Η Τιμή και το Χρήμα/Κεφάλαιο ΣΤ'

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η τιμή και το χρήμα
Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Κεφάλαιο Στ'


Σαν κάθε βράδι η Ρήνη είχε ανάψει τη λάμπα στη μικρή κάμαρα του σπιτιού της, που εχρησίμευε για τραπεζαρία και για σαλόνι, κ' είταν στο μαγειριό κ' εφυσούσε τ' αθράκια για να ετοιμάσει το δείπνο. Η μάνα της δεν είχε ακόμα γυρίσει από το εργοστάσιο. Τώρα που οι μέρες είχαν μικρύνει εργαζότουν στες σφυρίδες ως και το βράδι. Τ' αδέρφια της δεν είταν σπίτι. Κ' είταν ταραγμένη η νέα, κ' είταν ωχρή, κ' εκρατούσε το βλέφαρό της· τα ξανθά της μαλλιά, πλεγμένα σε δύο χοντρές πλεξίδες, της εκρεμόνταν πισώπλατα· κάπου κάπου αναστέναζε.

Κ' εσυλλογιζότουν μοναχή της: «Τι να κάμω; Όλοι οι άντρες είναι όμοιοι· και μου το λένε όλοι: ο Αντρέας βέβαια θα μ' αλησμόνησε. Από κείνο το βράδι ούτε τον είδα πια, ούτε τον άκουσα. Ήθελε κι αυτός προικιά, κι αφού δεν τά 'χα, μ' απαράτησε. Αυτά επροτιμούσε κι όχι εμένανε.» Κ' εκούνησε πικρά το κεφάλι και θλιβερά εχαμογέλασε. «Να δώσω τώρα» ξακολούθησε, «το λόγο μου; Να προσμείνω ακόμα; Μα τι να προσμείνω; Το φτωχόπαιδο το καημένο, που μ' εζήτησε, δεν ερώτησε για προικιά. Με παίρνει όπως είμαι. Δουλεύτρα είμαι, μαθημένη στην εργασία, όπου κι αν πάω ζω με τον κόπο μου· ποιόνε θά 'χουμε ανάγκη; Αχ, ο Αντρέας εσκιαζότουν μην ξεπέσει! Και μη δε το σήκωσε η μάνα μου, ένα φτωχογύναικο, το σπίτι μου, μ' όλο που ο πατέρας μου είναι σπατάλης; Και δεν είμουνα κ' εγώ καλή να κάμω το ίδιο; Ω, ας μ' είχε πάρει, και θα τό 'βλεπε. Δε θα μετάνοιωνε. Μα εσκιαζότουνε. Ήθελε να μ' έχει καθισμένηνε στην καρέκλα, για να κάνω την κυρά, μήπως κ' εξευτελιζότουνε τ' όνομά του, γιατί οι γυναίκες του σπιτιού του είτανε μαθημένες να μη δουλεύουνε. Τι σάπιες, τι σκουριασμένες ιδέες! Γι' αυτό και η φτώχεια τον εκατάβαλε. Ω το φτωχόπαιδο, αυτά δεν τα γνοιάζεται. Τι να κάμω; Τι να κάμω;... Να μείνω πάλε ανύπαντρη όλη μου τη ζωή; Μα δεν είμαι κ' εγώ άξια νά 'χω το σπίτι μου, το νοικοκυριό μου, τον άντρα μου... να κουναρήσω παιδιά δικά μου, παληκαράκια που ν' αξαίνουνε τριγύρω μου σαν τα γαρούφαλα;» Και από μέσα από την καρδιά της μία φωνή την επαρακινούσε να πάρει το φτωχό παιδί που την εζητούσε, και να μη ζηλεύει πλια την αγάπη του άλλου, και να μην επιθυμήσει να σηκωθεί ψηλότερα απ' ό,τι της έπρεπε. «Ψηλότερα, ψηλότερα!» εσυλλογίστηκε πάλι μ' ένα περγελαστικό χαμόγελο· «χαντακωμένοι στα χρέγια είναι οι Ξήδες, κι ακόμα δεν τη βάνουνε κάτου. Πιάνονται από καθρέφτες για να μην ξεπέσουνε περσότερο· κ' είναι πόχουνε την κυβέρνηση κοντά τους, αλλιώς θά 'τανε σήμερα βυθισμένοι. Να μην ξεπέσουνε, να μη δουλέψουνε, όπως ο άλλος ο κόσμος: αυτός είναι ο φόβος τους. Ντρέπονται κάθε δουλειά, και θυσιάζονται οι ίδιοι. Κ' έτσι με πήρε και 'με στο λαιμό του. - Ω το φτωχόπαιδο το καημένο!... Θα το πάρω.»

Είχε πάρει την απόφαση. Μα εκείνην τη στιγμή άκουσε να χτυπούν στην πόρτα· κι όταν την άνοιξε εβρέθηκε μπροστά της ο Αντρέας. Εκοκκίνησε, η καρδιά της εβάλθηκε δυνατά να χτυπάει, κι από την ταραχή δεν ημπόρειε να πάει ούτε μπρος ούτε πίσω, ουδέ να μιλήσει, ουδέ να κάμει άλλο τίποτα. Και κείνος ωστόσο την εκοίταζε με πόθο, σα νά 'θελε να ρουφήσει με το βλέμμα του όλην την πανώρια της τη νιότη και να χορτάσει αγάπη, και το πλατύ του το στήθι ανεβοκατέβαινε γοργά κι ανοιγοκλειούσαν τ' αρθούνια του και εφούσκωναν οι φλέβες στο λαιμό του και στο πρόσωπό του, που τώρα είταν ακόμα πλιο κόκκινο, κι όμως έτρεμε σύγκορμος.

Εκοιταχτήκαν και το βλέμμα τους επρόδωσε την αγάπη. Και τώρα όλοι οι λογαριασμοί της κορασίδας, όλοι της οι φρόνιμοι στοχασμοί, μονομιάς ερειπιζόνταν μπροστά στον άντρα που την είχε κάμει να υποφέρει, και γρικούσε πως η θέλησή της εγενότουν ένα τίποτα μπροστά σ' εκείνον που η καρδιά της αληθινά και πρώτον είχε αγαπήσει. Για να τον ευχαριστήσει θά 'κανε τα πάντα. Όλο της το είναι θά 'θελε να το θυσιάσει στην ευτυχία του. Κι ωστόσο με φωνή σιγαλή, φοβισμένη μην της εχανότουν αγύριστα της στιγμής εκείνης η απέραντη γλυκάδα τού 'πε: «Ω, α δεν ερχότουνε το νερό ως τα χείλη, δεν αναφαινόσουνε!» «Τόνε παίρνεις;» την ερώτησε αχνίζοντας. «Τι να κάμω; Αφού τόσον καιρό μ' απαράτησες.» Και με το μαντήλι εσφούγγισε ένα δάκρυ χοντρό που με πόνο της έβγαινε από το μάτι. Και σε μία στιγμή τού ξανάπε με χαρά και με λύπη: «Μα ποιος ξέρει, αν κι αυτό το φτωχόπαιδο θα με θέλει ακόμα. Ω Αντρέα, θα σ' είδανε που ήρθες!»

Και τώρα ολομεμιάς της ερχόνταν πάλι ο νους της και ξάστερα αναμετρούσε τ' αποτελέσματα. Με τη γληγοράδα της αστραπής πλήθος ιδέες επέρασαν από την καρδιά της: οι γειτόνοι, η μάνα, ο γαμπρός, η τιμή της, η αδυναμία του Αντρέα να πάρει γυναίκα φτωχιά, το πείσμα της μάνας να μη δώσει τα χρήματα, η τελειωτική καταστροφή της. Κ' ενώ ο Αντρέας την εκοίταζε ακόμη, μην ξέροντας πώς να της φανερώσει τέλος το σκοπό του, του ξανάπε: «Θα σ' είδανε, θά 'ρθει η μάνα, τι μόκαμες!» Εκείνος εκίνησε το κεφάλι: «Μ`είδανε» της είπε χαμηλόφωνα με σοβαρό ύφος· «όπου κι αν είναι, η μάνα σου έφτασε.» «Ω μ' έχασες!» του απολογήθηκε η Ρήνη σταυρώνοντας απελπισμένα τα χέρια της· «τώρα θα μ' απαρατήσει κ' εκείνος. Μα δε σου το γράφω σε κακό: θα σ' έσπρωξε η αγάπη!» Και μέσα στα δάκρυά της εχαμογέλασε. «Η αγάπη και η ζήλεια» της αποκρίθηκε.

Κι αυτήν τη στιγμή το βλέμμα της έπεσε στην πόρτα, πού 'χε μείνει ανοιχτή, κ' είδε πως από το δρόμο η Κωνσταντίνα η γειτόνισσσα τους επαραμόνευε. Άχνισε σαν το πανί ντροπιασμένη, κι αμέσως της ήρθε η ιδέα να κλείσει, μα εφοβήθηκε. «Μας βλέπουνε» του είπε περίτρομη. «Πάμε» της είπε με απόφαση.

Αναταράχτηκε. Εκείνην τη στιγμή έπρεπε να πάρει απόφαση· μία τρανή και μεγάλη απόφαση, που θά 'ζιαζε βαριά για όλο το μάκρος της ζωής της. Κ' ενώ, σα να μην το είχε καταλάβει, τον ερωτούσε: «Πού να πάμε;» και κείνος της αποκρενότουν ήσυχα: «Σπίτι μου· να σε κάμω γυναίκα μου· δε με θέλεις;» εσυλλογιζότουν: - «Τώρα τους είχανε ιδεί· αυτό είτανε βέβαιο. Και η μάνα σε λίγες στιγμές θά 'ταν εδώ και θα αγρίευε και θα χαλούσε τον κόσμο. Κι ο γαμπρός; Ω ο γαμπρός, δεν την επείραζε! Το τίμιο φτωχόπαιδο που την είχε ζητήσει δεν τ' αγαπούσε. Θα τό 'παιρνε, ναι, για να αποκουμπιστεί, μα ο διαλεχτός της είτανε τώρα μπροστά της! Αλλά η ντροπή που την επρόσμενε; Γιατί να δεχτεί τον Αντρέα, γιατί, όταν ήρθε, να μην τρέξει στο δρόμο, να μη φωνάξει, όπως είναι το χρέος κάθε τίμιας κοπέλας, όπως της τό 'χε διδάξει η μάνα της, λέγοντας πως έτσι μόνο θ' αποχτούσε άκουσμα καλό και δόξα;» «Πάμε, γιατί αργούμε» της ξανάπε. «Θά 'χουμε λόγια, φωνές και βάσανα, αν πρέπει να σε πάρω από μπροστά της.»

Η Ρήνη έκλεισε τα μάτια. Και τότες σα σε όνειρο εφαντάστηκε πως η μάνα της ερχότουν, ψηλή, λιγνή, ζαρωμένη, με σπίθες στα μάτια που ήταν ακόμα νέα, και πως αγρίευε και πως τους απηχούσε και τους δύο με τους γρόθους φωνάζοντας, ενώ όξω από το σπίτι εσυναζότουν κόσμος, και πως έτσι εγενόνταν βουρδούλιο και θέατρο. Και πάλι ο στοχασμός της την ησύχασε: - «Κι αν ερχότουν η μάνα, κι αν εφώναζε, κι αν έδερνε, δε θα επράαινε αμέσως, άμα ο Αντρέας άνοιγε το χείλι;» «Θά 'ρθεις;» της ξανάπε πιάνοντάς της το χέρι και σέρνοντάς την λίγο προς την πόρτα. «Άφησέ με» του αποκρίθηκε· «ας την προσμείνουμε· ας πούμε της γειτόνισσσας που μας βλέπει γιατί ήρθες, θα μας βοηθήσει κ' εκείνη.»

Μα ο Αντρέας ανυπομόνησε τώρα: - «Πάει καλά» της είπε· «κάθισε βράσε σπίτι σου και υπόφερε. Ή όπως λέω, ή τίποτα. Φεύγω.» «Ω δυστυχία μου!» απολογήθηκε κλαίγοντας. «Μάσε τα ρούχα σου.» ,Θα γυρέψεις περσότερα· γι' αυτό θέλεις να φύγω. Τι να κάμω; Θε μου!» «Πάμε!»

Έμεινε μία στιγμή σκεφτική, ενώ από τα μάτια της ετρέχαν ποτάμι τα δάκρυα, κ' έπειτα κατέβασε το κεφάλι σα νά 'δειχνε πως υποταζότουν σε μία δύναμη ανώτερη. Αν έλεγε όχι, η υπόληψή της είταν για πάντα χαμένη και η ζωή της αδιάκοπο μαρτύριο. Βιαστικά εβάλθηκε να συνάζει τα ρούχα της. Κι ο Αντρέας εβγήκε μία στιγμή για να κράξει τους συντρόφους του να τα πάρουν, και καθώς εδιάβαινε από το καντούνι είπε της γειτόνισσσας που κοροϊδευτικά τον εκοίταζε: «Απόψε τήνε παίρνω.»