Η Φόνισσα/Κεφάλαιο Β

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η Φόνισσα
Συγγραφέας:
Κεφάλαιο Βʹ


Τὸ πῦρ ἔφθινεν εἰς τὴν ἑστίαν, ὁ λύχνος ἐτρεμόφεγγεν εἰς τὸ μικρὸν φάτνωμα, ἡ λεχώνα ἐλαγοκοιμάτο ἐπὶ τῆς κλίνης· τὸ βρέφος ἔβηχεν εἰς τὸ λίκνον, καὶ ἡ γραία Φραγκογιαννού, ὅπως καὶ τὰς προλαβούσας νύκτας, ἠγρύπνει ἐπὶ τῆς στρωμνῆς της.

Ήτον περὶ τὸ πρῶτον λάλημα τοῦ πετεινοῦ, ὁπότε αἱ ἀναμνήσεις ἔρχονται ἐν εἴδει φαντασμάτων. Ἀφοῦ τὴν ὑπάνδρευσαν, καὶ τὴν «ἐκουκούλωσαν», καὶ τὴν ἐπροίκισαν μὲ τὸ σπίτι τὸ ἐτοιμόρροπον εἰς τὸ παλαιὸν ἀκατοίκητον Κάστρον, καὶ μὲ τὸ μποστάνι τὸ χέρσον εἰς τὴν ἀγρίαν βορεινὴν ἐσχατιᾶν, καὶ μὲ τὸ ἀγριοχώραφον τὸ διαφιλονικούμενον ἀπὸ τὸν γείτονα καὶ ἀπὸ τὸ Μοναστήρι, ἡ νεόνυμφος μετὰ τοῦ συζύγου τῆς ἐκατοίκησεν εἰς τὸ σπίτι τῆς ἀνδραδέλφης της τῆς χήρας, καὶ ἄνοιξε νοικοκυριὸ μὲ μικρὰ πράγματα. Τὸ προικοσύμφωνόν της, ὡς τόσον, ἔγραφε λεπτομερῶς ὅτι τῆς εἶχαν δώσει τόσες φορεσιὲς ροῦχα, τόσα ὑποκάμισα, τόσες προσκεφαλάδες, ὅπως καὶ δυὸ χαλκώματα, ἕνα τηγάνι, μίαν πυροστιᾶν, κτλ. Ἀκόμη καὶ μαχαιροπίρουνα καὶ κουτάλια ἀνέγραφε τὸ προικοσύμφωνον.

Η ἀνδραδέλφη, ἀμέσως τὴν Δευτέραν, τὴν ἐπιοῦσαν τοῦ γάμου, τὰ ἐξήλεγξεν ὅλα, καὶ εὗρεν ὅτι ἔλειπον ἐκ τῶν ἐν τῶν καταλόγω δυὸ σινδόνια, δυὸ μαξιλάρια, ἐν χάλκωμᾳ, καθὼς καὶ μία πλήρης φορεσιά. Αὐθημερὸν δὲ παρήγγειλε τῆς πενθερᾶς νὰ φέρη τὰ ἐλλείποντα. Ἡ ἰδιοτελὴς γραία ἀπήντησεν ὅτι «τὰ ὅσα ἔδωσε, εἶναι καλῶς δοσμένα, καὶ εἶναι ἀρκετά». Τότε ἡ ἀνδραδέλφη ἔβαλε στὰ λόγια τὸν ἀδελφόν της· οὗτος παρεπονέθη εἰς τὴν νεόνυμφον, ἐκείνη δὲ τοῦ ἀπήντησεν: «Ἂν ἀγροικοῦσε τὸ συφέρο του, δὲν θὰ ἐδέχετο νὰ τοῦ γράψουν σπίτι στὸ Κάστρο, ὅπου μόνον τὰ στοιχειὰ κατοικοῦν· καὶ τί τὸν ὠφελοῦν τὰ σινδόνια καὶ τὰ ποκάμισα, ἀφοῦ δὲν ἤτον ἱκανὸς νὰ πάρη σπίτι κι ἀμπέλι κ' ἐλιώνα;»

Κατά τὴν ἐποχὴν τοῦ ἀρραβῶνος, ἡ Χαδούλα εἶχε δοκιμάσει τῷ ὄντι νὰ σφυρίξη κάτι τοιοῦτον στ' αὐτιὰ τοῦ γαμβροῦ. Ἂν καὶ νέα πολὺ ἤτον, ἀλλά, χάρις εἰς τὴν φύσιν κ' εἰς τὰ μαθήματα τῆς μητρός της, τὰ ἐκούσια καὶ τὰ ἀκούσια, εἶχε γίνει πολὺ πονηρή, ἀναλόγως τῆς ἡλικίας της. Ἀλλ' ἡ μάννα της, μυρισθείσα τὸ πράγμα, καὶ φοβουμένη μήπως αὐτή, ἡ μικρὴ Στριγλίτσα, καθὼς ὠνόμαζε συνήθως τὴν κόρην της, τοῦ σηκώση τὰ μυαλὰ τοῦ γαμβροῦ, ὥστε νὰ πονηρέψη οὗτος νὰ ζητῆ προικιᾶ περισσότερα, ἐξήσκησε τυραννικὴν ἐπιτήρησιν ἐπὶ τῆς κόρης καὶ τοῦ ἀρραβωνιαστικοῦ, μὴ ἐπιτρέπουσα τὴν ἐλαχίστην ἰδιαιτέραν συνομιλίαν μεταξὺ τῶν δυό. Τοῦτο ἔκαμνε, προσχήματι μὲν διὰ τὴν σεμνότητα:

— Δὲν ἔχω.... νά μου σκαρώση κανένα πρωιμάδι... αὐτὴ ἡ Στριγλίτσα! εἶχεν εἰπεῖ.

Βλέπετε, τὴν μεταφορὰν τοῦ ρήματος τὴν ἐλάμβανεν ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα τῆς συντεχνίας. («Σκαρώνω καράβι» ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ «ναυπηγῶ ναῦν»)· ἀλλὰ πράγματι τὸ ἔκαμνε, διὰ νὰ μὴ ἀναγκασθῆ νὰ δώση μεγαλυτέραν προίκα.

Μίαν ἑσπέραν, τὴν παραμονὴν τοῦ ἀρραβῶνος, ὅτε ὁ γαμβρὸς μετὰ τῆς ἀδελφῆς τοῦ εἶχον ἔλθει εἰς τὴν οἰκίαν νὰ συζητήσουν τα περὶ προικός, ἐνῶ ὁ γέρων ναυπηγὸς ὑπηγόρευε τὸ προικοσύμφωνον εἰς τὸν Ἀναγνώστην τὸν Συβίαν, ψάλτην τῆς ἐκκλησίας, ὅστις εἶχε βγάλει τὸ ὀρειχάλκινον καλαμάρι του ἀπὸ τὴν ζώνην, τὴν ἐκ πτεροὺ χηνὸς πένναν ἀπὸ τὴν μακρὰν θήκην τοῦ καλαμαριοῦ, τοῦ ὀμοιάζοντος πολὺ μὲ πιστόλαν, καὶ θέσας ἐπὶ τῶν γονάτων τὸ βιβλίον τοῦ Ἀποστόλου, κ' ἐπάνω εἰς τὸ βιβλίον τεμάχιον χονδροῦ χαρτίου, εἶχε γράψει καθ' ὑπαγόρευσιν τοῦ γέροντος «Εἰς τ' ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος... ὑπανδρεύω τὴν κόρην μου Χαδούλαν μὲ τὸν Ἰωάννην Φράγκον, καὶ τῆς δίνω πρῶτον τὴν εὐχήν μου...», ἡ Χαδούλα ἵστατο ἀντικρὺ τῆς ἑστίας, δίπλα εἰς τὴν τέμπλαν –τὴν στήλην τουτέστι τῶν στρωμάτων, παπλωμάτων καὶ προσκεφαλαίων τὴν σκεπαστὴν μὲ μεταξωτὴν σινδόνα, καὶ ἐπιστρεφομένην μὲ δυὸ τεραστίας προσκεφαλάδας– ἀκίνητος καὶ καμαρώνουσα, κατὰ τὸ φαινόμενον, ὅπως ἡ τέμπλα... ἀλλ' ὅμως ἔνευε κρυφά, ἀνυπομόνως, καίτοι μὲ μεγάλην προφύλαξιν, ἔνευεν εἰς τὸν ἀρραβωνιαστικόν, ἔνευεν εἰς τὴν ἀνδραδέλφην, νὰ μὴ δεχθώσιν ὡς προίκα «σπίτι στὸ Κάστρο» καὶ «χωράφι στὸ Στοιβωτό», ἀλλὰ ν' ἀπαιτήσωσι σπίτι εἰς τὴν νέαν πόλιν, καὶ ἀμπέλι κ' ἐλαιώνα εἰς τὴν περιοχὴν τῆς νέας πόλεως.

Εις μάτην. Οὔτε ὁ γαμβρός, οὔτε ἡ ἀνδραδέλφη εἶδαν τ' ἀπηλπισμένα νεύματα. Μόνον ἡ γραία, ἡ μήτηρ της, ἥτις, ἂν καὶ ἀναγκασμένη ἧτο νὰ στρέφη τὰ νῶτα πρὸς τὴν κόρην, διὰ ν' ἀντιμετωπίζη φιλοφρόνως τὴν συμπεθέραν καὶ τὸν γαμβρόν, εἶχε καθίσει ὅμως μὲ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἔχη μόνον τὴν μίαν πλάτην γυρισμένην πρὸς τὴν νέαν – αἴφνης, ὡς νὰ τὴν ἐπληροφόρησεν ἀόρατον πνεῦμα ὅτι κάτι ἔτρεχεν, ἐστράφη ἀποτόμως πρὸς τὴν θυγατέρα της, καὶ εἶδε τ' ἀπηγορευμένα «καμώματά» της.

Πάραυτα ἐτόξευσε βλέμμα φοβερὰς ἀπειλῆς πρὸς αὐτήν.

— Ἕ! μωρὴ Στριγλίτσα! ὑπεψιθύρισε μέσα της. Ἔννοιά σου!...κ' ἐγὼ σὲ σώζω.

Ευθύς ὅμως κατόπιν, ἐσκέφθη ὅτι δὲν θὰ ἐσύμφερε νὰ κάμη λόγον δι' αὐτὸ τὸ πράγμα εἰς τὴν κόρην της. Διότι ἐφοβήθη μὴν τῆς δώση ἀφορμὴν νὰ παραπονεθῆ εἰς τὸν πατέρα της. Καὶ τότε τὰ πράγματα θὰ ἐγίνοντο χειρότερα βεβαίως. Ὁ γέρων πιθανῶς θὰ ἐκάμπτετο εἰς τὰς ἰκεσίας καὶ τὰ κλαύματα τῆς μοναχοκόρης, καὶ θὰ ἔδιδε περισσοτέραν προίκα. Ὅθεν ἐσιώπησεν.

Η Χαδούλα ἐθαύμασε πώς, ἐνῶ ἡ μήτηρ τῆς ὀλοφάνερα τὴν εἶχεν ἰδεῖ νὰ κάμνη τὰ ριψοκίνδυνα ἐκεῖνα νεύματα, διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωήν της, ὅταν εὑρέθησαν μόναι, δὲν τῆς ἔδωκεν οὔτε νυχιές, οὔτε τσιμπιές, οὔτε δαγκωματιές, πράγμα τὸ ὁποῖον, ἄλλως, συχνὰ συνήθιζε. Σημειωτέον ὅτι ἡ προικοδοσία τῆς οἰκίας εἰς τὸ παλαιὸν ἀκατοίκητον χωρίον εἶχε τοῦτο τὸ εὐλογοφανές, ὅτι πολλαὶ οἰκίαι ἐσώζοντο ἀκόμα εἰς τὸ Κάστρον, ὅτι οἰκογένειαι τίνες συνήθιζον νὰ διατρίβωσι τὸ θέρος ἐκεῖ, καὶ ὅτι εἰς τὴν φαντασίαν τῶν ἀνθρώπων ὑπῆρχε προκατάληψις ὑπὲρ τοῦ «Παλαιοῦ Χωριοῦ», τὸ ὁποῖον ἐπονούσαν οἱ γεροντότεροι, καὶ δὲν εἶχαν συνηθίσει ἀκόμα οὔτε εἰς τὴν νέαν τάξιν τῶν πραγμάτων, οὔτε εἰς βίον εἰρηνικόν, χωρὶς ἐπιδρομὰς κλεφτῶν καὶ πειρατῶν καὶ τῆς Τουρκικῆς ἁρμάδας, καὶ ἡ ἐγκατάστασις εἰς τὴν νέαν πόλιν δὲν ἐνομίζετο ὁριστική, ἀλλ' ὑπῆρχε προσδοκία ὅτι οἱ ἄνθρωποι θὰ ἐβιάζοντο καὶ πάλιν νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὰ παλαιά, τὰ «μαθημένα» των. Κ' ἐνῶ ὅλο τὸ Κάστρον ἀνεπόλουν, καὶ τὸ Κάστρον ἐλυποῦντο καὶ τὸ ἐρρέμβαζον, καὶ τὸ εἶχον εἰς τὸ στόμα, δὲν ἔπαυον ὅμως νὰ κτίζωσιν οἰκοδομὰς εἰς τὸν νέον συνοικισμὸν – ὅπως ἀποδειχθῆ διὰ μυριοστὴν φορὰν ὅτι οἱ ἄνθρωποι συνήθως ἄλλα σκέπτονται καὶ ἄλλα κάμνουν, καὶ ὅτι μιμοῦνται ἀλλήλους μηχανικῶς.

Ούτω λοιπόν, μετὰ δυὸ ἑβδομάδας ἀπὸ τοῦ ἀρραβῶνος ἐτελέσθη ὁ γάμος. Οὕτως ἠθέλησεν ἡ πενθερά. Δὲν τῆς ἤρεσκεν, ὡς ἔλεγε, νὰ ἔχη γαμβρὸν ἀστεφάνωτον νὰ συχνάζη στὸ σπίτι, ἀφοῦ εἶχε θάρρος ἀπὸ πρίν, ὡς συντεχνίτης καὶ παραγυιὸς τοῦ ἀνδρός της. Καὶ ἡ ἀνδραδέλφη, χήρα, ἠλικιωμένη, μὲ ἕνα παίδα ἔφηβον, ἐργαζόμενον ἐπίσης εἰς τὸ ναυπηγεῖον, καὶ ἐν ἄλλο παιδίον κ' ἐν κοράσιον ἀνήλικα, ἐδέχθη κατ' οἶκον τὸ νέον ἀνδρόγυνον. Εἴτα, μετὰ ἐν ἔτος, ἐγεννήθη τὸ πρῶτον παιδίον, ὁ Στάθης, καὶ δευτέρα ἡ Δελχαρῶ, ἀκολούθως ὁ Γιαλής, κατόπιν ὁ Μιχάλης, ἀκολούθως ἡ Ἀμέρσα, μετ' αὐτὴν ὁ Μητράκης, καὶ ἡ τελευταία ἡ Κρινιῶ. Κατὰ τοὺς πρώτους χρόνους ἐφαίνετο νὰ βασιλεύη εἰρήνη ἐντὸς τῆς οἰκίας. Εἴτα, ὅταν ἤρχισαν νὰ μεγαλώνουν τὰ δυὸ πρῶτα παιδιὰ τῆς νύμφης, εἶχον δὲ μεγαλώσει ἀρκετὰ καὶ τὰ δυὸ τελευταῖα τῆς ἀνδραδέλφης, ἤρχισε πόλεμος ἐντὸς τοῦ οἴκου. Τότε ἡ Φραγκογιαννού, ἥτις μὲ τὴν ἡλικίαν καὶ τὴν πείραν τοῦ κόσμου ἐγένετο πολὺ σοφωτέρα, εἶχεν ἀξιωθῆ, ὡς ἔλεγε μετριοφρόνως, ν' ἀποκτήση κι αὐτὴ ἕνα σπιτάκι δικό της, χάρις εἰς τὴν ἐπιδεξιότητά της καὶ τὴν οἰκονομίαν της. Τὴν μίαν χρονιὰν ἠμπόρεσε μόνον νὰ κτίση τέσσαρας τοίχους λασποκτίστους, μικροὺς καὶ χαμηλοὺς καὶ νὰ τοὺς στεγάση· τὴν δευτέραν χρονιὰν κατώρθωσε νὰ πετσώση κατὰ τὰ τρία τέταρτα τὸ σπίτι, δηλ. νὰ κατασκευάση μικρὸν πάτωμα, μὲ διάφορα σανίδια, ἀνόμοια παλαιὰ καὶ νέα, καί, χωρὶς νὰ χάση καιρόν, ἀνυπομονοῦσα, πότε νὰ «ξελευθερωθῆ» ἀπὸ τὴν τυραννίαν τῆς ἀνδραδέλφης, ἡ ὁποία ἐγήραζε κ' ἐγίνετο παράξενη, ἐκουβαλήθη, κ' ἐπῆγε νὰ ἐγκατασταθῆ, μαζὶ μὲ τὸν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα, εἰς τὴν «γωνίαν» της, εἰς τὴν «φωλιᾶν» της, εἰς τὴν «ἄκρην» της. Τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὅπως ἔλεγεν ἡ ἰδία, ἠσθάνθη τὴν μεγαλυτέραν χαρὰν εἰς τὴν «ζήσιν» της.

Όλ' αὐτὰ τὰ ἐνθυμεῖτο, καὶ οἰονεῖ τὰ ἀνέζη ἡ Φραγκογιαννού, κατὰ τὰς μακρᾶς ἐκείνας ἀΰπνους νύκτας τοῦ Ἰανουαρίου, ἐνῶ ὁ βορρᾶς ἠκούετο ἐκ διαλειμμάτων νὰ συρίζη ἔξω, πλήττων τὰς κεράμους, καὶ κάμνων νὰ ἠχώσι τὰ παράθυρα, ὁπότε ἠγρύπνει παρὰ τὸ λίκνον τῆς μικρᾶς ἐγγονῆς της. Ἧτο ἤδη τρίτη ὥρα μετὰ τὰ μεσάνυκτα, καὶ ὁ πετεινὸς ἐλάλησε καὶ πάλιν. Τὸ θυγάτριον, τὸ ὁποῖον μόλις εἶχεν ἡσυχάσει πρὸ μικροῦ, ἄρχισε νὰ βήχη ἐκ νέου ὀδυνηρῶς. Εἶχεν ἔλθει ἀσθενικὸν εἰς τὸν κόσμον, καὶ προσέτι, φαίνεται ὅτι εἶχε κρυώσει τὴν τρίτην ἡμέραν, εἰς τὰ «κολυμπίδια», ὅταν τὸ εἶχαν λούσει ἐντὸς τῆς σκάφης, καὶ κακὸς βήχας τὸ εἶχε κολλήσει. Ἡ Φραγκογιαννοὺ ἀπλήστως ἀπὸ ἡμερῶν παρεμόνευε νὰ ἵδη συμπτώματα σπασμῶν εἰς τὸ μικρὸν ἀσθενὲς πλάσμα –ἐπειδὴ τότε ἤξευρεν ὅτι αὐτὸ δὲν θὰ ἐσώζετο– πλὴν εὐτυχῶς τοιοῦτον πράγμα δὲν ἔβλεπε. «Εἶναι γιὰ νὰ βασανίζεται καὶ νά μας βασανίζη», εἶχεν ὑποψιθυρίσει, χωρὶς κανεὶς νὰ τὴν ἀκούση, μέσα της.

Την στιγμὴν ταύτην, ἡ Φραγκογιαννοὺ ἄνοιξε τὰ κλειστὰ ἀγρυπνούντα ὄμματα, κ' ἐκούνησε τὸ λίκνον. Συγχρόνως ἠθέλησε νὰ δώση τὸ σύνηθες ρευστὸν εἰς τὸ πάσχον μωρόν.

— Ποιὸς βήχει; ἠκούσθη μία φωνὴ ὄπισθεν τοῦ μεσοτοίχου.

Η γραία δὲν ἀπήντησεν. Ἧτο Σάββατον ἑσπέρας, καὶ ὁ γαμβρὸς τῆς εἶχε πίει ἕνα ρακὶ παραπάνω, πρὶν δειπνήση· ὁμοίως εἶχε πίει, μετὰ τὸ δεῖπνον, κ' ἕνα μεγάλο ποτήρι ἀπὸ λάκυρον κρασί, διὰ νὰ ξεκουρασθῆ ἀπὸ τὰ μεροκάματα ὅλης τῆς ἐβδομάδος. Λοιπόν, ὁ Νταντής, ἐπειδὴ εἶχε πίει ἀρκετά, ἀναλόγως, ὠμιλοῦσε μέσα στὸν ὕπνο του, ἢ μᾶλλον παραμιλοῦσε.

Το μωρὸν δὲν ἐδέχθη τὴν ρανίδα τοῦ ρευστοῦ εἰς τὸ στόμα, ἀλλὰ τὴν ἐλάκτισε μὲ τὴν γλωσσίτσαν του, ἐν τῇ ὁρμῇ τοῦ βηχός, ὅστις εἶχεν αὐξήσει λίαν ἀλγεινῶς.

— Σκασμός!... εἶπε πάλιν ὁ Κωνσταντής, ὁ πατὴρ τοῦ βρέφους, μέσα στὸν ὕπνο του.

— Καὶ πλαντασμός!... προσέθηκε μετ' εἰρωνείας ἡ Φραγκογιαννού.

Η λεχώνα ἐξαφνίσθη μέσα στὸν ὕπνο της, ἀκούσα ἴσως τὸν βήχα τοῦ μικροῦ, καὶ ἅμα τὸν ἀλλόκοτον βραχὺν διάλογον, ὅστις διημείφθη μέσω τοῦ ξυλοτοίχου μεταξὺ τοῦ κοιμωμένου καὶ τῆς ἀγρυπνούσης.

— Τ' εἶναι, μάννα; εἶπεν ἀνασηκωθείσα ἡ Δελχαρῶ. Δὲν εἶναι καλὰ τὸ παιδί;

Ἡ γραία ἐμειδίασε στρυφνῶς εἰς τὸ τρομῶδες φῶς τοῦ μικροῦ λύχνου.

— Σᾶ σ' ἀκούω, δυχατέρα!...

Αὐτὸ τὸ «σᾶ σ' ἀκούω, δυχατέρα» ἐλέχθη μὲ τόνον πολὺ ἀλλόκοτον. Ἄλλως δὲν ἧτο ἡ πρώτη φορά, καθ' ἢν ἡ νεαρὰ μήτηρ ἤκουε τοιοῦτον τί ἐκ μέρους τῆς μητρός της. Ἐνθυμεῖτο ὅτι καὶ ἄλλοτε συνέβη, ἡ γραία μεταξὺ γυναικῶν καὶ γραϊδίων τῆς γειτονιᾶς, νὰ ἐκφράση, μετὰ σείσματος ἐκφραστικοὺ τῆς κεφαλῆς, εἰς ὥρας καθ' ἂς ἐγίνετο λόγος περὶ τῆς μεγάλης πληθώρας τῶν νεαρῶν κορασίων, περὶ τῆς σπάνεως, περὶ τοῦ ξενιτευμοῦ καὶ τῶν ὑπέρμετρων ἀπαιτήσεων τῶν γαμβρῶν, περὶ τῶν βασάνων ὅσα ὑπέφερε μία χριστιανὴ διὰ νὰ ἀποκαταστήση «τ' ἀδύνατα μέρη», τουτέστι τὰ θήλεα, νὰ ἐκφράση, λέγω, παραπλήσια αἰσθήματα. Ὅταν μάλιστα ἡ μήτηρ τῆς ἤκουε περὶ ἀρρώστιας μικρῶν κορασίδων εἶχεν ἀκουσθῆ, σείουσα τὴν κεφαλήν, νὰ λέγη:

— Σᾶ σ' ἀκούω γειτόνισσα!... «Δὲν εἶναι χάρος, δὲν εἶναι βράχος;» ἐπειδὴ συνήθιζε πολὺ συχνὰ νὰ ἐκφράζεται μὲ παροιμίας λίαν ἐκφραστικᾶς. Καὶ ἄλλοτε πάλιν τὴν ἤκουσαν νὰ δογματίζη ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν συμφέρει νὰ κάμνη πολλὰ κορίτσια, καὶ ὅτι τὸ καλύτερον εἶναι νὰ μὴ πανδρεύεται κανείς. Ἡ δὲ συνήθως εὐχή της πρὸς τὰ μικρὰ κοράσια ἧτο «νὰ μὴ σώσουν!... Νὰ μὴν πᾶνε παραπάνω!»

Καὶ ἄλλοτε προέβη ἐπὶ τοσούτον ὥστε νὰ εἶπε:

— Τί νά σας πῶ!... Ἔτσι τοῦ 'ρχεται τ' ἀνθρώπου, τὴν ὥρα ποὺ γεννιῶνται, νὰ τὰ καρυδοπνίγη!...

Ναὶ μὲν τὸ εἶπεν, ἀλλὰ βεβαίως δὲν θὰ ἧτο ἱκανὴ νὰ τὸ κάμη ποτέ... Καὶ ἡ ἰδία δὲν τὸ ἐπίστευε.