Η Μελέτη/Τόμος 6/Τεύχος 1/Το ύδωρ της λήθης

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η Μελέτη, Τόμος 6, Τέυχος 1
Συγγραφέας: Χαράλαμπος Άννινος
Τὸ ὕδωρ της λήθης
Συνέχεια στο Τεύχος 2. Το πλήρες άρθρο: Το ύδωρ της λήθης


ΤΟ ΥΔΩΡ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ

Ἡ μνήμη, ἡ ψυχικὴ δύναμις τοῦ ἀναπολεῖν καὶ διακρατεῖν εἰς τὸν νοῦν τὰ παρελθόντα, εἶναι ἆρά γέ τι ἀγαθόν, εὐχάριστον καὶ ὠφέλιμον δῶρον εἰς τὸν ἄνθρωπον, ἢ εἶναι τι ἀλγεινὸν καὶ ἐπιζήμιον; Ἐὰν τὸ ἐρώτημα ἐτίθετο οὕτω πως ἀποτόμως πρὸς ὑμᾶς, εἶμαι βέβαιος ὅτι ἕκαστος θὰ ἐδίσταζε πολὺ ν’ ἀπαντήσῃ ἀμέσως καὶ κατηγορηματικῶς. Ἑὰν δὲ ἐζητεῖτο ἐπ’ αὐτοῦ ἡ γνώμη ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ μοναδικοῦ αὐτοῦ δημοψηφίσματος θὰ ἐπαρουσίαζε μεγάλην διχογνωμίαν. Διότι ἡ ἐπ’ αὐτοῦ κρίσις θὰ εἶναι πάντοτε ὑποκειμενικὴ, ἐξαρτωμένη ἐκ τῆς ἰδιοσυγκρασίας, ἐκ τοῦ χαρακτῆρος, ἐκ τῆς ψυχικῆς διαθέσεως, ἐκ τῶν βιοτικῶν περιστάσεων, ἐκ τῶν σχέσεων καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἀτόμου. Ὅθεν αἱ γνῶμαι ὑπῆρξαν πάντοτε δεδιχασμέναι. Οἱ ποιηταί, οἵτινες ὑποτίθεται ὅτι εἶναι οἱ ἱεροφάνται τῶν μυστηρίων τῆς ψυχῆς, ὁτὲ μὲν καταρῶνται τὴν μνήμην ὡς ὀχληρὰν καὶ βασανιστικήν, ὁτὲ δὲ τὴν ἐξυμνοῦν ὡς εὐεργετικήν. Εἶναι πασίγνωστος ἡ ρῆσις τοῦ Δάντου, διακηρύξαντος ὅτι δὲν ὑπάρχει τι ἀλγεινότερον ἢ τὸ νὰ ἐνθυμῆταί τις καιροὺς εὐδαίμονας ἐν ἡμέραις δυστυχίας· ἐξ ἐναντίας ποιητὴς ἡμέτερος, ἀνήκων εἰς τὴν παλαιοτέραν ποιητικὴν γενεὰν, ὁ Παπαρρηγόπουλος, εὐλογεῖ τὴν μνήμην ὡς ἀγαθοεργὸν καὶ παρήγορον. Ὅταν, λέγει, πένητες, γυμνοὶ πάσης εὐτυχίας, καθήμεθα εἰς τὴν ὁδὸν μ’ ἐπαίτου βακτηρίαν, περᾷ καὶ ρίπτει εὐσπλάγχνως εἰς τὸν δίσκον μας ἕνα ὀβολὸν ἡ μνήμη. Καὶ ὁ εὐγνώμων ποιητὴς ἀναπέμπει πρὸς αὐτὴν μίαν στροφὴν ἐκ τῶν ὡραιοτέρων τοῦ ποιήματός του:

Ὦ μνήμη, πόσους ἄνευ σοῦ θὰ εἴχομεν θανάτους!
Μυστηριώδης γέφυρα εἰς τῶν ἐτῶν τὸ χάσμα;
Συνδέεις μὲ τὸ ἔαρ μας τοὺς χρόνους τοὺς ἐσχάτους
Καὶ ἀντηχεῖς ἐπὶ μακρὸν σιγῆσαν ἤδη ᾆσμα.

Οἱ δὲ κοινοὶ τῶν ἀνθρῶπων, οἱ μὴ φιλοσοφοῦντες, ἁρμόζουν τὴν γνώμην των συμφώνως πρὸς τὰς ἰδιαιτέρας αὑτῶν περιστάσεις καὶ τὰς ἕξεις· καὶ διὰ τοῦτο ἄλλην γνώμην ἔχουν περὶ τῆς μνήμης οἱ δανεισταὶ καὶ ἄλλην οἱ ὀφειλέται· ἄλλην οἱ φλογεροὶ καὶ ζηλότυποι ἐρασταὶ καὶ ἄλλην αἱ ἄστατοι ἐρωμέναι καὶ οὕτω καθεξῆς· ἄλλην οἱ δραστήριοι καὶ ἐπιμελεῖς καὶ ἄλλην οἱ ὀκνηροί.. Διὰ τοὺς μὲν ἡ μνήμη εἶναι ὁ ὁδηγὸς καὶ σύμβουλος εἰς τὰς πράξεις τῆς ζωῆς των, ἐνῷ διὰ τοὺς ἄλλους εἶνε ὀχληρά, ἐρχομένη νὰ ὑπενθυμίσῃ υποχρεώσεις καὶ νὰ ἐπιβάλῃ ἀγγαρείας. Καὶ ἐνῷ οἱ μέν τὴν καλλιεργοῦν καὶ τὴν ὀξύνουν διὰ νὰ τήν ἔχουν φρουρὸν ἀκοίμητον καὶ κίνητρον διηνεκὲς τὴς ἐνεργείας των, ἕτεροι τὴν ἀποστρέφονται καὶ προσπαθοῦν νὰ τὴν καταστήσουν νωθρὰν καὶ ἀργοῦσαν διὰ διαφόρων ναρκωτικῶν μεθόδων. Ὑποθέτω δὲ ὅτι θὰ ὑπάρχουν πολλοί, ἴσως καὶ μεταξὺ του ἀκροατηρίου μου, οἱ ὁποῖοι δυσανασχετοῦν, διότι, ἐνῷ πωλοῦνται εἰς τὸν κόσμον τόσα καὶ τόσα μεταλλικὰ ὕδατα ἀμφιβόλου ἴσως χρησιμότητος καὶ ἐνῷ καταβάλλονται τόσοι κόποι καὶ τόση δαπάνη διὰ τὴν ὕδρευσιν τὴς πόλεως, δὲν εὑρίσκεται καὶ ἕνας ἐπιχειρηματίας ὅστις ν’ ἀναλάβῃ νὰ μεταφέρῃ ὄχι τὰ νερὰ τὴς Στυμφαλίας ἢ τοῦ Μέλανος Ποταμοῦ, ἀλλὰ τὸ πολύτιμον ἐκεῖνο ὑγρὸν ὁποῦ ἔχουν οἱ κάτοικοι τοῦ ἄλλου κόσμου, χωρὶς καὶ πολὺ νὰ τοὺς χρειάζεται ἴσως, τὸ ὕδωρ τῆς Λήθης.

Ἀλλ’ ὁποιαδήποτε γνώμη καὶ ἂν ὑπάρχῃ περὶ τῆς μνήμης, ἡ φύσις. ἥτις δὲν λαμβάνει ποτέ ὑπ’ ὄψιν της τὰς γνώμας τῶν ἀνθρώπων, ἠθέλησε νὰ ἐφοδιάσῃ διὰ τῆς διανοητικῆς ταύτης δυνάμεως τὰ κτίσματά της, τὰ λογικὰ καὶ τὰ ἄλογα. Καὶ δὲν ἔχετε βεβαίως ἀνάγκην νὰ μάθετε παρ’ ἐμοῦ ὅτι καὶ τὰ ζῷα προσέτι, ὄχι μόνον τ’ ἀνήκοντα εἰς τὰ ἀριστοκρατικὰ καὶ νοημονέστερα εἴδη, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ταπεινὰ καὶ περιφρονημένα ἔχουν τὸ χάρισμα τῆς μνήμης. Ὁ σκύλος ἐνθυμεῖται τὸν ἀπόντα κύριον του καὶ τὸν ἀναγνωρίζει ἐπανερχόμενον μετὰ πολυχρόνιον ἀπουσίαν* ἡ ἀπόδημος χελιδὼν ἐνθυμεῖται τὴν φωλεάν, τὴν ὁποίαν ἔκτισε, καὶ ἐπανερχομένη διευθύνεται πρὸς αὐτὴν ἀσφαλῶς καὶ ἀνενδοιάστως. Ἐνθυμοῦνται καὶ ὁ ἵππος καὶ ὁ ἐλέφας, ἀλλὰ καὶ ἡ μέλισσα καὶ ἡ ἀράχνη καὶ αὐτὸς ὁ μικροσκοπικὸς αἱμοπότης ψύλλος, ὁ ὁδηγούμενος ἐκ τῆς μνήμης ν’ ἀνευρίσκῃ τὰ ἁβρὰ μέλη, ἐξ ὧν ὁ ἀδιάκριτος θὰ εἰσπράξῃ γενναιότερον καὶ ἀνετώτερον πραγματικὸν φόρον αἵματος. Προκειμένου μάλιστα περὶ εὐεργεσίας τὰ ζῷα, καὶ αὐτὰ τὰ ἀγριώτατα τῶν θηρίων, ἐὰν πιστεύσωμεν τὴν ἀρχαίαν διήγησιν περὶ τοῦ λέοντος τοῦ Ἀνδροκλέους, διατηροῦν μνήμην εὐγνώμονα πολὺ ζωηροτέραν καὶ διαρκεστέραν ἢ οἱ ἄνθρωποι. Τὸ παράδειγμα δὲ τῶν ἀνθρώπων βεβαίως καὶ οὐχὶ τῶν ζῴων θὰ εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ὁ Ρῶσσος συγγραφεὺς Τουργκένιεφ, ὅταν ἔγραψε τὸν ὡραῖον ἐκεῖνον μῦθον, καθ’ ὂν ὁ Ὕψιστος συγκαλέσας εἰς ἑορτὴν εἰς τὰ οὐράνιά του δώματα ὅλας τὰς ἀρετὰς, ἐδέησε νὰ παρουσιάσῃ πρὸς ἀλλήλας, ὡς φιλόφρων οἰκοδεσπότης, δύο ἐξ αὐτῶν, αἵτινες ἐφαίνοντο ὅτι δὲν εἶχον καμμίαν σχέσιν καὶ γνωριμίαν μεταξύ των. Ἦσαν δὲ αὐταὶ αἱ δύο ἡ Ἀγαθοεργία καὶ ἡ Εὐγνωμοσύνη.

* *

Τὸ δῶρόν της τοῦτο ἡ φύσις, κατὰ τὸ σύνηθες σύστημά της, χαρίζει ἐν μέτρῳ δικαίῳ, ἀλλὰ μετ’ ἀνισότητος, διανέμει δὲ αὐτὸ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε καὶ οὐχὶ κατὰ τὴν πρέπουσαν ἀναλογίαν τῶν ἄλλων διανοητικῶν χαρισμάτων. Ἡ μνήμη ἐν γένει καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν εἰδικῶν δι’ ἕκαστον ἄνθρωπον περιστάσεων εἶναι βεβαίως ἐφόδιον σημαντικόν, δὲν συνεπάγεται ὅμως ἀπαραιτήτως τὴν ταυτόχρονον ὕπαρξιν παρὰ τῷ αὐτῷ ἀτόμῳ καὶ ἄλλων ἐκτάκτων ψυχικῶν καὶ πνευματικῶν πλεονεκτημάτων. Ἀπεναντίας ἐπικρατεῖ κοινῶς ἡ γνώμη ὅτι ἡ περίσσεια τὴς μνήμης ἀποβαίνει ἐπιζήμιος εἰς τὴν κρίσιν, εἰς τὴν ὀξεῖαν ἀντίληψιν καὶ εἰς ἄλλας τοῦ νοὸς δυνάμεις. Ὅταν συνυπάρχῃ μετ’ αὐτῶν εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ἄτομον, τότε βεβαίως ὁ εὐτυχὴς κάτοχος εἰσέρχεται αὐτοδικαίως εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν μεγάλων καὶ προνομιούχων νόων. Ἀλλὰ τὸ φαινόμενον αὐτὸ εἶναι σπάνιον καὶ τὸ συνηθέστερον εἶναι ἡ μνήμη ν’ ἀποτελῇ ἱκανότητα μεμονωμένην καὶ ἀνεξάρτητον. Ἐνίοτε μάλιστα καὶ αὐτῆς τῆς μνήμης ἡ ἱκανότης δὲν ἔχει κἂν γενικὸν χαρακτῆρα, ἀλλὰ περιορίζεται εἰς ἕνα καὶ μόνον κύκλον γνώσεων* ὑπενθυμίζω δ’ ὡς πρὸς τοῦτο τὸ παράδειγμα τῶν λεγομένων ἀριθμομνημόνων, τῶν ἐχόντων ἐκ φύσεως τὸ δῶρον τοῦ νὰ ἐνθυμῶνται τοὺς ἀριθμοὺς καὶ νὰ βλέπουν αὐτοὺς νοερῶς πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν οἱονεὶ ἐπὶ πίνακος καὶ νὰ παρακολουθοῦν μὲ γοργοτάτην ἀντίληψιν τοὺς μᾶλλον πολυπλόκους συνδυασμοὺς αὐτῶν καὶ τὰς δυσχερεστάτας τῶν ἀριθμητικῶν ἐργασιῶν. Δείγματα τῆς τοιαύτης περιέργου μνημονικῆς ἱκοινότητος ἔδωκε πρό τινων ἐτῶν ἐνταῦθα ἕλλην ἀριθμομνήμων, ὀνομαζόμενος, νομίζω, Διαμαντῆς.

Εἶναι λοιπὸν μία δύναμις εἰδικὴ τοῦ νοῦ ἡ μνήμη καὶ παρουσιάζει ἀρκετὰς ποικιλίας, οἱ ἄνθρωποι δὲ ὡς πρὸς αὐτὴν διαιροῦνται εἰς κατηγορίας ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ τοῦ μνημονικοῦ των. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι στερούμενοι τῆς μνήμης ἐξ ἀλλοιώσεων τοῦ ἐγκεφάλου, ἢ παθόντες τελείαν ἢ σχεδὸν τελείαν ἀμνησίαν, συνεπείᾳ νόσου ἢ ἐκ τυχαίου παθήματος. Οὕτω λόγου χάριν, περὶ τοῦ πάπα Κλήμεντος τοῦ Ϛ΄ ἀναφέρεται ὅτι ἡ τεραστία μνήμη, δι’ ἧς ἦτο πεπροικισμένος ὁ ποντίφιξ οὗτος, ἀνεφάνη μετὰ ἰσχυρὸν κτύπημα, ὅπερ ἐδέχθη εἰς τὸ ὄπισθεν μέρος τῆς κεφαλῆς κατὰ τὴν νεότητά του. Τὰ φαινόμενα τὴς ἀμνησίας, ὡς καθαρῶς παθολογικά, ἀνήκουν ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐπιστήμης, περὶ τὸ ὁποῖον δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἐνδιατρίψω. Προσθέτω μόνον τὴν περίεργον λεπτομέρειαν, ὅτι τινὲς τῶν οὕτω παθόντων ἀνέκτησαν διὰ μιᾶς τὴν χρῆσιν τῆς μνήμης συνεπείᾳ νέου σφοδροῦ κλονισμοῦ ψυχικοῦ, ἀπαράλλακτα ὅπως μερικὰ ὡρολόγια ἀνακτοῦν κάποτε τὴν διακοπεῖσαν λειτουργίαν των κατόπιν νέου ἰσχυροῦ τιναγμοῦ. Τὰ ἐπιστημονικὰ χρονικὰ ἀναφέρουν ἓν περιεργότατον φαινόμενον τοιαύτης αἰφνιδίου ἐξεγέρσεως μηχανικῶν ἀναμνήσεων, αἵτινες παραμένουν εἰς τὸν ἐγκέφαλον ἐν λεληθυίᾳ καταστάσει. Γραῖα χωρική, παθοῦσα ἐκ σφοδροτάτου πυρετοῦ καὶ περιπεσοῦσα εἰς παραλήρημα, ἤρχισε ν’ ἀπαγγέλλῃ καθαρώτατα λατινικοὺς στίχους. Ἐπειδὴ δὲ ἦτο παντελῶς ἀμόρφωτος καὶ ἀγράμματος, τὸ πρᾶγμα ἐν ἀρχῇ ἐθεωρήθη ὡς ὑπερφυσικόν.

Τὸ φαινόμενον τοῦτο, τοῦ λαλεῖν ξένας γλῶσσας ἀσυνειδήτως, παρετηρήθη καὶ εἰς ὑστερικὰς κυρίως γυναῖκας, αἵτινες εἰς καιροὺς ἀμαθείας ἐξελαμβάνοντο διὰ τοῦτο ὡς δαιμονιζόμεναι καὶ ὑπεβάλλοντο εἰς ἀπανθρώπους βασάνους ὑπὸ τῆς παχυλῆς ἀγνοίας καὶ δεισιδαιμονίας τῶν συγχρόνων των· ἀλλ’ οἱ θεραπεύοντες τὴν γραῖαν ἰατροὶ ἀνεζήτησαν τὴν λογικὴν καὶ ἐπιστημονικὴν ἐξήγησιν τοῦ πράγματος, ἐξηκριβώθη δὲ ὅτι ἡ ἐν λόγῳ γυνὴ εἶχε διατελέσῃ ἄλλοτε ὑπηρέτρια ἐφημερίου λατινομαθοῦς, ὅστις συνήθιζε μετὰ τὸ γεῦμα νὰ περιφέρεται εἰς τὸν διάδρομον τοῦ πρεσβυτερίου καὶ ν’ ἀπαγγέλλῃ μεγαλοφώνως στίχους τοῦ Βιργιλίου, τοῦ Ὀρατίου καὶ τοῦ Ὀβιδίου, οἵτινες εἶχον ἐντυπωθῆ ἔκτοτε μηχανικῶς εἰς τὴν μνήμην τῆς ἀγροίκου ὑπηρετρίας.

Ὑπάρχει μία μεγάλη, πολυάριθμος κατηγορία ἀνθρώπων, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ φύσις παρεχώρησε μὲ περισσὴν φειδὼ τὸ δῶρον τῆς μνήμης. Θὰ ἔτυχε πολλάκις βέβαια ν’ ἀκούσετε ἀνθρώπους γνωρίμους σας ἢ μὴ λέγοντας: «Ἀυτέ, πές τοῦ αὐτοῦ νὰ πάγῃ σ’ τὸ αὐτό!» Ἡ τοιαύτη, ἂς τὴν εἴπωμεν, αὐτοπάθεια εἶναι ἐπίσης εἶδός τι ἀσθενείας, ἐλαφροτέρας ὅμως τῆς ἀνωτέρω· εἶναι σημεῖον μνήμης ἀδυνάτου, νωθρᾶς, διαλειπούσης. Ἡ εὕρεσις τῆς λέξεως δὲν ἀνταποκρίνεται ἀμέσως εἰς τὴν σκέψιν· ὁ νοῦς κοπιάζει νὰ τὴν ἀνεύρῃ καὶ μεσολαβεῖ χάσμα ἀμηχανίας, δυσφορίας, τὸ ὁποῖον προσπαθοῦμεν ν’ ἀναπληρώσωμεν ἐνίοτε μὲ κωμικὰ τεχνάσματα. Συνηθέστερον οἱ τοιοῦτοι ἐπιλήσμονες δὲν ἐνθυμοῦνται τὰ κύρια ὀνόματα ἢ τὰ ἐπίθετα ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους ἐγνώρισαν τυχαίως εἰς μίαν στιγμὴν παροδικῆς συναντήσεως ἢ τυπικῆς γνωριμίας. Τίς ἐξ ἡμῶν δὲ θέλων νὰ προσαγορεύσῃ κανένα ἐξ αὐτῶν τῶν γνωστῶν—ἀγνώστων δὲν κατέφυγεν εἰς τὴν ἀστείαν ἐκείνην παράτασιν τῆς τελευταίας συλλαβῆς τῆς προσαγορεύσεως καὶ δὲν εἶπε μὲ διαφόρους ἀναπάλσεις τῆς φωνῆς τὸ περίφημον ἐκεῖνο Κύριεεεεε!.. τὸ παραμένον ἀσυμπλήρωτον, διότι τὸ ὄνομα δὲν ἔρχεται εἰς τὰ χείλη;

Εἰς τὴν μεγάλην ταύτην κατηγορίαν ὑπάγονται καὶ οἱ ἀφῃρημένοι, τῶν ὁποίων οἱ ἆθλοι εἶνε ἀμέτρητοι. Παρ’ αὐτοῖς ἡ μνήμη δὲν εἶνε ἴσως πάντοτε ἀσθενὴς ἢ ὀκνηρά· ἀλλ’ ἡ διανοητική των λειτουργία ἔχει τι τὸ ἄτακτον καὶ τὸ ἀνώμαλον, ἡ δὲ σκέψις ἀπορροφᾷ τόσον πολὺ τὸν νοῦν, ὥστε πᾶσα ἄλλη διανοητικὴ λειτουργία ἀργεῖ ὑποχωροῦσα. Ἐν τοιαύτῃ καταστάσει λαλοῦν, πράττουν, φέρονται ἀσυνειδήτως ὡς αὐτόματα καὶ περιπίπτουν εἰς παντοῖα παθήματα κωμικώτατα. Τὸ φαινόμενον εἶνε τόσον κοινὸν καὶ σύνηθες, ὥστε δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον, ὅστις νὰ μὴ εἶδε καὶ νὰ μὴ ἤκουσεν ἀστείας περιπετείας ἀφῃρημένων. Καὶ ἐπειδὴ τὸ φυσικὸν αὐτὸ ἐλάττωμα εἶνε παλαιὸν ὅσον καὶ τὸ ἀνθρώπινον γένος, πᾶσαι αἱ διηγήσεις ἐπὶ γενεὰς γενεῶν συνανεφύρησαν, ἐτροποποιήθησαν δι’ ἀλλεπαλλήλων ἐκδόσεων, συντελούσης καὶ τῆς ἐπινοίας τῶν εὐφαντάστων, καὶ ἔλαβον μορφὴν θρύλων καὶ μυθευμάτων, ἐξ ὧν ἀπετελέσθη τὸ ἀτελεύτητον συναξάριον τῶν ἀφῃρημένων. Τὶς δὲν γνωρίζει, λόγου χάριν, τὸ ἀνέκδοτον τοῦ ἀφῃρημένου, ὅστις θέλων νὰ βράσῃ ἔν αὐγὸν ἐπὶ ὡρισμένα λεπτὰ τῆς ὥρας, ἐξήγαγε τὸ ὡρολόγιόν του καὶ εἰς μὲν τὴν χύτραν ἔρριψε τὸ ὡρολόγιον καὶ τὸ ἀφῆκε νὰ βράζῃ, εἰς δὲ τὴν χεῖρα ἐκράτει τὸ αὐγὸν καὶ ἐπερίμενε; Τὶς δὲν ἤκουσε τὸ λεγόμενον περὶ τοῦ ἀφῃρημένου ἰατροῦ, ὅστις ἐπιστρέψας εἰς τὴν κατοικίαν του καὶ ἰδὼν τὴν ἐπὶ τῆς θύρας ἐπιγραφὴν τὴν λέγουσαν ὅτι ὁ ἰατρὸς δέχεται ἀπὸ τῆς δεῖνος μέχρι τῆς δεῖνος ὥρας, λησμονῶν δὲ ὅτι ὁ δεχόμενος ἦτο αὐτὸς ὁ ἴδιος, ἀνέμενε παρὰ τὴν εἴσοδον ἔως νὰ ἔλθῃ ἡ ὡρισμένη ὥρα διὰ νὰ ἔμβῃ μέσα; Ἢ τὸ φοβερὸν πάθημα τοῦ ἀφῃρημένου κυρίου, ὅστις κατά τινα χοροεσπερίδα, ἀναγκασθεὶς ν’ ἀποσυρθῇ πρὸς στιγμὴν εἰς ἀπόκρυφον τοῦ οἴκου μέρους, ἐπανῆλθεν εἰς τὴν αἴθουσαν κρατῶν ὑπὸ τὴν μασχάλην ὄχι τὸ κλὰκ τὸ ὁποῖον ἔφερε πρὸ ὀλίγου, ἀλλ’ ἔν ἀχρεῖον καὶ δυσὡνυμον σκέπασμα; Ἓν ἀπὸ τὰ τερατωδέστερα δὲ ἐξ ὅσων ἀνέγνωσα ἦτο καὶ τοῦτο, ὅτι συνηθίζων κάποιος νὰ καπνίζῃ πρὸ τοῦ ὕπνου καὶ ρίπτων ὕστερον τὸ σιγάρον του ἀπὸ τὸ παράθυρον, νὰ κατακλίνεται, ἑσπέραν τινὰ ἀφῃρημένος ἔρριψε τὸ σιγάρον του εἰς τὴν κλίνην καὶ αὐτὸς ἐρρίφθη κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρον. Οἱ διηγούμενοι αὐτὰς τὰς ἱστορίας τὰς ἀποδίδουν εἰς ὡρισμένα πρόσωπα καὶ τὰς ἀνάγουν εἰς ὡρισμένους καιροὺς καὶ περιστάσεις, ὅπως δὲ συμβαίνει συνηθέστατα εἰς τοὺς ἀδεσπότους θρύλους, ἔτυχε πολλάκις ν’ ἀκούσω τὸ αὐτὸ ἀνέκδοτον ἀναφερόμενον εἰς πρόσωπα διαφορετικά. Ἴσως πάντα ταῦτα δὲν συνέβησαν, ἢ παρίστανται ἐπὶ τὸ ὑπερβολικώτερον, εἶναι δὲ ἐπινοήματα προσαρμοζόμενα εἰς τὸν γενικὸν καὶ φανταστικὸν τύπον τοῦ ἀφῃρημένου, ἦτο ὅμως δυνατὸν νὰ συμβοῦν, δεδομένου τοῦ μεγάλου βαθμοῦ τῆς ἐντάσεως, εἰς τὸν ὁποῖον φθάνει ἐνίοτε ἡ τοιαύτη παροδικὴ ἔκλειψις τῆς μνήμης καὶ τῆς ἀντιλήψεως. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι ὅτι εἰς τὴν τοιαύτην διάλειψιν ὑποπίπτουν καὶ ἄνθρωποι ἐξόχως νοήμονες καὶ σοφοί, αὐτοὶ δὲ μάλιστα πολλάκις συνηθέστερον, ἕνεκα τῆς βαθείας σκέψεως, εἰς ἣν συχνὰ βυθίζεται ὁ μελετηρὸς αὐτῶν νοῦς. Καὶ ἔχομεν περὶ τούτου τὸ παράδειγμα τοῦ μεγάλου Νεύτωνος, ὅστις, ὅταν ἡ προσφιλής του γάτα, εἰς ἣν ἐπέτρεπε νὰ εἰσέρχεται ἐλευθέρως εἰς τὸ σπουδαστήριόν του, ἀπέκτησε καὶ ἕνα γατάκι, παρήγγειλε ν’ ἀνοιχθῇ εἰς τὴν θύραν τοῦ γραφείου του, παραπλεύρως τῆς ὀπῆς, δι’ ἧς εἰσήρχετο ἡ γάτα, καὶ ἄλλη μία μικροτέρα, διὰ νὰ εἰσέρχεται καὶ τὸ γατάκι. Ὑπάρχει δὲ καὶ ἕτερον ἀνέκδοτον περὶ τῆς ἀφῃρημάδας τοῦ Νεύτωνος· λέγεται ὅτι ἐν νεαρᾷ ἡλικίᾳ εὑρισκόμενος μετὰ τῆς μνηστῆς του κατὰ μόνας καὶ ἐκμυζῶν τὴν πίππαν του, ἐβυθίσθη εἰς διαλογισμοὺς καὶ λαβὼν τὴν χεῖρα τῆς φιλτάτης του, εἰσήγαγε τὸν ἕνα τῶν δακτύλων της εἰς τὴν φλέγουσαν ἀκόμη κοιλότητα τῆς καπνοσύριγγος διὰ νὰ καθαρίσῃ τὴν τέφραν, ἐνόησε δὲ τὴν πλάνην του μόνον ἐκ τῆς κραυγῆς, τὴν ὁποίαν ἔρρηξεν ἡ νεᾶνις ἐκ τοῦ ἐγκαύματος. Ὁμοιάζει δὲ αὐτὸ μὲ τὸ πάθημα τοῦ ἄλλου ἀφῃρημένου, ὅστις αἰσθανόμενος κνισμόν, ἔξυνεν ἀντὶ τοῦ ἰδικοῦ του τὸν πόδα τοῦ παρακαθημένου του ἀγνώστου κυρίου, ἀποροῦντος διὰ τὴν οἰκειότητα. Ἀλλὰ μήπως δὲν ὑπέπιπτεν εἰς παραπλήσια παθήματα ἀπροσεξίας καὶ ὁ Παστέρ, ὁ μέγας σοφὸς τῶν νεωτέρων χρόνων; Θὰ ἔτυχε βέβαια ν’ ἀναγνώσετε τὸ περὶ αὐτοῦ γραφέν, ὅτι γευματίζων ποτὲ μετὰ τὴς οἰκογενείας του, ἀφοῦ ἐκαθάρισε κατὰ τὰ ἐπιδόρπια τὰ κεράσια ἐντὸς ποτηρίου ὕδατος, διδάσκων τοὺς περὶ αὐτὸν ταυτοχρόνως ὅτι πρέπει νὰ πλύνωνται οἱ καρποὶ πρὶν φαγωθοῦν, ἐπειδὴ ὁ φλοιός των γέμει βλαβερῶν μικροβίων, ἔλαβεν ἔπειτα ἀφῃρημένος τὸ ποτήριον ἐκεῖνο καὶ ἐρρόφησε τὸ νερόν, ὅπου τὰ εἶχε καθαρίσῃ.

Τὰ παλαιότερα χρονικὰ ἀναφέρουν πλεῖστα ὅσα ἀστεῖα ἐπεισόδια τοιαῦτα διαφόρων ἐπισήμων ὑποκειμένων. Φαίνεται ὅτι οἱ ἀφῃρημένοι ἐπλεόναζον ἰδίως μεταξὺ τῆς ἀνωτέρας γαλλικῆς κοινωνίας τοῦ ΙΖ΄ καὶ ΙΗ΄ αἰῶνος. Ἡ κυρία Σεβινιὲ εἰς τὰς περιφήμους πνευματώδεις ἐπιστολάς της ὁμιλεῖ περί τινος εὐπατρίδου ὀνόματι Δὲ Βραγκά, ὅστις, ἀνατραπείσης ποτὲ τῆς ἀμάξης του ἐντὸς τάφρου, ἔμεινεν ἐκεῖ ἡσύχως καθήμενος ἐπὶ ὥραν καὶ ἠρώτα κατόπιν τοὺς ἐλθόντας νὰ τὸν ἀνασύρουν ἐκεῖθεν τί τὸν ἤθελον. Ὁ ἴδιος, ὢν ἐπίτιμος ἀκόλουθος τῆς βασιλίσσης τῆς Γαλλίας Ἄννης τῆς Αὐστριακῆς, ἰδὼν τὴν βασίλισσαν ἐντὸς τοῦ ναοῦ γονατισμένην καὶ προσευχομένην, τὴν ἐξέλαβεν ὡς προσευχητήριον καὶ ἐγονυπέτισεν ἐπάνω της. Περὶ τοῦ αὐτοῦ λέγεται ἐπίσης ὅτι τὴν πρώτην νύκτα τοῦ γάμου, μετέβη κατὰ τὸ σύνηθες νὰ κοιμηθῇ ἡσύχως εἰς τὴν προτέραν του κατοικίαν, καὶ ὅτι οἱ ἔκπληκτοι ὑπηρέται του τοῦ ὑπενθύμισαν τὴν νέαν του κατάστασιν, τὴν ὁποίαν εἶχε λησμονήσῃ, καὶ τὸν ὡδήγησαν εἰς τὸν νυμφικὸν θάλαμον. Πολὺ ἀφῃρημένος ἠτο καὶ ὁ μέγας μυθογράφος Λαφονταίν, ὅστις παρουσιασθεὶς πρὸ τοῦ βασιλέως Λουδοβίκου ΙΔ΄ διὰ νὰ προσφέρῃ, εἰς αὐτὸν τὸ βιβλίον του εὑρέθη ἐν δεινῇ ἀμηχανίᾳ, διότι εἶχε λησμονήσῃ νὰ φέρῃ μαζί του ἀκριβῶς τὸ βιβλίον, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ προσφέρῃ. Ἄλλοτε δ’ ἐκκινήσας ἐκ τῆς ἐξοχῆς, διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὸ δικαστήριον, ὅπου συνεζητεῖτο σπουδαία ὑπόθεσίς του, ἐσταμάτησε καθ’ ὁδὸν εἰς τὴν κατοικίαν φίλου του, ἔμεινεν ἐκεῖ, ἐγευμάτισε, διενυκτέρευσε καὶ μόνον τὴν ἑπομένην ἐνεθυμήθη τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐξεκίνησε, μαθὼν ταυτοχρόνως ὅτι ἔχασε καὶ τὴν δίκην. Τὸ αὐτὸ ἐλάττωμα εἶχε καὶ ὁ χρηματίσας πρωθυπουργὸς τῆς Γαλλίας καρδινάλιος Δυμποά, ὅστις ἐσυνήθιζε νὰ δειπνῇ μὲ ἓν ὀρνίθιον· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ὀρνίθιον ἔτυχε νὰ φαγωθῇ εἰς τὸ μαγειρεῖον ἀπὸ ἕνα σκύλον, οἱ ὑπηρέται φοβούμενοι τὴν ὀργὴν τοῦ κυρίου των, γνωρίζοντες δὲ καὶ τὴν ἀμνημοσύνην του, τὸν ἔπεισαν ὅτι εἶχε δειπνήσῃ· παρατυχὼν δὲ καὶ ὁ ἰατρὸς τοῦ καρδιναλίου καὶ εἰδοποιηθεὶς κρυφίως ὑπὸ τῶν ὑπηρετῶν, συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τὴς κωμῳδίας, διατάξας νὰ ἑτοιμασθῇ καὶ δεύτερον ὀρνίθιον καὶ ἐπιτρέψας εἰς τὸν καρδινάλιον πεινῶντα νὰ τὸ φάγῃ, πρὸς ἄκραν εὐχαρίστησιν τοῦ πελάτου του, ὅστις ἐξελάμβανε τὴν τοιαύτην ἔκτακτον ὄρεξιν ὡς σημεῖον ὑγείας καὶ εὐεξίας. Ὁ δὲ Σατωβριὰν διηγεῖται ὅτι ἡ σύζυγός του τόσον πολὺ ἠγάπα τὴν σοκολάταν τὴν κατασκευαζομένην εἰς φιλανθρωπικόν τι ἵδρυμα, διατελοῦν ὑπὸ τὴν προστασίαν της, καὶ τόσον διαρκῶς τὴν ἐσυλλογίζετο φροντίζουσι περὶ τῆς διαδόσεως της, ὥστε πολλάκις ἀφῃρημένη εἰς τὰς ἐπιστολὰς της ὰντὶ νὰ ὑπογράφῃ ὑποκόμησσα Σατωβριὰνδου ὑπέγραφεν «ὑποκόμησσα Σοκολάτα».

Εἰς τὸ ἀφαιρεῖσθαι ὑπόκεινται κατ’ ἐξοχὴν οἱ μαθηματικοὶ—καὶ ἀναφέρω ἤδη τὰ κατὰ τὸν Νεύτωνα—διότι τὴν σκέψιν αὐτῶν ἀπασχολοῦν διαρκῶς τὰ προβλήματα τῆς ἐπιστήμης των καὶ ἀποκλείουν πᾶσαν ἄλλην τοῦ νοῦ των λειτουργίαν. Περὶ τοῦ διασήμου μαθηματικοῦ Στοὺρμ διηγοῦνται ὅτι καθ’ ὁδὸν διαλογιζόμενος, ἓν μαθηματικὸν πρόβλημα περισπώμενος καὶ εὑρεθεὶς ἀπέναντι στρογγύλου τινὸς δίσκου, ἐστάθη καὶ διὰ τῆς κιμωλίας, τὴν ὁποίαν ἔφερε πάντοτε μαζί του, ἤρχισε νὰ χαράττῃ ἀριθμητικοὺς καὶ ἀλγεβρικοὺς συνδυασμούς. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ δίσκος κινεῖται, ὁ δὲ καθηγητὴς τὸν ἀκολουθεῖ βαδίζων καὶ χαράττων ἐπ’ αὐτοῦ τὰ σημεῖα του. Ὁ δίσκος τρέχει, καὶ ὁ μαθηματικὸς τρέχει ὄπισθεν του ἐξακολουθῶν τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος. Ἦτο δὲ ὁ δίσκος ἁπλούστατα ἡ βάσις ἑνὸς βαρελίου, τὸ ὁποῖον περιέφερεν ἐφ’ ἀμάξης πλανόδιος ὑδροπώλης. Ἐξίσου ἀφῃρημένος ἦτο καὶ ὁ συνάδελφός του, περὶ τὰ μέσα τοῦ παρελθόντος αἰῶνος ἀκμάσας ἐν Γαλλίᾳ περιώνυμος μαθηματικὸς Ἀμπέρ, ὅστις ἀπερροφημένος πάντοτε ἐκ τῶν σκέψεων του ἐχαιρέτα καθ’ ὁδὸν μηχανικῶς πάντας τοὺς διαβάτας, ἡμέραν δέ τινα, ὡς λέγουν, ἐθεάθη χαιρετῶν καὶ ἕνα μεγαλόσωμον σκύλλον τῆς Νέας Γῆς. Ἕνεκα δὲ τοῦ φυσικοῦ τούτου ἐλαττώματος ἐγένετο κάποτε ἥρως κωμικῆς σκηνῆς, ἥτις εἶναι πραγματικῶς τὸ ἀστειότερον πάθημα ἐξ ὅσων ποτὲ συνέβησαν εἰς ἀφῃρημένον.

Προσκληθεὶς ποτὲ εἰς γεῦμα ἐπίσημον ὁ Ἀμπέρ, ὅστις προσφάτως εἶχεν ἐκλεγῇ μέλος τοῦ Ἰνστιτούτου, μετέβη, κατὰ συμβουλὴν φίλου του, εἰς τὸ γεῦμα φέρων τὴν ἀκαδημαϊκήν του στολήν. Εὑρέθη ὅμως στενοχωρημένος ἐκεῖ, διότι ἦτο ὁ μόνος ἐκ τῶν προσκεκλημένων, ὅστις ἔφερε στολήν· ἄλλως τε ἦτο καὶ ἀδέξιος περὶ τὰς κοσμικὰς συνηθείας, τὸ ξίφος δὲ τῆς στολῆς τὸν ἠνώχλει εἰς τὰς κινήσεις του. Ὅθεν ἐπωφεληθεὶς μικρᾶς εὐκαιρίας, τὸ ἀφῄρεσε πρὶν παρακαθήσῃ εἰς τὴν τράπεζαν καὶ τὸ ἔκρυψεν ὄπισθεν τῶν προσκεφαλαίων ἑνὸς καναπέ. Ἐλευθερωθεὶς οὕτω τοῦ ἐμποδίου, συμμετέσχε τοῦ γεύματος εὐθύμως· κατὰ τὴν ἐπακολουθήσασαν ὅμως συναναστροφὴν ἐβυθίσθη πάλιν εἰς τοὺς μαθηματικούς του ρεμβασμοὺς καὶ καθεσθεὶς εἴς τινα γωνίαν τὴς αἰθούσης, ἐλησμόνησε τοὺς παρεστῶτας. Αἱ ὧραι παρήρχοντο, τὸ μεσονύκτιον εἶχε σημάνῃ ἤδη καὶ πάντες οἱ προσκεκλημένοι εἶχον ἀπέλθῃ, πλὴν τοῦ Ἀμπέρ, ὅστις βυθισμένος εἰς τὰς σκέψεις του, ἔμενε σιγῶν, ἡ δὲ οἰκοδέσποινα, ἥτις ἦτο ἡ κυρία Φοντάν, γνωρίζουσα τὰς συνηθείας τοῦ σοφοῦ προσκεκλημένου της, ἐκάθητο καὶ αὐτὴ εἰς τὴν αἴθουσαν ἀπέναντί του, μὴ θέλουσα ἐξ ἁβρότητος νὰ τὸν ἐνοχλὴσῃ. Μετὰ παρέλευσιν ὥρας τινὸς ἀκόμη ὁ Ἀμπὲρ ἀνανήψας τέλος, ἠγέρθη καὶ ἡτοιμάσθη ν’ ἀναχωρήσῃ. Ἀνεζήτητε τὸ ξίφος του, ἀλλ’ ὅτε ἠθέλησε νὰ τὸ παραλάβῃ, εἶδεν ὅτι ἐπὶ τοῦ καναπέ, ὅπου τὸ εἶχε κρύψῃ, ἐκάθητο ἡ οἰκοδέσποινα, ἥτις εἰς ἐπίμετρον εἶχεν ἀποκοιμηθῇ. Προσεπάθησε νὰ τὸ ἀποσύρῃ χωρὶς νὰ τὴν ἐξυπνήσῃ, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα ἦτο δύσκολον* ἐπὶ τέλους μετὰ πολλὰς ἀποπείρας τὸ ἐτράβηξεν, ἀλλ’ ἀπέσυρε μόνην τὴν λεπίδα, διότι ἡ θήκη ἐκρατεῖτο πιεσμένη ὑπὸ τὰ προσκεφάλαια. Ἐν τῇ δυσφορίᾳ του ἐξέφερε μεγαλοφώνως ἐπιφώνημα καὶ ἡ κραυγὴ του ἀφύπνισε τὴν κυρίαν, ἥτις ἐν τῇ ζάλῃ τοῦ ὕπνου ἀκόμη διατελοῦσα καὶ ἰδοῦσα αἴφνης ἐνώπιόν της ἄνθρωπον μὲ τεταραγμένην φυσιογνωμίαν καὶ μὲ ξίφος γυμνὸν εἰς τὴν χεῖρα, ἔρρηξε φωνὰς τρόμου. Προσέδραμον οἱ ὑπηρέται καὶ ὁ οἰκοδεσπότης, καὶ ἐδόθη ἡ δέουσα ἐξήγησις ὑπὸ τοῦ αἰσχυνομένου δια τὸ πάθημά του καθηγητοῦ καὶ ἡ σκηνὴ ἔληξε μὲ θορυβώδη ἱλαρότητα.

Ἀφῃρημένους ἔχομεν πολλοὺς καὶ εἰς τὸν τόπον μας, ὑποθέτω δέ, ὅτι καὶ μεταξὺ τῆς παρούσης εὐγενοῦς ὁμηγύρεως, ἥτις ἔχει τὴν συγκαταβατικὴν καλωσύνην ν’ ἀκροᾶται τὰ ἐλαφρολογήματά μου, ὑπάρχουν κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀρκετοὶ καὶ ἀρκεταί, τῶν ὁποίων ὁ νοῦς ταξιδεύει μακαρίως μὲ τὸ ἀερόπλανον τῆς φαντασίας εἰς μέρη μακρυνά, ὅπου δὲν φθάνει ἡ ἀδολέσχιά μου. Κανενὸς ὅμως ἐκ τῶν ἰδικῶν μας ἀφῃρημένων οἱ ἆθλοι δὲν ὑπῆρξαν τόσον μεγάλοι καὶ πρωτότυποι, ὥστε νὰ τύχουν τῆς ἰδιαιτέρας ἀναγραφῆς εἰς τὴν ἱστορίαν.

Εἰς μόνος ὑπῆρξεν εἰς τὴν χώραν μας διάσημος ἀφῃρημένος, ζήσας εἰς παλαιοτέραν ἐποχήν, κατὰ τοὺς χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος· ἀλλὰ καί αὐτὸς ἦτο ξένος, ὁ Γερμανὸς ἰατρὸς τῆς Αὐλῆς Ῥέζερ, περὶ οὗ διεσώθησαν μεταξὺ τῶν γεροντοτέρων πολλὰ ἀστεῖα ἀνέκδοτα. Τὸν ἰδιότροπον τοῦτον ἄνδρα καὶ τοὺς παραδόξους τρόπους του περιγράφω πνευματωδῶς καὶ ἐπιχαρίτως εἰς τὰς περὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ἑλληνικῆς Αὐλῆς ἐπιστολάς της μία Ἑλβετὶς κυρία, ἐπισκεφθεῖσα τὴν χώραν μας κατὰ τὸ 1859, ὡς ἑξῆς:

«Ἤμην ἀσθενὴς... ἡ βασίλισσα μαθοῦσα τοῦτο, ἀπέστειλεν ἀμέσως τὸν ἰατρόν της κ. Ῥέζερ, Βαυαρόν, νὰ μ’ ἐπισκεφθῇ. Ὁ Ῥέζερ ἄμα εἰσελθών, μοῦ ἔκαμε τὴν χειρίστην ἐντύπωσιν. Ἔχω ἀπέχθειαν πρὸς τοὺς ἀμβλυωποῦντας· καὶ αὐτὸς ὄχι μόνον ἀμβλυωπῶν εἶναι, ἀλλ’ οὔτε δύνασαι ν’ ἀνακαλύψῃς ποῦ τὸ βλέμμα του διευθύνεται. Ἐμβῆκεν ὡς ἀνεμοστρόβιλος, κάθε ἄλλην διεύθυνσιν λαβὼν παρὰ τὴν τῆς κλίνης μου, τέλος πλησιάσας μουρμουρίζων, μοῦ ἀπηύθυνε τὸν λόγον γαλλιστί: «— Vous êtes malade, Madame? — Je le crois bien, Monsieur. — Avez vouz de papier, Madame! — Je le crois bien, Monsieur». Ἐκάθησε παρὰ τὴν τράπεζαν καὶ ἁρπάσας τεμάχιον χάρτου ἤρχισε γράφων. Διὰ μιᾶς ἀφίνει τὴν γραφίδα καὶ ὁρμᾷ πρὸς ἐμέ. Ρῖγος μὲ κατέλαβε, διότι τὸν ἐνόμισα παράφρονα. Εὐτυχῶς δὲν ἦτο παράφρων· ἀλλὰ γράφων τὴν συνταγήν του ἐνθυμήθη ὅτι δὲν ἐμέτρησε τὸν σφυγμόν μου καὶ ὅτι δὲν μὲ ἠρώτησεν οὔτε τί αἰσθάνομαι. Ἥρπασε τὴν χεῖρά μου. «— Mais qu’ avez vous Madame! — Ma tête est brulante, Monsieur, et mes genoux ne me soutiennent plus — Toussez un peu, Madame». Ἔβηξα λοιπόν, ἐνῷ δὲν εἶχα βῆχα. Ἐπέστρεψεν εἰς τὴν τράπεζαν, ἐτελείωσε τὴν συνταγήν, μοῦ τὴν ἔδωκεν εἰς τὰς χεῖρας, ἥρπασε τὸν πῖλόν του καὶ ἐδοκίμασε νὰ ἐξέλθῃ διὰ τῆς θύρας τῆς εἰς τὸ ἄλλο δωμάτιον ἀγούσης καὶ ἥτις φυσικῷ τῷ λόγῳ ἦτο κλειδωμένη. Τὸν ἀφῆκα νὰ μὰχεται μὲ τὴν θύραν περίεργος νὰ ἰδῶ ποῦ τοῦτο ἤθελε καταλήξῃ. Μετ’ ὀλίγα λεπτὰ ἀνεχώρησε δρομαῖος δι’ ἐκείνης, δι’ ἧς εἰσῆλθεν, ἀφοῦ ἀνησύχησεν ἀρκετὰ τὸν γείτονά μου, καὶ χωρὶς νὰ μὲ ἀποχαιρετήσῃ».

Ἡ ξένη κυρία ἀναφέρει κατόπιν τὰ ἀνέκδοτα ὅσα ἤκουσεν ἐν Ἀθήναις περὶ τοῦ περιφήμου τούτου ἀφῃρημένου, ἀλλ’ ἀνήκοντα κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὸν κύκλον τῶν γενικῶς καὶ στερεοτύπως ἀποδιδομένων εἰς πάντας τοὺς ξεχασμένους, ὡς ἐπὶ παραδείγματι, τὸ τοῦ αὐγοῦ, καὶ τὸ τῆς μὴ ἀναγνωρίσεως τοῦ ἰδίου οἴκου. Μᾶλλον συγκεκριμένον καὶ πιστευτότερον εἶναι τὸ ἑξῆς: Ταξιδεύων ποτὲ ἐν Γερμανίᾳ μετὰ τοῦ βασιλέως Ὄθωνος ὁ Ῥέζερ καὶ εὑρισκόμενος εἰς τὸ αὐτὸ τοῦ σιδηροδρόμου διαμέρισμα μετὰ δύο ὑπασπιστῶν τοῦ ἄνακτος, ὧν ὁ ἕτερος ἦτο ἀξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ, ἀφοῦ ἐπρογευμάτισε μετ’ αὐτῶν ἐκεῖ μέσα προχείρως, ἔρριψεν ἀπὸ τῆς θυρίδος τοῦ βαγονίου μαζὶ μὲ τὰ ὑπολείμματα τοῦ προγεύματος καὶ τὰς χρυσᾶς ἐπωμίδας τοῦ ἀξιωματικοῦ, τὰς ὁποίας οὖτος εἶχεν ἀποθέσῃ πλησίον του. Εὑρέθη δὲ ὁ δυστυχὴς ὑπασπιστὴς εἰς δυσχερεστάτην θέσιν ἕνεκα τῆς ἀπροσεξίας ταύτης, καθ’ ὅτι μετ’ ὀλίγον, ὅτε ἔφθασαν εἰς Βιέννης καὶ ἐπρόκειτο μετὰ τοῦ βασιλέως νὰ παρουσιασθοῦν πρὸ τοῦ αὐτοκράτορος τῆς Αὐστρίας, δὲν εὗρε τὰς ἐπωμίδας του, οὔτε εἶχε καιρὸν νὰ τὰς ἀντικαταστήσῃ, ἀπέσχε δὲ τῆς παρουσιάσεως, μὴ δυνάμενος νὰ ἐμφανισθῇ μὲ στολὴν ἀντικανονικὴν καὶ ἐπεπλήχθη αὐστηρότατα ὑπὸ τοῦ βασιλέως

Τὸ καταπληκτικώτερον ὅμως κατόρθωμα τοῦ Ῥέζερ, πάντοτε κατὰ τὴν ἀφήγησιν τῆς εἰρημένης ξένης, εἶναι τὸ ἀκόλουθον:

Θελήσας νὰ νυμφευθῇ, μετέβη εἰς τὸν τόπον τὴς γεννήσεώς του, ἐμνηστεύθη καὶ ἐπέστρεφεν εἰς τὴν Ἑλλάδα μετὰ τῆς μνηστῆς καὶ τῆς μητρὸς αὐτῆς· εἰς τὴν Βενετίαν δέ, τὸν τελευταῖον σταθμὸν τῆς ξηρᾶς, ἀφῆκε τὰς κυρίας εἰς τὸ ξενοδοχεῖον, διὰ νὰ φροντίσῃ περὶ τῶν εἰσιτηρίων τοῦ ἀτμοπλοίου, ἀποπλέοντος μετά τινας ὥρας. Ἀλλὰ φεῦ! εἰσελθὼν εἰς τὸ ἀτμόπλοιον, ἐλησμόνησε τὴν μνηστήν, τὴν πενθερὰν καὶ τὰς ἀποσκευάς του, ἔφθασε δὲ ἀτάραχος εἰς Ἀθήνας, ὅπου μετά τινας ἡμέρας ἔλαβεν ἐπιστολὴν τῆς πενθερᾶς, εὐγνωμονούσης διότι τὴν ἔκαμε νὰ ἐννοήσῃ ἐγκαίρως ποῖον θὰ ἦτο τὸ μέλλον τῆς θυγατρός της, ἐὰν συνεζευγνύετο μὲ τοιοῦτον ἄνθρωπον, καὶ εἰδοποιούσης ὅτι ἐκεῖναι μὲν ἐπανέκαμπτον εἰς Βαυαρίαν, εἰς αὐτὸν δὲ ἔπεμπον τὰς λησμονηθείσας ἀποσκευάς του.

Παρὰ πρεσβυτέρων τινῶν συμπολιτῶν μας ἤκουσα ἄλλοτε καὶ τὸ ἑπόμενον κωμικὸν ἐπεισόδιον τοῦ ἰατροῦ Ῥέζερ. Ἐπισκεφθείς ποτε κυρίαν καὶ ἰδὼν ἐπὶ τοῦ ἀνακλίντρου, ἐφ’ οὗ ἐκάθητο λευκόν τι πανίον, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ μυωπίᾳ του ἐξέλαβεν ὡς τὴν ἄκραν τοῦ ἐσωτερικοῦ του ἐνδύματος, ἐκφεύγουσαν ἀπρεπῶς ἀπὸ κάποιον μέρος, ἤρχισε κρυφίως καὶ μετὰ συστολῆς νὰ τὸ εἰσαγάγῃ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐντὸς, εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς περισκελίδος του, πρὸς μεγάλην ἔκπληξιν τῆς κυρίας, ἥτις ἔβλεπε τὸ ἀφεθὲν παρ’ αὐτῆς ἐκεῖ λευκόν της μανδήλιον νὰ λαμβάνῃ τοιαύτην παράδοξον τύχην. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἀνέκδοτον τοῦτο εὗρον κατόπιν ἀποδιδόμενον εἰς ἁπλοϊκόν τινα γάλλον ἐφημέριον, εὑρεθέντα εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν ἐνώπιον τῆς δουκίσσης τοῦ Πανθιέβρ. Ὥστε βλέπετε ὅτι καὶ αὐτῶν τῶν ἀφῃρημένων ἡ δόξα δὲν εἶνε ἀσφαλὲς καὶ σταθερὸν κτῆμα, ἀλλ’ ὑπόκειται καὶ αὐτὴ εἰς ἀμφισβήτησιν καὶ καταπάτησιν, ὅπως καὶ τὰ οἰκόπεδα.

Πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἀσθενοῦς ἀνθρωπίνης μνήμης καὶ πρὸς ἐξάσκησιν αὐτῆς διὰ νὰ δύναται ν’ ἀποφεύγῃ τὰς διαλείψεις καὶ τὴν λήθην ἐπενοήθησαν ἀπὸ παναρχαίων χρόνων διάφοροι μέθοδοι, ἀποβλέπουσαι, διὰ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν ἐννοιῶν ἐκ τὴς θέας διαφόρων ἀντικειμένων, εἰς τὴν ἐπάνοδον τῆς μνήμης εἰς τὴν ζητουμένην σκέψιν. Συνήθως οἱ τοιοῦτοι τρόποι εἶνε ἡ μετάθεσις τοῦ δακτυλιδίου ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸν ἄλλον δάκτυλον, ἢ τοῦ ὡρολογίου ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἄλλο θυλάκιον^ πάγκοινος δὲ εἶνε ἰδίως ὁ κόμβος τοῦ μανδηλίου. Ἀλλ’ ὑπάρχουν μερικοὶ τόσον ἀμνήμονες, ὥστε ἀφοῦ δέσουν τὸν πρῶτον κόμβον, χρειάζονται κατόπιν νὰ κάμουν καὶ δεύτερον διὰ νὰ ἐνθυμηθοῦν τὸν πρῶτον. Ἕτεροι καταφεύγουν εἰς ἄλλα μέσα, κἄποιος γνωστός μου δὲ μοῦ διηγεῖτο ὅτι ὁσάκις ἤθελε νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν παραγγελίαν τῆς δυστρόπου πενθερᾶς του, ἐσυνήθιζε νὰ τοποθετῇ ἐπὶ τοῦ γραφείου του ἓν παιγνίδιον παριστῶν ἀρκοῦδαν, ὅπως τὸ ὁμοίωμα τοῦ θηρίου ὑπενθυμίζῃ εἰς αὐτὸν τὴν πενθερὰν καὶ τὴν παραγγελίαν της. Ὁ στοιχειωδέστερος ὅμως καὶ κοινότερος τρόπος ὑπομνήσεως εἰνε τὸ σημειωματάριον· ἀλλὰ καὶ αὐτὸ δὲν εἶνε πάντοτε ἀσφαλὲς, διότι ἡ σημείωσις γίνεται ἐνίοτε ἐν τάχει καὶ δὲν ἐπαρκεῖ νὰ βοηθήσῃ τὴν μνήμην, ἐνθυμοῦμαι δὲ περὶ τούτου τὸ ἑξῆς κωμικὸν πάθημα ἑνὸς φίλου μου· κἄποια κουμπάρα του τὸν παρεκάλεσέ ποτε διά τινα ὑπόθεσίν της, πολυάσχολος δὲ αὐτὸς ἐσημείωσεν ἐν τάχει τὸ ὄνομά της διὰ νὰ ἐνθυμηθῇ* ἀλλ’ ὅτε μετά τινας ἡμέρας ἐξήταζε τὸ σημειωματάριόν του, τὰς δύο κακογεγραμμένας λέξεις, τὰς ὁποίας εἶχε σημειώσει ἐκεῖ, «Ἀγγελικὴ κουμπάρα» ἀνέγνωσεν «Ἀγγλικὴ κουμποῦρα» καὶ ἐπὶ ἀρκετὴν ὥραν δὲν ἠδύνατο νὰ ἐννοήσῃ διὰ τίνα σκοπὸν εἶχε σημειώσει τὸ φονικὸν αὐτὸ ὅπλον.

Πλὴν ὅμως τῶν ἐμπορικῶν τούτων μέσων ἐγένετο ἄλλοτε καὶ κἄποια ἐπιστημονικὴ ἀπόπειρα πρὸς καταρτισμὸν συστήματος βοηθητικοῦ τὴς μνήμης, βασιζόμενον εἰς συνδυασμοὺς καὶ συνηχήσεις τῶν λέξεων. Τὸ σύστημα δὲ τοῦτο ὠνομάσθη Μνημοτεχνία. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι καὶ αὐτὸ δὲν ηὐδοκίμησε πολὺ εἰς τὴν πρακτικὴν ἐφαρμογήν, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀφῃρημένων καὶ τῶν ξεχασμένων εἰς τὸν κόσμον παραμένει πάντοτε μέγας. Ἄν εἶναι καλὸν ἢ κακὸν τοῦτο διὰ τὴν ἀνθρωπότητα, δύσκολον εἶναι ν’ ἀποφανθῇ τις. Ὁ Θεμιστοκλῆς, ὅστις εἶχε θαυμάσιον μνημονικόν, εἰς κάποιον, ὅστις τοῦ ἐπρότεινε νὰ τὸν διδάξῃ μέθοδον, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἐνθυμῆται, ἀπήντησεν ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ τὸν ἐδίδασκε καμμίαν μέθοδον διὰ νὰ ἠμπορῇ νὰ λησμονῇ. Διότι ἀνεξαρτήτως τοῦ γενικοῦ ζητήματος εἶναι βέβαιον ὅτι ὑπάρχουν πολλὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο καλλίτερον διὰ τὸν ἄνθρωπον νὰ τὰ λησμονῇ παρὰ νὰ τὰ ἐνθυμῆται. Καὶ εἰς ἐν μυθιστόρημα τοῦ Ἄγγλου συγγραφέως Κόναν Ντόϋλ ὁ περιβόητος αὐτοῦ ἥρως Σέρλοκ Χὸμς μὲ πολλὴν εὐφυΐαν διατυπώνει αὐτὴν τὴν θεωρίαν

* *

Ἀντιθέτως ἐλάχιστος εἶνε ὁ ἀριθμὸς τῶν προικισθέντων ὑπὸ τὴς φύσεως δια μνήμης μεγάλης, γοργῆς, εὐρείας. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς αὐτοὺς ἡ φύσις δὲν ὑπῆρξε λίαν ἀφειδής, ὀλίγιστοι δὲ εἶνε οἱ προνομιοῦχοι, οἱ κατέχοντες τὸ χάρισμα μνήμης γενικῆς, περιλαμβανούσης πάντας τοὺς κλάδους τῆς γνώσεως. Συνηθέστερον εἶνε τὸ φαινόμενον τῶν ἐχόντων ἐξαιρετικὴν ἱκανότητα μνήμης περὶ εἰδικόν τινα καὶ ὡρισμένον κύκλον γνώσεων καὶ ἐντυπώσεων, ἐνίοτε δὲ καὶ περὶ κύκλους πλείονας τοῦ ἑνός, εἴτε σχετικούς, εἴτε καὶ ἀσχέτους πρὸς ἀλλήλας. Οὕτως οἱ μὲν εἶνε ἱκανοὶ νὰ ἐνθυμοῦνται ἀριθμοὺς καὶ χρονολογίας· οἱ δὲ εἶνε ἱκανοὶ νὰ ἐνθυμοῦνται μουσικοὺς φθόγγους· ἄλλοι δύνανται ν’ ἀποστηθίζουν εὐχερῶς περικοπὰς βιβλίων, πολλάκις ἐφ’ ἅπαξ καὶ τροχάδην παρ’ αὐτῶν ἀναγνωσθέντων, ἢ καὶ λόγους ῥητόρων, τοὺς ὁποίους ἤκουσαν ἀπαγγελλομένους· ἕτεροι ἔχουν τὴν μνήμην εἰδικῶς ἱκανὴν περὶ τὸ ἐκμανθάνειν ξένας γλώσσας καὶ λαλεῖν αὐτὰς ἀπροσκόπτως. Τοιοῦτος δὲ ἦτο ὁ περίφημος ἰταλὸς καρδινάλιος Μετζοφάντε, ἀποθανὼν ἐν Βονωνίᾳ κατὰ τὸ 1848, θαῦμα ἀληθῶς γλωσσομαθείας, γινώσκων καὶ λαλῶν 58 γλώσσας καὶ διαλέκτους μετὰ τῶν ἰδιωτισμῶν των. Καὶ περὶ τοῦ Μιθριδάτου βασιλέως τοῦ Πόντου λέγεται ὅτι ἔχων εἰς τὰ στρατεύματά του ὑπηρετοῦντας στρατιώτας, ἀνήκοντας εἰς 22 διάφορα ἔθνη, ἠδύνατο νὰ συνδιαλέγεται μεθ’ ἑκάστου αὐτῶν εἰς τὴν ἰδιαιτέραν γλῶσσαν τοῦ ἔθνους, εἰς ὃ ἀνῆκε.

 Ἕπεται τὸ τέλος