογόνης (θεολόγος) κτλ. Άπαντες αυτοί κατήλθον μετά την περαίωσιν των σπουδών των εις την Ελλάδα και προσέφερον, ως γνωστόν, την υπηρεσίαν των εις την πατρίδα.

Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός[Επεξεργασία]

Κατά το έτος 1829 αφίχθη εν Λειψία εν φθινοπωρινή ώρα και ο γνωστός εις τον πεπαιδευμένον κόσμον Ιάκωβος Ρίζος - Νερουλός μετά των δύο αυτού τέκνων, Αλεξάνδρου και Κωνσταντίνου, ο οποίος είχεν καταλύσει εις πλησίον δωμάτιον του εδικού μας εν τη οικία της εκκλησίας. Απάσας δε τας μεγάλας εκείνας χειμερινάς νύκτας μέχρι του μεσονυκτίου παρευρίσκετο εν τω δωματίω μας. Ελάλει μετά του αδελφού μου και των άλλων σπουδαστών Ελλήνων με ενθουσιασμό περί της μελλούσης τύχης της πατρίδος και οπόσα καλά προσεδόκα αύτη υπό την ηγεμονίαν του Κυβερνήτου (Καποδίστρια). Διέγραψε συν τοις άλλοις με ποιητική φαντασίαν την αποτρόπαιον εικόνα της τουρκικής δυναστείας, διηγείτο τας λυσσομανείς πράξεις αυτής κατά των Χριστιανών και εξέθετε τα φρικωδέστατα κακουργήματα των κρατούντων και παρωμοίαζε την Κωνσταντίνου Πόλιν με κοιλάδα κλαυθμώνος.

Οι εναπομείναντες Ιερολοχίτες του Δραγατσανίου[Επεξεργασία]

Μετά δε την καταστροφήν της εν Βλαχία επαναστάσως των Ελλήνων υπό την αρχηγίαν Αλεξάνδρου Υψηλάντου και την επίτρεψιν από μέρος της Αυστρίας εις τα λείψανα αυτής να διέρχωνται ακωλύτως την χώραν της επανερχόμενα εις την πατρίδα των, της οποίας οι επαναστατικοί κρατήρες μύδρους φλογερούς και πυρά θανητοφόρα εκδφενδόνιζον κατά των τυράννων, πολλοί των επαναστατών Ελλήνων της Βλαχίας στρατιώται, εν αθλιεστάτη καταστάσει διήλθον δια Λειψίας, όπως μεταβώσι δια της Ιταλίας εις την Ελλάδα. Τα έτη 1822 και 23 ήσαν πλέον σπαραξικάρδια δια τους εν Λειψία διαμένοντας ομογενείς, το μεν να βλέπωσι την οικτράν κατάστασιν των γενναίων προμάχων της ελευθερίας μας, το δε να μη δύνανται, ως επεθύμουν, να παρέξωσιν εις αυτούς την απαιτουμένη περίθλαψιν. Συνεισφοραί ενεργούντο πανταχόθεν και εν τη Άνω Γερμανία υπέρ των δεινοπαθούντων Ελλήνων και κάλαμοι ενθουσιώδεις και συμπαθείς να ηλεκτρίζωσιν τας ψυχάς των Χριστιανών της πεφωτισμένης Ευρώπης υπέρ των σφαζομένων αδελφών μας υπό των Αγαρηνών. Πρώτος εν Λειψία ο φιλέλλην καθηγητής Κρύγιος (Krug) ήναψε δια του από έδρας λόγου και των διαφόρων συγγραφών του τού ενθουσιασμού την δάδα εις τας καρδίας των συμπατριωτών του, η οποία πολλά των Ελλήνων εθέρμανε σώματα και έσωσεν αυτά εκ των οδόντων της απωλείας.

Παρέμβλητα κείμενα[Επεξεργασία]

1 Η από πόλεως εις πόλιν μετάβασις των Χριστιανών, κατ΄εκείνον το χρόνον, ήτον αυστηρώς απηγορευμένη υπό της εξουσίας, από φόβον μη η μάχιμος νεολαία των Ραγιάδων, εγκαταλείπουσα κρύφα της διαμονής της τον τόπον, μεταβή εις τας τάξεις και την επίτρεψιν από μέρους της Αυστρίας εις τα λείψανα αυτής το να διέρχωνται ακωλύτως την χώραν της επανερχόμενα εις την πατρίδα των, της οποίας οι επαναστατικοί κρατήρες μύδρους φλογερούς και πυρά θανητοφόρα εκσφενδόνιζον κατά των τυράννων, πολλοί των επαναστατών Ελλήνων της Βλαχίας στρατιώται, εν αθλιεστάτη καταστάσει διήλθον δια Λειψίας, όπως μεταβώσι δια της Ιταλίας εις Ελλάδα. Τα έτη 1822 και 23 ήσαν τα πλέον σπαραξικάρδια δια τους εν Λειψία διαμένοντας ομογενείς, το μεν να βλέπωσι την οικτράν κατάστασιν των γενναίων προμάχων της ελευθερίας μας, το δε να μη δύνανται, ως επεθύμουν, να παρέξωσιν εις αυτούς την απαιτουμένην περίθαλψιν. Συνεισφοραί ενεργούντο παντοχόθεν και εν τη άνω Γερμανία υπέρ των δεινοπαθούντων Ελλήνων, κι κάλαμοι ενθουσιώδεις και συμπαθείς, να ηλεκτρίζωσι τας ψυχάς των Χριστιανών της πεφωτισμένης Ευρώπης υπέρ των σφαζομένων αδελφών μας υπό των Αγαρηνών. Πρώτος εν Λειψία ο φιλέλλην καθηγητής Κρύγιος {Krug} 'ηναψε δια του ενθουσιασμού τη δάδα εις τας καρδίας των συμπατριωτών του, ήτις πολλά των Ελλήνων εθέρμανε σώματα και έσωσεν αυτά εκ των οδόντων της απωλείας.
2 Παρά του Δημητρίου Μπασιώτα εκ Σιατίστης της Μακεδονίας, τον περιλάλητον ιατρόν, και βραδύτερον παρά του αδελφού μου Κωνσταντίνου εν Λειψία ήκουσα το ακόλουθον διήγημα:

Κατά το έτος 1787, αν δεν απατώμαι, διέτριβον κατά συγκυρίαν εν τη πρωτεούση της Βλαχίας ό τε Ρήγας Φερραίος και ο εκ Κωνσταντινοπόλεως ποιητής Κάλφογλου. Προσκληθείς δε ο δεύτερος εν ώρα χειμώνος υπό του ηγουμένου ου μακράν του Βουκουρεστίου κειμένης μονής, να διέλθη εν αυτή τας ημέρας των Χριστουγέννων και αποχαιρετήσας τον φίλον του απήλθεν. Ο Χειμώνας κατ΄ εκείνο το έτος είχεν ενσκήψει βαρύς και διαρκής, η δε πληθύς της χιόνος είχε διακόψει την συγκοινωνίαν της πόλεως μετά των πέριξ μερών. Ο Ρήγας γιγνώσκων καλώς τά της εν λόγω μονής και ότι τά προς το ζην αυτής επιτήδεια δεν εδύναντο επί χρόνου μακρού να επαρκέσωσι προς συντήρησιν των μοναχών, μεριμνών δέ ιδίως και συμπαθώς υπέρ του φίλου του Κάλφογλου, ηγόρασε ποσότητα τροφίμων και εμβαλών αυτήν εντός σιδηροστεφάνου βαρελίου προσεκάλεσεν επ΄αδρώ μισθώ τρεις αχθοφόρους Βλάχους να το μετακομίσωσιν εις την μνημονευθέισαν μονήν. Οι αχθοφόροι τω ηρνήθησαν την υπηρεσίαν προβάλλοντες το άβατον της οδού εκ της πολλής χιόνος. Τότε ο Ρήγας τεθείς επί κεφαλής του εγχειρήματος, αφού πρώτον κατέδειξεν εις τους μισθωτούς τον τρόπον της μετακομίσεως των τροφίμων εις την μονήν, ήρξαντο ούτοι να κυλίωσι το βαρέλι του οποίου το βάρος παγίαν και στερεάν διεχάραττεν οδόν και ούτω μετά πολύωρον οδοιπορίαν αφίχθησαν άπαντες εις το τέρμα του σκοπού των.Ο Κάλφογλου ώρας πολλάς παρέμεινεν εν τη θυρίδι του δωματίου του δια να περιεργάζεται την σοβαράν εκείνην και καταπληκτικήν εικόνα του χειμώνος. Αίφνης ανακαλύπτει μακράν του ορίζοντος αλλόκοτόν τι θέαμα και λαβών εις χείρας το τηλεσκόπιον είδεν ότι ήσαν τέσσαρες άνδρες κυλίοντες βαρέλι (sic) πρός τήν μονήν. Προσεκάλεσεν δε ακολούθως εις το δωμάτιόν του τον φίλον του ηγούμενον, ίνα ίδη το φαινόμενον. Εν τούτοις προσεγένετο αδιαλείπτως τη μονή το κινητόν εκείνο όραμα και μετ΄ου πολύ διέκρινεν ο ποιητής τον φίλον του Ρήγαν. Νοήσας δε παραχρήμα το τολμηρόν και επικίνδυνον εγχείρημα του φίλου του, συνάμα δε και τον σκοπόν αυτού, έσπευσεν εις απάντησιν των ερχομένων με πλήρεις θαλερών δακρύων οφθαλμούς και με το ακόλουθον προσφώνημα:

Ο Θεός οπόταν θέλη
Για τά άπειρά του τέλη
Έξαφνα τον Ρήγα στέλλει
Μ΄ένα τεχνητόν βαρέλι.

Η είδηση της δολοφονίας του Καποδίστρια[Επεξεργασία]

Δύο χρόνια στο Βερολίνο ο Ναούμ σπουδάζει και γυμνάζεται επίμονα. Στην αρχή απλός στρατιώτης στο σώμα των σκαπανέων, ύστερα ασκείται στη γεφυροποιία και στην οχυρωματική, για να εισαχθεί τέλος στη στρατιωτική σχολή των μηχανικών και να ολοκληρώσει τη θεωρητική του κατάρτιση. Εδώ τον βρίσκει η είδηση για το θάνατο του Καποδίστρια.

Εν τη στρατιωτική της πρωσσικής πρωτευούσης διατελών σχολή, είχον σύνοικον αξιωματικόν τινα του πυροβολικού εκ των παραρρηνίων επαρχιών, ο οποίος κατά το έτος 1831 είχε προσκληθεί εν μια νυκτερινή συναναστροφή εν τη οικία του υπουργού των στρατιωτικών, εγώ δε την αυτήν νύκτα διεσκάδαζον εν τη οικία του ταγματάρχου Heinze. Περί το μεσονύκτιον επανελθών εις την σχολήν κατεκλίθην αμέσως, ο δε σύνοικός μου περί τα εξημερώματα είχεν επιστρέψει, εισελθών δε εν τω δωματίω του ύπνου μας με καλεί κατ΄όνομα και μοι λέγει: «Ναούμ, θα σ ΄αναγγείλλω λυπηροτάτην είδησιν, την οποίαν μας εκοινοποίησεν ο κ. Υπουργός των Στρατιωτικών ως βεβαίαν και αυτοδέσποτον: Εφόνευσαν τον Κυβερνήτην της Ελλάδος Ιωάννην Καποδίστριαν». Εις το άκουσμα τούτο έμεινον ως νεκρός εξ απελπισίας, υπολαβών ότι έρρει[5] τα καλά υπέρ του γένους και η φιλτάτη πατρίς εις βαρύτερον του πρώτου θα περιπέση ζυγόν. Η κατακυριεύσασα την ψυχήν μου θλίψις, κατά συνέπειαν της στυγεράς αγγελίας, ήτο τοσούτον υπερβολική, ώστε επί τρεις ημέρας περιεπλανώμην εις τας πέριξ του Βερολίνου δάση, άσιτος, βαρυαλγών, κλαυθηρμών και πενθών. Τα πάντα κατ΄εκείνας τας αποφράδας ημέρας μοί παρίστατντο είς την όρασίν μου αηδή, άχαρη και σχδόν αποτρόπαια. Αυτός ο κόσμος, η φύσις άπασα μοί εφαίνετο ότι συμπενθεί μετ΄εμού και αράς πικράς προς ουρανόν αναπέμπει κατά της αλάστορος και μιαιφόρους χειρός της ενεγκούσης τον θάνατον επί της καρδίας του μόνου ανδρός, του εξόχου της Ευρώπης διπλωμάτου και του υπερφιλούντος την Ελλάδα του Ι. Καποδίστρια. Η γλώσσα μοί ηρνείτο την υπηρεσίαν της το να εκφράσω δια λόγου το μέγα πένθος, το οποίον έθλιβε την καρδίαν και κατεσπάραττε τα έγκατα της ψυχής μου. Ηλίθιος και άφωνος είχον καταστή και ερινύος θρηνωδία δεν εξήρκει να παραστήση το μέγα του στήθους μου επίκαυμα, το οποίον περιέφλεγε κατ΄εκείνην την αποφράδα εποχήν τον τε σώμα και την καρδία μου. Ησθανόμην εν εμαυτώ μέγαν όγκον βαρυκαρδίας και δεν ηδυνάμην ούτε λέξιν να εκφωνήσω. Τέλος η υπεχείλισις ταύτης διέσπασε τον ισχυρόν φραγμόν των αισθημάτων μου και δι΄ εμμέτρου λόγου, ως εκ θαύματος, επλήρωσα την ατμοσφαίρα με γοεράς και ακατάληπτας φωνάς. Ο άδικος φόνος του εν μακαρία τη λήξει Ι. Καποδίστρια και η άφατος λύπη μου υπέρ των επιγενησομένων συμφορών της παμφιλιτάτης ημών πατρίδος, μ΄ανέδειξε στιχουργόν δυνάμενον να εκθέσω έκτοτε εμμέτρως τας ιδέας μου. Ιδού η μόνη αιτία εν εμοί ο φόνος του μακαρίτου Ι. Καποδίστρια ή άλλως ευνοήσασά με να προσεγγίσω τους πρόποδας του Ελικώνος και να πίω ολίγον εκ των διαυγεστάτων και μελιρρύτων της Κασταλίας πηγής.

Επάνοδος στην Ελλάδα (1834)[Επεξεργασία]

Η πρώτη κατά την κάθοδον μου προς την ανατολήν πόλις εν τη οποία έμεινα ημέρας τινάς μετ΄ενδιαφέροντος, ένεκα των εν αυτή παροικούντων πολλών ομογενών εμπόρων και φιλων του αδελφού μου Κωνσταντίνου, ήτον η Βιέννη της Αυστρίας. Εκείθεν αφίχθην μετά εξαήμερον αμαξηλασίαν εις την πάνσπερμον του Αδρία πόλιν Τεργέστην. Εν αυτή εγνώρισα τον πολυμαθέστατον, πολύμοχθον, υπέρ της γενεάς ημών και σεβάσμιον εκ Θετταλίας άνδρα Κούμαν. Έτυχε δε κατά συγκυ-ρίαν εκεί, κατερχόμενος δι΄Ελλάδα μετά του υιού του Σοφοκλέους και ο σοφός Οικονόμος κατ΄εκείνας (τας ημέρας) της εν Τεργέστη διαμονής μου. Ο πολυμαθής Κούμας κατεγίνετο τότε εις την σύνταξιν της γενικής γεωγραφίας και, κατά την συνήθειάν του, ειργάζετο ενδελεχώς από πρωίας μ.μ. μέχρι της τετάρτης ώρας μ.μ. και, ταύτης σημαινούσης, εξήρχετο τακτικώς εις περίπατον. Αφού δε εγνώσθημεν εξέφρασε προς με την επιθυμίαν του να τον παρακολουθώ καθ΄όσον χρόνον ήθελον διαμείνει εν Τεργέστη, διότι μετ΄ουδενός άλλου εκ των της εν λόγω πόλεως ομογενών είχεν σχέσιν. Την πρώτην Κυριακήν της εν Τεργέστη διαμονής μου παρηκολούθησα τον σεβάσμιον Κούμαν εις την ορθόδοξον ελληνική εκκλησίαν εν τη οποία παρευρέθη και ο σοφός Οικονόμος, ο οποίος κατ΄έθος του επαγγέλματός του απήγγειλε μετ΄ εμφάσεως το «Πιστεύω», δυστυχώς όμως η μνήμη του κατ΄εκείνην την στιγμήν δεν τον συνέδραμε να το αποτελειώση άνευ λάθους. Τότε στραφείς ο γηραιός Κούμας μοί είπε χαμηλή τη φωνή: «Παρατήρησον, τέκνον μου, πόσο αλλαζών είναι ο άγιος Οικονόμος, ο οποίος κατ΄έθος του επαγγέλματός του απήγγειλε μετ΄εμφάσεως το «Πιστεύω» και επηρμένη την κεφαλήν, ένθα οι πάντες με κεκλιμένον αυχένα αναπέμπωσιν τας κατανυκτικάς των προς τον ουρανόν ευχάς». Εγώ δεν εννόησα την δηκτικήν ταύτην παρατήρησιν του σεβασμίου εκείνου ανδρός διο και εσιώπασα χωρίς να τον ερωτήσω προς τι αύτη μοί εγένετο και προτίμησα χάριν ευπρεπείας να ρίψω εξ εκείνης της στιγμής ταύτην (την δηκτικήν παρατήρησιν) εις το μέγα βυθόν της λήθης» .

Διαλογισμοί του Λάζαρου Κουντουριώτη[Επεξεργασία]

Στην Ύδρα ο Λάζαρος Κουντουριώτης, λίγο πριν απ΄ την 20 Μαΐου 1835, μέρα ενηλικίωσης του Όθωνα, του αποκαλύπτει διαλογισμούς και στοχασμούς που κρατάει για πολλά χρόνια μέσα του:

«Αι τρεις προστάτιδες Δυνάμεις μάς ανίδρυσαν βασιλικόν θρόνον και επ αυτού αναβίβασαν ηγημενόπαιδα ανήλικον εκ της βασιλικής οικίας της Βαυαρίας. Η προς την Ελλάδα ευνοϊκή αύτη διάθεσις, τότε πραγματικώς ως ευεργετική και σωτήριος ήθελεν υποληφθή, εάν το νέον ημών κράτος δεν περιωρίζετο εις τοσούτον στενά όρια και, κατά το εθνικόν δίκαιο, προσετίθετο τη συμπράξει των εν αυτώ η Θεσσαλία, η Ήπειρος, η Μακεδονία και εκ των Σποράδων νήσων, η Κρήτη, η Σάμος και τα Ψαρά, δηλ. αι χώραι εκείναι, αι οποίαι έλαβον ενεργητικόν μέρος εις τον υπέρ της ανεξαρτησίας ιερόν αγώνα και επότισαν το έδαφός των με ανθρώπινον αίμα. Α ως έχειν σήμερον [1835] το ελληνικό κράτος με έκτασιν περιωρισμένην, με αραίωσιν πληθυσμών, πτωχόν, άστεγον και με αντιβασιλείαν ξένων, πως δύναταί τις να ελπίση την ταχείαν αυτού ανάπτυξιν και προς την μέλλουσαν ευημερίαν και την πρόοδον; Ο προϊστάμενος και διαχειριστής των δημοσίων πραγμάτων μας ξένος, όσον καλός και φιλέλλην και αν υποτεθή, την ατομικήν του προ παντός άλλου θα επιδιώξη ωφέλειαν και παντί σθένει θα κοπιάση να καταρτίση εκ των ιδρώτων και της ανεχείας μας ανεξάρτητον και περιφανή ύπαρξιν εν τη πατρίδι του, διότι ούτος κατά φυσικόν λόγον ουδεμίαν άλλην συμπάθειαν υπέρ της οθνείας (ξένης) γης δύναται να έχη, ειμή την του ατομικού συμφέροντος, και διότι δεν ελπίζει ούτε το επιθυμεί το να μετέλθη εν αυτή εις την γαληνοτάτην του βίου μεταλλαγήν, ως αυτός ο Δημιουργός υπέρ των βροτών ώρισεν. Ο νέος ημών βασιλεύς προσέκτησε με την ανάβασίν του επί του θρόνου της πατρίδος την ελληνικήν ιθαγένειαν, αλλ΄ως άμοιρος κυβερνητικών γνώσεων, θα περιέλθει εις μεγάλην δυσχέρειαν περί του άρχειν, διότι θα περιστοιχισθή υπό ανικάνων συμβούλων και υπό ανδρών την βασιλική επίφασιν προς μόνον το ίδιον των συμφέρον επωφελουμένων. Η λάμψις του βασιλικού ημών θρόνου θα επιθαμβώση τοσούτον τους οφθαλμούς μας, ώστε να μη δυνάμεθα να διακρίνουμεν το καλόν από του κακού και το λυσιτελές υπέρ του τού τόπου από του φθοροποιού, διότι αύτη συνεπάγεται και πολλά άλλα εις το αρτισύστατον ημών κράτος ακατάλληλα, των οποίων η υπεροχή προφανή βλάβην παρά ωφέλειαν θα εξασκήση».

Αναπολήσεις και διαλογισμοί του Παναγιώτη Παπαναούμ[Επεξεργασία]

Για την ηθική αντίληψη του Ναούμ η επανάσταση δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από μια πράξη δικαιοσύνης και τίποτε λιγότερο από την επαναφορά της «φρόνησης». Την ίδια όμως λογική μπορεί να συμμερίζεται και ο Τούρκος αξιωματούχος, ο διοικητής της Καστοριάς Μεχμέτ Μπέης.

Προορώ δάσκαλε καθαρώς τα επισυμβησόμενα και την αθλιότητα του γένους μου εις την οποίαν περιήλθεν και εις την οποίαν αυτό το θρήσκευμα μας το οδηγεί, διότι ευαγγελίζει αρχάς όλως αντιθέτως των κανόνων της φύσεως και αυτής ακόμα της κοσμογονίας. Πολλάκις σε ήκουσα, διδάσκαλε, [Θεόφιλος, διευθυντής του Ελληνικού Σχολείου Καστοριάς] λέγοντα ότι η φρόνησις είναι το φαρκακοπωλείον το οποίον παρέχει τα ιαματικώτατα φάρμακα προς θεραπείαν εκάστης αθενείας. Αν λοιπόν οι συντάκται του Αλκουρανίου εκέκτηντο μικράν δόσιν φρονήσεως, δεν ήθελον περιπέσει εις το ασύγγνωστον εκείνο αμάρτημα το οποίον αργά ή ογλήγορα θα επιφέρη αναντιρρήτως την εξάλειψιν της οθωμανικής φυλής από του καταλόγου των εθνών. Είναι δε το περί του οποίου ο λόγος αμάρτημα ή μάλλον τα αμαρτήματα, τα εξής:
Πρώτον, ότι κατά την θρησκεία μας ο Θεός ενεπιστεύθη εις τας χείρας μας ως ενέχυρον τους Χριστιανούς υπηκόους (βλασφημία ασύγγνωστος, ως εμοί δόκει, κατά αυτής της Θεότητος). Άρα κατά την αρχήν ταύτην του Αλκουρανίου, η ζωή, η τιμή, η περιουσία κ.λ.π. των Χριστιανών εισίν έρμαιον ημών, και χρήσιν ποιούμεθα αυτών κατά βούλησιν άνευ διακρίσεως και αποδόσεως λόγου. Φονεύει ο Οθωμανός Χριστιανόν πολλάκις προς διασκέδασίν του, ουδείς νόμος τον τιμωρεί και η αρχή δεν τον καταδιώκει. Ο Χριστιανός πρέπει να εργάζηται δια να απολαμβάνη τας απαρχάς των κόπων του ο διοικών αυτόν, ο τον βίον του όλον εν τη ασελγεία, τη μοχθηρίαα, τη αργία, τη κακοηθεία, τη παραλυσία και τη εσχάτη διαφθορά κυλίων. Απορείς βεβαίως, παπά, ακούων από στόματος Οθωμανού τοσούτον τολμηράς εκφράσεις κατά τους γένους του, αλλά δυστυχώς η θέσις σας υπό την εξουσίαν μας είναι τοιαύτη και ημείς χρώμεθα ταύτης καθ΄ υμών ασπλάγχνως, ασυμπαθώς και με θηριωδίαν. Αι γυναίκες, τα τέκνα σας, υμείς αυτοί υπόκεισθε εις παν είδος αθεμιτουργήματος από μέρους ημών. Ο Μωάμεθ μας θέλει δια της θρησκευτικής βίβλου του αυθαιρέτους δεσπότας του κόσμου, καταδιώκτας των φώτων και της παιδείας, φραγγελωτάς του πνεύματος, αγρίους σπαθοφόρους και θηρία ανήμερα κατά παντός εχθρού ημών, Πως είναι λοιπόν δυνατόν να διαιωνισθή επί της αρχής έθνος του οποίου η θρησκεία διδάσκει αποκλειστικά δικαιώματα υπέρ των πιστών αυτής και αποστερεί εκ των λοιπών πλασμάτων της Παντοδυναμίας ό,τι αυτός ο Δημιουργός ώρισεν υπέρ αυτών;

Σύγκρουση με τους Βαυαρούς[Επεξεργασία]

Στα 1837, μετά τη δημοσίευση του νόμου για την προικοδότηση ελληνικών οικογενειών, ο Βαυαρός αρχιγεωμέτρης Γεβχάρδος, καταμετρώντας στη Βοιωτία τις εκτάσεις των εθνικών κτημάτων συνέλαβε έξαφνα το σχέδιο νά αποξηράνει τη λίμνη Κωπαϊδα.

Είχον μάθει αργότερον παρά τινος φίλου Γερμανού, Τσίγλερ καλομένου και αξιωματικού του μηχανικού εν Ελλάδι, ότι οι Βαυαροί εις το περί αποξηράνσεως της Κωπαϊδος λίμνης κεφάλαιον εστήριζον ελπίδας πολυφέρνους. Πρώτον, ότι εξ αυτών των υπό του Δημοσίου γενησομένων εξόδων κατά τας εργασίας του μεγάλου εκείνου επιχειρήματος 7.000.000 δραχμές αντί 300.000, η ωφέλεια των δεν θα ήταν ευκαταφρόνητος και δεύτερον η βραδυτέρα παραγωγή εκ των των καλλιεργηθησομών γαιών της Κωπαϊδος θα επλήρουν τα θυλάκια των.
 Ο Ναούμ παραγκωνισμένος στην όλη υπόθεση υποβάλλει την έκθεσή του απευθείας στον Όθωνα για να δικαιωθεί αργότερα ύστερα από τον έλεγχο διαφόρων επιτροπών.

Αλλ΄ ούτε εγώ επλησίασα [τον Έιντεκ] φιλοτιμών αυτόν δια της κολακείας εις τον να μοι πέμψη το δίπλωμά μου και εκ τούτου η φιλοτιμία μου δεν μοι επέτρεψε το να γίνω προς αυτόν ούτε τω τρόπω φιλοπροσήγορος, αλλά ούτε τω λόγω ευπροσήγορος.

Ο γυρισμός (1846)[Επεξεργασία]

Μετά την Ιτέα, όπου σχεδιαγράφησε μια νέα πόλη, μετατίθεται στη Λειβαδιά όπου θα παραμείνει μια ολόκληρη δεκαετία κι εδώ θα τερματίσει τη σταδιοδρομία του το 1846, όταν μετά το «περί ετεροχθόνων» ψήφισμα της εθνοσυνέλευσης του 1843, απαλλάσσεται οριστικά από τα καθήκοντά του.


  1. Ο Ντουντουλές συνοδεύονταν από κορίτσια της πόλης που λέγανε το Βάι-Βάι ντουντουλέ...
  2. πεπερούνα: Χλωροένδυτος νέος, το κατεξοχήν κύριο δρώμενο πρόσωπο για την ευκταία λήξη της περιόδου ανομβρίας. Ένα παιδί που έπρεπε να είναι ορφανό το ντύνανε με μεγάλα και πλατιά φύλλα από φυτά που φύονταν στο γκιόλι. Έτσι που ήταν ντυμένο το παιδί δεν βρέχονταν εύκολα. Ο Ντουντουλές συνοδεύονταν από κορίτσια της πόλης που λέγανε το Βάι-Βάι ντουντουλέ...
  3. Ζέμονα ή Ζέμουν σημ. Σλέμινο της Σερβίας, όπου παραδόθηκαν από τις αυστριακές αρχές στους Τούρκους το 1798 ο Ρήγας Βελεστινλής και οι επτά συμμάρτυρές του.
  4. αποφώλια, από + φυλή= από άλλη φυλή, ξένος και μεταφορικά ανεπιθύμητος, ανώφελος, άχρηστος
  5. έρρω= κινούμαι προς τα πίσω, σύρομαι και μετφ. κατακρημνίζομαι