Η Πάπισσα Ιωάννα/Μέρος Δ

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η Πάπισσα Ιωάννα
Συγγραφέας: Εμμανουήλ Ροΐδης
Μέρος Δ'


Φευ της θηλείας, πή προβήσεται, φρενός;
Τι τέρμα τόλμης και θράσους γενήσεται;
(Ευριπίδου, Ιππόλυτος, 935)

Πάντων των μεγάλων ανδρών την κοιτίδα περικυκλούσι σκότη πυκνά, εις τα οποία μόνοι οι ποιηταί και μυθογράφοι τολμώσι να ριψοκινδυνεύσωσιν, ανάπτοντες της φαντασίας των το μαγικόν φανάριον, εις ου το φως μυρία βλέπουσιν ωχρά ή μειδιώντα φαντάσματα. Αλλ’ άμα ο ήρως ανδρωθή, άμα εις καρπόν μεταβληθή το άνθος, επέρχεται σμήνος ιστορικών κρατούντων την φλέγουσαν και φεγγοβόλον δάδα της κριτικής. Εις την εμφάνισιν των συνωφρυωμένων εκείνων δαδούχων φεύγουσι μετά τρόμου τα χρυσόπτερα πλάσματα της φαντασίας, άτινα, ως οι αστέρες και οι τεσσαρακοντούτιδες γυναίκες, εις μόνον το ημίφως ευχαριστούνται· αν δε το φως εκείνο ήναι πολύ ζωηρόν, και ο ήρως αυτός εξαφανίζεται πολλάκις εις τα όμματα του κριτικού, ως ο Όμηρος εις τα του Βολφίου και ο Ιησούς εις τα του Στράους. Η Ιωάννα έμεινεν ακλόνητος εις την υψηλήν αυτής θέσιν, ουδόλως υπό του φωτός πτοηθείσα· αλλ’ από τούδε καθίσταται ήρως ιστορικός, οι δε ελαφροί στέφανοι, δι’ ων εστόλιζον της δεκαεπταέτιδος κόρης την ξανθήν κόμην, είναι ήδη ανάρμοστοι εις την κεφαλήν την μέλλουσαν μετ’ ολίγον να κοσμηθή διά του τριπλού διαδήματος του Αγ. Πέτρου. Την ύλην της διηγήσεώς μου αντί να λαμβάνω, ως πρότερον, εκ της κεφαλής μου, αναγκάζομαι ν’ αρύωμαι παρά σεβασμίων χρονογράφων· αν δε εύρης ανοστότερον το μέρος τούτο του βιβλίου, σ’ ευχαριστώ, αναγνώστα, διά την προτίμησιν. Η Ρώμη απολέσασα την διά του ξίφους κατακτηθείσαν οικουμένην κατεγίνετο ν’ ανορθώση την κοσμοκρατορίαν της, στέλλουσα εις τας πρώην επαρχίας δόγματα αντί λεγεώνων και υφαίνουσα εν σιωπή τον απέραντον εκείνον ιστόν, εις ον έμελλε πάντα τα έθνη να περιπλέξη. Αράχνη δε του ιστού εκείνου, ότε έφθασεν εις Ρώμην η ημετέρα ηρωίς, ήτο ο Άγ. Λέων ο δ’, διαδεχθείς Σέργιον τον Γουρουνόστομον. Πάντες σχεδόν της εποχής εκείνης οι αρχιερείς είτε θέλοντες είτε μη ελάμβανον τον τίτλον του Αγίου· αλλ’ ο Λέων ούτος είχε τη αληθεία αποκτήσει αυτόν διά των ιδρώτων του, ανευρών τα σώματα των Αγίων μαρτύρων Σεμπρονιανού, Νικοστράτου και Καστορίου, διεγείρας διά της ποιμαντικής ράβδου του, ως ο Ποσειδών διά της τριαίνης, φοβεράν τρικυμίαν, ήτις διεσκόρπισε τα πλοία των Σαρακηνών, θανατώσας δι’ ευχής φοβερόν δράκοντα εμφωλεύοντα εις την εκκλησίαν της Αγ. Λουκίας, πολλάκις αποκρούσας των απίστων τας εφόδους και, το θεαρεστότερον, συστήσας εντός του παπικού παλατίου γυναικείον μοναστήριον, όπου υπό την πατρικήν του σκέπην ηγίαζον αι εκλεκτότεραι της Ρώμης παρθένοι. Αλλά πλην των καλογραιών επροστάτευε και τα γράμματα ο φιλόμουσος ποντίφηξ, υπό δε της Ιωάννας τοσούτον εθέλχθη, ώστε, αφού επί ολόκληρον ώραν ωμίλησε μετ’ αυτής περί πάντων των γνωστών πραγμάτων και τινών άλλων ακόμη, διώρισεν αμέσως αυτήν διδάσκαλον της Θεολογίας εις το σχολείον του Αγ. Μαρτίνου, όπου εδίδαξε ποτέ και ο ιερός Αυγουστίνος.

Η Ιωάννα ή μάλλον ο «πάτερ Ιωάννης» (διότι το θηλυκόν όνομά της, αποτελούν ήδη κακοφωνίαν, θέλομεν δίδει εις την ημετέραν ηρωίδα, οσάκις μόνον είμεθα μόνοι μετ’ αυτής, ως ο αυτοκράτωρ Αλέξανδρος τον τίτλον κλέπτου εις τους υπουργούς του) εδαπάνησε τας πρώτας ημέρας περιτρέχων την «αιώνιον πόλιν». Αλλά τα τότε μνημεία της Ρώμης δεν ήξιζον ουδέ τα υποδήματα άτινα κατέτριβε προς επίσκεψιν αυτών. Ο διδάσκαλος του λόρδου Ελγίνου, Κάρολος ο μέγας, είχε ληστεύσει κατά την φραγκικήν συνήθειαν τους αρχαίους ναούς, ίνα στολίση διά των στηλών και αναγλύφων την μητρόπολιν του Ακυϊσγράνου· αι δε υπό των προκατόχων του Λέοντος οικοδομηθείσαι χριστιανικαί εκκλησίαι ήσαν άρρυθμα και τερατόμορφα κράματα ρωμαϊκής και ανατολικής τεκτονικής, πολύ ομοιάζοντα προς τον τότε εν τη Δύσει χριστιανισμόν, όντα ασυνάρτητον και βαρυστόμαχον μίγμα εβραϊσμού και ειδωλολατρείας, το οποίον έμελλον βραδύτερον να συγχωνεύσωσι και να καθαρίσωσιν οι Γάλλοι θεολόγοι, ως οι απόγονοι αυτών τας σκωρίας του Λαυρίου. Αλλά τότε ουδείς εφρόντιζεν ακόμη περί δογμάτων, οι δε αρχαίοι θεοί, όσοι τουλάχιστον εξ αυτών δεν μετεβλήθησαν εις χριστιανούς αγίους, εξορισθέντες εκ του Ολύμπου είχον μετοικήσει εις τον Άδην, κακεί έζων εν ειρήνη μετά του Διαβόλου των Χριστιανών και του Σατανά των Εβραίων, αναγνωριζόμενοι υπό των θεολόγων, εισακούοντες τας επικλήσεις των μάγων, ενίοτε δε μετοικούντες και εις αυτά τα σώματα των χριστιανών, οίτινες εκαλούντο τότε δαιμονισμένοι. Κατ’ αυτήν την ημέραν της αφίξεως της Ιωάννας παράδοξός τις τελετή ετελείτο περί τας εκκλησίας της Ρώμης εις τιμήν των αρχαίων θεών. Χοροί μεθύσων χριστιανών εχόρευον ψάλλοντες «ιερόσυλα» άσματα, κράζοντες «Ευοί! Ευοί!» και διώκοντες αλλήλους διά μαστίγων ως κατά την εορτή των Κρονίων, ενώ ιέρειαι της Αφροδίτης, μόνον ένδυμα έχουσαι φυλακτήρια περί τον τράχηλον και κωδωνίσκους εις τους πόδας, περιέτρεχον την ομήγυριν, προσφέρουσαι αντί ολίγων σολδίων οίνον και φιλήματα εις τους χορευτάς, προς μέγα σκάνδαλον των εις Ρώμην νεοφωτίστων ξένων, οίτινες ενόμιζον ότι πάντα ταύτα περιελαμβάνοντο εις την χριστιανικήν λειτουργίαν, ως υποθέτουσιν οι παρευρισκόμενοι εις θορυβώδη τινά συνεδρίασιν των αμερικανικών κοινοβουλίων, ότι και τα λακτίσματα αποτελούσι μέρος της δημοκρατικής ελευθερίας. Τοιούτοι ήσαν οι άνθρωποι, τους οποίους επρόκειτο ν’ αλατίση η ημετέρα ηρωίς διά του άλατος της Αττικής. Κατά τας πρώτας ημέρας επειράθη να ομιλήση εις αυτούς περί Δογματικής, αλλ’ οι ακροαταί της εθεώρουν τας τοσούτον απασχολούσας τους Γραικούς συζητήσεις ταύτας περί της φυσιολογίας της αγίας Τριάδος περιττάς, ως και την κοσμούσαν εκείνους μακράν γενειάδα. Οι διάδοχοι του θείου Πλάτωνος συνεζήτουν ακόμη εν τη Ανατολή περί της φύσεως του Θεού, αλλ’ οι απόγονοι του Κάτωνος και Κιγκινάτου, πρακτικώτεροι όντες, εθεώρουν την θεολογίαν ως επάγγελμα σπουδαίον, παρ’ ου επερίμενεν ο ιερεύς τον επιούσιον άρτον και πλην τούτου υπουργήματα, επισκοπάς, ίππους, παλλακίδας και άλλα καλά πράγματα, άτινα μόνον διά δραστηριότητος και πρακτικών γνώσεων αποκτώνται. Αντί λοιπόν να ερευνώσι τα μυστήρια του ουρανού κατεγίνοντο, ως φρόνιμοι άνθρωποι, να απλώσωσι την βασιλείαν του εφ’ όλην την γην, εν ονόματι αυτού εισπράττοντες φόρους παρά πάντων των εθνών. Η δε Ιωάννα, αγχίνους ούσα και ευτράπελος ως όφις ή γυνή, ταχέως εμάντευσε των μαθητών της τας ορέξεις. Αποτινάξασα τας βυζαντινάς ιδεολογίας έσπευσε να καταβή από του ουρανού εις την γην και από των νιφοβλήτων κορυφών της μεταφυσικής εις τας παχείας και πολυκάρπους πεδιάδας του Κανονικού δικαίου, ευγλώττως ομιλήσασα την επιούσαν περί της κοσμικής εξουσίας του πάπα, της δωρεάς του Καρόλου, περί φόρων, δεκάτων, χρυσών στολών και άλλων ιερατικών ηδυσμάτων, δι’ ων οι ρασοφόροι προσπαθούσι να καταστήσωσιν ολιγώτερον ανυπόμονον την προσδοκίαν του Παραδείσου, ως διασκέδαζον και οι μνηστήρες της Πηνελόπης μετά των θεραπαινίδων, περιμένοντες την απόλαυσιν της δεσποίνης.

Τοιαύτα λέγουσα κατώρθωσε τέλος πάντων να ελκύση την εύνοιαν των ακροατών της, ως ηδυνήθη και ο Ορφεύς διά της λύρας του να συγκινήση τους λίθους. Η δε παρομοίωσις δεν είναι υπερβολική· διότι αν λίθοι δεν ήσαν, όνοι τουλάχιστον ωνομάζοντο οι τότε Ιταλοί παρά των άλλων εθνών και αι σύνοδοι αυτών ονοσυνέδρια· οι δε ολίγοι υπάρχοντες εκεί διδάσκαλοι εστέλλοντο εξ Ιρλανδίας, Σκωτίας και Γαλατίας εις τους δυστυχείς απογόνους του Κικέρωνος, ως σήμερον εις ημάς οι ελληνισταί εκ Γερμανίας. Αλλ’ ο Κλαύδιος, ο Δουνγάλλος, ο Βιγιντίμιλλος και οι άλλοι ξένοι σοφοί είχον ήδη αποθάνει ή γηράσει, εν μέσω δε της μεσαιωνικής σκοτίας υπερείχεν η Ιταλία τα περικυκλούντα αυτήν έθνη κατά την αμάθειαν, ως η Καλυψώ τας νύμφας της κατά το ύψος. Οι πλείστοι των ιερέων ηγνόουν την ανάγνωσιν, αντί δε να κηρύττωσιν από τους άμβωνος το Ευαγγέλιον διηγούντο παραμύθια εις τους πιστούς, πώς υπεστήριζεν η Παναγία διά των λευκών χειρών της τους πόδας των αγχονιζομένων κακούργων, οσάκις ούτοι ήναπτον κηρία προ των εικόνων της, και πώς, ίνα σώση από της αμαρτίας ευσεβή καλογραίαν, ελάμβανε την μορφήν και την κλίνην της, εις ην εδέχετο αντ’ εκείνης τους εραστάς, πώς οι απαρνούμενοι τον Θεόν, αλλά μένοντες εις την Παρθένον πιστοί, εισήγοντο υπ’ αυτής κρυφίως εις τας μακαρίους μονάς και πώς η ελεήμων Θεοτόκος παρείχεν εις τους ευσεβείς εραστάς φίλτρα και μαγικά ποτά, ίνα απολαύσωσι δι’ αυτών την ερωμένην των. Τοιαύτα ακούοντες οι Λογγοβάρδοι, Φράγκοι, Βουργούνδιοι και οι άλλοι περιζωννύοντες την Ιταλίαν βάρβαροι τοσούτον τους υπηκόους του πάπα κατεφρόνουν, ώστε το επίθετον Ρωμαίος ήτο παρ’ αυτοίς πάσης ύβρεως υβριστικώτερον, ως κατήντησε και το Γραικός παρά τοις χαρτοπαίκταις συνώνυμον του απατεώνος. Η σοφία της ημετέρας ηρωίδος έλαμπεν εις τον πυκνόν εκείνον σκότος, ως φάρος εν τη ομίχλη νεφελώδους νυκτός. Πλήθος ακροατών, πολλάκις δε και ο πάπας Λέων, συνέρρεον εις το μοναστήριον του Αγ. Μαρτίνου, ίνα ακροασθώσι τον νέον εκείνον Αυγουστίνον, όστις αντί να εγγίζη τα φοβερά της θρησκείας μυστήρια, μόνον περί τερπνών και χρησίμων πραγμάτων ωμίλει, ανυμνών του ποντίφηκος τας αρετάς και διασύρων τους βυζαντινούς, εξηγών τα θεωρήματα του Αριστοτέλους ή διηγούμενος των απογόνων του την αθλιότητα, τα σκόρδα, τα έλκη και τας νηστείας. Η παράδοσις της Ιωάννας ωμοίαζε τας φιλοξένους εκείνας οικίας του Αμβούργου, ένθα ευρίσκονται διά πάσαν γεύσιν κατάλληλα φαγητά, άνθη διά πάσαν όσφρησιν και γυναίκες όλας ομιλούσαι τας γλώσσας και ευχαριστούσαι τας ορέξεις. Πολλάκις η ημετέρα ηρωίς ήρχιζεν από της «Θεοδικίας» και ετελείωνεν εις την μαγειρικήν. Αλλά κατά την εποχήν εκείνην τα προϊόντα του ανθρωπίνου εγκεφάλου δεν ήσαν ακόμη διατεταγμένα εις τακτικά χωρίσματα, ως τα ερπετά εις τας φιάλας Μουσείου. Μόνη επιστήμη υπήρχεν η Θεολογία έχουσα εκατόν ως ο Βριάρεως χείρας, τα πάντα περισφίγγουσα εις τους κόλπους της και εν τούτοις ολόκληρος εις την ξανθοπλόκαμον κεφαλήν της ημετέρας ηρωίδος περιεχομένη. Δύο έτη εξηκολούθησε διδάσκουσα η Ιωάννα· όλην δε αυτής την υπόληψιν εχρεώστει εις την ευγλωττίαν της, διότι ουδείς εν Ρώμη υπωπτεύετο οποίοι θησαυροί εκρύπτοντο υπό το ράσον της. Πάντων εκεί τα πρόσωπα ήσαν εξυρισμένα, των δε καλογήρων μόνον η μύτη προέκυπτεν εκ του κουκουλίου. Βαθμηδόν δε εν τη μέθη της φιλαυτίας κατήντησε σχεδόν και η ιδία να πιστεύη ότι μετεβλήθη εις άνδρα, ως ο Τειρεσίας εις γυναίκα. Ο Φρουμέντιος είχε λησμονηθή προ πολλού, διάδοχον δε αυτού δεν έσπευδε να εκλέξη η φιλόδοξος ρασοφόρος εις υψηλότερα πράγματα έχουσα τον νουν. Μανδύας ηγουμένου, ημιόνους Ληγάτου, μίτρας επισκόπου, ενίοτε δε και πάπα χρυσάς εμβάδας ωνειρεύετο ήδη η ξανθή ημών ηρωίς, τους δε εραστάς ετοποθέτει ως φρόνιμος γυνή εις το βάθος της σκηνής, ως φυλάττονται και τα γλυκύσματα διά το τέλος του συμποσίου. Αλλ’ αντί να παραδίδηται εις ματαίας μόνον ονειροπολήσεις, ειργάζετο νυχθημερόν υπέρ της ανυψώσεώς της, κολακεύουσα τους ισχυρούς, διδάσκουσα, συγγράφουσα και στιχουργούσα ύμνους εις τον Χριστόν και τον πάπαν διά ρυθμικών ομοιοκαταλήκτων στίχων, τους οποίους πρώτη εκείνη εισήγαγεν εις Ιταλίαν. Αλλά και την ιατρικήν επηγγέλετο, κατά δε τας κακάς γλώσσας και την μαγείαν, αναγκάζουσα τα πονηρά πνεύματα, ήτοι τους πρώην θεούς, τον Βάκχον, την Ήραν, τον Πάνα και την Αφροδίτην να αφίνωσι τας πύλας του σκότους, τρέχοντες ως πιστοί θεράποντες εις τας επικλήσεις της. Εν τούτοις ο πανεύφημος πάπας Λέων, γηράσας ήδη και πάσχων ρευματισμούς, αφ’ ότου θελήσας να βαδίση ως ο Άγιος Πέτρος επί της θαλάσσης έλαβεν ακούσιον λουτρόν, χάσας την μίτραν και μέρος της υπολήψεώς του, κατέστησε τον «Πάτερ Ιωάννην» μυστικόν του γραμματέα. Από της εποχής εκείνης υπήρχον εις την Αυλήν του πάπα πλήν των επισήμων και μυστικοί ου μόνον αξιωματικοί αλλά και ευτελέστατοι υπηρέται, μυστικοί μάγειροι, αιθίοπες, θαλαμηπόλοι και σαρωταί των κλιμάκων. Αλλά και κλίμακες και θύραι και δωμάτια μυστικά ευρίσκοντο εν τω Βατικανώ· πολλάκις δε ο επί της γης αντιπρόσωπος του Ιησού ετέλει εκεί και δείπνα μυστικά, αλλ’ αγνοώ αν είχεν ομοτραπέζους Αποστόλους.

Η ημετέρα ηρωίς, ότε κατά πρώτον εισήχθη εις τα ιδιαίτερα δώματα της αυτού Αγιότητος, μόλις ετόλμα να θέση τον πόδα επί των παχυχνόων εκείνων ταπήτων της Ανατολής, εφ’ ων ήθελέ τις επιθυμήσει να ολισθήση ως οι ίπποι του Εριχθονίου, των οποίων τα πέταλα, ότε έτρεχον, μόλις ήγγιζον τας άκρας των ανθέων. Ότε δε έφθασεν ενώπιον τους αρχηγού της Χριστιανοσύνης, καθημένου επί προφυροχρύσου θρόνου, εν μέσω αργυρών κανίστρων, ολοχρύσων γαβαθών, σμαραγδοστολίστων θυμιατηρίων και άλλων κειμηλίων, τοσούτον υπό της λάμψεως εκείνης εθαμβώθη, ώστε αν ελάμβανεν ανάγκην να πτύση, μόνον εις το ερρυτιδωμένον πρόσωπον του αγιωτάτου πατρός ήθελε τολμήσει να πράξη τούτο, μη ευρίσκουσα εις τον αστράπτοντα εκείνον θάλαμον ρυπαρώτερον μέρος. Αλλ’ αντί τούτου κλίνασα τα γόνατα ησπάσθη ευλαβώς του Λέοντος τα σανδάλια, όστις ανεγείρας μετά πατρικής φιλοστοργίας τον «Πάτερ Ιωάννη», συνειργάσθη μετ’ αυτού μέχρις εσπέρας, και τοσούτον ηυχαριστήθη, ώστε από της ημέρας εκείνης ευκολώτερον ηδύνατο να στερηθή της λειτουργίας ή του φιλτάτου γραμματέως του. Οι περικυκλούντες τον Λέοντα Κουβικουλάριοι, δαπίφεροι, οστιάριοι, σκρίπτορες, αρκάνιοι και άλλοι αυλικοί, οίτινες υπερηφανεύοντο προσφέροντες εις την αυτού Αγιότητα τας υπηρεσίας, όσαι υπό ανδραπόδων απεδίδοντο εις τους αυτοκράτορας της Ρώμης, εψιθύριζον εν αρχή κατά του νέου ευνοουμένου, ως οι σωματοφύλακες της σεμνής Αικατερίνης, οσάκις νέος υποψήφιος έκρουε του κοιτώνος της την θύραν. Αλλά τόσω ευπροσήγοροι και γλυκείς ήσαν οι τρόποι του «Πάτερ Ιωάννου» και τοσαύτη η αφιλοκέρδειά του, ώστε μετ’ ου πολύ πάσας κετέκτησε τας καρδίας και πάντες εις αυτόν απετείνοντο, οσάκις είχον τι να ζητήσωσι παρά του Αγίου Πατρός. Η δε Ιωάννα, ξένη ούσα εν Ρώμη και ούτε ανεψιών ούτε παλλακίδων την απληστίαν έχουσα να χορτάση, έσπευδε προθύμως να καθυποβάλη εις τον πάπαν τας αιτήσεις των φίλων της, ων καθ’ εκάστην ηύξανεν ο αριθμός και η ευγνωμοσύνη, ώστε μετ’ ολίγον αληθής κομματάρχης κατέστη ο μυστικός γραμματεύς, περικυκλούμενος υπό σμήνους απλήστων αυλικών, οίτινες συνωθούντο περί αυτόν ως τα ορνίθια περί αγροκόμον, τινάσσουσαν την πλήρη σταχύων ποδεάν της. Ενώ περί πάντων των φίλων της εφρόντιζεν ουδενός ωρέγετο υπέρ εαυτής η Ιωάννα ή, μάλλον, ό,τι ωρέγετο μόνον παρά της Παναγίας ετόλμα να ζητήση, ικετεύουσα την ελεήμονα Παντάνασσαν να βραβεύση όσον τάχιστα τας αρετάς του αγίου πάπα Λέοντος, μεταθέτουσα αυτόν εις καλυτέραν ζωήν. Αχάριστος και ασεβής η ευχή εις την Θεοτόκον αποτεινομένη! Αλλ’ εν Ρώμη τοσαύτην έχουσιν οι πιστοί προς την Παναγίαν οικειότητα, ώστε ου μόνον πλούτη, ίππους, θέσεις και τιμάς ζητούσι παρ’ αυτής, αλλά και τον θάνατον εχθρού, πλουσίου συγγενούς, αντεραστού ή άλλου τοιούτου οχληρού πλάσματος, και άλλα ακόμη πράγματα τα οποία και παρά προαγωγού ζητών τις ήθελεν ερυθριάσει. Οι δολοφόνοι αναθέτουσι την μάχαιραν επί των βωμών της, πριν βυθίσωσιν αυτήν εις του θύματος τα σπλάγχνα, αι εταίραι προ των εικόνων της αναρτώσι γυμνούμεναι την ζώνην των και οι μέθυσοι εις την υγείαν της κενούσι φιάλας και σταμνία· η δε Ιωάννα, ως έξυπνος γυνή, ηκολούθει τα έθιμα του τόπου εις εκείνην αποτείνουσα τας φιλοδόξους αιτήσεις της. Αλλ’ ούτε του διαβόλου απαξιούσα την προστασίαν, κατέφυγε και εις τας απαισίους της μεσαιωνικής μαγείας τελετάς. Αποσυρομένη εις τα ερείπια αρχαίου ναού επεκαλείτο τα πνεύματα της αβύσσου, βυθίζουσα οξείαν βελόνην εις τα στήθη κηρίνης εικόνος του Λέοντος, ενώ εκάπνιζον επί των τριπόδων χόρτα φαρμακερά και έμενεν ακίνητος η σελήνη, ήτις υπήκουε τότε εις τας επικλήσεις των μάγων, ως ο ήλιος εις τον Ιησούν του Ναυή.

Αγνοώ αν η Παναγία ή ο Διάβολος εισήκουσε της ημετέρας ηρωίδος τας ευχάς, και ουδ’ εκείνη εγνώριζε τίνα εκ των δύο να ευχαριστήση, αλλ’ οπωσδήποτε ο Λέων ησθένησε μετ’ ολίγον, η δε ασθένεια αυτού καθίστατο καθ’ ημέραν βαρυτέρα· ώστε, αφού εξήντλησαν οι ιατροί τα βότανα και οι καλόγηροι τας εις τον αρχάγγελον Μιχαήλ, τον διάδοχον του Ασκληπιού, επικλήσεις των, αφού μάτην μετήλθον οι Ιουδαίοι γόητες και οι Άραβες αστρολόγοι τα απόκρυφα της τέχνης των, απεφασίσθη υπό γενικού συμβουλίου επισκόπων να μετακομισθή ο αρχηγός της Χριστιανοσύνης εις τον υπόγειον ναόν του Αγ. Τιβουρκίου, ίνα περιμείνη εκεί το όνειρον, δι’ ου ο άγιος ήθελε φανερώσει αυτώ το κατάλληλον προς θεραπείαν του ιατρικόν. Οι πιστοί κατέφευγον τότε εν τη αμηχανία των εις τα ουρανόπεμπτα όνειρα, ως οι πρόγονοι αυτών εις τους χρησμούς της Πυθίας και οι σήμερον ασθενείς εις τας συνταγάς των περιστρεφομένων τραπεζών· η δε Εκκλησία, καίτοι καίουσα τους μάντεις, παρεδέχετο την ονειρομαντείαν ως σήμερον οι ιατροί η καταδιώκοντες τους μαγνητιστάς και μεταχειριζομένη τον μαγνητισμόν. Ο δυστυχής πάπας, μετατεθείς από της κλίνης του εις μαύρον φορείον, μετεκομίσθη υπό τεσσάρων ευρώστων καλογήρων εις την υπόγειον εκκλησίαν, όπου εναπετέθη έμπροσθεν του θυσιαστηρίου, περικυκλούμενος υπό φλεγουσών λαμπάδων, απηλπισμένων ιατρών και ψαλμωδούντων ιερέων. Ο ένδοξος εκείνος ποντίφηξ, καίτοι άγιος ων ουδέποτε υπήρξεν υπέρ το δέον ευβλαβής, τον δε βίον του εδαπάνησε καλλωπίζων την Ρώμην, σωρεύων θησαυρούς, ανεγείρων περισσοτέρους προμαχώνας ή ναούς και τα κράτη του υπερασπιζόμενος κατά των Σαρακηνών μάλλον ή κατά του Διαβόλου, ουδένα καίων αιρετικόν, αλλά πολλούς κατακόπτων εχθρούς και κατά πάντα αξιώτερος του τίτλου μεγάλου βασιλέως, ή αγίου, ως αυτός ο Βολταίρος ομολογεί. Αν δε ηναγκάσθη ενίοτε και να θαυματουργήση, έπραξε τούτο χαριζόμενος εις τους ηλιθίους υπηκόους του, ως ο Ιησούς εις τους Εβραίους. Αλλ’ η ασθένεια και αυτούς τους «λέοντας» εις λαγωούς και τον σκεπτικώτατον άνθρωπον εις ευσεβή χριστιανόν μεταμορφώνει. Ο μέγιστος του αιώνος ποιητής, ο Βύρων του οποίου ο μυελός εζύγιζεν εξακόσια τριάκοντα και οκτώ δράμια, ομολογεί απερικαλύπτως ότι ασθενήσας μετά την πρώτην φλεβοτομίαν επίστευσεν εις τα θαύματα του Μωυσέως, μετά την δευτέραν εις την ενσάρκωσιν, μετά την τρίτην εις την άχραντον σύλληψιν, μετά δε την τετάρτην ελυπείτο ότι δεν υπήρχον και άλλα να πιστεύση. Ούτω και ο καλός Λέων, ο φρονιμώτερος ίσως του αιώνος του ανήρ, επερίμενε την ίασίν του παρά του Αγ. Τιβουρκίου. Τρεις ολοκλήρους ημέρας έμεινε νήστις και ακίνητος ο ποντίφηξ περιμένων την έλευσιν του θείου ονείρου. Αλλ’ ούτε ύπνον ν’ απολαύση ούτε όνειρα να ίδη άφινον αυτόν οι πόνοι· ότε δε μετά τριήμερον αγωνία έκλεισε τέλος πάντων τους οφθαλμούς εις τον ύπνον χωρίς όνειρα, διά παντός απεκοιμήθη. Αφού μετά των συνήθων τελετών το σώμα του πανευφήμου Λέοντος, πλυθέν δι’ οίνου και ελαίου παρετέθη εις τους σκώληκας προς ευωχίαν, αφού εσιώπησαν οι κώδωνες και εξηράνθησαν οι οφθαλμοί, οι αρχιερείς, ο κατώτερος κλήρος, οι πρέσβεις του αυτοκράτορος, οι προύχοντες και άπας ο λαός συνηθροίσθησαν εις την πλατείαν του Αγ. Πέτρου, ίνα σκεφθώσι περί της εκλογής του μέλλοντος να ζωσθή τας κλείδας του Παραδείσου.

Κατά τον ένατον αιώνα δεν εξελέγετο ακόμη ο ποντίφηξ εις τα απόκρυφα σκότη ιερατικού συνεδρίου, ούτε Κογκλάβα υπήρχεν ούτε καρδινάλιοι κεκλεισμένοι εις ζοφερά κελλία και έκαστος υπέρ εαυτού ψηφοφορούντες, μέχρις ου ηναγκάζοντο υπό της πείνης να συμβιβάσωσι τας απαιτήσεις των, αλλ’ οι ποντίφηκες εξελέγοντο εν πληθούση αγορά, μεσουρανούντος του ηλίου, ρέοντος αφθόνως του οίνου και του αίματος πολλάκις, των δε κομμάτων παλαιόντων διά ράβδων και λίθων μάλλον ή διά ραδιουργιών. Οι πάπαι αντιπροσώπευον τότε τον λαόν ως οι δήμαρχοι παρά τοις αρχαίοις Ρωμαίοις, και εις τον λαόν ανετίθετο κατά μέγα μέρος του αντιπροσώπου του η εκλογή. Αι δε ψήφοι αυτού ηγοράζοντο αναφανδόν αντί υποσχέσεων, χρυσού, οίνου ή γυναικών, αίτινες περιέτρεχον την αγοράν λυσίζωνοι, ανταλλάσσουσαι φιλήματα αντί ψήφων. Ο θάνατος λοιπόν του πάπα ήτο αληθής χαρά διά τους υπηκόους του, οίτινες, ως σήμερον οι συνταγματικοί λαοί, εν μόνον είχον κτήμα, την ψήφον των, παρέχουσαν κατά πάσαν νέαν εκλογήν και εις αυτούς τους αχθοφόρους την τιμήν να σφίγξωσι την χείρα καταχρύσου άρχοντος, πίνοντας φαλέρνειον νέκταρ εις το χρυσούν αυτού ποτήριον και εις της μοσχοβόλου εταίρας του αναπαυόμενος τα στήθη. Κατά τον Άγιον Προυδέντιον υπάρχουσιν εις τον Άδην ημέραι, καθ’ ας σβύνεται το αιώνιον πυρ και διακόπτονται τα βάσανα των κολασμένων. Τοιαύται και επί γης ήσαν και είναι ακόμη διά τον λαόν αι ημέραι των εκλογών, αι μόναι καθ’ ας ενθυμείται ότι ο δούλος και ο αυθέντης, το πήλινον και το πορφυρούν αγγείον, είναι σκεύη αδελφά, εκ του αυτού πηλού και υπό του αυτού πηλοπλάστου πλαστουργηθέντα. Ενώ σύμπασα η Ρώμη συνεκινείτο επί της πλατείας, η ημετέρα ηρωίνη, τα πάντα προς επιτυχίαν των φιλοδόξων σκοπών της ετοιμάσασα προ πολλού, ίστατο επί υψηλού δώματος της μονής του Αγ. Μαρτίνου, σταυρόνουσα ως ο Ναπολέων τας χείρας επί του στήθους και δι’ ανησύχου βλέμματος επερχομένη τας περιπετείας του εκλογικού αιώνος. Πολλοί ήσαν κατά το έτος εκείνο οι υπέρ της τιάρας διαγωνιζόμενοι· αλλ’ οι τετρακόσιοι της Ιωάννας μαθηταί, οι ομοιόσχημοι μοναχοί, οι υπ’ αυτής ευεργετηθέντες αυλικοί, αι γυναίκες αι θαυμάζουσαι του νέου βενεδικτίνου το κάλλος και την ευγλωττίαν, οι αρχαίοι του Λέοντος θεράποντες, πάντες ούτοι υπέρ μόνου του «Πάτερ Ιωάννου» ειργάζοντο, υμνούντες εις το πλήθος την σοφίαν, την αφιλοκέρδειαν και τας αρετάς του υποψηφίου των, όστις ξένος ων και ούτε ανεψιούς ούτε γυναικώνα έχων, έμελλε να μοιράση εις του πτωχούς τα εισοδήματα του Αγίου Πέτρου. Τέσσαρας ολοκλήρους ώρας διήρκεσεν η πάλη, κατά τας οποίας το πρόσωπον της Ιωάννης ήλλαξεν όλα τα χρώματα, ως αι χείρες των Συριανών βαφέων, αλλ’ ήδη νικηθείσα υπό της συγκινήσεως είχε καταπέσει επί μαρμαρίνου καθίσματος και κλείσασα τους οφθαλμούς επερίμενε το πεπρωμένον, ότε αι εύθυμοι των φίλων της κραυγαί, χαιρετώντων τον Πάπαν Ιωάννην τον Όγδοον! απέσπασαν αυτήν του εναγωνίου εκείνου ληθάργου. Ο νέος ποντίφηξ κλονούμενος υπό της χαράς, ως το οπωροφυλάκιον του Ησαΐου, έρριψεν επί των ώμων την πορφύραν και υπεδέθη τα σταυροφόρα σανδάλια, άτινα όμως είτε διότι απεστρέφοντο τους γυναικείους πόδας είτε διότι ήσαν πολύ μεγάλα, τρις εγκατέλιπον τους πόδας της, ενώ κατέβαινε την κλίμακα του μοναστηρίου.

Πλήθος ενθουσιώντος λαού και χρυσοστόλιστος ημίονος επερίμενε παρά την θύραν τον νεοκήρυκτον πάπαν, όστις ιππεύσας μετέβη παραχρήμα εις Λατεράνον, όπου εκάθισεν επί του χρυσού θρόνου και έθεσεν επί της κεφαλής το τριπλούν της Ρώμης, της οικουμένης όλης και του ουρανού στέμμα, ενώ οι γραμματείς συνέταττον το διάταγμα της εκλογής, και αντήχουν του πλήθους αι ζητωκραυγαί. Κατ’ εκείνην την στιγμήν, ίνα λαμπρότερος καταστή ο θρίαμβος της ημετέρας ηρωίδος, εισήρχετο εις Ρώμην προσκυνητής ο βασιλεύς της Αγγλίας Εθελούλφος, όστις εζήτησε πρώτος εκείνος ν’ ασπασθή του νέου πάπα τους πόδας, καταστήσας διά του φιλήματος εκείνου τα κράτη του υποτελή της αγίας Έδρας, συγχρόνως δε παρουσιάζοντο οι πρέσβεις της Κωνσταντινουπόλεως, κομίζοντες παρά του αυτοκράτορος Μιχαήλ πολύτιμα δώρα και την παραχώρησιν των Συρακουσών. Η Ιωάννα έβλεπε τέλος πάντων εκπληρούμενον το όνειρον της νεότητός της· ίστατο επί θρόνου υψηλού και περί αυτήν συνεπυκνούντο εύοσμα θυμιάματος νέφη. Υπό αδιηγήτου κατεχομένης χαράς έστρεφεν ακτινοβόλα βλέμματα επί το γονυπετές εκείνο πλήθος, είτα δε ανυψώσασα εις ουρανόν τους οφθαλμούς «Λιόββα, Λιόββα», ανέκραξεν, «ευχαριστώ!». Ο τελετάρχης διέκοψε την έκστασιν εκείνην του νεοκηρύκτου πάπα, προσκαλέσας αυτόν να καθίση επί χαμηλής τινος έδρας, καλουμένης κοπρανικής, εφ’ ης ετοποθετείτο μετά την αναγόρευσίν του ο ποντίφηξ, ίνα ενθυμηθή ότι, καίτοι τριπλούν φέρων στέμμα, υπέκειτο όμως ως και ο έσχατος των υπηκόων του εις του στομάχου του τας ανάγκας. Ενώ δε εκάθητο εκεί η αυτού Αγιότης, οι ιερείς έψαλλον το «Κύριος από κοπρίας», καίοντες συγχρόνως άχυρα και στυπίον, ίνα ενθυμίσωσιν αυτώ ότι, καθώς η φλοξ εκείνη, ούτω σβέννυται και παρέρχεται εν τω κόσμω τούτω η δόξα. Οκτώ όλας ημέρας διήρκεσαν αι τελεταί, τα ποδοφιλήματα και αι φωτοχυσίαι. Αλλ’ ενώ οι τυφλώττοντες ιερείς έτριβον τα χείλη των εις της ηρωίδος μας τα σανδάλια, η φύσις άπασα εξανίστατο κατά της τοιαύτης βεβηλώσεως. Την επιούσαν της στέψεως, καίτοι μεσούντος του θέρους, πάσαι της Ρώμης αι αγυιαί εσκεπάζοντο υπό χιονώδους σινδόνος, ως ει ήθελεν η αγία πόλις να κηρύξη το πένθος της, ενδυομένη ως νεκρικόν σάβανον την πένθιμον του χειμώνος στολήν. Αλλά και εις Γαλλίαν και Γερμανίαν ηκολούθησαν τέρατα και σημεία· σεισμοί εκλόνησαν σύμπασαν την αυτοκρατορίαν, ενώ εν Βρεσέννη έπιπτε βροχή αίματος και εν Νορμανδία χάλαζα νεκρών ακρίδων, ων η σήψις προυξένησε μυριόνεκρον πανώλη. Και αυτοί δε οι εμφωλεύοντες εις τας οροφάς του Βατικανού σκώπες και νυκτικόρακες ωλόλυζον επί τρεις νύκτας απαισίως, ως αι χήνες του Καπιτωλίου, ότε ηπείλουν την Ρώμην οι Γαλάται. Τις οίδεν, (αν υπήρχον κατά την εποχήν εκείνην περιστρεφόμεναι τράπεζαι), πόσον κακείναι ήθελον οργισθή και κροτήσει τους πόδας! Πάντα δε τα σημεία ταύτα παρ’ αξιοπίστων μνημονευόμενα χρονογράφων παρέθεσα προς δικαιολογίαν του Αγίου Πέτρου, αδίκως υπό των αιρετικών κατηγορηθέντος ότι δεν έσπευσε να υπερασπισθή διά θαυμάτων την βεβηλουμένην έδραν του. Άλλα δε σημεία πλην κοράκων, πανώλους, αίματος και σεισμών δεν ηδύνατο ο Απόστολος να μεταχειρισθή κατά της Ιωάννας, διότι κατά τον Σειράχ «Ουκ έστι καλόν σημείον επί γυναικί».

Ότε μετά τοσαύτας συγκινήσεις έμεινε τέλος μόνη η Ιωάννα εις τον απέραντον παπικόν κοιτώνα, τον τοσούτον ήρεμον, μεγαλοπρεπή και ευώδη, μάτην εζήτησεν ύπνον επί της προφυράς αυτής κλίνης, ήτις ωμοίαζε βωμόν ανεργεθέντα εις τον Μορφέα. Η λύπη, η χαρά και ο καφές την αυτήν έχουσιν επί των βλεφάρων ενέργειαν. Ο μέγας Αλέξανδρος, ο τοσούτον βαθέως κοιμώμενος την προτεραίαν δεν ενθυμούμαι τίνος μάχης, αμφιβάλλω αν την επιούσαν της νίκης εκοιμήθη. Αλλά προς τι να ζητώμεν ύπνον και όνειρα, οπόταν αυτή η αλήθεια ή η «πραγματικότης», ως λέγομεν σήμερον, είναι παντός ονείρου γλυκυτέρα; Τις άνευ πόθου και συγκινήσεως ενθυμείται την άγρυπνον νύκτα, ην διήλθεν, αφού απήλαυσεν μυριάδας εκ λαχείου, δάφνης εκ ποιήματος ή στενού φίλου του την θέσιν ή την γυναίκα; Η Ιωάννα αποτινάξασα τα χρυσοκέντητα εφαπλώματα της αποστολικής κλίνης περιέτρεχε γυμνόπους την νέαν αυτής κατοικίαν. Πανταχού εις κρύσταλλον, χρυσόν, κυανόλιθον και πορφυρίτην κατωπτρίζετο το φως της λαμπάδος. Το παπικόν δωμάτιον ωμοίαζε τον παράδεισον του Αγ. Ιωάννου, όστις ως γνήσιος Εβραίος, ηρέθιζε των συμπατριωτών του την πλεονεξίαν, περιγράφων την κατοικίαν των μακάρων διά χρυσού και αδαμάντων εστρωμένην. Και τούτο ουκ ολίγον συνέτεινε προς εξάπλωσιν της χριστιανικής πίστεως· καθότι πάντες επροτίμων την πολυτάλαντον εβραϊκόν Παράδεισον μάλλον ή τα πτωχά Ηλύσια των αρχαίων, όπου αντί σαπφείρων και μαργαριτών άλλο δεν υπήρχεν ειμή μόνον άλση μυρσινών, διαυγείς ρύακες και ελεφαντίνη πύλη. Η Ιωάννα περιήρχετο τον θάλαμον μη δυναμένη να χορτασθή της θέας τοσούτων θησαυρών, ζυγίζουσα εις τας λευκάς χείρας της τα λιθοστόλιστα ποτήρια, αριθμούσα τους κοσμούντας το άγαλμα της Παναγίας αδάμαντας και σμαράγδους και εξετάζουσα του αραβικού ωρολογίου τα κοσμήματα και τους τροχούς. Πλησιάσασα έπειτα εις μικράν παρά την κλίνην τράπεζαν, εφ’ ης παρετίθετο ελαφρόν δείπνον, ίνα χρησιμεύση εις την αυτού Αγιότητα, αν, τυχόν, εξύπνει την νύκτα, έπιε ποτήριον ηδυτάτου τινός νέκταρος του Βεζουβίου, Δακρύου του Χριστού, ως εβάπτισαν τον οίνον εκείνον οι ευσεβείς Ιταλοί, δι’ εκάστην του οποίου σταγόνα ήθελε δώσει πας γνήσιος οινοπότης μίαν του αίματός του ρανίδα. Οι ατμοί του οίνου ενωθέντες μετά των ατμών της φιλοδοξίας εκορύφωσαν την μέθην της ημετέρας ηρωίδος. Αν κατ’ εκείνην την στιγμήν ενεφανίζετο ο αυλάρχης προσκαλών αυτήν να καθίση επί της κοπρανικής έδρας ή ο υπηρέτης του Φιλίππου κράζων το «Μέμνησο άνθρωπος ων», ήθελεν αποκριθή εις αμφοτέρους ότι ήσαν ζώα. Ευρίσκουσα το απέραντον εκείνο δωμάτιον στενόχωρον διά το τόσον μεγαλείον της ήνοιξε και το παράθυρον, εφ’ ου κύψασα ήρξατο να θεωρή υπό το σεληνιαίον φως την κοιμωμένην Ρώμην, μάτην αναζητούσα εις την ιστορίαν ηρωίδα αξίαν να παραβληθή προς εαυτήν. Πολλαί προ αυτής γυναίκες εζώσθησαν το ξίφος ή έθεσαν στέμμα επί της κεφαλής· αλλά τι είναι ευμάραντοι πολεμικαί δάφναι ή πρόσκαιρος επί γης βασιλεία, παραβαλλόμεναι προς την παπικήν εξουσίαν, την θείω δικαιώματι άρχουσαν ψυχών και σωμάτων και υποτελή έχουσαν την Οικουμένην, τον Παράδεισον και τον Άδην; Τις δε θέλει τολμήσει να παραβάλλη την Σεμίραμιν, την Μοργάνην, την Αυρηλιανήν Παρθένον ή άλλην οιανδήποτε ηρωίνην προς την ημετέραν Ιωάνναν; Αλλ’ ουδ’ ημείς έχομεν πρόχειρον όρον συγκρίσεως· καθότι, οσάκις άνθρωπος υπερέχει τους ομοίους του καθ’ οιονδήποτε προτέρημα, μόνον προς ζώον δύναται τότε να παραβληθή, προς βουν, αν υπήρξε μεγάλος βασιλεύς, προς όνον, αν ήτο ανδρείος, προς αλώπεκα, αν διεκρίθη ως διπλωμάτης, αλλ’ αγνοώ προς ποίον ζώον, αν κατώρθωσε να γίνη πάπας. Το ψύχος της πρωίας και οι ογκηθμοί των όνων κομιζόντων τα επιούσια λάχανα τις τους υπηκόους της διέκοψαν της Ιωάννας τους φιλοδόξους ρεμβασμούς, ήτις κλείσασα τον παράθυρον επέστρεψεν εις την κλίνην. Την δε επιούσαν εγερθείσα, κατά την παπικήν συνήθειαν, περί την δεκάτην έπλυνε τας χείρας και έσπευσε ν’ αναλάβη του κράτους της τας ηνίας. Ολίγαι ημέραι ήρκεσαν εις αυτήν να μάθη την τέχνην του παπεύειν. Μόλις προ μιας εβδομάδος εκάθητο επί του αποστολικού θρόνου και πας τις ηδύνατο ν’ αναγνώση καθαρώς γεγραμμένον επί του μετώπου της το «ουκ έσονταί σοι πλην εμού έτεροι θεοί». Ουδείς προ αυτής ποντίφηξ έτεινε μετά πλείονος χριστιανικής ταπεινότητος τους πόδας του προς ασπασμόν· αλλ’ η Ιωάννα ήτο και ως γυνή και προ πολλού εις τούτο συνειθισμένη. Αξιοθαύμαστος δε υπήρχε και η επιτηδειότης, μεθ’ ης ήξευρε να συνδυάζη την κοσμικήν εξουσίαν μετά της πνευματικής, εν ονόματι του Ιησού φορολογούσα διά του εισπράκτορος και σφάζουσα διά του δημίου, και πλην τούτων δημεύουσα, φυλακίζουσα και όσα άλλα ανάγονται εις την τέχνην του κυβερνάν ενεργούσα. Και μη νομίσης, αναγνώστα, ότι προς κατηγορίαν αναφέρω ταύτα, αλλ’ απλώς ως λυπηράς της θέσεώς της ανάγκας, εις τας οποίας άλλως υπετάσσετο η Ιωάννα μετά χριστιανικής υπομονής.

Αι γυναίκες, τα ενσαρκωμένα ταύτα κράματα αγάπης, αφοσιώσεως, ευσπλαγχνίας και όλων των άλλων τρυφερών αρετών, οσάκις η χρεία το καλέση, βυθίζονται εις το αίμα ως εις ευώδες λουτρόν. Αι Εστιάδες, ήτοι αι καλογραίαι της αρχαίας Ρώμης, έκλινον πολλάκις τον αντίχειρα, ίνα σφαγή ο νικηθείς μονομάχος, η Αγία Ειρήνη έσφαξε μυριάδας ανθρώπων και ετύφλωσε και τον υιόν της, αι δε σεμναί βασιλίδες Ελισάβετ της Αγγλίας και Αικατερίνη της Ρωσσίας μετεχειρίζοντο τον πέλεκυν και το κνούτον μετά της αυτής ελαφρότητος μεθ’ ης και το ριπίδιόν των. Αλλ’ οι πάπαι θείω δικαιώματι ή μάλλον θεία διαταγή πράττουσι ταύτα. Ο Άγ. Πέτρος, πεινασμένος ων ημέραν τινά έπεσεν εις έκστασιν και είδεν οθόνην, επί της οποίας υπήρχον πάντα τα τετράποδα, ερπετά και δίποδα ζώα, συγχρόνως δε ήκουσε φωνήν λέγουσαν προς αυτόν: «Αναστάς, Πέτρε, θύσε και φάγε». Τοιαύτη υπήρξεν η πρώτη αποκάλυψις της κοσμικής εξουσίας των παπών, οίτινες έκτοτε έθυον και έτρωγον· ίνα δε κατά πάντα μιμηθώσι τον Απόστολον, παρά του οποίου τους πόδας έθετον οι πλούσιοι την τιμήν των πωληθέντων κτημάτων των, καθίστων κακείνοι τον κόσμον όλον πτωχόν επί προφάσει του να δώσωσι τα πάντα εις τους πτωχούς. Αν δε και εφόνευον ενίοτε, κατά τον μεσαιώνα, έπραττον τούτο διότι κατά την εποχήν εκείνην η πίστις εις την αθάνατον ζωήν καθίστα μικρού λόγου αξίαν την παρούσαν, ουδέ ησθάνοντο, καίοντες ανθρώπους, συνειδότος τύψιν, βέβαιοι όντες ότι και οι Απόστολοι, αν είχον δημίους και ξύλα, ήθελον πράξει ως εκείνοι. Η Ιωάννα κατά την μαρτυρίαν πάντων των ιστορικών υπήρξε, κατ’ αρχάς τουλάχιστον, καλός πάπας, πάσας φυλάττουσα των προκατόχων της τας παραδόσεις και ακαμάτως υφαίνουσα το δογματικόν εκείνο δίκτυον, το προωρισμένον ν’ αποκρύπτη τον ουρανόν εις τα όμματα των ευσεβών χριστιανών. Αλλ’ ουδείς τότε εφρόντιζε να εξερευνήση, αν το παπικόν εκείνο ύφασμα ήτο τω όντι ο ουράνιος θόλος. Άρτον και θεάματα εζήτουν παρά των αυτοκρατόρων των οι πάλαι Ρωμαίοι, ταυτά και οι απόγονοι αυτών εζήτουν παρά του πάπα· αλλά την θέσιν των θεαμάτων κατείχεν εν Ρώμη η θρησκεία, η δε ημετέρα ηρωίς ή μάλλον ο αγιώτατος πάπας Ιωάννης ο Η´, νέος ων, φιλόκαλος και επιδεικτικός, ουδενός παρημέλει ίνα καταστήση λαμπροτέρας τας θρησκευτικάς παραστάσεις. Νυχθημερόν εκάπνιζε το θυμίαμα, εκαίοντο κηρία και αντήχουν οι κώδωνες και του πλήθους αι ζητωκραυγαί. Μόνον αι Ρωμαΐδες δέσποιναι παρεπονούντο ενίοτε κατά του ποντίφηκος, ως μη τηρούντος όσα παρά της νεότητος και του κάλλους αυτού επερίμενον, αλλά κακείναι ήλπιζον ότι ταχέως ήθελε γνωρίσει και διορθώσει το σφάλμα του, ακολουθών και κατά τούτο το παράδειγμα των προκατόχων του και παραδίδων αυταίς της καρδίας και του ταμείου του τας κλείδας.

Δύο σχεδόν έτη διήρκεσε της ημετέρας ηρωίδος η φιλόδοξος μέθη και η απαράμιλλος δραστηριότης, εις διάστημα των οποίων εχειροτόνησε δεκατέσσαρας επισκόπους, ανήγειρε πέντε εκκλησίας, προσέθεσε νέον δόγμα εις το Πιστεύω, έγραψε τρία κατά των εικονομάχων βιβλία, εκούρευσε τον αυτοκράτορα Λοθάριον, έστεψε τον διάδοχον αυτού Λουδοβίκον και πολλά άλλα αξιομνημόνευτα έπραξε, τα οποία μετά θαυμασμού μνημονεύουσιν οι χρονογράφοι, οι δε μη θέλοντες να παραδεχθώσι την Ιωάνναν ως πάπαν αποδίδουσι τα μεν εις τον προκάτοχον, τα δε εις τον διάδοχον αυτής η και εξαλείφουσιν εκ της παπικής ιστορίας. Ούτω εχρονολόγουν και οι βουρβονισταί την βασιλείαν Λουδοβίκου του ιη’ από της ημέρας του θανάτου του αδελφού του, παρατρέχοντες ως μικρού λόγου άξια του Ναπολέοντος τας δάφνας και την κοσμοκρατορίαν. Αν δε μέχρι τέλους υπερίσχυον οι απόγονοι του Αγ. Λουδοβίκου, αν κατώρθουν όλα του Κορσικανού τα αγάλματα να κρημνίσωσι και εκ πάντων των βιβλίων να εξαλείψωσι το όνομά του, ως επεχείρησαν οι καθολικοί κατά της Ιωάννας, τις οίδεν αν, «περιπλομένων ενιαυτών», δεν ήθελε και ο γίγας εκείνος καταντήσει ούχ ήττον αμφίβολος και μυθώδης των προ αυτού γιγάντων, οίτινες συνεσώρευσαν όρη επί ορέων, ίνα πολιορκήσωσι τον ουρανόν; Μετά δε χίλια ή δισχίλια έτη, αφού η Ελλάς καταντήση ως και η Γαλλία χώρα των αναμνήσεων, ήθελεν ίσως επέλθει περίεργός τις αρχαιολόγος, εξετάζων τα περί Βοναπάρτου, ως σήμερον ημείς τα περί Ιωάννας, και πληροφορών τους αναγνώστας του ότι εις τους σκοτεινούς της ιστορίας χρόνους έζησε τολμηρός τις ανήρ, ον άλλοι μεν καλούσι Ναπολέοντα και άλλοι Προμηθέα, επιχειρήσας να αρπάση την εξουσίαν των βασιλέων και υπό τούτων προσηλωθείς εις έρημον κατά τα πέρατα της γης βράχον, όπου αχόρταγος γυψ ονόματι Ούδσων κατέτρωγε τα σπλάγχνα του. Αλλ’ επανέλθωμεν εις την Ιωάνναν. Αι υψηλαί της κοινωνίας θέσεις ομοιάζουσι τα βουνά, τα μακρόθεν τοσούτον αρμονικά το σχήμα και την όψιν φαιδρά, οτέ μεν παρθενικήν εκ νεφελών εσθήτα ενδεδυμένα, οτέ δε ενθυμίζοντα διά της χροιάς των τον χρυσόν εις τους εμπόρους ή την πορφύραν εις τους βασιλείς· αλλ’ άμα τις αναβή εις την κορυφήν, υπό τριβόλων, ακανθών και θηρίων, εν Αττική δε και υπό ληστών περικυκλούται. Τοιούτος υπήρξε και διά την ημετέραν ηρωίδα ο θρόνος του Αγ. Πέτρου. Νυχθημερόν πολιορκουμένη υπό γραμματέων, κολάκων, αυλοδούλων και άλλων τοιούτων αδηφάγων επαιτών, οίτινες περικυκλούσι τους θρόνους ως οι κόρακες τα θνησιμαία, ταχέως εβαρύνθη να τείνη τους πόδας εις τους χαμερπείς αυτών ασπασμούς, ενθυμουμένη μετά πόθου τας χρυσάς ημέρας, ότε αντί των σανδαλίων έτεινε τα χείλη της εις τα θερμά φιλήματα του Φρουμεντίου. Η φιλοδοξία ομοιάζει τας βδέλλας, αίτινες εκπνέουσιν άμα κορεσθώσιν· η δε Ιωάννα ήρχιζεν ήδη ν’ αηδιάζη την οσμήν του θυμιάματος ως οι μάγειροι την κνίσσαν των ορτύγων. Πολλάκις εχασμήθη, ενώ ολόχρυσος ιερούργει προ του θυσιαστηρίου του Αγ. Πέτρου, πολλάκις δε και ενώ από του ύψους του Βατικανού ευλόγει την Ρώμην και όλην την οικουμένην.

Αλλ’ ενώ διεσκεδάζοντο οι ατμοί της φιλοδοξίας, εξύπνουν και πάλιν αι αρχαίαι επιθυμίαι. Η πλήξις απαλύνει τας γυναικείας καρδίας ως η θερμότης το κηρίον, η δε αργία και η καλή τράπεζα έχουσιν επί των παθών την αυτήν ενέργειαν, ην και το έλαιον επί του πυρός. Τούτο γνωρίζοντες οι αρχαίοι Αιγύπτιοι εμέτρουν μετά φειδωλίας εις τους βασιλείς των τον άρτον, το κρέας, τα στρώματα της κλίνης και του ύπνου των τας ώρας, υποβάλλοντες αυτούς, ίνα μείνωσι κατάλληλοι να βασιλεύωσιν, εις την αυτήν περίπου δίαιταν, εις ην και οι Άγγλοι τους ιπποδρομικούς των ίππους. Άλλως όμως έζων οι διάδοχοι του Πέτρου, αναπαυόμενοι επί κυκνείων πτερών και τρώγοντες περδίκων πυραμίδας και ελάφων εκατόμβας, κατά δε τας νηστησίμους ημέρας πτερωτούς ιχθύας, ήτοι χήνας και νήσσας, και πλην τούτων ιχθύων ωά, βολβούς, οστρείδια, αμανίτας και άλλα καλά πράγματα, αναπληρούντα τα μήλα εκείνα της Εδέμ, άτινα κατά τους ραβίνους αντί πυρήνων περιείχον κανθαρίδας. Ταύτα πάντα κατέστησαν την ημετέραν ηρωίδα πρότυπον συνταγματικού βασιλέως, οίτινες ως οι θεοί του Επικούρου ρέγχουσιν επί του υψηλού θρόνου των, παραδίδοντες την ράχιν των κυβερνωμένων εις τας ψαλίδας των υπουργών, ως παρέδωκε κατά τους Μανιχαίους και ο Πλάστης τον κόσμον εις την διάκρισιν του Διαβόλου. Εν τούτοις τα πράγματα (εννοώ τα ρωμαϊκά) εβάδιζον κακήν κακώς, οι υπό του Λέοντος συσσωρευθέντες θησαυροί είχον μεταβληθή εις ίππους, λιτανείας, συμπόσια και συντάξεις, οι δε κλειδούχοι του παπικού ταμείου, καίτοι προ πολλού κενώσαντες αυτό, δεν έσπευδον ν’ αποσυρθώσι, μιμούμενοι τον Διογένη, όστις, αφού έπιε τον οίνον, εκλείσθη εις το βαρέλιον. Ο δε μακαριώτατος Ιωάννης η’, και υποθέσεις και υπηκόους και βούλλας και αφορισμούς και άλλα παπικά αθύρματα βαρυνθείς, είχεν αποσυρθή εις Οστίαν, ήτις ήτο η Κέρκυρα των τότε παπών, κακεί εν μέσω φαιδρού ομίλου αγενείων ιερέων διήγεν αφρόντιδας ημέρας, βαυκαλώμενος υπό των γλαυκών κυμάτων της Μεσογείου και της μελωδίας των αυλών, βαρβίτων, τριχόρδων και ευνούχων, οίτινες ηκολούθουν πανταχού την αυτού Αγιότητα, ως ηκολούθει το έκπτωτον βασιλέα μας το κυβερνητικό του χαρτοφυλάκιον και η μέριμνα των υπηκόων του. Η Ιωάννα ευρίσκετο τότε εις τον ήμισυν δρόμον του βίου, ως ο Δάντης ότε απήντησεν εις το δάσος τον λέοντα, την πάρδαλιν και τον λύκον· εκείνη δε ησθάνετο πλησιάζοντα άλλα θηρία ουχ ήττον των λύκων και λεόντων εις τας γυναίκας φοβερά, τας λευκάς τρίχας και τας ρυτίδας. Το κάλλος της έψαλλεν, ούτως ειπείν, το κύκνειόν του άσμα. Αλλά καίτοι φαγούσα τοσούτους απηγορευμένους καρπούς διετήρει ακόμη λευκούς και ακεραίους όλους της τους οδόντας, η δε όρεξις αυτής χάριν της φιλοδοξίας επί τοσούτον θυσιασθείσα ήρχισε και πάλιν να ταράσση τα στήθη της, άτινα ήσαν κακείνα ουχ ήττον των οδόντων στερεά και καλώς διατηρημένα.

Πολλάκις συναθροίζουσα εις πολυτελές συμπόσιον πάντας τους ευπροσώπους αυλικούς της, περιήρχετο μετά το γεύμα τας τάξεις των ρασοφόρων εκείνων Αδωνίδων, ως η σεμνή Αικατερίνη τας των σωματοφυλάκων της, διστάζουσα προς ποίον εξ αυτών ήθελε προσφέρει το μήλον και πολύ μάλλον τίνι τρόπω ηδύνατο ευσχήμως να το προσφέρη. Άλλοτε πάλιν κατανοούσα το μέγεθος του προβλήματος ωπισθοδρόμει μετά τρόμου, ως συνταγματικός βασιλεύς έμπροσθεν αυθαιρεσίας, ήτις είναι των συνταγματικών Ενδυμιώνων ο απηγορευμένος καρπός. Η Ιωάννα ολίγον εφρόντιζε περί του μεγέθους της ασεβείας και έτι ολιγώτερον εφοβείτο την ετυμηγορίαν του ουρανίου δικαστηρίου, το οποίον τιμωρεί στιγμιαίαν αδυναμίαν δι’ αιωνίου πυρός, βράζον εις την αυτήν χύτραν τον προξενήσαντα λύπην ή ηδονήν τινά εις τον πλησίον του. Πολύπειρος δε ούσα και έξυπνος γυνή δεν ηδύνατο να πιστεύση ότι έθεσεν ο Θεός επί της γης τοσαύτα αγαθά, ίνα απέχωμεν αυτών, ως παρατίθενται εις τα αγγλικά συμπόσια αι σταφυλαί, ίνα μη τρώγωνται, αλλ’ εφοβείτο το σκάνδαλον, την εγκυμοσύνην και τας κακάς γλώσσας, τους τρεις τούτους «σωματοφύλακας» της γυναικείας σωφροσύνης· αν δε οι άνδρες ήσαν στείροι ως οι ημίονοι και βωβοί ως οι ιχθύες ουχί να στενάξωσιν, αλλ’ ουδέ ν’ αναπνεύσωσι, νομίζω, ήθελον αφίνει αυτούς αι απόγονοι της Εύας. Επί δύο ολόκληρους μήνας επάλαισε κατά του Δαίμονος η Ιωάννα, σκορπίζουσα φύλλα άγνου επί της κλίνης της, ως αι Αθηναίαι κατά τας εορτάς της Δήμητρος, πίνουσα αφεψήματα νυμφαίας κατά την συμβουλήν του Πλινίου, τρώγουσα θριδάκων κορυφάς ως ο Άγ. Ιωάννης ο νηστευτής, και ουδέν παραλείπουσα των μεσαιωνικών φαρμάκων, ίνα καταπνίξη τους νεανικούς πόθους, οίτινες ανεβλάστανον εις τα τεσσαρακονταετή της στήθη ως τα άνθη επί των ερειπίων. Αλλ’ οι τοιούτοι πόθοι ομοιάζουσι την άσβεστον, ήτις όσω περισσότερον βρέχεται, τόσω μάλλον ανάπτει. Μετά πάσαν κατά της σαρκός νίκην αντί να ψάλλη επινίκια έκλαιεν η Ιωάννα ως ο Βρούτος, αφού εθυσίασε τον υιόν του υπέρ της πατρίδος. «Μια ακόμη τοιαύτη νίκη και εχάθην» έκραξεν ο Πύρρος, αριθμών τους πεσόντας στρατιώτας του· ταυτά έλεγε και η Ιωάννα, αποσπώσα μετά άγρυπνον νύκτα τρεις λευκανθείσας τρίχας της. Βεβαίαν ήδη προβλέπουσα την ήτταν περιττόν ενόμισε να προμηκύνη την πάλην· τον δε νικητήν αυτής προ πολλού είχεν εκλέξει. Ολίγας στιγμάς πριν αποθάνη, είχε κληροδοτήσει εις αυτήν ο Άγιος Λέων τον μονογενή υιόν ή μάλλον ανεψιόν του, (διότι ανεψιοί καλούνται εν Ρώμη τα τέκνα των παπών, όταν μάλιστα ούτοι τύχωσι και άγιοι), εικοσαετή τότε νεανίαν, ξανθόν ως σκύλον της Λακωνικής και αφωσιωμένον, ως εκείνοι, εις την Ιωάνναν, ήτις είχε καταστήσει αυτόν μυστικόν θαλαμηπόλον, μέγα και επίζηλον αξίωμα κατά την εποχήν εκείνην. Ο παπικός εκείνος βλαστός εκαλείτο Φλώρος και εκοιμάτο πάντοτε παρακείμενον του αποστολικού κοιτώνος δωμάτιον, έτοιμος ων να τρέξη εις τας προσκλήσεις του παπικού κωδωνίσκου.

Η ημετέρα ηρωίς συνείθιζεν, ως οι αρχαίοι Αθηναίοι, να εκτελή όσα απεφάσιζεν άνευ αναβολής· αλλά τότε ευρέθη κατά πρώτην φοράν εις μεγάλην αμηχανίαν, μάτην ζητούσα να εύρη πώς ηδύνατο, πάπας ούσα, να τείνη εις τους ασπασμούς του αθώου εκείνου νεανίσκου άλλο τι πλην των σανδαλίων της. Πολλάκις εν ώρα μεσονυκτίου φεύγουσα γυμνόπους την άυπνον κοίτην της εισέδυεν ακροποδητεί εις τον θάλαμον, όπου εκοιμάτο ο υποψήφιος διάδοχος του Φρουμεντίου, και σκιάζουσα διά των δακτύλων το φως της λυχνίας, ως η σελήνη τας ακτίνας της διά νεφελών, ότε επεσκέπτετο τον Λάτμιον ποιμένα, έμενεν ολοκλήρους ώρας θεωρούσα τον υπνώττοντα νεανίαν. Εσπέραν δε τινά ετόλμησε και να επιψαύση διά του άκρου των χειλέων το μέτωπον του κοιμωμένου, φυγούσα μετά τρόμου, άμα είδε κινούμενα τα βλέφαρά του. Ο δε καλός Φλώρος διηγήθη την επιούσαν εις τους συντρόφους του πώς νυκτερινή οπτασία εις κεντητόν υποκάμισον περιτυλιγμένη επεσκέφθη αυτόν καθ’ ύπνους. Αλλ’ αι οπτασίαι, τα όνειρα και τα φαντάσματα ήσαν κατά την εποχήν εκείνην συνήθη, ως σήμερον αι εις τας τραπέζας εμφωλεύουσαι ψυχαί των ηρώων ή και των «ζώων», ώστε αντί να εκπλήττωνται οι πλείστοι εχασμώντο ακούοντες τας διηγήσεις του νέου θαλαμηπόλου. Αλλ’ εκείνος, βέβαιος ων ότι το φάντασμά του δεν ήτο εκ των συνήθων, έτρεμε την επιούσαν επί της κλίνης του μη δυνάμενος να κλείση τους οφθαλμούς. Τα πάντα είχον ήδη σιωπήσει εις το παπικόν οίκημα πλην των γλαυκών και των ωρολογίων, ότε κρότος ελαφρός ως πτήσις νυκτίου πτηνού ή βάδισμα νέας δεσποινίδος, σπευδούσης εις την πρώτην αυτής συνέντευξιν και φοβουμένης την παρθενική ηχώ των υποδημάτων της, ηκούσθη εις το πρόθυρον του θαλάμου. Η θύρα ηνοίχθη αθορύβως, ως υπό αΰλου ωθουμένη φυσήματος και το φάσμα διηυθύνθη προς την κλίνην βαδίζον επί της άκρας των γυμνών ποδών του. Ο Φλώρος ησθάνθη το υποκάμισόν του βρεχόμενον υπό ιδρώτος ψυχρού, ως ύδατος της Στυγός, (του αρκαδικού, εννοώ, ποταμού και όχι του καταχθονίου, όστις ήτο ζεστός), το δε σκότος επηύξανε τον τρόμον του· καθότι ούτε αυτόφωτον, ως τα άλλα φαντάσματα ήτο το φάσμα ούτε έφερε λυχνίαν την νύκτα εκείνην, αλλά μόλις διεκρίνετο υπό το σπινθήρισμα της σβηνομένης θερμάστρας ως λευκόν τι και αμφίβολον νέφος, βραδέως και απειλητικώς προς την κλίνην προχωρούν. Το νέφος, το φάσμα, ο βρυκόλαξ, η Ιωάννα τέλος πάντων, εστάθη παρά την κλίνην και, ενθαρρυνομένη υπό της ακινησίας του νεανίσκου, ήρχισε διά του άκρου των χειλέων να λείχη τον απηγορευμένον καρπόν, ον δεν ετόλμα να δαγκάση. Η θερμή εκείνη πρόσψαυσις διεσκέδασεν εν ακαρεί το εις τας φλέβας του νεανίου κυκλοφορούν ρίγος· άμα δε συνελθών εξέτεινεν αμφοτέρους τους βραχίονας, ίνα συλλάβη το φάσμα, όπερ μόλις επρόφθασε να διαφύγη, αφίνον εις χείρας του το ήμισυ του υποκαμίσου και πέντε της κεφαλής του τρίχας. Αλλ’ ο καλός Φλώρος δεν ηδύνατο εις τοιαύτα λάφυρα να αρκεσθή· το αίμα αυτού έβραζεν ήδη υπό της συγκινήσεως και περιεργείας, οι δε πόδες εδίωκον την νυκτερινήν οπτασίαν, ήτις έφευγεν ωκύπους. Δις και τρις περιέδραμον ούτω τον θάλαμον, μέχρις ου περιπλεχθέν το φάσμα εις τας πτυχάς του σχισθέντος χιτώνος ή σαβάνου του κατέπεσεν επί του τάπητος υποκάτω ανοικτού παραθύρου. Ο Φλώρος εξέτεινε τότε πάλιν τας χείρας, αλλ’ αντί να απαντήση οστά, σκώληκας, σαπρίαν ή άλλα τοιαύτα κλασικά κοσμήματα των βρυκολάκων, η χειρ αυτού ανεπαύθη επί θερμής και λείας επιδερμίδος, ήτις εφαίνετο χρησιμεύουσα ως θήκη εις ζώσαν και πάλλουσαν καρδίαν· ήδη δε ήπλονε και την άλλην χείρα, αλλά κατ’ εκείνην την στιγμήν προβάσα όπισθεν νέφους η σελήνη έλαμψε πανσέληνος επί του προσώπου και των γυμνών μαστών του αγιωτάτου πάπα Ιωάννου του ογδόου!

Ενταύθα, αναγνώστα, ηδυνάμην, αν ήθελον, να δανεισθώ παρά του αββά Κάστη, του πανοσιωτάτου Πούλκη, του αιδεσιμωτάτου Ραβελαί ή άλλου σεμνού ιερέως ολίγην αισχρολογίαν, ίνα δι’ αυτής κοπρίσω οπωσούν την διήγησίν μου, ήτις κινδυνεύει να καταντήση άγονος ως η συκή του Ευαγγελίου· αλλ’ ούτε θεολόγος, ούτε ιερεύς, ούτε καν διάκονος ων ακόμη, αμφιβάλλω αν έχω το δικαίωμα να ρυπάνω τας χείρας μου και τας ακοάς σου. Εις την αυτήν αμηχανίαν ευρέθη και ο ποιητής του Δον Ζουάν, ότε μετά μακράν καταδίωξιν η χειρ του ήρωός του ανεπαύθη τέλος πάντων επί του γυμνού στήθους της τρίτης ή τετάρτης ηρωίδος του, ως η κιβωτός επί του όρους Αραράτ. Μη γνωρίζων δε τίνι τρόπω ηδύνατο να παραστήση κοσμίως τα μετέπειτα, παρήτησεν ο Βύρων το ποίημα και την ποίησιν και γενόμενος μισάνθρωπος και φιλέλλην υπό της απελπισίας, έτρεξε να ταφή εις τους βούρκους του Μεσολογγίου. Αλλ’ εγώ γράφων αληθή ιστορίαν αναγκάζομαι εκών άκων να ομολογήσω ότι μεταξύ της Ιωάννας και του Φλώρου τοσούτον επροχώρησαν τα πράγματα μετά τας αναγκαίας εξηγήσεις, ώστε αι παρειαί της Παναγίας, ην ελησμόνησαν να σκεπάσωσιν, έγιναν ερυθραί υπό της αισχύνης, αι του Αγ. Πέτρου κίτριναι υπό της οργής, η εικών του Εσταυρωμένου κατέπεσε και εθραύσθη, ο δε προστάτης Άγγελος του πάπα Ιωάννου η’, όστις δεν είχεν ακόμη εννοήσει ότι ο κλειδούχος του Παραδείσου ήτο γυνή, απέπτη εις ουρανόν σκιάζων το πρόσωπον διά των πτερύγων. Αν ήτο ημέρα, ότε διεπράττετο το ανοσιούργημα εκείνο, ήθελε συμβή αναμφιβόλως και έκλειψις ηλίου, ως ότε εσφάγη ο Καίσαρ, απέθανεν ο Αύγουστος και εσταυρώθη ο Ιησούς· αλλ’ επειδή ήτο νυξ βαθεία, μόνην την σελήνην ηδυνήθησαν να παραστήσωσιν ημίν οι φιλαλήθεις χρονογράφοι σκιαζομένην υπό αιμοβαφούς νεφέλης. Κατ’ άλλους πάλιν το θαύμα ανεβλήθη μέχρι της επιούσης πρωίας, καθ’ ην μάτην επερίμενον οι κάτοικοι της αιωνίου πόλεως το άστρον της ημέρας· ώστε η νυξ εκείνη υπήρξε τριπλή, ως ότε ο Ζευς εφύτευσε τον Ηρακλή· αλλ’ αμφιβάλλω αν εύρεν αυτήν μακράν η Ιωάννα, διότι κατά τον Σολομώντα «Άδης και πυρ και έρως γυναικός ου μη είπωσιν αρκεί». Την επιούσαν της τριπλής εκείνης νυκτός, ότε ο πάπας Ιωάννης επαρουσιάσθη εις τους αυλικούς του, το πρόσωπον της αυτού αγιότητος ηκτινοβόλει, τα χείλη και αι χείρες εμοίραζον αφειδώς ευχάς, συντάξεις και ευλογίας, και όλη η παπική εκείνη χαρά αντανακλάτο επί του προσώπου των αυλικών, οίτινες ανήγειρον φαιδρώς την κεφαλήν ως στάχεις ποτισθέντες μετά μακράν ανομβρίαν. Ο αρχηγός της χριστιανοσύνης διένειμε την ημέραν εκείνην τέσσαρας επισκοπάς, εχειροτόνησεν ιερείς δεκαέξ διακόνους, προσέθεσε δύο αγίους εις το συναξάριον, απήλλαξεν από της αγχόνης πέντε κακούργους και από της πυράς είκοσιν αιρετικούς, λυπούμενος ότι δεν είχεν εκατόν, ως ο Βριάρεως, χείρας ίνα περισσοτέρας χάριτας μοιράση. Μετά ταύτα μετέβη η Ιωάννα εις την εκκλησίαν και είτα υπεδέχθη τους πρέσβεις του πρίγκηπος Ανσιγίζου, ζητούντος βοήθειαν κατά των Σαρακηνών. Αλλ’ ενώ ταύτα πάντα έπραττε μηχανικώς, ο οφθαλμός αυτής πανταχού ανεζήτει τον Φλώρον, και το πνεύμα επτερύγιζε περί την κλίνην της ως μέλισσα περί άνθος, πολλάκις δε εις το διάστημα της ημέρας εκείνης εψιθύρισεν ως ο Προφητάναξ: «Τις δώσει μοι πτέρυγας ωσεί περιστεράς και πετασθήσομαι και καταπαύσω!».

Δύο ολοκλήρους μήνας εξακολούθησεν η Ιωάννα πλέουσα ως κύκνος εις τα νάματα ανεξαντλήτων ηδονών και υπό του νέου εραστού της λατρευομένη, ει και είχεν ήδη υπερβή τον μεσαίον εκείνον σταθμόν του βίου, μετά τον οποίον στρέφομεν μετά πόθου το βλέμμα προς τα οπίσω. Αλλ’ ο Φλώρος ευρίσκετο ακόμη εις την ευδαίμονα εκείνην ηλικίαν, καθ’ ην και αι άκανθαι φαίνονται ημίν ευώδεις και όλαι αι γυναίκαι ωραίαι, καθ’ ην εκθέτομεν εις δημοπρασίαν την καρδίαν και τα χείλη μας, ριπτόμενοι αφόβως εις πάσαν ανοιγομένην ημίν αγκάλην, ως ο Δανιήλ εις τον λάκκον των λεόντων, ζητούντες ύδωρ, ίνα σβέσωμεν την δίψαν μας, και αδιαφορούντες, ως οι Άραβες, αν διαυγές είναι ή αμμώδες και θολωμένον. Άλλως δε καίτοι τεσσαρακοντούτις ουδόλως ευκαταφρόνητος ήτο η ημετέρα ηρωίνη, έχουσα ακόμη λευκοτέρους των τριχών τους οδόντας και αναπληρούσα τον χνουν και το άρωμα της νεότητος διά της ηδυπαθούς εκείνης στρογγυλότητος και ηγεμονικής ευσαρκίας, ήτις τοσούτον θέλγει τους αγενείους νεανίσκους, αγαπώντας να εμπιστεύωνται εις χείρας στιβαράς και εμπείρους της καρδίας των τας ηνίας. Πολλοί κριτικοί (αγνοώ αν ορθόδοξοι ή αιρετικοί) προτιμώσι την Οδύσσειαν της Ιλιάδος· υπάρχουσι δε και ζωγράφοι προτιμώντες τα ερείπια των νεοκτίστων οικοδομών και γαστρονόμοι τας σαπράς πέρδικας αγαπώντες· ούτω και πολλοί οπαδοί του Σολομώντος ισχυρίζονται, ότι μόνον αι ώριμοι δέσποιναι γνωρίζουσι να αρτύωσιν εμπείρως τον απηγορευμένον καρπόν, στρώνουσαι δι’ ανθέων την προς αυτόν άγουσαν οδόν, ως οι Ιησουίται την του Παραδείσου. Ο Πετράρχης, αφού εγήρασεν, ωνειροπόλει ιδανικήν τινά γυναίκα συνενούσαν την τέχνην ταύτην μετ’ ανθηράς νεότητος, και μάτην περιέτρεχε κήπους και δάση ίνα ανεύρη την χίμαιραν ταύτην, ήν ωνόμαζεν εύχυμον καρπόν επί ανθούντος δενδρυλλίου· αλλ’ ο Φλώρος δεν είχεν ακόμη καταντήσει να ονειρεύηται λευκούς κοσύφους, την δε Ιωάνναν του, καίτοι τεσσαρακοντούτιδα, ουδέ αντί δύο εικοσαετών παρθένων ήθελεν ανταλλάξει. Εν τούτοις το θέρος είχε παρέλθει προ πολλού και ο αγιώτατος Πατήρ δεν έσπευδε να επιστρέψη εις την καθέδραν του. Τα τελευταία του έτους φύλλα εσωρεύοντο παρά τας ρίζας των δένδρων, η θάλασσα εμυκάτο αντί να ψιθυρίζη, οι λύκοι κατέβαινον εκ των ορέων, αλλ’ οι δύο ερασταί διέμενον φαιδροί και φιλοπαίγμονες, ως την άνοιξιν αι τρυγόνες. Πολλοί φιλόσοφοι επροσπάθησαν να εύρωσιν κατά τι διαφέρει ο άνθρωπος του κτήνους· και οι μεν Εβραίοι ισχυρίσθησαν ότι διαφορά καμμία δεν υπάρχει, οι δε χριστιανοί ότι ο άνθρωπος έχει αθάνατον ψυχήν, οι φιλόσοφοι ότι είναι λογικός και ο Αριστοτέλης ότι πταρνίζεται συχνότερον των άλλων ζώων. Αλλά κάλλιον τούτων επέτυχε, νομίζω, ο Σωκράτης, παρατηρήσας ότι κατά τούτο υπερέχομεν τα ζώα, ότι όσα την άνοιξιν μόνον πράττουσιν εκείνα, ταύτα ο άνθρωπος δύναται καθ’ όλον το έτος να πράξη. Ο Ζευς, ίνα δικαιολογήση τας υπερόγκους συζυγικάς απαιτήσεις του, ρίπτων το σφάλμα εις την επιρροήν της ανοίξεως, διέττατε την γην να βλαστάνη άνθη, οσάκις επεθύμει μετά της Ήρας να «ομιλήση», (καθ’ ην έννοιαν δίδει εις το ρήμα τούτο ο κύρ. Φίλιππος Ιωάννου)· η δε Ιωάννα, μη δυναμένη το αυτό θαύμα να κατωρθώση, ανεπλήρονε διά ξύλων και λαμπάδων τας ακτίνας του εαρινού ηλίου, την οσμήν των ανθέων δι’ αλόης και κινναμώμου και το κελάηδημα των πτηνών δι’ αυλών και ασμάτων. Τα συμπόσια, οι κύβοι, οι πίθηκες, οι μίμοι, οι γελωτοποιοί και αι άλλαι του μεσαιώνος διασκεδάσεις διεδέχοντο αλλήλας ακαταπαύστως εν των παπικώ ανακτόρω, κατά δε τους χρονογράφους πολλάκις αντήχουν εκεί άσματα βακχικά και χορευτών ποδοκρουσίαι. Ουδέποτε πλέον παρευρίσκετο εις τους όρθρους ο ποντίφηξ ακολουθών το του Σολομώντος: «Εις μάτην υμίν εστιν το ορθρίζειν» τας δε ευχάς, τας λειτουργίας και ακολουθίας συνέθετεν ο ίδιος κατά το ρητόν του Ευαγγελίου, το απαγορεύον εις τους χριστιανούς την μωρολογίαν· πολλάκις δε αφού μετά τρισμακαρίαν νύκτα απεσπάτο από του φίλου της τας αγκάλας συνέβη αυτή, καθώς ενόθευσε το Πιστεύω ούτω και το Πάτερ ημών να τροποποιή αντί του επιουσίου άρτου, τον Φλώρον αυτής τον επιούσιον ζητούσα παρά του Ουρανίου Πατρός. Βασιλεύς τις της Περσίας, ο Κύρος, ο Καμβύσης, ο Ξέρξης ή ο Χοσρόης, δεν ενθυμούμαι ακριβώς ποίος εξ αυτών, υπέσχετο πολυτάλαντον αμοιβήν εις εκείνον όστις ήθελεν εφεύρει αυτών νέο τι είδος ηδονής· το κατ’ εμέ ήθελον προθύμως αρκεσθή εις τας από της πτώσεως του Αδάμ υπαρχούσας, αλλά το κακόν είναι ότι ουδέ εκείνα είναι διαρκείς. Το γλυκύ ποτήριον ή εκφεύγει της χειρός, πριν προφθάσωμεν να σβύσωμεν την δίψαν μας ή το εν αυτώ θείον νέκταρ μεταβάλλεται εις όξος, και τότε ημείς αυτοί αποστρέφομεν μετ’ αηδίας τα χείλη. Η δε ημετέρα ηρωίς, ενώ έπλεε πλησίστιος εις το πέλαγος της ηδονής, προσέκοψεν αίφνης κατά φοβερού τινός υφάλου, ον προ πολλού είχε παύσει να φοβήται. Η δεκαετής μετά του Φρουμεντίου και των αντεραστών αυτού συμβίωσις είχε πείσει σχεδόν αυτήν, ότι ηδύνατο να φάγη όσα ήθελεν απηγορευμένα μήλα χωρίς φόβον να εξογκωθή η κοιλία της· προ πολλού δε μη ανοίξασα τας Γραφάς είχε λησμονήσει ότι όλαι σχεδόν αι βιβλικαί ηρωίδες, η Σάρα, η Ρεβέκκα, η Ραχήλ και αι άλλαι, ήσαν στείραι μέχρι γήρατος και έπειτα εγέννησαν πατριάρχας και προφήτας. Πολύ λοιπόν ηπόρησεν, ότε τα εις το τέταρτον βιβλίον του Αριστοτέλους περιγραφόμενα συμπτώματα ειδοποιούσαν αυτήν, ως ο άγγελος την μητέρα του Σαμψών, ότι ο Ύψιστος ηυλόγησε τέλος πάντων τα σπλάγχνα της. Αλλ’ η μεν Εβραία εσκίρτησεν εκ της χαράς εις το πρώτον σκίρτημα του τέκνου της, η δε Ιωάννα αφήκεν υπό της ταραχής να καταπέση το ποτήριον, το οποίον έφερεν εις τα χείλη της, και ενώ οι σύνδειπνοι επευφήμουν εξηγούντες ως καλόν οιωνόν τον χυθέντα οίνον, έτρεξεν εκείνη εις τον θάλαμόν της, όπου κλεισθείσα ήρξατο να κλαίη την συμφοράν της.

Πάντες οι οφθαλμοί ήσαν προ πολλού κεκλεισμένοι εν τω παπικώ ανακτόρω, η δε Ιωάννα ηγρύπνει ακόμη στηρίζουσα επί των χειρών την κεφαλήν, ως ο Άγ. Πέτρος αφού ηρνήθη τον Χριστόν, και μάτην αναζητούσα πώς ηδύνατο ν’ αποφύγη τον απειλούντα αυτήν κίνδυνον. Οτέ μεν εσκέπτετο, εγκαταλείπουσα την Ρώμην και τας κλείδας του Παραδείσου να φύγη μετά του Φλώρου εις άγνωστον τινά της γης γωνίαν, οτέ δε δι’ εξορκισμών ή και δι’ ιατρικών να εκδιώξη τον εις την κοιλίαν της συστηθέντα απρόσκλητον και οχληρόν ενοικέτην. Αλλ’ αμφότερα τα σχέδια ταύτα πολλάς παρίστων δυσχερείας και ακάνθας· καθότι ούτε την αποστολικήν έδραν ήθελε να χάση ούτε την ζωήν αυτής ωρέγετο να κινδυνεύση, άλλη δε λύσιν του κόμβου εκείνου ματαίως εζήτει ν’ ανεύρη. Η κεφαλή αυτής ήτο βαρεία, τα ώτα της εβόμβουν και προ των οφθαλμών επλανώντο οι σπινθήρες και τα σκότη εκείνα, άτινα ως βέβαια σημεία εγκυμοσύνης εθεώρει ο Σταγειρίτης, ότε αίφνης πολύς κρότος πτερύγων αντήχησεν εις τας ακοάς της. Εις το άκουσμα εκείνο ανήγειρεν η Ιωάννα την κεφαλήν, και έμπροσθέν της ίστατο λευκόπτερος νεανίσκος ενδεδυμένος αστράπτουσαν εσθήτα, ίριδα φέρων επί της κεφαλής, ερυθράν λαμπάδα εις την δεξιάν και ποτήριον εις την αριστεράν. Η ημετέρα ηρωίς ουδέποτε ιδούσα άγγελον πλην μόνον εν εικόνι, τοσούτον υπό της οπτασίας εταράχθη, ώστε ούτε να εγερθή προς υποδοχήν του ξένου ηδυνήθη ούτε καν κάθισμα εφρόντισεν να προσφέρη. Εν τούτοις ο ουράνιος απεσταλμένος, διπλώσας τα πτερά του και αποσείσας τους καταπίπτοντας επί του μετώπου του ξανθούς βοστρύχους, «Ιωάννα», είπε, προσηλών πύρινον βλέμμα επί της αθλίας παπίσσης, «η λαμπάς αύτη σοι αναγγέλλει το πυρ το αιώνιον προς τιμωρίαν των ανομημάτων σου, το δε ποτήριον πρόωρον θάνατον και καταισχύνην επί της γης. Έκλεξον μεταξύ αυτών». Η αγγελική εκείνη πρότασις έρριψεν εις φοβεράν αμηχανίαν την δύστηνον ημών ηρωίδα, ήτις επί πολύ έμεινε αμφίρροπος, ως ο Δαυίδ, ότε επρόκειτο μεταξύ πείνης, πολέμου και πανώλους να εκλέξη. Ο φόβος του θανάτου και ο τρόμος της Κολάσεως επάλαιον εις τα στήθη της πτωχής Ιωάννας, ως ο Ησαύ και ο Ιακώβ εν τη κοιλία της Ρεβέκκας. Εν αρχή εξέτεινε την χείρα προς την φλέγουσαν δάδα, θυσιάζουσα την μέλλουσαν ζωήν χάριν της παρούσης, αλλά τόσον αγρίως ανεκάγχασαν τα πνεύματα της αβύσσου, άτινα παρευρίσκοντο πάντοτε αοράτως εις τας τοιαύτας σκηνάς, και τοσαύτη επεσκίασε το πρόσωπο του αγγέλου κατήφεια, ώστε μεταμεληθείσα εξέτεινε την άλλην χείρα και λαβούσα το ποτήριον της αισχύνης εκένωσεν αυτό μέχρι πυθμένος.

Ταύτα, αναγνώστα μου, διηγούνται οι καλοί χρονογράφοι, συ δε, αν μεν ανήκεις εις την σχολήν των Ευημεριστών, οίτινες τα θαύματα της Γραφής εξηγούσι διά φυσικών αιτίων, ως ο Πλάτων τα της μυθολογίας, ισχυριζόμενοι ότι ο οδηγήσας τους μάγους αστήρ ήτο απλώς φανάριον, ότι ο προσφέρας το κρίνον εις την Παναγίαν άγγελος ήτο μετημφιεσμένος εραστής, ο δε Λάζαρος εκοιμάτο βαθέως, ότε ανεστήθη υπό του Ιησού, αν, λέγω ανήκεις εις την σχολήν ταύτην, δύνασαι να υποθέσης ότι και η Ιωάννα είδε τον άγγελον εν ονείρω ή ότι φιλάστειος τις διάκονος, μαθών τα μυστικά της εστολίσθη διά πτερών, ίνα την τρομάξη· αν δε προτιμάς το σύστημα του Στράους, όστις, αντί να χρονοτριβή ζητών εξηγήσεις δυσεξηγήτων πραγμάτων, ακοπώτερον εύρε να ονομάση μύθους τα θαύματα και τα Ευαγγέλια, δύνασαι να θεωρήσης της ημετέρας ηρωίδος την οπτασίαν ως απλήν εφεύρεσιν των ρασοφόρων βιογράφων της. Το κατ’ εμέ εις ουδεμίαν ανήκων σχολήν προτιμώ να πιστεύσω το πράγμα όπως το ανέγνωσα, διότι κατά το Σολόμωντα ο «άκακος πιστεύει παντί λόγω.» Ότε την επιούσαν εισήλθεν ο Φλώρος εις τον παπικόν κοιτώνα, εύρε την αυτού αγιότητα κατάκοιτον επί του τάπητος και υπό φοβερών κατεχομένην σπασμών· μάτην δε ο πτωχός νεανίας εζήτησεν, ως άλλος Πυγμαλίων, να θερμάνη διά των χειλέων του την υπό του τρόμου απολιθωθείσαν φίλην του. Επί δεκαπέντε όλας ημέρας έμεινεν η Ιωάννα επί τη κλίνης της αμφίρροπος μεταξύ ζωής και θανάτου. Ότε δε μετά την μακράν εκείνην αγωνίαν ηγέρθη τέλος πάντων, έσπευσε να επιστρέψη εις Ρώμην και κλεισθείσα εν τω ευκτηρίω της απηγόρευσε την είσοδον αυτού εις πάντας τους αυλικούς και εις αυτάς ακόμη τας ακτίνας του ηλίου. Εκεί πολιορκουμένη νυχθημερόν υπό απαισίων φασμάτων, ως ο Σαούλ, αφού είδε την σκιάν του Σαμουήλ, κατήντησε μετ’ ολίγον της πρώην Ιωάννας σκιά, ανασκιρτώσα οσάκις έτριζε θύρα και λιποθυμούσα αν γλαυξ ή νυκτικόραξ έκρωζε την νύκτα επί της στέγης του Βατικανού. Η θέα των κατοίκων του ουρανού ουδέποτε ωφέλησε τους δυστυχείς θνητούς, οίτινες ηξιώθησαν να ίδωσι κατά πρόσωπον θεούς, αγγέλους ή αγίους. Η Σεμέλη κατεφλέχθη υπό των ακτίνων του Διός, ο όσιος Νίκων έμεινε μονόφθαλμος αφού είδε την ένδοξον ωραιότητα της Παναγίας, ο Άγ. Παύλος ετυφλώθη υπό της λάμψεως του Ιησού και ο Ζαχαρίας έμεινε βωβός μετά την εμφάνισιν του Αγγέλου οι δε Εβραίοι τοσούτον εφοβούντο τας οπτασίας, ώστε καθ’ εσπέραν πριν πλαγιάσωσι παρεκάλουν τον Ύψιστον να φυλάξη αυτούς από τα φοβερά εκείνα «πράγματα τα περιπατούντα εν τω σκότει».

Αλλ’ ενώ τους κατοίκους του άλλου κόσμου έτρεμεν ο ποντίφηξ, φοβερώτεροι εχθροί ηπείλουν την εξουσίαν του και εκορυφούτο κατ’ αυτού των Ρωμαίων καταφορά. Οι τότε Ιταλοί δεν ωμοίαζον τα σήμερον συνταγματικά έθνη, τα θεωρούντα τους βασιλείς ως απλά αρχιτεκτονικά κοσμήματα τιθέμενα επί της κορυφής του πολιτικού οικοδομήματος, ως τα αγάλματα επί τη στέγης των ναών· ολίγον δε ασχολούμενοι εις συνωνυμικάς μελέτας, δεν είχον εισέτι φθάσει να εξακριβώσωσι την μεταξύ των λέξεων «βασιλεύειν» και «κυβερνάν» διαφοράν, αλλ’ απήτουν παρά του άρχοντος αυτών να άρχη ως και παρά του μαγείρου των να μαγειρεύη. Βλέποντες δε τα ταμεία κενά, τας εκκλησίας σιωπηλάς, τα μοναστήρια μεταβεβλημένα εις καπηλεία, τους Σαρακηνούς ληστεύοντας τα παράλια και τους ληστάς εσκηνωμένους εις τα προάστια της αγίας πόλεως ηρώτων οι καλοί Ρωμαίοι, εν αρχή μετ’ απορίας, είτα μετ’ ανυπομονησίας και τέλος μετ’ οργής, τι έκαμνεν η αυτού αγιότης και διατί, ενώ υπήρχον τοσούτοι εχθροί να πολεμήση, άφινεν εις την θήκην τα κοσμικά και πνευματικά του όπλα. Οι ευλαβείς παρεπονούντο διότι δεν απενέμοντο πλέον εις αυτούς ευλογίαι και οι επαίται διότι δεν εμοιράζετο φακή, οι φανατικοί ανέφερον μετά δακρύων ότι από έξ ήδη μηνών ουδείς εκάη μάγος ή αιρετικός, οι δε χωλοί, δαιμονιζόμενοι και παραλυτικοί ηρώτων διατί δεν εθαυματούργει πλέον ο πάπας. Αλλ’ οι μάλλον κατά του αγίου πατρός εξηγριωμένοι ήσαν οι ιερείς άνευ παροικίας, οι ηγούμενοι άνευ μοναστηρίων, οι καγκελάριοι και κοντόσταυλοι, δι’ ους δεν υπήρχε πλέον τόπος εις την Αυλήν, οι παράσιτοι οι διωχθέντες του παπικού μαγειρείου, προ πάντων δε οι μαστροποί και οι κουρείς, οίτινες δεν ηδύναντο να εννοήσωσι διατί απεκλείοντο των ανακτόρων, ενώ η τε συνήθεια και η παράδοσις επέταττον εις τον πάπαν το ξύρισμα και την γυναικοκρατίαν. Πάντες ούτοι, αφού πολλάκις και εις μάτην προσέφεραν την αφοσίωσιν, τας εκδηλώσεις, τα ξυράφια και τας υποτρόφους των, απελπισθέντες τέλος πάντων μετετράπησαν εις φοβερούς επαναστάτας. Μη δυνάμενοι ν’ απολαύσωσι κοχλιάριον, ίνα αντλήσωσιν εις την χύτραν της παπικής μεγαλοδωρίας, εζήτουν ήδη ν’ ανανατρέψωσιν αυτήν, ως εκριζώνουσι και οι Ινδοί τα δένδρα, ίνα φάγωσι τους καρπούς. Αλλά και η φύσις αυτή εφαίνετο έχουσα κατά το έτος εκείνο επαναστατικάς διαθέσεις. Ο Τίβερις επλημμύρει συμπαρασύρων φραγμούς, λέμβους, πύργους και γεφύρας, ας άνθη ελησμόνουν να ανθήσωσι και τα κεράσια να ωριμάσωσι, καίτοι μεσούντος ήδη του Μαΐου, τα δε πτηνά έμενον επί των κλάδων σιωπηλά και κατηφή, ως οι ευσεβείς πετεινοί των Ιεροσολύμων κατά την εβδομάδα των Παθών. Αλλά το μάλλον θορυβήσαν τους Ρωμαίους σημείον ήσαν νέφη ακρίδων τοσούτον πυκνά, ώστε επί οκτώ ημέρας επεσκίασαν τας ακτίνας του ηλίου, ο δε ήχος των πτερύγων αυτών ωμοίαζε κρότον αρμάτων πολλών τρεχόντων εις πόλεμον. Τα φθοροποιά ταύτα έντομα είχον έξ πτέρυγας, οκτώ πόδας, τρίχας μακράς, ως αι γυναίκες και ουράς φαρμακεράς, ως οι σκορπίοι. Αγνοώ αν η περιγραφή αύτη είναι ιστορική ή αν ηρανίσθησαν αυτήν οι χρονογράφοι εκ της Αποκαλύψεως, ως οι Ευαγγελισταί την Καινήν Διαθήκην εκ της Παλαιάς, αλλ’ οπωσδήποτε τόσω αδηφάγοι ήσαν αι ακρίδες αύται, ώστε, αφού κατέφαγον τους στάχεις και τα δένδρα, εισώρμησαν εις τας οικίας και εις αυτάς τα εκκλησίας κατατρώγουσαι τους άρτους της Προθέσεως και τα κηρία του θυσιαστηρίου. Αφού δε και ταύτα κατέφαγον, ήρχισαν να τρώγωσιν αλλήλας, μαχόμεναι εις τον αέρα μετά τοσαύτης μανίας, ώστε τα πτώματα κατέπιπτον πυκνότερα φθινοπωρινής χαλάζης, ουδείς δε Ρωμαίος ετόλμα κατά τας ημέρας εκείνας να εξέλθη άνευ ομβρέλλας, θολίας, σκιαδίου ή αλεξιβρόχου.

Εις την τελευταίαν ταύτη πληγήν η χολή των πιστών εξεχείλισε τέλος πάντων ακάθεκτος και ορμητική, ως τα ύδατα του πλημμυρούντος ποταμού των. Βέβαιοι όντες ότι ήρκει εν νεύμα του πάπα, ίνα φυγαδεύση τα πτερωτά εκείνα θηρία, ηρώτων αλλήλους μετ’ απελπισίας διατί ο αντιπρόσωπος του Χριστού άφινε τας παντοδυνάμους χείρας του εις τα θυλάκια της εσθήτος του και τους υπηκόους του εις την διάκρισιν των ακρίδων· αι δε ανωτέρω μνημονευθείσαι αξιότιμοι τάξεις των αντιπολιτευομένων ήνοιγον τους ρώθωνας και ωσφραίνοντο απλήστως την εγγίζουσαν τρικυμίαν, ως οι αραβικοί ίπποι τας βρύσεις της ερήμου, ότε δε ήλθεν η ώρα κατατάξαντες το ρωμαϊκόν σκυλολόγιον κατά φάλαγγας και λόχους, ωδήγησαν την υλακτούσαν εκείνην σπείραν υπό τα παράθυρα του Βατικανού. Εις την θέαν του αφηνιάσαντος πλήθους οι μεν φύλακες έσπευσαν να οχυρωθώσιν όπισθεν των πυλώνων, οι δε αυλικοί να εναγκαλισθώσι τους σταυρούς και τα εικονοστάσια, ως αι Θηβαίοι παρθένοι τα είδωλα της ακροπόλεως, ότε έσειον προ των πυλών τας ασπίδας των οι επτά λοχαγέται. Μόνος ο Φλώρος, όστις προ πολλού στερούμενος της φιλτάτης του, περιέφερετο νυχθημερόν έμπροσθεν της κεκλεισμένης πύλης του ευκτηρίου, ως ο Αδάμ προ του απολεσθέντος Παραδείσου, ανεσκίρτησεν υπό της χαράς ευρών τέλος πάντων εύλογον πρόφασιν να υπερβή την απηγορευμένην εκείνην φλιάν. Η ταλαίπωρος Ιωάννα εκάθητο επί στασιδίου προσηλούσα ως Αιγύπτιος καλόγηρος ανήσυχα βλέμματα επί της εξωδημένης κοιλίας της, εξ ης όμως αντί του Αγ. Πνεύματος επερίμενε να ίδη εξερχόμενον το όνειδος και την καταισχύνην της, μόλις δε διά πολλών ικεσιών συγκατένευσε να εμφανισθεί εις τους υπηκόους της, ίνα κατευνάση την τρικυμίαν. Ότε η ωχρά και ηλλοιωμένη του ποντίφηκος μορφή επέλαμψεν εις το παράθυρον, φωτιζομένη υπό αμυδράς ακτίνος διαπερώσης τα νέφη των ακρίδων, πολλοί των επαναστατών υπό ακουσίου καταληφθέντος σεβασμού προσέκλιναν εδαφιαίως, ως αι σημαίαι των Ρωμαίων στρατιωτών προ του Χριστού, ότε ενεφανίζετο ενώπιον του Πιλάτου, αλλά και πολλαί ασεβείς χείρες υψώθησαν πάλλουσαι πέτρας και σαπρά λειμώνια και πολλά Φαρισαίων χείλη εξήμεσαν κατά του αντιπροσώπου του Ιησού ύβρεις και κατάρας. Ο ποντίφηξ εκτείνας την αγίαν του χείρα, ίνα ζητήση τον λόγον, ανήγγειλεν ότι την επιούσαν, ότε ήρχιζον αι τελεταί των Δεήσεων ήθελεν αναθεματίσει τας ακρίδας εν επισήμω λιτανεία, εν τούτοις δε ανεθεμάτιζε τους μη αμέσως επιστρέφοντας εις τας οικίας των. Η παπική εκείνη υπόσχεσις διεσκέδασεν εν ακαρεί τας ανησυχίας και κατεπράυνε την οργήν των καλών Ρωμαίων, ων αι οχλαγωγίαι είχον καταντήσει να ομοιάζωσι τας τρικυμίας εκείνας της Προποντίδος, τας οποίας κατά τον Αριστοτέλη ήρκουν να κατευνάσωσιν ολίγαι σταγόνες ελαίου. Την επιούσαν πάντες από πρωίας ήσαν εις κίνησιν εν τοις ανακτόροις. Οι αρχιερείς ητοίμαζον τας χρυσάς στολάς των, οι διάκονοι έτριβον τους δίσκους και οι ιπποκόμοι τας ημιόνους, εν δε τη πλατεία πλήθος ευλαβών έτριβον κακείνοι τας χείρας των υπό της χαράς. Η λιτανεία των Δεήσεων ήτο, ως και αι πλείσται του Χριστιανισμού τελεταί, κληροδότημα των ειδωλωλατρών, οίτινες κατά την αυτήν εποχήν ετέλουν θυσίας υπέρ της ευφορίας των αγρών, χορεύοντες και ευωχούμενοι περί τους βωμούς της Δήμητρος και του Βάκχου, παρ’ ων εζήτουν να ευλογήσωσι τους στάχεις, τα αμπέλους και τα γογγύλια· οι δε απόγονοι αυτών επικαλούντο δι’ ομοίων τελετών τη προστασίαν της Σταχυοδοτείρας Παναγίας και του Αγ. Μαρτίνου, αντικαταστησάντων την Δήμητρα και τον Βάκχον. Αλλά την ημέραν εκείνην η τελετή έμελλε να είναι διπλή, προστιθεμένου εις τας Δεήσεις και του αφορισμού των ακρίδων.

Εις τον χρυσούν εκείνου της πίστεως αιώνα ου μόνον οι κακοί άνθρωποι, αλλά και πάντα τα κακοποιά ζώα, οι ποντικοί, οι κόρακες, οι αγριόχοιροι, οι σκώληκες, αι κάμπιαι και αυτοί οι ψύλλοι υπέκειντο εις τους αφορισμούς της Εκκλησίας, οσάκις ετόλμων να φάγωσι τα λάχανα ή να ταράξωσιν τον ύπνον των πιστών. Το δε πλήθος και η κακοήθεια των ακρίδων καθίστα τον κατ’ αυτών αφορισμόν φοβεράν και επίσημον τελετήν, εις ην έσπευδον να παρευρεθώσι πάντες της Ρώμης και των περιχώρων οι ευσεβείς χριστιανοί. Ενώ οι αυλικοί συνωθούντο ευέλπιδες και θορυβώδεις εις τας στοάς και τους διαδρόμους του Βατικανού, η Ιωάννα απεχαιρέτα μετά δακρύων τον εραστήν της. Η δύστηνος ημών ηρωίς είχε περάσει κακήν και άυπνον νύκτα εν τω ευκτηρίω της, οτέ μεν σκεπτόμενη περί αθανασίας της ψυχής, οτέ δε δοκιμάζουσα αρχιερατικάς στολάς, ίνα εύρη τις εξ αυτών ηδύνατο κάλλιον να κρύψη τον σκανδαλώδη όγκον της κοιλίας της. Οι φοβεροί λόγοι του αγγέλου αντηχούν απαισίως εις τας ακοάς της αθλίας, ήτις απολέσασα μετά την αγγελοφάνειαν εκείνην όλην αυτής την φιλοσοφίαν ανεπόλει μετά τρόμου τας πλάστιγγας, δι’ ων ο αρχάγγελος Μιχαήλ εζύγιζε τας ψυχάς, τον φυσητήρα του Διαβόλου, τους λέβητας, τους άνθρακας, τας μάστιγας και τα άλλα σκεύη της μεσαιωνικής Κολάσεως. Είτα ήρξατο να σκέπτηται περί των διαφόρων φιλοσοφικών συστημάτων, περί μετεμψυχώσεως περί μεταβάσεως των ψυχών εις την σελήνην και τέλος περί σεισμών, ακρίδων, λέπρας και πανώλους, καταντώσα αείποτε εις το αυτό συμπέρασμα ότι ο Θεός, ενώ ήτο παντοδύναμος, κακώς έπραξε θέσας βάσανα και λύπας εις τον κόσμον τούτον και δαίμονας και φλόγας εις τον άλλον. Τοιαύτα διελογίζετο κατά την νύκτα εκείνην η ημετέρα ηρωίς και πολλά άλλα ακόμη, άτινα αναγκάζομαι να παραλείψω σπεύδων να τελειώσω την διήγησίν μου. Αν ήμην ποιητής, ήθελον ειπεί ότι ο Πήγασός μου ωσφράνθη τον σταύλον του και εκόντα άκοντα προς αυτόν με παρασύρει, «πεζός» δε ων δικαιούμαι έτι μάλλον να ομολογήσω, ότι μετά τασαύτας περιπλανήσεις εκουράσθην τέλος πάντων και επόθησα τον σταύλον μου, ήτοι του δράματος μου την καταστροφήν. Ο καλός Φλώρος, βλέπων της φίλης του την ωχρότητα και την ανησυχίαν, εζήτει παντοιοτρόπως να κρατήση αυτήν, ικετεύων μετά δακρύων ν’ αναβάλη την λιτανείαν. Αλλ’ αφού άπαξ εδέχθη το πικρόν ποτήριον, έπρεπεν η Ιωάννα να καταπίη αυτό μέχρι πυθμένος. Άλλως δε αδύνατον πλέον ήτο να οπισθοδρομήση. Τα κάτωθεν των ανακτόρων εστρατοπεδευμένα πλήθη εκρότουν ανυπομόνως τους πόδας των και οι πτεροστόλιστοι ημίονοι τα πέταλά των· αι λαμπάδες ήσαν αναμμέναι, οι κώδωνες αντήχουν και εκάπνιζε το θυμίαμα, οι δε παναγιώτατος πάπας, θέσας επί της κεφαλής την τιάραν και λαβών ανά χείρας την ποιμαντορικήν ράβδον, απεσπάσθη τέλος πάντων από του φιλτάτου του τας αγκάλας, κατεχόμενος υπό προαισθημάτων μαύρων, ως οι κόρακες, οίτινες επτερύγιζον υπεράνω της κεφαλής του Γράκχου την ημέραν του θανάτου του. Ότε ο αρχηγός των πιστών ενεφανίσθη εις το πόδιον του Βατικανού, δισμύριοι και επέκεινα Ρωμαίοι ήσαν ήδη παρατεταγμένοι εν λιτανεία, ιππεύσαντος δε του πάπα, ο ακαταμέτρητος εκείνος ανθρώπινος όφις ήρχισε να εκτυλίσση βραδέως τας ρασοφόρους σπείρας του προς την εκκλησίαν του Αγ. Ιωάννου. Επί κεφαλής εβάδιζον οι σημαιοφόροι φέροντες τους σταυρούς και τας εικόνας των πολιούχων αγίων, μετά τούτους οι αρχιερείς εν πορφύρα, ακολουθούμενοι υπό των ηγουμένων και καλογήρων, οίτινες επροχώρουν γυμνόποδες κύπτοντες προς την γην τας τεφροσκεπείς κεφαλάς των· αι μοναχαί και αι διακόνισσαι είποντο υπό την σημαίαν του Αγ. Μαρκελλίνου, αι ύπανδροι γυναίκες υπό την της Αγ. Ευφημίας και τέλος αι παρθένοι ημίγυμνοι και λυσίκομοι, αλλά κατηφείς, διότι αι ακρίδες δεν είχον αφήσει ούτε ρόδα ούτε ναρκίσσους, δι’ ων εσυνήθιζον εις τους ανθηρούς εκείνους της πίστεως χρόνους να στολίζωσι τας κεφαλάς και τα στήθη των κατά τας επισήμους λιτανείας. Οι κατώτερος κλήρος, οι στρατιώται και ο όχλος είποντο τελευταίοι, ακολουθούμενοι υπό πλήθους θερμοπωλών και καπήλων, οίτινες εθέρμαινον την ευλάβειαν των πιστών διά ζύθου, υδρομέλιτος και αφεψήματος κυδωνίων. Άπαν το πλήθος εκείνο έψαλλεν ύμνους εις τον Ιησούν και τον Άγ. Πέτρον, επειδή δε μεταξύ των λιτανευόντων υπήρχον και νεοφώτιστοι Σαρακηνοί, Γερμανοί βενεδικτίνοι, Έλληνες καλόγηροι, Άγγλοι θεολόγοι και πλείστοι άλλοι ξένοι, οίτινες μη προφθάσαντες να μάθωσι λατινικά απήγγελλον έκαστος εις την γλώσσαν του τους ψαλμούς, απετελείτο αλλόκοτος κακοφωνία, ην ο ευσεβής Σατωβριάνδος ήθελεν αναμφιβόλως ονομάσει «αρμονικωτάτη πάντων των εθνών, περί του Χριστού συμφωνίαν».

Η λιτανεία υπερβάσα τον φόρον του Τραϊανού και παραμείψασα το αμφιθεάτρον του Φλαβίου εσταμάτησε τέλος πάντων, ίνα αναυπαθή εις τη πλατείαν του Λατεράνου. Ο καύσων και ο κονιορτός, κατά τους χρονογράφους, ήτο τοσούτος την ημέραν εκείνην, ώστε αυτός ο διάβολος και εντός ηγιασμένου ύδατος ήθελε λουσθή, τα δε πτώματα των ακρίδων, ων η πάλη εξηκολούθει εις τον αέρα, έτριζον απαισίως υπό τους πόδας των προσκυνητών και των υποζυγίων. Ταύτα πάντα ηύξανον την κακοπάθειαν και αδημονίαν της πτωχής Ιωάννας, ήτις μόλις ηδύνατο επί του ημιόνου της να κρατηθή, αισθανομένη προς τοις άλλοις από τινων ήδη στιγμών τοιαύτην εις τα σπλάγχνα της ταραχήν, ώστε δις προσέκοψεν, ενώ ανέβαινε τας βαθμίδας του μεγαλοπρεπούς θρόνου, στηθέντος εν μέσω της πλατείας, ίνα από του ύψους αυτού εκσφενδονηθή το κατά των ακρίδων ανάθεμα. Η αυτού αγιότης βυθίσασα το περιρραντήριον εις το ηγιασμένον ύδωρ ερράντισεν προς Απηλιώτην, Ζέφυρον, Νότον και Βορράν, είτα δε λαβούσα ελεφαντίνην εικόνα του Εσταυρωμένου, ύψωσεν αυτήν, ίνα σταυροκοπήση την υπό των ακρίδων μεμολυσμένην ατμόσφαιραν· αλλ’ αίφνης ο άγιος σταυρός πίπτει εκ των χειρών της και θραύεται κατά γης, μετ’ ου πολύ δε αυτός ο ποντίφηξ πίπτει κακείνος ωχρός και ημιθανής παρά του θρόνου του τους πόδας. Εις την θέαν εκείνην ανεσκίρτησεν υπό του τρόμου η αγέλη των πιστών, οίτινες συνεσφίγγοντο προς αλλήλους ως πρόβατα καταληφθέντα υπό λυκοφοβίας. Οι κρατούντες την ουράν της παπικής εσθήτος έσπευσαν εις βοήθειαν του αρχηγού της Εκκλησίας, όστις εστέναζε κυλιόμενος επί του κονιορτού ως όφις μεσοκοπημένος. Οι μεν έλεγον ότι ο Παναγιώτατος είχε πατήσει επί μανδραγόρου, οι δε ότι σκορπίος εκέντησε την ιεράν κνήμην του και άλλοι ότι είχε φάγει φαρμακερούς αμανίτας· αλλ’ οι πλείστοι ισχυρίζοντο ότι η αυτού αγιότης ήτο δαιμονισμένη, ο δε επίσκοπος Πόρτου, ο μέγιστος των χρόνων εκείνων εξορκιστής, έσπευσε να επιχύση επ’ αυτής αγίασμα εξορκίζων το πονηρόν δαιμόνιον να εκλέξη άλλην κατοικίαν. Πάντων των πιστών τα βλέμματα προσηλούντο εις το ωχρόν πρόσωπον του ποντίφηκος περιμένοντας να ίδωσι το ακάθαρτον πνεύμα εξερχόμενον εκ του στόματος ή του ωτίου του, αλλ’ αντί δαιμονίου άωρον και ημιθανές βρέφος εξωλίσθησεν αίφνης εκ της ποδεάς του αρχηγού της Χριστιανοσύνης! Οι υποστηρίζοντες τον πάπα ιερείς οπισθοδρόμησαν μετά φρίκης, ενώ ο κύκλος των περιέργων συνεσφίγγετο σταυροκοπούμενος και αλαλάζων. Αι γυναίκες ανέβαινον επί της ράχεως των ανδρών και οι έφιπποι ωρθούντο επί της των υποζυγίων, οι δε διάκονοι μετεχειρίζοντο ως ρόπαλα τας σημαίας και τους σταυρούς, ίνα ανοίξωσι δίοδον διά του πλήθους. Ιεράρχαι τινές ολοψύχως εις την Αγ. Έδραν αφωσιωμένοι εζήτησαν να μεταβάλωσιν εις κατάνυξιν την μανίαν του πλήθους κράζοντες «θαύμα!» μεγάλη τη φωνή και προσκαλούντες εις προσκύνησιν τους πιστούς. Αλλά το θαύμα εκείνο ήτο ανήκουστον και πρωτοφανές εις τα χρονικά της χριστιανικής θαυματουργίας, ήτις καίτοι πολλά τέρατα δανεισθείσα παρά των ειδωλολατρών, ουδένα όμως εκ των αγίων έκρινε εύλογον να παραστήση εγκυμονούντα και τίκτοντα ως τον βασιλέα του Ολύμπου· ώστε η φωνή των ευσεβών ιερέων απεπνίγη υπό των ορυγμών του μαινομένου όχλου, λακτοπατούντος, καταπτύοντος και ζητούντος να ρίψη εις τον Τίβεριν Πάπισσαν και παπίδιον. Ο Φλώρος κατορθώσας να σχίση το πλήθος υπεστήριζε εις τας αγκάλας του την δύστηνον Ιωάννα, ης η ωχρότης ηύξανεν ανά πάσαν στιγμήν, μέχρις ου υψώσασα προς ουρανόν τον θνήσκον βλέμμα της, ίνα ίσως ενθυμίση εις τον εκεί κατοικούντα ότι μέχρι τελευταίας σταγόνος εκένωσε το ποτήριον, απέδωκε το πνεύμα ψιθυρίζουσα το του Ησαΐου: «Τας σιαγόνας μου έδωκα εις ραπίσματα, το πρόσωπόν μου ουκ απέστρεψα από αισχύνης και εμπτυσμάτων». Άμα η αμαρτωλή εκείνη ψυχή εγκατέλιπε την πρόσκαιρον αυτής κατοικίαν, πλήθος δαιμόνων εξώρμησαν εκ της αβύσσου, ίνα αρπάσωσι την λείαν, εφ’ ης ενόμιζον ότι είχον εγγεγραμμένην προ πολλού αναμφισβήτητον υποθήκην, αλλά συγχρόνως κατέβαινε εξ ουρανού προς απόκρουσιν των πονηρών πνευμάτων φάλαγξ αγγέλων ισχυριζομένων ότι η μετάνοια αυτής είχεν εξαλείψει πάντα του Άδου τα δικαιώματα. Αλλ’ οι δαίμονες ήσαν δυσμετάπιστοι και εις των Αγγέλων τα επιχειρήματα αντέταττον τα κέρατά των, ενώ εκείνοι εγύμνουν τας ρομφαίας. Η μεταξύ των πνευμάτων πάλη ευρίσκετο εις την ακμήν, τα όπλα των αντήχουν ως συγκρουόμενα νέφη και αιματώδης βροχή έσταζεν επί των εν τη πλατεία συνηγμένων πιστών, ότε αίφνης ο φανείς εις την Ιωάνναν άγγελος, διασχίσας τας τάξεις των μαχομένων συνέλαβε την αθλίαν αυτής ψυχήν, πόθεν δεν γνωρίζω, και επιβάς νέφους μετέφερεν αυτήν... εις το Καθαρτήριον πιθανώς.

Ταύτα, αναγνώστα μου, τα θαύματα διηγούνται ουχί τέσσαρες αλιείς, ως τα εν Ιουδαία, αλλά υπέρ τους τετρακοσίους σεβάσμιοι και ρασοφόροι χρονογράφοι, ημείς δε ενώπιον τοιαύτης χορείας πανσέπτων μαρτύρων κλίνομεν τον αυχένα εκφωνούντες μετά του Αγ. Τερτουλλιανού: «τα πιστεύομεν διότι είναι απίστευτα». Το σώμα της πτωχής Ιωάννας ετάφη μετά του τέκνου της εκεί όπου είχεν εκπνεύσει και επ’ αυτού ανηγέρθη μαρμάρινον μνημείον κοσμούμενον δι’ αγάλματος παριστώντος τίκτουσαν γυναίκα. Ο Φλώρος έγινεν ερημίτης, οι δε ευσεβείς προσκυνηταί, ίνα μη μιαίνωσι τα σανδάλιά των πατούντες τα ίχνη ιεροσύλου Παπίσσης, πορεύονται έκτοτε δι’ άλλης οδού εις Λατεράνον.