Η Ταξιδεύτρια

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η Ταξιδεύτρια
Συγγραφέας: Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής


Κόρη με τα χρυσά μαλλιά στους κρυσταλλένιους ώμους,
Πού τρέχεις ολομόναχη της ερημιάς τους δρόμους;
Νύκτα χορεύουν τα στοιχιά, γυρνούν ανεραΐδες•
Να τριγυρνά μεσάνυκτα ποιάν κόρη πότε είδες;

-Και αν χορεύουν τα στοιχιά, στοιχιά είν' ας χορεύουν•
Όχι στοιχιά, μόν άγγελον τα μάτια μου γυρεύουν.
Διαβάται που διαβαίνετε, διαβάται που ρωτάτε,
Δεν είδετε τον φίλο μου στα μέρη που περνάτε;-

-Κι αν είδαμε τον φίλο σου στο δρόμο που περνούμε,
Να τον γνωρίσουμ' από τί τον φίλο σου μπορούμε;-

-Ήταν λεπτός, ήταν ψιλός, ήταν κοντός και νέος,
Σαν ήλιος της ανοίξεως ήταν χρυσός κι ωραίος.
Σαν τον χλωρόν τον Μάιο σεμνά χαμογελούσε,
Και σαν αηδόνι έψαλλε στην λύρα που βαστούσε.
Στον ήλιον έλαμπαν αι τρες των φουντωτών μαλλιών του,
Και τον φθονούν ο ουρανός το χρώμα των ματιών του.
Φιλιά είχε στο στόμα του, αγάπη στη ματιά του,
Παλληκαριά στο στήθος του, κι εμένα στην καρδιά του.
Μαζί δυο ζήσαμε χαράς κι ευδαιμονίας χρόνια,
Καθώς στου δένδρου την φωλιάν τ' αχώριστα τρυγόνια,
Κι από κοντά μας έφευγε η λύπη ξωρισμένη•
Ο ήλιος εβασίλευε και είμασθ' ενωμένοι,
Κι ανέτελλε, κι ως αδελφοί φιλιούμασταν και φίλοι,
Κι ανέτειλε και μια φορά• μην είχεν ανατείλει!

"Πιστή μου, λέγ' ο φίλος μου, σκύψε να σε φιλήσω•
Πιστή μου, ήλθε ο καιρός και πρέπει να σ' αφήσω.
Βλέπεις εκεί που ρίχνουνται τα βόλια σαν χαλάζι,
Ακούς τον κρότον των σπαθιών; -Εμέν' αυτός φωνάζει.
Βλέπεις τα παλληκάρια μας που άγρια χορεύουν;
Εμένα πρωτοχορευτή και σύντροφον γυρεύουν.
Ακούς τες κόρες, τα παιδιά οπού αναστενάζουν;
Και που ζητούν εκδίκηση; -Εμέν' αυτά φωνάζουν."

"Λοιπόν, πιστέ μου, εσύ πας• θα πας και θα μ' αφήσεις;
Άλλες ωραίες μακριά θα διείς και θα γνωρίσεις,
Μιαν άλλην κόρη θα φιλείς, μιαν άλλη θ' αγκαλιάσεις,
Μιαν άλλην κόρη θ' αγαπάς, κι εμένα θα ξεχάσεις."

"Μην κλαις, κορίτζι μου, μην κλαις, και πρέπει να πηγαίνω
Και αδικώ τα νιάτα μου κάθε στιγμή που μένω.
Σκύψε και συχνοφίλει με, γλυκιά γαλανομάτα,
Και κόλλησε στα χείλη μου τα χείλη τα δροσάτα,
Και έχε γεια• μη με ρωτάς με τί καρδιά πηγαίνω•
Πιστός σου πάντα, όσο ζω, πιστός κι ενώ πεθαίνω•
Οι άγγελοι του ουρανού και αν με τριγυρίζουν,
Παντού τα μάτια μου παντού εσένα θα σκαλίζουν.
Και αφού πέσουν τρεις φορές και λιώσουν τρεις τα χιόνια,
Και κλάψεις τρία σκοτεινά δυστυχισμένα χρόνια,
Τότε θ' ακούσεις πατησιές, θ' ακούσεις τη φωνή μου,
Στες αγκαλιές μου θα βρεθείς και θενά πας μαζί μου."

Και πήγε, κι έλιωσαν και δυο και τρεις φορές τα χιόνια,
Κι έκλαψα τρία σκοτεινά δυστυχισμένα χρόνια,
Κι είδα τον χάρο να περνά, να κλαίει την ελπίδα,
Και της καρδιάς μου τον πιστό μήτ' άκουσα μήτ' είδα.
Και τώρα τρέχω τα βουνά, τα περιβόλια τρέχω,
Με τα πικρά μου δάκρυα τα μνήματά σας βρέχω.
Διαβάτες που μ' ακούγετε με μάτια δακρυσμένα,
Δεν έχετε παρηγοριά ή θάνατο για μένα;
Διαβάτες που ευφραίνεσθε τες χάριτες του δρόμου,
Αχ! πέτε με, πού είδετε τον τρισαγαπητό μου.
Στον γάμο κι αν τον είδετε τον γάμο να προφθάσω,
Στον τάφο κι αν τον είδετε, κοντά του να πλαγιάσω.-

-Παρηγοριά έχ' η ζωή κ' ο πόθος έχ' ελπίδα.
Γλυκό κορίτζι, σαν ρωτάς, τον φίλο σου τον είδα.
Μήτε εις τάφο κοίτουνταν, μήτε χαρά βαστούσε,
Μόνο με χίλιους τα βουνά και τες λακιές περνούσε•
Και πάρε βράχο και βουνό, τον δρόμο π' ανεβαίνει,
Και πήγαινε, κι ίσως τον διείς ακόμα να πηγαίνει.
Μαύρα είναι τα ρούχα του, μαύρα τα δάκρυά του,
Μαύρο και το τουφέκι του και μαύρη κι η καρδιά του."

Και παίρνει βράχο και βουνό τον δρόμο π' ανεβαίνει,
Μέσα στους βράχους περπατεί, και στο βουνό πηγαίνει,
Και τα αγρίμια των δασών περνούνε και βογγούνε,
Μόν ο πιστός της δεν περνά, κι οι χίλιοι δεν περνούνε.
Και καίουνε τα μάτια της, και η καρδιά της καίει,
Κι εις ένα λόφο κάθεται, μοιρολογά και κλαίει.
Και μια φωνή, βαριά φωνή μέσ' απ' τον λόφο βγαίνει.

"Ποιος τάραξε τον ύπνο μου; φωνάζει θυμωμένη•
Γιατί πατείς το δροσερό, το νέο μου χορτάρι;
Δεν ήμουν κι εγώ άξιο, ανδρείο παλληκάρι;
Τριάντα Τούρκους σκότωσα και έπιασα σαράντα,
Και επαινούμουν και παντού και τ' άξιζα και πάντα,
Με δάφνες περιστόλισα την σπάθα και την λύρα,
Και των ανδρείων έπαινο και των ωραίων πήρα.
Πλην ενώ μ' έτρεμ' ο εχθρός κι ο φίλος μ' επαινούσε,
Το στήθος μ' αναστέναζε και η καρδιά πονούσε.
Μιαν αγαπούσα, μια ξανθή, γλυκιά γαλανομάτα,
Που είχ' αγάπη και ζωή στά χείλη τα δροσάτα.
Αφού τρεις φορές πέσουνε και λιώσουνε τα χιόνια,
Σαν κλάψεις τρία έρημα δυστυχισμένα χρόνια,
Τότε θα έλθω, κόρη μου, την είπα, να σε πάρω
Πλην όταν υποσχέθηκα δεν ρώτησα τον χάρο.
Κι έπεσαν χιόνια τρεις φορές και έλιωναν την τρίτη,
Και τα παιδιά μας έδιωχναν τον Τουρκοαρβανίτη,
Και σαν χαλάζι έπεφταν τα βόλια μαζωμένα,
Αχ! κι ένα βόλι έπεσε και μ' έρριξε κι εμένα.
Και η καρδιά μου κρύωσε, και κρύωσε το σώμα,
Μόν η πιστή αγάπη μου δεν κρύωσε ακόμα.
Μόν φύγε, μη με αφαιρείς την έσχατ' ησυχία•
Σεβάσου έρωτ' ατυχή και τίμα την ανδρεία."

-Εσ' είσαι, φίλε, που ζητεί η αγαπητική σου;
Ακούω τα πατήματα κι ακούω τη φωνή σου;
Αχ! πόσον καιρό μ' άφησες εις δάκρυα και πόνους!
Πόσους μονάχη πέρασα ερημωμένους χρόνους!
Μα τώρα, έλα να σε διώ, έλα να σ' αγκαλιάσω,
Κι αφού σε ηύρα μια φορά, ποτέ να μη σε χάσω•
Άφησε ζέστη και ζωή στες αγκαλιές σου νά 'βρω.-

-Κόρ', είν' στενός ο θάλαμος, και το κρεβάτι μαύρο•
Μήτ' η αυγή το χαιρετά, μήτ' η δροσιά το βρέχει,
Και του ηλίου ώς εκεί το φως ποτέ δεν τρέχει.-

-Κι αν είν' ο θάλαμος αυτός στο χώμα από κάτου,
Κι αν τον σκεπάζει άγρια η νύκτα του θανάτου,
Στην άβυσσον αν έπρεπε να κάθουμαι μαζί σου,
Θα δόξαζα παράδεισο το βάθος της αβύσσου.-

Βου, βου, γαυΐζουν τα σκυλιά κι οι κουκουβάγιες κλαίνε,
Και τα αγρίμια πολεμούν κι οι ματιές τους καίνε.
Και τ' άστρα πέφτουνε, κι η γη κλονιέται τρομαγμένη,
Και μέσ' απ' τ' άγρια κλαδιά ο ποθητός της βγαίνει.
Μαύρο είν' το τουφέκι του, και μαύρ' η φορεσιά του,
Και μαύρη την εικόνα της την έχει στην καρδιά του.

-Αχ! είν' αλήθεια; φίλε μου, σε ξαναβλέπω πάλαι;
Όμως τα χέρι' απ' τ' άσπρο σου επανωφόρι βγάλε,
Κι αγκάλιασε, και φίλα με σαν αγαπητικός μου,
Και μείν' αιώνια πιστός κι αιώνια δικός μου.-

-Κόρη μου, είναι για φιλιά τα χείλια μαραμένα,
Και για γλυκαγκαλιάσματα τα χέρια μου δεμένα.-

-Κι ανίσως είναι για φιλιά τα χείλια μαραμένα,
Κι αν είναι γι' αγκαλιάσματα τα χέρια σου δεμένα,
Τότ' άφησέ με, φίλε μου, εγώ να σ' αγκαλιάσω,
Κι αφού σε ηύρα μια φορά, ποτέ να μη σε χάσω.-

Ου! ο ανεμοστρόβιλος τα κυπαρίσσια δέρνει!
Ου! ο βοριάς τον πλάτανο ξερριζωμένο παίρνει!
Και κλάμματα, και αχ! και βαχ! μεσ' στη νοτιά γρυνιάζουν,
Και ψαλμουδιές μες στον βοριά τον Ύψιστον δοξάζουν,
Και σύννεφα κατάμαυρα σφυρίζουνε κι αστράφτουν,
Κι από λαμπάδες τα βουνά και τα λαγκάδι' ανάφτουν,
Κι όλο τα μαύρα σύννεφα αστράφτουν και σφυρίζουν,
Και ένα νεκροκρέββατο οι αστραπές φωτίζουν
Αφήτε τους• με αρετήν και πίστιν αγαπούσαν,
Στον τάφο καν ενώθηκαν, αν όχι όσο ζούσαν!